Δημοσιεύσεις

Συμπληρωματικές οδηγίες για την παράλληλη ασφάλιση του άρθρου 36 του ν. 4387/2016

Με την κ.υ.α. με αριθ. Φ.10043/οικ.58770/1442/19.12.2016, δόθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή των παρ. 3 και 4 του άρθρου 36 του ν.4387/2016 στις περιπτώσεις ασφαλισμένων που για την ίδια απασχόληση υπάγονταν στην υποχρεωτική ασφάλιση δύο φορέων κύριας ασφάλισης ή ενός φορέα κύριας ασφάλισης και του Δημοσίου (π.χ. μηχανικός του Δημοσίου που υπαγόταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – ΤΣΜΕΔΕ ή ιατρός του ΕΣΥ που υπαγόταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ).

Σε συνέχεια των σχετικών διυπουργικών ερμηνευτικών εγκυκλίων με τις οποίες δόθηκαν οδηγίες σχετικά με τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων που υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές βάσει του άρθρου 5 του ν.4387/2016, διευκρινίζονται τα εξής:

Οι οδηγίες που έχουν δοθεί σχετικά με τις συντάξιμες αποδοχές με την ανωτέρω εγκύκλιο αφορούν σε υπαλλήλους με σχέση δημοσίου δικαίου, καθώς και σε δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής με το Δημόσιο, ανεξαρτήτως εάν με το υφιστάμενο μέχρι 31/12/2016 καθεστώς υπάγονταν στην ασφάλιση του Δημοσίου ή φορέα κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, και ανεξαρτήτως του χρόνου διορισμού (πριν ή μετά την 1/1/1993 ή την 1/1/2011).

Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω εφαρμόζονται και σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος επιλέξει να καταβάλλει προαιρετικά δεύτερη ασφαλιστική εισφορά.

Εάν όμως πρόκειται για μηχανικούς και υγειονομικούς που απασχολούνται στο Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), οι ασφαλιστικές εισφορές υπέρ ΕΦΚΑ υπολογίζονται επί των πάσης φύσεως αποδοχών, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 38 του ν.4387/2016.

Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 5 και 38 του ν.4387/2016, το ύψος της ασφαλίστρου για την κύρια σύνταξη καθορίζεται σε 20%, επιμεριζόμενο κατά 6,67% και 13,33% μεταξύ ασφαλισμένου και εργοδότη αντίστοιχα. Σε περίπτωση που κατά την 31/12/2016 προβλέπονταν υψηλότερα ή χαμηλότερα ποσοστά ασφαλίστρου προβλέπεται σταδιακή προσαρμογή τους, ώστε από 1/1/2020 να ανέρχονται στα ανωτέρω ποσοστά.

Με βάση την ανωτέρω πρόβλεψη, σε περίπτωση πολλαπλής ασφάλισης για την ίδια απασχόληση, και για την οποία ο ασφαλισμένος κατέβαλε μία τουλάχιστον εισφορά ύψους 6,67%, εξακολουθεί να καταβάλλει και από 1/1/2017 μηνιαία εισφορά ύψους 6,67%, χωρίς σταδιακή προσαρμογή του ασφαλίστρου. Μη υπαρχούσης της συνθήκης αυτής (ήτοι να μην προβλεπόταν μέχρι 31/12/2016 μία τουλάχιστον εισφορά ασφαλισμένου ύψους 6,67%), αλλά η μηνιαία εισφορά ασφαλισμένου ήταν για τον έναν φορέα σταθερό ποσό και για τον άλλο φορέα ποσοστιαία εισφορά υψηλότερη ή χαμηλότερη του 6,67%, τότε, και στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλισμένος καταβάλλει από 1/1/2017 μηνιαία εισφορά ύψους 6,67%, χωρίς σταδιακή προσαρμογή του ασφαλίστρου.

