Posts Tagged 'φορολογία'

Απόφαση 196/2014 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Αριθμός: 196/2014

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Συνεδρίαση της 03ης Φεβρουάριου 2014

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Κασσιανή Μπουροδήμου Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης, Ιωάννης

Μαμαδάς Πλημμελειοδίκης, Μαρία Δουλάμη Πάρεδρος Πρωτοδικείου (Επειδή κωλύονται οι τακτικοί

δικαστές) Ορίστηκε με την αρ. 6/2014 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κατερίνης Δήμητρα

Τσιαρδακλή Αντεισαγγελέας (Επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) Βασιλική Χωρίκη Γραμματέας

Κατηγορούμενος: ….. ……. Κάτοικος: Κατερίνης Πιερίας Παρών

Πράξη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε δημόσια στο ακροατήριό του κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου ύστερα από αναβολή της υπόθεσης κατ` άρθρο 423 παρ. 1 ΚΠΔ, η Προεδρεύουσα εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου ο οποίος εμφανίστηκε, ρωτήθηκε από την Προεδρεύουσα για τα στοιχεία της ταυτότητάς του και είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται πιο πάνω και ότι διορίζει συνήγορο υπεράσπισης του τον παρόντα δικηγόρο Κατερίνης Εμμανουήλ Παπά.

Η Προεδρεύουσα είπε στον κατηγορούμενο ν` ακούσει με προσοχή την κατηγορία και να παρακολουθήσει τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επίσης του είπε ότι έχει δικαίωμα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα και την έρευνα κάθε αποδεικτικού μέσου.

Στη συνέχεια έλαβε το λόγο η Εισαγγελέας, η οποία συνοπτικά ανέφερε την πράξη για την οποία κατηγορεί ο κατηγορούμενος. Επίσης είπε, για να υποστηρίξει την κατηγορία να αναγνωστούν τα έγγραφα που αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου.

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ζήτησε την αναβολή της δίκης και είπε: Η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίζεται ότι χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής και στην ουσία χαρακτηρίζει διαρκές το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, είναι αντίθετη στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου. Στην υπ’αριθ. 1/2011 ερμηνευτική εγκύκλιο που είχε εκδώσει ο κ. αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου όταν θεσπίστηκε το αυτόφωρο αναφέρει ότι «η συμβατότητα της ρύθμισης με τα άρθρα του συντάγματος θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Ζητώ από το δικαστήριό σας α) να κρίνει την ως άνω διάταξη αντισυνταγματική και αντίθετη σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου, β) να κρίνει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, γ) να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία κατ’ άρθρο 424 ΚΠΔ άλλως να αναβληθεί η υπόθεση εντός δεκαπενθημέρου.

Στο σημείο αυτό πήρε το λόγο η Εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η δίκη για την 01-10-2014 και ώρα 09:00`.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παραβρέθηκε και η Γραμματέας, εξέδωσε την παρακάτω απόφαση την οποία η Προεδρεύουσα δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση :

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και 6 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης κατοχύρωσε την προστασία της προσωπικής ελευθερίας υπό την ειδικότερη μορφή της προσωπικής ασφάλειας (βλ. σχ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α’ ατομικές ελευθερίες-πανεπιστημιακές παραδόσεις, δ` έκδοση, σελ. 173). Στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης συνταγματικά αυτής προστασίας του ατόμου από αυθαίρετες καταδιώξεις, συλλήψεις και φυλακίσεις από μέρους της κρατικής εξουσίας, προκειμένου να λάβει νομότυπα χώρα η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η σύλληψη να βρίσκει έρεισμα σε διάταξη νόμου και (β) να εκτελείται με βάση δικαστικό ένταλμα, δηλαδή ένταλμα, το οποίο έχει εκδοθεί από κρατικό όργανο που κατά το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαστική αρχή και περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 87-91 του Συντάγματος (βλ. σχ. Χρυσόγονο, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελ. 216). Το ένταλμα αυτό πρέπει να είναι αιτιολογημένο, να μνημονεύει δηλαδή με ακρίβεια τα στοιχεία του προσώπου που πρόκειται να συλληφθεί (όνομα, επώνυμο, κατοικία, περιγραφή) και να επιδίδεται στο τελευταίο κατά τη στιγμή της σύλληψής του (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180).

Επομένως, τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας στερούνται της δυνατότητας να προβούν με δική τους πρωτοβουλία στη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά κάμπτεται στην περίπτωση του αυτόφωρου εγκλήματος (βλ. Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2008, άρθρο 242, αριθ. 2, σελ. 466). Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Συντάγματος δεν περιέχει αυθεντικό ορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, αλλά αντίθετα επαφίεται για αυτόν στον κοινό νομοθέτη (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180). Ήδη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα έγκλημα ως αυτόφωρο πρέπει να συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) να καταληφθεί κατά το χρονικό σημείο της διάπραξής του ή (β) να έχει τελεστεί πρόσφατα, περίπτωση η οποία συντρέχει, ιδίως όταν ο δράστης καταδιώκεται μετά τη διάπραξη του εγκλήματος από τη δημόσια δύναμη ή τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε κατέχοντας αντικείμενα ή φέροντας ίχνη, από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Η πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις αφορά το γνήσιο αυτόφωρο έγκλημα, ενώ στη δεύτερη από αυτές πρόκειται για την οιονεί ή καταχρηστική μορφή του, στην οποία όμως τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΔ συγκεκριμένο χρονικό όριο, το οποίο συμπίπτει με την παρέλευση της επομένης ημέρας από την τέλεση της πράξης (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., Ποινική Δικονομία-Ειδικές Διαδικασίες, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικασία-Αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως, 1998, σελ. 47επ. και 65επ.). Επομένως, ενόψει της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας αλλά και του τεκμηρίου αθωότητας ο νομοθέτης υπήγαγε στην έννοια του αυτόφωρου εγκλήματος μόνον εκείνες τις αξιόποινες πράξεις, το χρονικό σημείο της κατάληψης του δράστη των οποίων τελεί σε στενή εγγύτητα προς το χρονικό σημείο της διάπραξής τους, καθώς η χρονική αυτή εγγύτητα έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα ταχείας συλλογής των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων. Η αποδεικτική αυτή ευχέρεια απόδοσης της τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων στο πρόσωπο του δράστη τους, η οποία αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, δικαιολογεί την άρση της απαγόρευσης της σύλληψης του τελευταίου χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού εντάλματος και την κάμψη του τεκμηρίου της αθωότητάς του χάριν της ταχείας αποκατάστασης της έννομης τάξης και της αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών και συνιστά περιορισμό των σχετικών δικαιωμάτων του ο οποίος δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή ρητά κατοχυρώνεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση όσα εκτίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι στο πλαίσιο της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας του ατόμου και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, ο νομοθέτης πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη φειδώ ως προς τον καθορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, ώστε σε αυτή να περιλαμβάνονται μόνον οι περιπτώσεις εκείνες των αξιόποινων πράξεων, οι οποίες λόγω της κατάληψης του δράστη τους κατά τη διάρκεια της διάπραξής τους ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά από αυτήν δύνανται με ευχέρεια να αποδοθούν στον τελευταίο. Αντίθετα, οποιαδήποτε νομοθετική απόπειρα διεύρυνσης της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, με σκοπό να καταστεί δυνατή η χωρίς τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας σύλληψη του φερόμενου ως δράστη του, συνιστά ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3, 6 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, προσβάλλει δε παράλληλα και το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

II. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η βασική αρχή του ποινικού δικαίου «κανένα έγκλημα καμία ποινή χωρίς νόμο (nullum crimen nulla poena sine lege), προκύπτει η δέσμευση της κρατικής εξουσίας και στις τρεις λειτουργίες της (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) να διατηρεί διαρκώς τυποποιημένο το ποινικό φαινόμενο σε ολόκληρη την έκταση του τριπτύχου που το συνθέτει (έννομο αγαθό, έγκλημα, ποινή) (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο-Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 33επ.). Ειδικότερα, από την παραπάνω συνταγματική διάταξη απορρέει η υποχρέωση της νομοθετικής λειτουργίας στο πλαίσιο της τυποποίησης του ποινικού φαινομένου να ορίζει τα στοιχεία της πράξης που τυποποιείται ως αξιόποινη. Η υποχρέωση αυτή έχει μεταξύ άλλων ένα θετικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση ακριβούς προσδιορισμού των στοιχείων της αξιόποινης πράξης (nullum crimen nulla poena sine lege certa), και αφετέρου ένα αρνητικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην απαγόρευση επέκτασης του αξιόποινου χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς πέραν των στοιχείων που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του τυποποιούμενου εγκλήματος. Δηλαδή ο νομοθέτης υποχρεούται αφενός να προσδιορίζει με σαφήνεια τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής της προσβολής του εννόμου αγαθού, την οποία τυποποιεί ως αξιόποινη, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με το ακριβές περιεχόμενό της (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 38 και επίσης Ανδρουλάκη, Nullum crimen sine lege certa, ΠοινΧρ ΚΓ`. 513επ.) και αφετέρου να περιορίσει τον αξιόποινο χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς στην έκταση, η οποία προκύπτει από την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος. Από την άλλη η δικαστική λειτουργία έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος τυποποιεί ως έγκλημα μία συμπεριφορά, εφόσον ο τελευταίος δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις (βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 42επ.).

III. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνάγεται ότι στο πλαίσιο της εξασφάλισης του δικαιώματος προς παροχή δικαστικής προστασίας και της διασφάλισης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, ο οποίος βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση, καθώς εναντίον του στρέφεται ο κατασταλτικός μηχανισμός της Πολιτείας διαθέτει μεταξύ των υπόλοιπων δικαιωμάτων του και το δικαίωμα της παροχής επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισής του, όπως επίσης και της παροχής από μέρους της κρατικής εξουσίας των αναγκαίων προς τούτο διευκολύνσεων (βλ. σχ. Χρυσόγονο, ό.π., σελ. 430επ.). Ωστόσο, με τις διατάξεις των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ θεσμοθετείται για τα πλημμελήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αυτόφωρα, μία ιδιαίτερα συνοπτική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας παραγκωνίζονται και προστατεύονται δευτερογενώς μόνο τα δικαιώματα του κατηγορουμένου προς όφελος της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., ό.π., σελ. 20επ., Αδάμπα σε Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2010, άρθρο 242, αριθ. 1, σελ. 837). Ωστόσο, ο περιορισμός που συνεπάγεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στο δικαίωμα του κατηγορουμένου προς παροχή δικαστικής προστασίας και για εξασφάλιση δίκαιης δίκης είναι ανεκτός κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατά το μέτρο που, σύμφωνα και προς όσα ήδη εκτίθενται ανωτέρω, υφίσταται αποδεικτική ευχέρεια ως προς την απόδοση της αξιόποινης πράξης σε ενοχή του κατηγορουμένου και εφόσον με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται και εξυπηρετείται η άμεση και ταχεία αποκατάσταση της τρωθείσας έννομης τάξης. Επομένως, η υπερβολική από μέρους του νομοθέτη διεύρυνση της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος και σε περιπτώσεις εγκλημάτων, για τα οποία δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα γρήγορης και αποτελεσματικής συλλογής του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού, με βάση την οποία διευρύνεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας και ουσιαστικά φαλκιδεύονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί έναν τέτοιου είδους περιορισμό, συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως επίσης και της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3904/2011 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 ως εξής: «Οποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: (α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, (β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α` υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, (γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, (δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό». Με την ανωτέρω διάταξη τυποποιείται ως έγκλημα η μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 1882/1990 για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: (α) ύπαρξη χρέους του φυσικού αυτουργού προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, (β) βεβαίωση του χρέους από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία ή τελωνείο και (γ) παρέλευση άπρακτου χρονικού διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, έστω και ενδεχόμενος (άρθρα 12, 18 εδ. β`, 26 παρ. 1 εδ. α` και 53 ΠΚ). Το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τη διάταξη αυτή είναι η περιουσία του Δημοσίου, υπό την ειδικότερη μορφή της αποφυγής της αύξησης του παθητικού της. Ειδικότερα, η προσβολή του προστατευόμενου εννόμου αγαθού επέρχεται με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, χωρίς να λάβει χώρα η καταβολή αυτού, οπότε και επέρχεται η αύξηση του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου κατά το ποσό της σχετικής οφειλής. Επομένως, το έγκλημα που τυποποιείται από την παραπάνω διάταξη διαμορφώνεται ως στιγμιαίο, δεδομένου ότι η χρονική στιγμή της τυπικής περάτωσής του σύμφωνα με την αντικειμενική του υπόσταση, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, δεν μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 300επ.), καθώς το αξιόποινο αποτέλεσμα της αύξησης του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου επέρχεται κατά τη στιγμή της παρέλευσης άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας προς καταβολή, το γεγονός δε ότι η σχετική οφειλή εξακολουθεί να υφίσταται και κατά το μεταγενέστερο του χρονικού αυτού σημείου διάστημα είναι ποινικά αδιάφορη, καθώς έχει ήδη ολοκληρωθεί η προσβολή του ως άνω προστατευόμενου έννομου αγαθού. Ωστόσο, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι: «Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής».

Με τη διάταξη αυτή το παραπάνω τυποποιούμενο έγκλημα χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το νομοθέτη ως διαρκές, ενώ από τη νομοτυπική μορφή του, όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα. Μάλιστα, η διάταξη αυτή περικλείει σχήμα οξύμωρο, δεδομένου ότι αφενός γίνεται δεκτός ως χρόνος τέλεσης του εγκλήματος το χρονικό σημείο της παρέλευσης των τεσσάρων (4) μηνών από την βεβαίωση του χρέους, προς το οποίο συνδέεται η κατά τη διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ έναρξη του χρόνου της παραγραφής του, ενώ αφετέρου ορίζεται κατά τρόπο αυθαίρετο και ανακόλουθο προς τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος ότι ο χρόνος τέλεσης αυτού εκτείνεται μέχρι την παρέλευση χρονικού διαστήματος ίσου προς το ένα τρίτο του χρόνου παραγραφής του, δηλαδή για χρονικό διάστημα είκοσι (20) μηνών. Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η εν λόγω διάταξη αντίκειται, σύμφωνα και προς όσα εκτίθενται ανωτέρω (υπό το στοιχείο II) στους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αφενός διότι προκαλεί σύγχυση ως προς τον ορισμό των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του υπό κρίση εγκλήματος, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ο χρόνος ολοκλήρωσης αυτού και αφετέρου διότι επεκτείνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη πέρα από τα στοιχεία της τυποποιούμενης ως έγκλημα πράξης του. Περαιτέρω, από την ιστορικοβουλητική και τη συστηματική ερμηνεία της παραπάνω διάταξης (θέσπιση αυτής μετά την υπογραφή την 03.05.2010 του «Μνημονίου Συνεννόησης» από τον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Κυβέρνησης και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών που μετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, και ενόψει των αυξημένων εισπρακτικών αναγκών που αντιμετωπίζει έκτοτε η ελληνική κυβέρνηση και η ένταξη αυτής στο νόμο 3943/2011, με τον οποίο ρυθμίζονται αποκλειστικά φορολογικής φύσης ζητήματα, όπως επίσης και θέματα που άπτονται των ασφαλιστικών ταμείων) προκύπτει ότι η θέσπιση αυτής δεν είχε ως αντικείμενό της τη συμπλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών ττρος το Δημόσιο, αλλά κατά κύριο λόγο αποσκοπούσε στην επέκταση της δυνατότητας σύλληψης των κατηγορούμενων για την παραπάνω πράξη προσώπων χωρίς σχετικό ένταλμα των αρμόδιων δικαστικών αρχών, όπως και στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων κατά την ειδική διαδικασία για τα αυτόφωρα πλημμελήματα. Με την πρωτοβουλία του δηλαδή αυτή ο νομοθέτης επέκτεινε την έννοια του αυτοφώρου για το συγκεκριμένο αδίκημα, χωρίς ωστόσο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού, καθώς από τη μία καταλύεται πλέον το στοιχείο της εγγύτητας μεταξύ του χρονικού σημείου της τέλεσης της πράξης και του χρόνου εκδίκασης αυτής και από την άλλη δεν υφίσταται το στοιχείο της ευχερούς και ταχείας συλλογής του σχετικού αποδεικτικού υλικού. Ενόψει των ανωτέρω δύναται με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης επιχειρεί να κάμψει την προστασία που παρέχεται στους πολίτες από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, προκειμένου να ενισχύσει την εισπρακτική ικανότητα του Δημοσίου, επισείοντας σε βάρος των οφειλετών του την απειλή της άμεσης σύλληψής τους και της υπαγωγής τους σε έκτακτου χαρακτήρα ποινική διαδικασία, στην οποία όπως προαναφέρθηκε πλήττονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ωστόσο, η εξυπηρέτηση των εισπρακτικών αναγκών του Δημοσίου σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος τον επιχειρούμενο περιορισμό στην προσωπική ασφάλεια και στην παροχή δικαστικής προστασίας, δύναται δε να εξυπηρετηθεί χωρίς την περιστολή των παραπάνω δικαιωμάτων με την λήψη των κατάλληλων διοικητικού χαρακτήρα μέτρων. Κατά συνέπεια ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σύμφωνα προς όσα αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω (υπό τα στοιχεία I και III).

Στην προκειμένη περίπτωση, στις 29-1-2014 κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, η με αριθμό πρωτοκόλλου …….. αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κατερίνης (άρθρο 41 ΚΠΔ) κατά του ………… διότι στην Κατερίνη στις 31/8/2012, 29/1/2013, 11512013, 1/1212013,29/6/2013 και την 31/12/2013, ως Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην Κατερίνη εταιρείας με την επωνυμία κατέβαλε χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: […] το συνολικό δε χρέος του από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24/1/2014) ανέρχεται 397.521,29 ευρώ. Ο υπαίτιος συνελήφθη στις 30-1-2014 και σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. δ-α του ν. 1882/1990, εισήχθη δε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, δικάζοντος κατά την αυτόφωρη διαδικασία, κατά τη συνεδρίαση της 31-1-2014 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση. Καθόσον, ωστόσο, οι επιμέρους πράξεις τελέστηκαν κατά τις ημερομηνίες που ανωτέρω αναφέρονται και όλες έχουν εκφύγει των πλαισίων του αυτοφώρου, το Δικαστήριο κρίνει, δεκτού γενομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού που πρότεινε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ότι η υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προκειμένου να δικασθεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Τούτο δε, λόγω της πρόδηλης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α του ν. 3943/2011), σύμφωνα με την οποία χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μη συντρεχουσών εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα να παραπεμφθεί η υπόθεση προκειμένου να εισαχθεί στο ακροατήριο και να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ως προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο …………….. , κάτοικο Κατερίνης Πιερίας.

Παραπέμπει στην τακτική διαδικασία.

Ορίζει ρητή δικάσιμο την 01-10-2014 και ώρα 09:00`, χωρίς κλήτευση του παρόντα κατηγορουμένου προς τον οποίο γνωστοποιήθηκε η παραπάνω δικάσιμος.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο.

Κατερίνη 03 – 02 – 2014

Η Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης                                                     Η Γραμματέας

 

0

Διαδικασία Υπερχρεωμένων Νοικοκυριών

Δημοσιεύθηκε στο Curia.gr

Σκεπτόμενος κανείς την εφαρμογή του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, και ιδίως μετά την τροποποίηση του νόμου Κατσέλη (με το νόμο 4161/2013), είναι λογικό να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα σε ένα λαβύρινθο με προϋποθέσεις, καταληκτικές προθεσμίες και ενέργειες που πρέπει να εφαρμόσει. Ποιες ενέργειες προηγούνται και με ποια σειρά, ποιες ημερομηνίες οφείλουν να  τηρηθούν και πως μπορεί να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, είναι στοιχεία που πρέπει ο οφειλέτης να γνωρίζει εκ των προτέρων, ώστε να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις.

ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ

Α) Πεδίο Εφαρμογής

Καταρχάς, αναγκαίο είναι να διαπιστωθεί εκ των προτέρων αν τυγχάνει εφαρμογή ο νόμος για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά στο πρόσωπό του.  Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου μόνο φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να λάβουν την προστασία του νόμου.

Φυσικά Πρόσωπα:

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω αποκλείονται αυτομάτως οι έχοντες εμπορική ιδιότητα. Εξαιρούνται όμως οι «μικροέμποροι” δηλαδή «εκείνοι των οποίων η άσκηση εμπορικών πράξεων συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο προς τη σωματική τους καταπόνηση και το κέρδος που αποκομίζουν από αυτές αποτελεί αμοιβή της προσωπικής τους εργασίας» (5074/2011 ΕιρΘεσ). Επίσης, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα δικαιούνται να αιτηθούν δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους βάσει των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές:

Τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα εν τέλει που υπάγονται στο νόμο πρέπει να έχουν από τις συνολικές οφειλές τους στις τράπεζες, τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος που έχει για παράδειγμα λάβει 3 τραπεζικά δάνεια και το ένα έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ενώ στα άλλα δύο εξοφλεί τις δόσεις του εμπρόθεσμα και ολοσχερώς, εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης του ή των ληξιπρόθεσμων, στη συνολική ρύθμιση των οφειλών, ακόμη και αυτών των οποίων δεν έληξε η προθεσμία εκπλήρωσης. Ληξιπρόθεσμη είναι η  οφειλή όταν έχει παρέλθει η προθεσμία πληρωμής έστω και μία δόσης.

Μόνιμη αδυναμία πληρωμής:

Επιπλέον, η αδυναμία πληρωμής της ή των ληξιπρόθεσμων οφειλών, πρέπει να είναι μόνιμη. Δηλαδή, όταν από τα μηνιαία έσοδα του οφειλέτη δεν μπορούν να εξοφληθούν επί μακράν οι μηνιαίες δόσεις των δανείων του, αφού αφαιρεθούν πρώτα τα αναγκαία έξοδα βιοπορισμού του, τότε ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Δεν υπάγεται δηλαδή στο νόμο κάποιος που βραχέως για οποιοδήποτε λόγο, είτε κάποιου τυχαίου γεγονότος, είτε αμέλειας πληρωμής κάποιας δόσης, περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, ενώ βάσιμα, μπορεί σύμφωνα με τα εισοδήματα του να εξοφλεί τακτικά τις δόσεις των δανείων του.