Αντίστοιχα, εάν προβλεπόταν μέχρι 31/12/2016 μία τουλάχιστον εργοδοτική εισφορά ύψους 13,33%, τότε και από 1/1/2017 εξακολουθεί να καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ύψους 13,33%, χωρίς σταδιακή προσαρμογή του ασφαλίστρου. Μη υπαρχούσης της συνθήκης αυτής (ήτοι να μην προβλεπόταν μέχρι 31/12/2016 μία τουλάχιστον εργοδοτική εισφορά ύψους 13,33%), τότε η εργοδοτική εισφορά διαμορφώνεται σταδιακά σε 13,33%.

Η υποχρέωση καταβολής μίας ασφαλιστικής εισφοράς υπέρ του ΕΦΚΑ βάσει των ρυθμίσεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 36 του ν.4387/2016 διενεργείται χωρίς να απαιτείται η διαγραφή του ασφαλισμένου μηχανικού ή υγειονομικού από τους οικείους επιστημονικούς συλλόγους (ΤΕΕ, Ιατρικούς Συλλόγους κ.λπ.).

Με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 4 του ν.2084/1992, όπως ισχύουν, οι μέχρι 31/12/1992 ασφαλισμένοι που διορίστηκαν στο δημόσιο από την 1/1/1993 μέχρι 31/12/2010, για τους οποίους βάσει των καταστατικών διατάξεων του ΤΣΜΕΔΕ και του ΤΣΑΥ προβλεπόταν υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση των ανωτέρω φορέων, υπάγονταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση των ανωτέρω κλαδικών Ταμείων, μπορούσαν όμως να υπαχθούν προαιρετικά στην ασφάλιση του Δημοσίου καταβάλλοντας την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν.1902/1990 εισφορά ύψους 6,67%.

Μετά από την ισχύ του ν.4387/2016, η ανωτέρω ρύθμιση δεν έχει εφαρμογή, και, ως εκ τούτου, τα πρόσωπα που είχαν υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση του Δημοσίου βάσει των ανωτέρω διατάξεων του ν.2084/1992 και επιθυμούν να συνεχίσουν την προαιρετική τους ασφάλιση θα καταβάλλουν μηνιαία εισφορά ύψους 20%, υπολογιζόμενη επί των αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορά για την υποχρεωτική ασφάλιση.

Ευνόητο είναι ότι οι ασφαλισμένοι που υπήχθησαν στην προαιρετική ασφάλιση θεωρώντας ότι το ασφάλιστρο ανέρχεται σε 6,67% αντί του 20%, μπορούν, μετά την ανωτέρω αλλαγή που προκύπτει, να διακόψουν την προαιρετική τους ασφάλιση. Σε αυτή και μόνο την περίπτωση είναι δυνατή η επιστροφή των εισφορών προαιρετικής ασφάλισης που έχουν καταβληθεί. Σε περίπτωση δε που επιθυμούν να συνεχίσουν την προαιρετική ασφάλιση θα πρέπει να καταβληθεί η προκύπτουσα διαφορά.

Επισημαίνεται ότι οι εν λόγω ασφαλισμένοι που είχαν υπαχθεί προαιρετικά στην ασφάλιση του Δημοσίου μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να διακόψουν οποτεδήποτε την προαιρετική τους ασφάλιση ή να υπαχθούν εκ νέου σε αυτήν.

Στις περιπτώσεις ασφαλισμένων από την 1/1/1993 και μετά που είχαν υπαχθεί προαιρετικά στην ασφάλιση δεύτερου φορέα βάσει των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 4 και 39 του ν.2084/1992, και για την δεύτερη αυτή ασφάλιση μέχρι 31/12/2016 προβλεπόταν η καταβολή εισφοράς ύψους 30% (εισφορά ασφαλισμένου, εργοδότη και Κράτους), τα εν λόγω πρόσωπα, εφόσον επιθυμούν, δύνανται να συνεχίσουν την προαιρετική μηνιαία καταβολή δεύτερης εισφοράς και μετά την 1/1/2017, σε ποσοστό 20%. Και στην περίπτωση αυτή η προαιρετική δεύτερη εισφορά υπολογίζεται επί των αποδοχών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της υποχρεωτικής εισφοράς.

 

0
  Σχετικά άρθρα
  • No related posts found.