Έλλειψη δόλου του δανειολήπτη:

Δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από πλευράς του πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Για να έχουμε δόλο πρέπει οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο οφειλέτης απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, να εξειδικεύονται, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες εν προκειμένω) έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους (βλ. Ειρ.Αθ. 15/Φ1/2011 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιες ενέργειας θα μπορούσαν να είναι για παράδειγμα, η απόκρυψη της γνώσης του οφειλέτη, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα πρόκειται να χάσει την εργασία του, και παρά ταύτα αιτείται τη χορήγηση στεγαστικού ή άλλου καταναλωτικού δανείου, όπως για την αγορά μίας οικίας ή ενός αυτοκινήτου, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των δόσεων, για το λόγο ότι δεν θα  εργάζεται.

Σε περίπτωση που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με το πεδίο εφαρμογής, αφήνουμε το ερώτημα για το Δικηγόρο μας (βήμα Δ).

Β) Επιθυμητό Αποτέλεσμα

Αν πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, τότε πρέπει να θέσουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή ποιος θα είναι ο σκοπός που θέλουμε να επιτύχουμε με την ένταξη μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί αφενός και ξεκινήσει η διαδικασία με μόνη τη γνωστοποίηση προς τους πιστωτές μας ότι επιθυμούμε την εφαρμογή του νόμου στο πρόσωπο μας (πχ με την αίτηση για βεβαίωση οφειλών), τότε θα πρέπει να προσμένουμε και αντίδραση από το δανειστή μας, όπως γρήγορη διαδικασία για έκδοση διαταγής πληρωμής, κατάσχεσης κλπ, «μαύρισμα» και κλείδωμα οποιονδήποτε δυνατοτήτων υπήρξαν για παροχή και πιθανή χορήγηση  άλλων δανείων. Σημειωτέον, ότι η προστασία του δανειολήπτη πλέον ξεκινά με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο ειρηνοδικείο. Συνεπώς, οποιαδήποτε ενέργεια της τράπεζας, όπως έκδοση διαταγής πληρωμής ή κατάσχεση πριν την κατάθεση της αίτησης μας, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με άλλα δικαστικά μέτρα, αυτά της ανακοπής και αναστολής. Για το λόγο αυτό όλες οι κινήσεις θα πρέπει να είναι συντονισμένες και οργανωμένες για να μην υπάρξουν απρόοπτα. Το επιθυμητό αποτέλεσμα ένταξης στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά μπορεί μόνο να βγει, αν συγκεντρώσουμε όλες τις οφειλές μας, καθώς και όλα τα περιουσιακά μας στοιχεία, σε συνάρτηση και με τυχόν μηνιαίο εισόδημα. Άρα, σκοπός μπορεί να είναι η μείωση της δόσης του δανείου, κάτι για το οποίο η τράπεζα δεν έδειχνε πρόθυμη, ή η επί μακρόν προστασία της κύριας κατοικίας μας με δικαστική απόφαση για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, ή ακόμη και το κούρεμα των οφειλών μας. Όμως, οφείλουμε να γνωρίζουμε, ότι αν έχουμε κάποιο περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να εκποιηθεί για να εξοφληθεί κάποια οφειλή μας, πέραν της κύριας κατοικίας μας δεν τυγχάνει προστασίας. Άρα, είναι δυνατόν να πάμε για μαλλί και να βγούμε κουρεμένοι, για παράδειγμα χάνοντας ένα εξοχικό, ένα κατάστημα ή έναν εκμεταλλεύσιμο αγρό, προκειμένω να μειώσουμε μόνο τη δόση του δανείου μας. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα προς αποφυγή για αυτό και είναι σωστό πριν ξεκινήσουμε να προκαταβάλλουμε, όσο είναι αυτό δυνατόν το αποτέλεσμα, σε συνάρτηση με τις επιθυμίες μας.

Παράλληλα με τα ανωτέρω, πρέπει να έχουμε υπόψιν μας, και τους τυχόν εγγυητές που έχουν εγγυηθεί τα δάνεια μας, καθώς οι τράπεζες σε περίπτωση που υπαχθούμε στο νόμο περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών θα στραφούνε κατά αυτών και θα αξιώσουνε την ολοσχερή εξόφληση των δανείων μας. Άρα, αφενός θα πρέπει να γνωρίζουμε αν υφίστανται εγγυητές, και αφετέρου σε καταφατική περίπτωση αν είμαστε διατεθειμένοι να τους εκθέσουμε στον κίνδυνο των οφειλών μας.

Οτιδήποτε απορίες προκύψουν, τις γράφουμε σε ένα χαρτί για να τις συζητήσουμε με το Δικηγόρος μας (βήμα Δ).

Γ) Συγκέντρωση απαραίτητων εγγράφων

Γενικά τα έγγραφα που πρέπει να συγκεντρώσουμε είναι των εισοδημάτων, των οφειλών των περιουσιακών και προσωπικών στοιχείων, τόσο του αιτούντος όσο και του/της συζύγου του/της.

– Ξεκινάμε με ότι έχει να κάνει με τα δάνεια μας, ήτοι δανειακές μας συμβάσεις, μηνιαίοι λογαριασμοί, τυχόν εξώδικα για ληξιπρόθεσμες οφειλές ή καταγγελίες συμβάσεων. Προσοχή, όταν έχουμε λάβει καταγγελία, πολύ σύντομα ακολουθεί διαταγή πληρωμής ή και κατάσχεση, για αυτό ο χρόνος είναι περιορισμένος. (Τις βεβαιώσεις οφειλών τις αφήνουμε για το τέλος).

– Ακολουθούν συμβόλαια ακινήτων με τα στοιχεία από τυχόν βάρη των ακινήτων (υποθήκες, κατασχέσεις, προσημειώσεις..), καθώς και οι σχετικές δηλώσεις προς την εφορία (Ε9, ΕΤΑΚ) και κάθε λογής έγγραφα άλλης περιουσίας (κινητά, αυτοκίνητα, άυλες αξίες κλπ), όπως άδειες κυκλοφορίας, αξιόγραφα, κλπ. Δεν πρέπει να αφεθεί τίποτε εκτός, καθώς στο τέλος η αίτηση προς το Δικαστήριο θα πάσχει από ακυρότητα.

– Τα φορολογικά στοιχεία μας, όπως τα εκκαθαριστικά των τελευταίων 3-4 ετών και οι αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις (Ε1) και φυσικά αν υπάρχουν εκμισθώσεις ακινήτων οι αντίστοιχες δηλώσεις (Ε2). Αν δε το φυσικό πρόσωπο είναι ελεύθερος επαγγελματίας που εμπίπτει στο νόμο και τις δηλώσεις Ε3.

– Αν ο αιτών ή (και) ο/η σύζυγος του/της είναι άνεργος βεβαίωση -εις από τον ΟΑΕΔ για το συνολικό χρόνο ανεργίας τουλάχιστον για τα τελευταία τρία έτη.

– Αν υπάρχει εργασία, ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών τελευταίων τριών ετών, καθώς και μηνιαίες βεβαιώσεις αποδοχών τριών τελευταίων μηνών.

– Αν υπάρχει σύνταξη, βεβαιώσεις όπως ανωτέρω των συντάξεων, και τυχόν εφάπαξ.

– Οτιδήποτε άλλο συνεισφέρει στην αύξηση του εισοδήματος μας.

– Ιατρικά έγγραφα, γνωματεύσεις επιτροπών σε περίπτωση προβλήματος υγείας / αναπηρίας.

– Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης τελευταίου τριμήνου.

– Βεβαιώσεις σπουδών τέκνων μας.

– Αποδείξεις μηνιαίων εξόδων οικογενείας (ΔΕΚΟ, τηλεφωνία, θέρμανση, αγορές ρουχισμού/υποδημάτων, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καύσιμα/μεταφορές, φροντιστηρίων, ψυχαγωγίας κλπ), οι οποίες θα πρέπει να συλλέγονται και να οργανώνονται κατά μήνα, αρχής γενομένης τρεις μήνες πριν την κατάθεση της αίτησης προς το Δικαστήριο και έως την οριστική συζήτηση της αιτήσεως.

Δ) Ραντεβού με Δικηγόρο

Κλείνουμε ένα ραντεβού με το δικηγόρο μας, προκειμένω να συζητήσουμε την υπαγωγή μας στο νόμο των υπερχρεωμένων νοικοκυριών (βήμα Α). Κατά τη συνάντηση, του κοινοποιούμε τις προθέσεις μας (βήμα Β) και εμφανίζουμε όλα τα ανωτέρω παραστατικά/έγγραφα (βήμα Γ). Κατά τη συζήτηση πρέπει να είμαστε απόλυτα ειλικρινής σε ΟΛΑ, καθώς αν αποκρύψουμε οτιδήποτε ίσως να είναι μοιραίο για τη θετική έκβαση της αιτήσεως μας στο Δικαστήριο. Αφενός απαντάμε ειλικρινά στις ερωτήσεις, αφετέρου προσθέτουμε τυχόν στοιχεία που δεν έχουν αναφερθεί.

Ο Δικηγόρος εν τέλει θα μας ενημερώσει για τις δυνατότητες υπαγωγής μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τους κινδύνους που τυχόν προκύψουν, το ποσοστό επιτυχίας της αίτησης, κατ’ εκτίμηση και βάσει προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων, τα στάδια υπαγωγής κατ’ εφαρμογή του νόμου  και τα χρήματα που θα κληθούμε να καταβάλουμε (αμοιβή/έξοδα).

Ε) Η απόφαση

Τέλος, ΜΟΝΟ αν πάρουμε τελικά την απόφαση να ενταχθούμε στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, υπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, τότε και μόνο συζητούμε με το Δικηγόρο για την αίτηση χορήγησης Βεβαιώσεων οφειλών από τις τράπεζες. Συνήθως, γίνεται το λάθος είτε οι οφειλέτες, άρα και ορισμένοι δικηγόροι να ζητούν να χορηγηθούν οι βεβαιώσεις οφειλών, πριν γίνει συζήτηση και εκτίμηση της κατάστασης του οφειλέτη. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, που οφειλέτες, είτε δεν μπορούσαν εκ του νόμου να υπαχθούν στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, (λόγω της ιδιότητας τους πχ εμπορική ιδιότητα, οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή έχουν δημιουργηθεί μέσα στο τελευταίο έτος κλπ), είτε οι προθέσεις τους δεν συνέπιπταν με την κατάσταση τους και το εκτιμώμενο αποτέλεσμα, με συνέπεια να έχουν χορηγηθεί ήδη βεβαιώσεις οφειλών, και να μπουν στις μαύρες λίστες των τραπεζών κινδυνεύοντας άμεσα με καταγγελία των συμβάσεων τους, με διαταγές πληρωμής και κατασχέσεις. Βέβαια, αυτά μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, όμως η αίτηση για χορήγηση βεβαίωσης οφειλών από μόνη της επιταχύνει τα αντανακλαστικά των τραπεζών.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ

Αφού λάβουμε την απόφαση μας να προχωρήσουμε, τότε εξουσιοδοτούμε το Δικηγόρο μας για τις απαραίτητες ενέργειες, υπογράφουμε την υπεύθυνη δήλωση περί ειλικρίνειας και αποφασίζουμε για το ποιος (δικηγόρος ή οφειλέτης) θα καταθέσει τις αιτήσεις για τις βεβαιώσεις οφειλών προς τις τράπεζες. Η ενέργεια αυτή είναι τυπική, συνήθως όμως οι τράπεζες ταλαιπωρούν τους οφειλέτες κατά τη διαδικασία της αίτησης.

Παράλληλα με την εκάστοτε αίτηση βεβαίωσης οφειλών, αποφασίζουμε αν θα συμπεριλάβουμε αίτημα για χορήγηση αντιγράφων των δανείων μας. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που δεν έχουμε αντίγραφο του δανείου μας, το οποίο μας χρησιμεύει αφενός για τη σύνταξη της αίτησης, για την έρευνα τυχόν καταχρηστικών όρων, άλλα και για να ενημερωθούμε για τυχόν εγγυητές που αμελήσαμε. Επίσης, ζητούμε στις βεβαιώσεις να αναφέρεται απαραιτήτως (κάτι που αμελούν ορισμένες τράπεζες) το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης.

Οι βεβαιώσεις οφειλών χορηγούνται το αργότερο δέκα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης προς τις τράπεζες. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, ο δικηγόρος έχει ήδη οργανώσει το φάκελο του οφειλέτη, και προσχεδιάσει την αίτηση προς το Δικαστήριο. Με τη χορήγηση των βεβαιώσεων οφειλών, οριστικοποιούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της αίτησης και συμφωνείται ο τρόπος και ο χρόνος κατάθεσης της αίτησης προς το Δικαστήριο.  Η αίτηση μπορεί να κατατεθεί είτε από τον ίδιο τον οφειλέτη με τη σύμπραξη του Δικηγόρου είτε μόνο από το Δικηγόρο. Διαφορές υπάρχουν μόνο ως προς το οικονομικό.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Α) Κατάθεση αίτησης

Με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, ουσιαστικά ο οφειλέτης επέρχεται σε κατάσταση ασυλίας έναντι των τραπεζών. Ορίζεται ημερομηνία εντός δύο μηνών από την αίτηση, είτε επικύρωσης ενδεχόμενου προδικαστικού συμβιβασμού της τράπεζας με τον οφειλέτη, είτε συζήτησης προσωρινής διαταγής για τη λήψη προληπτικών μέτρων, καθώς και ημερομηνία δικασίμου της αίτησης. Μέχρι την ημερομηνία της επικύρωσης ή της προσωρινής διαταγής, δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του.

Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει σε μηνιαίες καταβολές προς τις τράπεζες, ποσού 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως, επιμερίζοντας αναλογικά και βάσει των οφειλών σε κάθε τράπεζα. Αυτό σημαίνει, ότι αν ο οφειλέτης έχει 3 τραπεζικά δάνεια της τάξης των μηνιαίων δόσεων 100€ στην πρώτη τράπεζα, 150€ στη δεύτερη και 250€ στην Τρίτη, τότε οφείλει από την κατάθεση της αίτησης να πληρώνει τις δόσεις του σε ποσοστό 10% αυτών, ήτοι 10€ στην πρώτη, 15€ στη δεύτερη και 25€ στην Τρίτη. Το άθροισμα δε των ποσών αυτών δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 40€.

Β) Επίδοση αίτησης

Αντίγραφο της κατατεθείσας αίτησης πρέπει να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή εντός 15 ημερών από την κατάθεση σε όλες τις τράπεζες, άλλα και τους εγγυητές.

Γ) Επικύρωση συμβιβασμού ή προσωρινή διαταγή

Κατά την ημερομηνία που ορίσθηκε  για επικύρωση του συμβιβασμού, ο Ειρηνοδίκης υπηρεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, επικυρώνει τυχόν συμφωνία μας με τις τράπεζες, άλλος χορηγεί ή απορρίπτει αιτηθείσα προσωρινή διαταγή. Αν υπάρχει συμβιβασμός με τις τράπεζες, τότε ανακαλείτε η αίτηση, άλλως τηρείται η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης με ή χωρίς προσωρινή διαταγή που θα χορηγηθεί. Η τυχόν χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή αφενός θα προστατέψει τον οφειλέτη από την εκτελεστική διαδικασία εις βάρος του, αφετέρου υπάρχει περίπτωση να υποχρεωθεί στην καταβολή ορισμένης δόσης έως την εκδίκαση της αίτησης. Δύναται όμως υπό ορισμένες περιπτώσεις να ορισθεί καταβολή μηδενικής δόσης έως την έκδοση οριστικής απόφασης από το Δικαστήριο.

Δ) Συζήτηση στο ακροατήριο

Πρόκειται για το τελικό στάδιο, κατά το οποίο συζητείται η αίτηση του οφειλέτη. Το Δικαστήριο μπορεί να κάνει καθ’ όλη δεκτή την αίτηση και να ορίσει ως απόφαση αυτά που προτάθηκαν εξ’ αρχής από τον οφειλέτη κατά την κατάθεση της αίτησης, μπορεί να δεχθεί μερικώς την αίτηση και να ορίσει το ίδιο τη διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής της οφειλής του οφειλέτη, ή μπορεί και να απορρίψει την αίτηση. Σε κάθε δε περίπτωση υπάρχει το δικαίωμα στην έφεση τόσο του οφειλέτη όσο και των τραπεζών.

Πιθανή συμφωνία και συμβιβασμός του οφειλέτη με τις δανείστριες τράπεζές του μπορεί να επικυρωθεί από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας έως τη συζήτηση στο ακροατήριο. Το σχέδιο συμβιβασμού αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η συμφωνία είναι ισχυρή και πραγματοποιήσιμη όταν την αποδέχονται πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων,

Ο οφειλέτης, οφείλει είτε κατά τον δικαστικό συμβιβασμό είτε κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών να τηρεί τις υποχρεώσεις. Σε περίπτωση που καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του από τη ρύθμιση.

1

Απαλλαγή από το φόρο πρώτης κατοικίας!

Σε εγκύκλιο του Γενικού Γραμματέα  Δημοσίων Εσόδων Χάρη Θεοχάρη διευκρινίζονται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση απαλλαγής από το φόρο λόγω απόκτησης α΄ κατοικίας αιτία κληρονομιάς, γονικής παροχής ή αγοράς.

Απαιτείται, μεταξύ άλλων, ο δικαιούχος να μην έχει στην κυριότητά του ακίνητο που πληροί τις στεγαστικές του ανάγκες σε δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα με πληθυσμό άνω των 3.000 κατοίκων, ενώ επισημαίνεται  μεταξύ άλλων,  ότι το πληθυσμιακό κριτήριο λαμβάνεται σύμφωνα με την τελευταία ισχύουσα απογραφή κατά το χρόνο φορολογίας.

Ειδικότερα, στην υπ’ αριθμ. ΠΟΛ. 1151/26.6.2013 εγκύκλιο του γενικού γραμματέα Δημοσίων Εσόδων με θέμα «παροχή οδηγιών για τη χορήγηση απαλλαγής α΄ κατοικίας με βάση την απογραφή του πληθυσμού του 2011» αναφέρονται τα εξής:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της φορολογίας κληρονομιών, γονικών παροχών (άρθρο 26 ενότ. Α και άρθρο 43 ενότ. Α του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών που κυρώθηκε με το ν. 2961/2001) και μεταβίβασης ακινήτων (άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1078/1980), για τη χορήγηση απαλλαγής από το φόρο λόγω απόκτησης α΄ κατοικίας αιτία κληρονομιάς, γονικής παροχής ή αγοράς, απαιτείται, μεταξύ άλλων, ο δικαιούχος να μην έχει στην κυριότητά του ακίνητο που πληροί τις στεγαστικές του ανάγκες σε δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα με πληθυσμό άνω των 3.000 κατοίκων. Το πληθυσμιακό κριτήριο λαμβάνεται σύμφωνα με την τελευταία ισχύουσα απογραφή κατά το χρόνο φορολογίας.

2. Με το ν. 2539/1997 σχετικά με το Πρόγραμμα «Καποδίστριας» (ΦΕΚ 244 τ. Α΄/4-12-1997) συγκροτήθηκαν ανά νομό οι νέοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης που προήλθαν μετά από κατάργηση λόγω συνένωσης δήμων ή κοινοτήτων.

Με τις με αριθ. 1131002/748/Β0013/ΠΟΛ.1325/16.12.1997 και 1021578/166/Α0013/ΠΟΛ.1039/4.3.2003 εγκυκλίους ΥπΟικ. διευκρινίστηκε ότι για τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων της απαλλαγής α΄ κατοικίας θα λαμβάνεται υπόψη ο πληθυσμός που είχε ο δήμος ή η κοινότητα πριν από την κατάργηση και τη συνένωσή τους, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα απογραφή, και όχι ο πληθυσμός που προκύπτει μετά τη συνένωση.

Με βάση δε την προϊσχύουσα απογραφή της 18ης Μαρτίου 2001, όπως αποτυπωνόταν στον Πίνακα του Πραγματικού Πληθυσμού κατά νομό, δήμο ή κοινότητα, δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα (ΦΕΚ 715 τ. Β΄/12-6-2002), λαμβανόταν υπόψη ο πληθυσμός του δημοτικού ή κοινοτικού διαμερίσματος, το οποίο αντιστοιχούσε στον προϊσχύοντα δήμο ή κοινότητα.

3. Με το ν. 3852/2010 (ΦΕΚ 87 τ. Α΄/7-6-2010) «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης» επήλθαν περαιτέρω μεταβολές στη διοικητική διαίρεση της χώρας, ενώ στο ΦΕΚ 630 τ. Β΄/20-3- 2013 δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα της Απογραφής Πληθυσμού – Κατοικιών 2011 που αφορούν στον De Facto Πληθυσμό («Πραγματικό Πληθυσμό») της Χώρας και αποτυπώνονται κατά περιφέρεια, περιφερειακή ενότητα, δήμο, δημοτική ενότητα και δημοτική ή τοπική κοινότητα.

Οι δημοτικές ή τοπικές κοινότητες αντιστοιχούν στα προϊσχύοντα δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα (της προηγούμενης απογραφής).

Συνεπώς, για τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων της απαλλαγής, με χρόνο φορολογίας την 20-3-2013 και μετά, λαμβάνεται υπόψη ο πληθυσμός της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας (και όχι ο πληθυσμός του ενιαίου δήμου) με βάση την ανωτέρω απογραφή.

Ο πληθυσμός του δήμου θα λαμβάνεται υπόψη μόνο στις περιπτώσεις των δήμων, οι οποίοι, με βάση τον πίνακα του πληθυσμού, στερούνται περαιτέρω διοικητικής υποδιαίρεσης (σε δημοτικές ενότητες και δημοτικές ή τοπικές κοινότητες).

Δείτε την Εγκύκλιο
0

Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών «τελευταίας ευκαιρίας»

Εκδόθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών η εγκύκλιος (ΠΟΛ 1140/14.6.2013) για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών «τελευταίας ευκαιρίας» της υποπαραγράφου Α1 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/2013 (ΦΕΚ 107  Α /09.05.2013).

Σύμφωνα με το Υπουργείο σκοπός των νέων διατάξεων είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών από τη φορολογική διοίκηση αλλά και η παροχή κινήτρων για την άμεση και συστηματική εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Η υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση δεν επιδρά στην υπερημερία του οφειλέτη και στην επιβάρυνση της οφειλής με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ούτε στην καταβολή ολόκληρης της οφειλής όταν αυτή προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη διενέργεια ορισμένων πράξεων.

Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε απαραίτητη λόγω της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας πολλών οφειλετών (φυσικών και μη φυσικών προσώπων) να ανταποκριθούν άμεσα στην εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους προς το Δημόσιο δίνοντας μία «τελευταία ευκαιρία» εξόφλησης των βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων έως την 31.12.2012 οφειλών σε πολλές μηνιαίες δόσεις.

Οι όροι και οι προϋποθέσεις της ρύθμισης επιτρέπουν στους συνεπείς οφειλέτες να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική δυνατότητά τους αλλά και τη δυνατότητα τήρησης του προγράμματος των δόσεων και ταυτόχρονα  τους αποτρέπουν να δημιουργήσουν στο μέλλον νέα ληξιπρόθεσμα χρέη ή να μην υποβάλλουν  φορολογικές δηλώσεις που από τον νόμο έχουν υποχρέωση. Το ελάχιστο ποσό δόσης (15 ευρώ) αλλά και το ισόποσο αυτής συμβάλλουν στον προγραμματισμό των ταμειακών εκροών του οφειλέτη.

Επιπλέον, στα πλαίσια αντιμετώπισης των πολιτών και των επιχειρήσεων ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, οι μικροοφειλέτες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μόνοι τους το ποσό της μηνιαίας δόσης που δύνανται να καταβάλουν, ενώ για τις μεγαλύτερες οφειλές, απαιτείται, ανάλογα με το ύψος αυτών, προσκόμιση επιχειρηματικού σχεδίου που να αποδεικνύει την οικονομική αδυναμία και τη βιωσιμότητα της ρύθμισης.  Επιπρόσθετα, για ακόμη μεγαλύτερες οφειλές απαιτείται και παροχή εγγυήσεων ή  εμπραγμάτων ασφαλειών για τη διασφάλιση αυτών, ως προϋπόθεση για την χορήγηση ρύθμισης.

Επίσης η ρύθμιση είναι αρκετά ευέλικτη ώστε ο οφειλέτης που αδυνατεί να ανταποκριθεί στο ύψος της μηνιαίας δόσης του νέου προγράμματος που επέλεξε, να μπορεί να επιλέξει την υπαγωγή του σε ρύθμιση με λιγότερες ή περισσότερες δόσεις με ανάλογη προσαρμογή των υπολειπόμενων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής.

Μια άλλη ευελιξία της ρύθμισης είναι η δυνατότητα του οφειλέτη που για οποιοδήποτε λόγο δεν υπήχθη στη ρύθμιση μέχρι την 30.07.2013 να υπαχθεί μεταγενέστερα με τους όρους και προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές διατάξεις και η κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΠΟΛ 1111 / 2013.

Τέλος, υπό προϋποθέσεις ο οφειλέτης δύναται να επιλέξει πρόγραμμα μηνιαίων δόσεων με ανώτατο όριο τις εκατό (100) δόσεις και με καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής την 31.12.2013.

Αναλυτικότερα η εγκύκλιος έχει ως εξής:

ΕΝΟΤΗΤΑ  Α

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

 Ι. Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση

1. Στη ρύθμιση, υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων έως και την 31.12.2012 οφειλών που δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο (αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών).

2. Στη ρύθμιση, με τους ίδιους όρους δύνανται να υπαχθούν, εφόσον αιτηθεί ο οφειλέτης και :

α) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές  που  τελούν σε διοικητική ή δικαστική αναστολή,

β) βεβαιωμένες έως και την 31.12.2012 οφειλές με ημερομηνία καταβολής από 01.01.2013,

γ) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, των οποίων οι όροι τηρούνται, εφόσον υφίστανται και άλλες ληξιπρόθεσμες έως και την ανωτέρω ημερομηνία μη ρυθμισμένες οφειλές οι οποίες υπάγονται υποχρεωτικά. Στην περίπτωση υπαγωγής στην νέα ρύθμιση επέρχεται απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών,

δ) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, των οποίων οι όροι τηρούνται, εφόσον επιλεγεί πρόγραμμα ρύθμισης με αριθμό δόσεων μικρότερο ή ίσο με το μεγαλύτερο αριθμό των εναπομενουσών δόσεων των υπαγόμενων  ρυθμίσεων (π.χ. εάν τηρούνται δύο ρυθμίσεις και στην πρώτη υπολείπονται 10 δόσεις και στην δεύτερη 15 δόσεις η υπαγωγή τους στη νέα ρύθμιση θα γίνει για 15 δόσεις ή λιγότερες κατ΄επιλογή του οφειλέτη), με την προϋπόθεση ότι ο ανώτατος αριθμός δόσεων δεν υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) και η αποπληρωμή δεν εκτείνεται πέραν της 30ης Ιουνίου 2017. Στην περίπτωση  υπαγωγής στη νέα ρύθμιση επέρχεται, με την καταβολή της πρώτης δόσης, απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων χρεών.

ε) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές πτωχών οφειλετών.

ΙΙ. Δικαιούχοι υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση

Η ρύθμιση χορηγείται άπαξ ανά οφειλέτη και για τις οφειλές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής. Στη ρύθμιση δύνανται να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής με τους ίδιους όρους:

α) ο πρωτοφειλέτης (φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος στην περίπτωση του νομικού προσώπου).

β) τα πρόσωπα που ευθύνονται μαζί με τον πρωτοφειλέτη κατά το μέρος  ευθύνης τους.

γ) οι κληρονόμοι αποβιωσάντων οφειλετών, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί συνυπευθυνότητας με τον οφειλέτη αλλά επιμεριστικής ευθύνης καταβολής σύμφωνα με το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας.

δ) οι οφειλέτες σύζυγοι για φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων που προέκυψε από την κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεδομένου ότι η ευθύνη καταβολής ανήκει στον κάθε σύζυγο χωριστά για το φόρο που αναλογεί στα εισοδήματά του.

ΙΙΙ.  Εξαίρεση από την υπαγωγή στη ρύθμιση

Στη ρύθμιση δεν δύναται να υπαχθούν :

α) οφειλέτες των οποίων οι οφειλές έχουν υπαχθεί σε νομοθετική ρύθμιση ληξιπροθέσμων χρεών ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής η οποία απωλέσθη με υπαιτιότητα του φορολογούμενου μετά την 26η Απριλίου 2013.

β)  οφειλέτες που έχουν καταδικαστεί για τα αδικήματα των άρθρων 17,18 και 19 του ν. 2523/97 ή έχει ασκηθεί κατ’ αυτών ποινική δίωξη  για φοροδιαφυγή για τα ως άνω αδικήματα. Αυτό θα δηλώνεται υπεύθυνα από τον οφειλέτη φυσικό πρόσωπο ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου και θα ελέγχεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει ή δειγματοληπτικά κατά την κρίση της.

 IV. Ειδικότερα  θέματα:

1. Στην περίπτωση οφειλών που έχουν βεβαιωθεί στα Τελωνεία

α) Ρυθμίζονται:

i. οφειλές που αφορούν συμπληρωματικές χρεώσεις εκ των υστέρων επί τελωνειακών παραστατικών.

ii. οφειλές που αφορούν πρόστιμα, πολ/λα τέλη και ποινές για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας

iii. το 30% του ποσού της καταλογιστικής πράξης, το οποίο είναι απαιτητό με την κατάθεση προσφυγής κατά αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 150 του Τελωνειακού Κώδικα.

β) Δεν Ρυθμίζονται:

i. οφειλές, η προηγούμενη καταβολή των οποίων είναι προϋπόθεση για την έκδοση άδειας παράδοσης του εμπορεύματος.

ii.το 50% οφειλής, το οποίο είναι απαιτητό κατά την άσκηση προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Τελωνειακού Κώδικα.

 Επισήμανση:

Διευκρινίζεται ότι, στις περιπτώσεις των καταλογιστικών πράξεων με υπόχρεα πρόσωπα πέραν του ενός, οι οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν από τους υπόχρεους –ο καθένας να ρυθμίσει, εφόσον το επιθυμεί, το σύνολο των οφειλών που αφορούν την προσωπική του υποχρέωση – υπό την αίρεση ότι η αλληλέγγυα υποχρέωση του δεν παύει μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής από τους λοιπούς οφειλέτες ή αυτούς τους ίδιους.

2. Οφειλές βεβαιωμένες υπέρ νομικών προσώπων και τρίτων υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα εγκύκλιο.

 ΕΝΟΤΗΤΑ Β

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ

Ι. Υποβολή αίτησης – Καταβολή δόσεων

1. Η αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.

Μεταβατικά και για όσο διάστημα υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ./ Τελωνείο / Υπηρεσία που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

Κατ΄εξαίρεση, όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον πρωτοφειλέτη, η υποβολή της διενεργείται μόνο στην αρμόδια Υπηρεσία.

Ειδικότερα :

α) η υποβολή της αίτησης για την εφάπαξ εξόφληση (με έκπτωση 50% των έως και τις 31.12.2012 προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής) και η καταβολή πραγματοποιούνται στην αρμόδια υπηρεσία από την 14η  Ιουνίου έως και την 1η Ιουλίου 2013 (κατ’ ΑΚ 242, αντί της 30ης Ιουνίου 2013, η οποία δεν είναι εργάσιμη).

β) η υποβολή των αιτήσεων για υπαγωγή σε πρόγραμμα δόσεων και η καταβολή αυτών  πραγματοποιείται στην αρμόδια υπηρεσία από 20.06.2013 έως και την 18.07.2013. Μετά την τελευταία ως άνω ημερομηνία η αίτηση υποβάλλεται μόνο ηλεκτρονικά και η καταβολή των δόσεων πραγματοποιείται υποχρεωτικά στους φορείς είσπραξης.

2. Καταβολή της πρώτης δόσης της ρύθμισης ή η εφάπαξ εξόφληση λαμβάνει χώρα  εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών της αίτησης.

Επισημάνσεις :

-Εφόσον ο αιτών δεν καταβάλει την πρώτη δόση εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, πρέπει να υποβάλει νέα αίτηση προκειμένου να ρυθμίσει τις οφειλές του.

– Με δεδομένη την καταληκτική ημερομηνία αποπληρωμής των 48 δόσεων (30.06.17), για την αξιοποίηση της δυνατότητας του μέγιστου αριθμού των 48 δόσεων, η υποβολή της αίτησης θα πρέπει να πραγματοποιηθεί  το αργότερο μέχρι την 31.07.2013.

ΙΙ. Πάγια εντολή πληρωμής.

1. Η καταβολή των δόσεων διενεργείται στους φορείς είσπραξης (συνεργαζόμενες Τράπεζες, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛ.ΤΑ.), με πάγια εντολή πληρωμής των επόμενων δόσεων, χωρίς να επιβάλλεται στον οφειλέτη οικονομική επιβάρυνση για την εντολή αυτή.

2. Η ανωτέρω πάγια εντολή αυτόματης χρέωσης είναι υποχρεωτική για όλους τους οφειλέτες δικαιούχους τραπεζικών λογαριασμών ή δικαιούχους λογαριασμών πληρωμών των Ελληνικών Ταχυδρομείων – ΕΛΤΑ Α.Ε.

Επισημάνσεις :

– Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία δύναται να προσδιορίζει το λογαριασμό με τον οποίο θα συνδέεται η πάγια εντολή αυτόματης χρέωσης, προκειμένου ο οφειλέτης να συστήνει εντολή στο συγκεκριμένο λογαριασμό.

– Η πάγια εντολή πιστοποιείται από το φορέα είσπραξης με ενημέρωση που θα αποστέλλει στην Γ.Γ.Π.Σ..

ΙΙΙ. Προϋποθέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση

1. Σε κάθε περίπτωση για την υπαγωγή στη ρύθμιση θα πρέπει να αποδεικνύεται τη δεδομένη χρονική στιγμή, η αδυναμία εξόφλησης της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης καθώς και η βιωσιμότητα του διακανονισμού.

2. Οι οφειλέτες πρέπει να έχουν υποβάλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τις εκκαθαριστικές δηλώσεις του φόρου προστιθέμενης αξίας της τελευταίας πενταετίας καθώς και τις περιοδικές δηλώσεις του φόρου προστιθέμενης αξίας που έπονται της τελευταίας εκκαθαριστικής.

Επισήμανση : Η ανωτέρω προϋπόθεση πληρούται εφόσον ο οφειλέτης έχει υποβάλει εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα αλλά υποχρεωτικά έως την ημερομηνία της αίτησης τις ανωτέρω δηλώσεις.

3. Οι αιτούντες πρέπει να είναι ενήμεροι για τις οφειλές τους με ημερομηνία καταβολής από την 01.01.2013 και μετά, ήτοι να έχουν καταβάλει ή τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο (αναστολή πληρωμής, ενήμεροι σε ρύθμιση/διευκόλυνση τμηματικής καταβολής) τις οφειλές αυτές.

Επισήμανση :

Οι ανωτέρω 2 και  3 προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται και στις περιπτώσεις της εφάπαξ εξόφλησης της οφειλής για να τύχουν οι οφειλέτες των ευεργετημάτων της ρύθμισης.

4. Με την υποβολή της αίτησης, ο οφειλέτης πρέπει:

α) να δηλώσει με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων (κινητή και ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής), όπως το μηνιαίο εισόδημά του, επενδύσεις/συμμετοχές κάθε μορφής, τους αριθμούς των τραπεζικών του λογαριασμών (IBAN), μεταφορικά μέσα, τα ακίνητα επί των οποίων έχει εμπράγματο δικαίωμα, απαιτήσεις από τρίτους, καθώς και πληροφορίες που θα περιλαμβάνουν οφειλές του σε ασφαλιστικά ταμεία ή άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα και άλλες πάγιες υποχρεώσεις προς τρίτους, εφόσον υφίστανται, το τρέχον και το αναμενόμενο (επιπλέον) εισόδημά του (πχ εκτίμηση για τυχόν έσοδα από μελλοντική εκμίσθωση ακινήτου, εμπορική συμφωνία κλπ).

Επισήμανση :

-Κατά την ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να συμπληρώνει τα σχετικά πεδία που εμφανίζονται στην οθόνη της αίτησης.

– Στις περιπτώσεις υποβολής της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία η δήλωση των ανωτέρω στοιχείων συνοδεύει την αίτηση.

β) για ποσό βασικής οφειλής άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000€), να προσκομίσει υποχρεωτικά και βεβαίωση, από τρίτο ανεξάρτητο εκτιμητή περί της ορθότητας των οικονομικών στοιχείων καθώς και των λοιπών δικαιολογητικών που αποδεικνύουν την αδυναμία εξόφλησης της οφειλής καθώς και τη βιωσιμότητα του διακανονισμού. H προαναφερθείσα βεβαίωση – μελέτη βιωσιμότητας πρέπει να περιλαμβάνει την καθαρή θέση, ανάλυση ρευστότητας και προσδοκώμενα έσοδα – αναμενόμενες δαπάνες του αιτούντα.   Από το αποτέλεσμα της ανωτέρω μελέτης πρέπει να προκύπτει τόσο η βιωσιμότητα του αιτούμενου προγράμματος ρύθμισης όσο και η οικονομική αδυναμία εξόφλησης ή ανταπόκρισης σε πρόγραμμα ρύθμισης με λιγότερες δόσεις.

γ) για ποσό βασικής οφειλής άνω των τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000€), πέραν των ανωτέρω υπό (α) και (β) στοιχείων, απαιτείται να παρέχει εγγυήσεις ή εμπράγματες ασφάλειες για τη διασφάλιση της οφειλής οι οποίες μπορούν να συνίστανται (διαζευκτικά ή σωρευτικά) σε προσκόμιση εγγυητικής επιστολής τράπεζας για όλο το διάστημα της ρύθμισης για το σύνολο της ρυθμιζόμενης οφειλής πλέον των επιβαρύνσεων, πλήρη διασφάλιση της οφειλής με εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου ελευθέρου βαρών αντικειμενικής αξίας τουλάχιστον ίσης με το ύψος της συνολικής οφειλής ή επί βεβαρημένου ακινήτου αντικειμενικής αξίας, αφαιρουμένων των ποσών για τα οποία έχουν εγγραφεί βάρη,  τουλάχιστον ίσης με τη συνολική οφειλή, εγγύηση τρίτου αξιόχρεου προσώπου και οποιοδήποτε άλλο τρόπο εγγύησης αποδεκτό από τις φορολογικές και τελωνειακές αρχές .

Επισήμανση :

–  Η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση της περίπτωσης (α) κατατίθεται ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης ενώ τα  στοιχεία (β) & (γ) αποστέλλονται με συστημένη επιστολή ή προσκομίζονται στην αρμόδια υπηρεσία εντός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

–  Η αρμόδια υπηρεσία δύναται οποτεδήποτε να ζητά επιπλέον στοιχεία ή πληροφορίες οι οποίες πρέπει να αποστέλλονται – προσκομίζονται, άλλως θα επέρχεται απώλεια της ρύθμισης.

–  Για ποσά βασικής οφειλής συνολικού ύψους κάτω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, η αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία οφείλει να πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους, ζητώντας από τους οφειλέτες να αποστείλουν τα ανωτέρω δηλωθέντα στοιχεία και δικαιολογητικά, εντός μηνός από την έγγραφη ειδοποίησή τους.

–  Η αρμόδια υπηρεσία διατηρεί το δικαίωμα να περιορίσει τις δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης εάν μετά τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου προκύψει δυνατότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες.

–  Η εγγυητική επιστολή η οποία κατατίθεται κατά περίπτωση ως προϋπόθεση για τη χορήγηση ρύθμισης, πρέπει να εκδίδεται από αναγνωρισμένο στην Ελλάδα πιστωτικό ίδρυμα και να διασφαλίζει την καταβολή του συνόλου της οφειλής για την οποία χορηγήθηκε μαζί με τις προσαυξήσεις της, στην περίπτωση που αυτή δεν καταβληθεί από τον υπόχρεο μέσα στην ορισθείσα προθεσμία. Η ανωτέρω εγγυητική επιστολή πρέπει να είναι διάρκειας τριών μηνών πλέον της καταληκτικής ημερομηνίας καταβολής της τελευταίας δόσης της χορηγηθείσας ρύθμισης και καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου για την εξόφληση του συνόλου του οφειλόμενου ποσού της ρύθμισης, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο αυτή απολεσθεί. Η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται στον καταθέτη με την πληρωμή της τελευταίας δόσης της ρύθμισης. Για την κατάθεση ή και την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής και αυτή φυλάσσεται στο χρηματοκιβώτιο της υπηρεσίας ή σε άλλο ασφαλές μέρος.

-Επισυνάπτονται υποδείγματα υπεύθυνων δηλώσεων οι οποίες θα πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση.

V. Ανεξάρτητοι Εκτιμητές

  1. Ως ανεξάρτητοι εκτιμητές ορίζονται οι ορκωτοί ελεγκτές – λογιστές, οι λογιστές φοροτεχνικοί και οι κατέχοντες άδεια ασκήσεως δικηγορικού λειτουργήματος. Η σχετική βεβαίωση  από τους ως άνω εκτιμητές επαληθεύει την βιωσιμότητα του διακανονισμού, πιστοποιεί όλες τις υποχρεώσεις του οφειλέτη προς το κράτος και προς τρίτους, την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για την χορήγηση ρύθμισης τμηματικής καταβολής, καθώς και τα αποτελέσματα επί της αναμενόμενης ρευστότητας από την ενδεχόμενη υπαγωγή του οφειλέτη σε άλλους διακανονισμούς με το Δημόσιο ή με τρίτους φορείς.

Επισήμανση:

Στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, πιστοποιείται και η περιουσιακή κατάσταση των προσώπων που ευθύνονται για χρέη του νομικού προσώπου μαζί με αυτό.

2.Η ίδια βεβαίωση πιστοποιεί την παροχή επαρκών εγγυήσεων και το είδος αυτών για τη διασφάλιση της οφειλής. Σε περίπτωση προσφερόμενου για υποθήκη ακινήτου δύναται να υπάρχει εκτίμηση της τρέχουσας αξίας του από κατέχοντα άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του μηχανικού.

3.Σε περίπτωση προσκόμισης της ανωτέρω βεβαίωσης – μελέτης βιωσιμότητας από ορκωτούς ελεγκτές – λογιστές δεν απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων εκτός εάν κριθεί απαραίτητο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ./Τελωνείο/Υπηρεσία. Κατά τα λοιπά αξιολογούνται ελευθέρως τα προσκομισθέντα στοιχεία. Η δαπάνη για την αμοιβή των ανωτέρω εκτιμητών βαρύνει αποκλειστικά τον οφειλέτη.

VI. Αρμόδια Δ.Ο.Υ.

1. Ως αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία για τη  χορήγηση  της ρύθμισης, την εξέταση των δικαιολογητικών, την παρακολούθηση, την τήρηση των όρων της, την απώλεια αυτής και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία, ορίζεται η Δ.Ο.Υ / Τελωνείο / Υπηρεσία που είναι αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής.

2. Στην περίπτωση συναρμοδιότητας της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, αρμόδια ορίζεται η  Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης για συνολικές βασικές οφειλές ανά οφειλέτη άνω του 1.500.000,00 ευρώ (Δ6 Α 10533 ΕΞ 2013 απόφαση ΦΕΚ 705 Β),  ανεξάρτητα του ύψους της ρυθμιζόμενης οφειλής.

ΕΝΟΤΗΤΑ Γ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ 

Ι. Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη

1. Διακανονισμός πληρωμής

α) Δυνατότητα καταβολής των οφειλών που ρυθμίζονται εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις,  έως σαράντα οκτώ (48) με καταληκτική ημερομηνία πληρωμής την 30.06.2017, αλλά και πέραν των 48 και έως 100 δόσεις υπό προϋποθέσεις.

β) Απαλλαγή από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά ποσοστό ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης. Συγκεκριμένα, οι ρυθμιζόμενες οφειλές καταβάλλονται :

i) εφάπαξ, με απαλλαγή ποσοστού 50% των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική ημερομηνία καταβολής την 1η Ιουλίου 2013,

ii) με απαλλαγή ποσοστού  σαράντα τοις εκατό (40%)  των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2014,

iii) με απαλλαγή ποσοστού τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2015,

iv) με απαλλαγή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2016,

v) με απαλλαγή ποσοστού  είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2017.

 

γ) Το συνολικό ποσό κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των δέκα πέντε (15) ευρώ.

δ) Η υπαγωγή στη ρύθμιση μπορεί να γίνει οποτεδήποτε με ανάλογη ως ανωτέρω απαλλαγή των προσαυξήσεων και καταληκτική ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30.06.2017.

Παράδειγμα :

Ληξιπρόθεσμες την 31.12.2012 οφειλές μπορούν να υπαχθούν σε πρόγραμμα ρύθμισης δόσεων με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης π.χ. την 30.06.2015, με έκπτωση 35% στις έως και την 31.12.2012 προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Εφόσον ο οφειλέτης αιτείται υπαγωγή στη ρύθμιση την 08.07.2013, η καταληκτική ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης θα είναι η 11.07.2013, η δεύτερη δόση είναι καταβλητέα έως και τις 30.08.2013 και οι υπόλοιπες είκοσι δύο (22)  την τελευταία εργάσιμη ημέρα των αντίστοιχων μηνών έως και τις 30.06.2015. Στο ίδιο πρόγραμμα ρύθμισης με τις ίδιες απαλλαγές (αλλά με τον υπολειπόμενο αριθμό δόσεων) μπορεί να υπαχθεί ο οφειλέτης και μέχρι τις 30.06.2015 με αίτηση και καταβολή την ίδια ημερομηνία (30.06.15).

ε) Ως προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, για την εφαρμογή των απαλλαγών των περιπτώσεων (i) έως (v), λογίζονται σε κάθε περίπτωση, οι αναλογούσες προσαυξήσεις της υπό ρύθμιση βασικής οφειλής, όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την 01 Ιανουαρίου 2013.  Ως ποσοστό με το οποίο υπολογίζονται οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής με τις οποίες επιβαρύνεται η βασική ληξιπρόθεσμη υπαχθείσα στη ρύθμιση οφειλή από 01.01.2013 αντί των κατά ΚΕΔΕ προσαυξήσεων, ορίζεται το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής πλέον οκτώ τοις εκατό (8%), ετησίως υπολογισμένο. Το ανωτέρω ποσοστό προσαυξήσεων παραμένει σταθερό καθ΄ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιθυμεί να συμπεριλάβει μη ληξιπρόθεσμες οφειλές, αυτές επιβαρύνονται με το ανωτέρω ποσοστό προσαυξήσεων υπολογιζόμενο από την ημερομηνία της αίτησης και μετά (π.χ. το σχετικό ποσοστό ανέρχεται σήμερα σε 8,5% (0,5% ΕΚΤ + 8%).

2. Χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας

Στον οφειλέτη που είναι συνεπής στη ρύθμιση δύναται να χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των οφειλών του προς το Δημόσιο  μηνιαίας διάρκειας, εφόσον είναι ενήμερος και σε τυχόν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 26 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει σήμερα. Τα ποσά που εισπράττονται από παρακράτηση λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης.

Επισήμανση:

Στην περίπτωση που χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας με παρακράτηση του συνόλου της οφειλής, το οποίο και θα εξοφλήσει το σύνολο της υπαχθείσας σε ρύθμιση οφειλής, ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των δόσεων που τελικά διαμορφώνεται.

  1. 1.      Αναβολή εκτέλεσης ποινής 

Αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει σήμερα ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται.

  1. 2.      Αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης

α) Αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης  κινητών  ή ακινήτων (έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού), εφόσον η εκτέλεση αφορά  μόνο  ρυθμισμένα χρέη.

β) Δεν αναστέλλονται οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ούτε  στις περιπτώσεις που έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες κατάσχεσης, τα  ποσά όμως που θα αποδίδονται από αυτές, θα πιστώνονται σε δόση ή δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες ληξιπρόθεσμες μη ρυθμισμένες  οφειλές.

Σημειώνεται ότι, αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα  μέτρα  που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

γ) Αναστέλλεται η εκτέλεση του μέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν.2120/1993, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν.2523/97.

II. Δικαιώματα του Δημοσίου

  1.  1.  Και μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα :

α) να επιβάλλει κατασχέσεις και να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

β) να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εφόσον δεν διασφαλίζονται τα συμφέροντά του, ή να ορίζει ποσοστό παρακράτησης, κατά την κρίση του  Προϊσταμένου της αρμόδιας Υπηρεσίας, μέρους ή του συνόλου του εισπραττόμενου ποσού, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 26 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει.

2. Η ρύθμιση οφειλών στην οποία υπάγεται οφειλέτης λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν επηρεάζει το συμψηφισμό απαίτησης του οφειλέτη κατά του Δημοσίου (άρθρο 83 του ν.δ. 356/74, όπως ισχύει), το δε ποσό της απαίτησης αυτής συμψηφίζεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Υπηρεσίας στο σύνολό του και μέχρι το μέρος που καλύπτει την οφειλή.

Επισήμανση:

Εάν προκύψει συμψηφισμός κατά το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύει, στην περίπτωση που η ημερομηνία συνάντησης των ανταπαιτήσεων είναι προγενέστερη της ημερομηνίας υπαγωγής στη ρύθμιση, η οφειλή συμψηφίζεται και εκ των υστέρων υπάγεται σε ρύθμιση το εναπομένον ποσό αυτής. Στην περίπτωση που η ημερομηνία συνάντησης των ανταπαιτήσεων είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας υπαγωγής στη ρύθμιση, διενεργείται πίστωση στις μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης.

ΙΙΙ. Ισχύς ρύθμισης

1. Η ρύθμιση καθίσταται καταρχήν ενεργή και ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων αυτής από την εμπρόθεσμη καταβολή της πρώτης δόσης και μέχρι τον έλεγχο των δηλούμενων ή και προσκομιζόμενων στοιχείων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία. Εάν, εντός έξι (6) μηνών από την καταβολή της πρώτης δόσης δεν προκύψει απώλεια αυτής, η χορηγηθείσα ρύθμιση θεωρείται οριστική.

2. Ωστόσο η ρύθμιση απόλλυται σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και μετά την πάροδο του εξαμήνου, εφόσον δεν προσκομισθούν εγκαίρως τα απαραίτητα δικαιολογητικά ή τα αιτηθέντα συμπληρωματικά στοιχεία, καθώς και όταν διαπιστωθεί η προσκόμιση ή δήλωση ελλιπών ή ανακριβών στοιχείων.

3. Η αρμόδια υπηρεσία διατηρεί το δικαίωμα, εάν μετά τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου προκύψει δυνατότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες, να περιορίσει τις δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης.

4. Εφόσον ο οφειλέτης απολέσει τη ρύθμιση της τελευταίας ευκαιρίας, μπορεί να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στην πάγια ρύθμιση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις.

  1. IV.             Απώλεια της ρύθμισης

1. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία  βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, τηρουμένων και των διατάξεων περί δημοσιοποίησης ληξιπροθέσμων οφειλών του άρθρου 9 του ν. 3943/2011 (Α’ 66) εάν ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης πέραν της μίας φοράς,

β) δεν καταβάλει την τυχόν μία εκπρόθεσμη δόση της ρύθμισης με την αναλογούσα προσαύξηση αυτής (15%) μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης,

γ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος,  του φόρου προστιθέμενης αξίας και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης καταβολής των οφειλών  του και μέχρι την εξόφλησή τους,

δ) δεν είναι ενήμερος στις οφειλές του (ατομικές και οφειλές από συνυποχρέωση, συνυπευθυνότητα) από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και μετά,  (ανεξάρτητα από τη Δ.Ο.Υ. στην οποία έχουν βεβαιωθεί),

ε) έχει υποβάλει ανακριβή ή ανεπαρκή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση,

στ) δεν έχει υποβάλει τα απαραίτητα στοιχεία – πληροφορίες.

2. Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων της υποπαραγράφου Α1 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/2013  και της απόφασης ΠΟΛ 1111/2013, η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης και καταπίπτουν οι προσφερθείσες εγγυήσεις.

  1. Αναστολή παραγραφής

Η παραγραφή χρεών που ρυθμίζονται με τις διατάξεις αυτές και για τα οποία  υποβάλλεται σχετική αίτηση υπαγωγής τους στη ρύθμιση, αναστέλλεται από την  ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που  αφορά η ρύθμιση, ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν  συμπληρώνεται πριν παρέλθει (1) ένα έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης  αυτής.

ΕΝΟΤΗΤΑ Δ

ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

I . Εκπρόθεσμη καταβολή δόσης

Στην περίπτωση καθυστέρησης μιας δόσης, αυτή πρέπει να καταβληθεί  με επιβάρυνση 15% εντός της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης. Στην περίπτωση που η δόση της οποίας η καταβολή καθυστερεί για πρώτη φορά είναι η τελευταία, αυτή πρέπει να καταβληθεί προσαυξημένη κατά 15% μέχρι την τελευταία εργάσιμη του επόμενου από την ημερομηνία καταβολής αυτής μήνα .

ΙΙ.  Δυνατότητα αλλαγής προγράμματος ρύθμισης.

1. Εφόσον ο οφειλέτης επιθυμεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών, ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής κατόπιν χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας με παρακράτηση ή μέσω συμψηφισμού (Κ.Ε.Δ.Ε.), ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται, σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης.

2. Ο οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/2013 δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης της ίδιας περίπτωσης με διαφορετικό αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ακόλουθες κατά περίπτωση προϋποθέσεις:

α) Εάν επιλέξει πρόγραμμα περισσότερων δόσεων δικαιούται απαλλαγή από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για το υπόλοιπο ποσό το οποίο εντάσσεται στη ρύθμιση της νέας επιλογής του και με καταληκτική ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30.06.2017.

β). Εάν επιλέξει πρόγραμμα λιγότερων δόσεων θα τύχει μεγαλύτερου ποσοστού απαλλαγής προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής για το ποσό που εντάσσεται στη νέα ρύθμιση.

γ). Εάν επιλέξει την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής του, απαλλάσσεται κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στις περιπτώσεις ι-v της υποπαραγράφου Α1 της παρ.Α του άρθρου πρώτου ν.4152/13.

ΙΙΙ. Υπαγωγή σε πρόγραμμα αριθμού δόσεων άνω των σαράντα οκτώ (48).

1. Προϋποθέσεις

α) Κατ΄εξαίρεση, οι οφειλέτες φυσικά πρόσωπα μη επιτηδευματίες μπορούν να ζητήσουν την εξόφληση της οφειλής τους σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις και πέρα από τα οριζόμενα σε πρόγραμμα ρύθμισης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/13, όταν αποδεικνύουν αδυναμία συμμόρφωσης στα ανωτέρω προγράμματα, αλλά δυνατότητα τήρησης ρύθμισης σε παραπάνω δόσεις και βιωσιμότητας αυτής.

β) Στην περίπτωση αυτή υπάγονται μόνο οφειλές που δεν προέρχονται από επαγγελματική δραστηριότητα ή προέρχονται από επαγγελματική δραστηριότητα η οποία  έχει διακοπεί.

γ) Η καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση της παρούσας ενότητας είναι η 31.12.2013.

2. Προσδιορισμός αριθμού δόσεων

α) Ο μέγιστος αριθμός δόσεων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των εκατό (100),

β) το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης ορίζεται ως ποσοστό επί του συνολικού μηνιαίου καθαρού εισοδήματος ως ακολούθως :

i. 5% για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα μέχρι πεντακόσια (500) ευρώ και πάντως όχι κάτω των δέκα πέντε (15) ευρώ,

ii. 6%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ και μέχρι χίλια (1.000) ευρώ,

iii. 7%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ,

iv. 10%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και μέχρι δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ,

v. 20%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ και μέχρι τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ

vi. και 30%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

3. Διαδικασία

Για ποσά βασικής οφειλής της εν λόγω περίπτωσης άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ απαιτείται η έγκριση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ./Τελωνείου/Υπηρεσίας, με την προσκόμιση  στοιχείων που αποδεικνύουν ότι οι οφειλέτες δεν δύνανται να αποπληρώσουν την οφειλή τους σε πρόγραμμα μηνιαίων δόσεων έως σαράντα οκτώ (48) αλλά μπορούν να ανταποκριθούν σε συγκεκριμένο πρόγραμμα με μεγαλύτερο αριθμό δόσεων.

  1. 4.                   Λοιποί όροι

α) Στην περίπτωση ρύθμισης χρέους σε περισσότερες από 48 δόσεις ο οφειλέτης δεν έχει καμία έκπτωση στις προσαυξήσεις.

β)  Στην περίπτωση ρύθμισης χρέους άνω των 5.000€ σε περισσότερες από 48 δόσεις, η αίτηση υποβάλλεται αποκλειστικά στην αρμόδια υπηρεσία, με συνημμένα τα απαραίτητα κατά περίπτωση δικαιολογητικά.

IV.  Έναρξη εφαρμογής της ρύθμισης

Η παρούσα απόφαση ισχύει για την περίπτωση της εφάπαξ εξόφλησης από 14.06.2013 και για τις λοιπές περιπτώσεις από 20.06.2013. Έως την 18.07.2013 η αίτηση υποβάλλεται και οι καταβολές διενεργούνται στην αρμόδια υπηρεσία.

ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΣΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ ΓΙΑ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΩΣ 31.12.2012
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ (1)
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1 ΟΛΕΣ ΟΙ ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΩΣ 31.12.2012 ΝΑΙ
2 ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΩΣ 31.12.2012 ΣΕ ΔΙΟΙΚ. Ή ΔΙΚΑΣΤ. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΝΑΙ
3 ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΕΩΣ 31.12.2012, ΜΕ ΛΗΞ/ΣΜΕΣ Ή ΜΗ ΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟ 01.01.2013 ΝΑΙ
4 ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΩΣ 31.12.2012 ΣΕ ΕΝΕΡΓΗ ΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΝΑΙ Σχόλιο (3) & (4)
5 ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟ 01.01.2013 ΣΕ ΕΝΕΡΓΗ ΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΝΑΙ Σχόλιο (3) & (4)

 

ΣΧΟΛΙΑ – ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ.

 

(1)     ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ: (i) ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΧΟΥΝ ΥΠΑΧΘΕΙ ΣΕ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΧΡΕΩΝ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΩΛΕΣΘΗ ΜΕ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 26η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013.

(ii) ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΕΙ Ή ΕΧΕΙ ΑΣΚΗΘΕΙ ΚΑΤ’ΑΥΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΓΙΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ.

(2)     ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΤΑ ΝΟΜΙΜΟ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ Ή ΑΛΛΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ. ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΑΠΟ 01.01.2013 ΜΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΙΑ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΟΣΗ ΕΩΣ 31.12.2012.

(3)      (i) ΕΦΟΣΟΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΩΣ ΤΗΝ 31.12.2012 ΜΗ ΡΥΘΜΙΣΜΕΝΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ. ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ Ή ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΧΡΕΩΝ.

(ii) ΕΑΝ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΩΣ ΤΗΝ 31.12.2012 ΑΛΛΑ ΕΠΙΛΕΓΕΤΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΜΕ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ Ή ΙΣΟ ΑΡΙΘΜΟ ΔΟΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΕΝΑΠΟΜΕΝΟΥΣΩΝ ΔΟΣΕΩΝ ΤΩΝ ΥΠΑΓΟΜΕΝΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΙΣ 48 ΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΕΩΣ ΤΗΝ 30η ΙΟΥΝΙΟΥ 2017. ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ Ή ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΧΡΕΩΝ.

(4)     ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ Ή ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ, ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΥΠΑΧΘΟΥΝ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ, ΑΥΤΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΤΗΣ ΗΔΗ ΧΟΡΗΓΗΘΕΙΣΑΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ Ή ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ.

 

ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ.

 

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΩΣ ΑΝΩ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α1 ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΥ Ν. 4152/2013 ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΠΟΛ.1111/21.05.2013.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΕΩΣ 48 ΔΟΣΕΙΣ*
Ποσό ρυθμιζόμενης βασικής οφειλής** Απαιτούμενα Στοιχεία –πληροφορίες που πρέπει να προσκομίζονται Βεβαίωση εκτιμητή Διασφάλιση οφειλής Αποστολή δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία Αίτηση Προσωρινή Χορήγηση Οριστική χορήγηση
Έως 75.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Όχι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Όχι (εκτός εάν ζητηθεί) Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή της πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με την πάροδο εξαμήνου***
Άνω των 75.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Ναι Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με τον έλεγχο των δικαιολογητικών, άλλως με  την πάροδο εξαμήνου***
Άνω των 300.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Ναι Ναι Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με τον έλεγχο των δικαιολογητικών, άλλως με  την πάροδο εξαμήνου***

* -Για όλες τις βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές μέχρι 31.12.2012 -καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής και καταβολής τελευταίας δόσης η 30.06.2017

** Για συνολικές βεβαιωμένες οφειλές ανά οφειλέτη άνω των 1.500.000€, αρμόδια είναι η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης, ανεξαρτήτως ρυθμιζόμενης οφειλής.
***Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε απώλεια της ρύθμισης και μετά την πάροδο εξαμήνου, αν διαπιστωθεί μη έγκαιρη προσκόμιση ή δήλωση στοιχείων ή προσκόμιση ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 48 ΚΑΙ ΕΩΣ 100 ΔΟΣΕΙΣ*
Ποσό ρυθμιζόμενης βασικής οφειλής** Απαιτούμενα Στοιχεία -πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται Βεβαίωση εκτιμητή Διασφάλιση οφειλής Αποστολή δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία Αίτηση Προσωρινή Χορήγηση Οριστική χορήγηση
Έως 5.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. 2.    Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. 3.     Περιουσιακά στοιχεία
Όχι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Όχι (εκτός εάν ζητηθεί ) Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή της πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με την πάροδο εξαμήνου***
Άνω των 5.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Όχι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Ναι Στην αρμόδια υπηρεσία Όχι Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την έγκριση χορήγησης από την αρμόδια υπηρεσία
Άνω των 75.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Ναι Στην αρμόδια υπηρεσία Όχι Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την έγκριση χορήγησης από την αρμόδια υπηρεσία
Άνω των 300.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Ναι Ναι Στην αρμόδια υπηρεσία Όχι Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την έγκριση χορήγησης από την αρμόδια υπηρεσία

 

* Για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα – μη επιτηδευματίες με βεβαιωμένες οφειλές μέχρι 31-12-2012 που δεν προέρχονται από επιχειρηματική δραστηριότητα ή προέρχονται από επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία έχει διακοπεί

– υπαγωγή έως την 31.12.2013

** Για συνολικές βεβαιωμένες οφειλές ανά οφειλέτη άνω του 1.500.000€, αρμόδια είναι η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης,  ανεξαρτήτως ύψους ρυθμιζόμενης οφειλής.

** *Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε απώλεια της ρύθμισης και μετά την πάροδο εξαμήνου, αν διαπιστωθεί μη έγκαιρη προσκόμιση ή δήλωση στοιχείων ή προσκόμιση ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων.

0

Οι τροποποιήσεις του Ν 4161/2013 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και οι διευκολύνσεις στους ενήμερους δανειολήπτες – ΜΕΡΟΣ Α’

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νέος νόμος για τις διευκολύνσεις στους ενήμερους δανειολήπτες και οι τροποποιήσεις στο νόμο «Κατσέλη” για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Ο νόμος 4161/2013 χωρίζεται σε δύο κεφάλαια, όπου στο πρώτο ρυθμίζεται η διαδικασία του προγράμματος διευκόλυνσης για τους ενήμερους δανειολήπτες και στο δεύτερο τροποποιείται ο νόμος 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Σημαντικές είναι οι διαφοροποιήσεις που παρουσιάζονται ως προς την τροποποίηση του νόμου Κατσέλη, καθώς «χάνονται” δικαιώματα των δανειοληπτών και δημιουργούνται ασφυκτικές υποχρεώσεις για τους οφειλέτες και τους εγγυητές τους.

Σύντομα με νεότερα άρθρα, όλη η επεξήγηση του Νόμου 4161/2013.

Δειτε το νομο Ληψη του νομου σε PDFΛηψη του νομου σε WORD
0

Συνταγματική η έκτακτη εισφορά του Ν. 3758/2009

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε με την την υπ΄ αριθ. 1685/2013 απόφαση της ως Συνταγματική την έκτακτη εισφορά που είχε επιβληθεί, το 2009 και υπολογίσθηκε στα εισοδήματα που είχαν αποκτηθεί πριν την 1η Ιανουαρίου του 2008. Με ισχυρή πλειοψηφία κρίθηκε ότι η έκτακτη εισφορά που είχε επιβληθεί με τον νόμο 3758/2009, δεν προσκρούει στο Σύνταγμα (άρθρα 78 και 4), ούτε όμως τίθεται θέμα αναδρομικής φορολόγησης. Επισημαίνεται ότι η επίμαχη έκτακτη εισφορά του 2009 δεν έχει τον χαρακτήρα αναδρομικής φορολόγησης, έτσι ώστε να προσκρούει στις συνταγματικές απαγορεύσεις του άρθρου 78 του Συντάγματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η δικαστική απόφαση, όταν ανέκυψε η έκτακτη δημοσιονομική ανάγκη λόγω της οικονομικής κρίσης και επιβλήθηκε η επίμαχη έκτακτη εισφορά, «δεν είχε καν ολοκληρωθεί η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων – του οικονομικού έτους 2009 – και εύλογα, θεωρήθηκαν από το νομοθέτη ως τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεων της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, προκειμένου να επιβληθεί η έκτακτη εισφορά, οι αμέσως προηγούμενες φορολογικές δηλώσεις».

Ακόμη, υπογραμμίζει η Ολομέλεια του ΣτΕ, η επιβολή της επίμαχης έκτακτης εισφοράς δεν είναι αντισυνταγματική εκ μόνου του λόγου ότι δεν υπήρχε κατά την ψήφιση του νόμου στη Βουλή σχετική εγγραφή στον οικείο τακτικό προϋπολογισμό, ούτε όμως προσκρούει και στο άρθρο 4 του Συντάγματος περί ισότητας η μη υπαγωγή στην επίμαχη εισφορά των νομικών προσώπων.

Επίσης, οι δικαστές χαρακτηρίζουν συνταγματικά ανεκτό το προβλεπόμενο από τον νόμο που επέβαλε την έκτακτη εισφορά σύστημα καθορισμού του ύψους της επίμαχης έκτακτης εισφοράς ανά κλιμάκιο εισοδήματος, «με το ποσό της εισφοράς να αυξάνει κατά τη μετάβαση από χαμηλότερο σε υψηλότερο κλιμάκιο».

Εξάλλου, νόμιμο έκριναν οι σύμβουλοι Επικρατείας το γεγονός ότι επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά και στα αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα, ενώ δεν δέχθηκαν τον ισχυρισμό του φορολογούμενου ότι παραβιάστηκε το άρθρο 20 του Συντάγματος που προβλέπει ότι, πριν την επιβολή διοικητικού μέτρου (όπως είναι η έκτακτη εισφορά), έπρεπε να κληθεί σε ακρόαση και στην προκειμένη περίπτωση από τον υπεύθυνο της ΔΟΥ.

Με  την απόφαση αυτή  καθορίζεται η τύχη και των άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν προς επίλυση ενώπιον των τακτικών  διοικητικών δικαστηρίων για το ζήτημα της έκτακτης εισφοράς .

Δειτε ολοκληρη την αποφαση

Ληψη της αποφασης σε PDF

0