Posts Tagged 'οφειλέτες'

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Οι τράπεζες οφείλουν να ενημερώνουν τους δανειολήπτες για τους κινδύνους που ενέχουν τα δάνεια σε ξένο νόμισμα

Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-186/16 Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ. κατά Banca Românească SAΌταν ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα χορηγεί δάνειο σε ξένο νόμισμα, πρέπει να παρέχει στον δανειολήπτη επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτός να είναι σε θέση να λάβει συνετή και εμπεριστατωμένη απόφαση. Επομένως, ο επαγγελματίας οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή κάθε πληροφορία που του είναι αναγκαία για να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Περισσότερα →

0

Τι ισχύει για κόκκινα δάνεια και πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας

Καμία επίσπευση των διαδικασιών για κατάσχεση ακινήτων δεν συνεπάγονται οι αλλαγές στον Κώδικα Δεοντολογίας για τα κόκκινα δάνεια, που εφάρμοσε η Τράπεζα της Ελλάδος.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.

Σε καμία περίπτωση η προθεσμία – διατήρηση στην πραγματικότητα – των 30 ημερών δεν συνεπάγεται επίσπευση αναγκαστικών μέτρων, καθώς ούτως ή άλλως το χρονικό διάστημα που θα απαιτείται για την ολοκλήρωση όλων των σταδίων του Κώδικα είναι περίπου 9 μήνες. Περισσότερα →

0

Παράταση στη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία

Με την υπ’ αρ. 97/6 28.4.2015 τροπολογία που κατατέθηκε από τον υπουργό Εργασίας Πάνο Σκουρλέτη και τον αναπληρωτή υπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων Δημήτρη Στρατούλη, στο νομοσχέδιο για την ΕΡΤ, παρατείνεται έως και τις 2.6.2015 η προθεσμία για την υποβολή αίτησης υπαγωγής σε καθεστώς ρύθμισης ασφαλιστικών οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης -πλην ΝΑΤ-, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τη 2.3.3015. Η αρχική προθεσμία έληγε με βάση το νόμο 4321/2015 στις 30.4.2015. Με την τροπολογία ειδικά για ληξιπρόθεσμες οφειλές υπέρ του πρώην ΟΠΑΔ η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται έως 30.6.2015. Περισσότερα →

0

Ξεκίνησε την 01-01-2015 η εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών

Από 01 Ιανουαρίου 2015 είναι σε ισχύ ο Κώδικας Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος για τη διαχείριση των μη καταγγελμένων δανείων από τις τράπεζες. Ο Κώδικας Δεοντολογίας θεσπίστηκε με το νόμο 4224/2013 και δημοσιεύθηκε στο υπ’ αρ. 2289 ΦΕΚ Β την 27 Αυγούστου 2014.
Σημειώνεται ότι αφορά μόνο οφειλές που παρουσιάζουν καθυστέρηση τόσο για τους ιδιώτες όσο και τους επιτηδευματίες, ενώ οφειλές που έχουν ήδη καταγγελθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα ΔΕΝ υπάγονται στον Κώδικα αυτό. Επίσης, σε περίπτωση που ο οφειλέτης χαρακτηριστεί ως «μη συνεργάσιμος» δεν μπορεί να υπαχθεί στη συγκεκριμένη ρύθμιση.
Μη συνεργάσιμος χαρακτηρίζεται ο οφειλέτης, ο οποίος μετά από επικοινωνία της τράπεζας ή άλλου εξουσιοδοτημένου οργάνου της, δεν αποδίδει τις πληροφορίες που αναζητούνται από το πιστωτικό ίδρυμα. Όποιος ενδιαφέρεται να μπει στον Κώδικα, πλέον οφείλει να προσκομίζει τις απαραίτητες πληροφορίες που του ζητούν οι τράπεζες. Εάν κάποιος χαρακτηριστεί «μη συνεργάσιμος», τότε η τράπεζα μπορεί να ξεκινήσει τις νόμιμες διαδικασίες, δηλαδή έκδοση διαταγής πληρωμής, πρόγραμμα πλειστηριασμού κλπ.
Πολλοί οφειλέτες θα λάβουν ειδοποιήσεις από την τράπεζά τους σχετικά με τον Κώδικα και θα πρέπει να ενεργήσουν άμεσα, καθώς αν περάσουν οι προθεσμίες απάντησης, θα κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν ως μη συνεργάσιμοι δανειολήπτες.

Διαδικασία Κώδικα Δεοντολογίας:
Στάδιο 1 – Επικοινωνία της τράπεζας με τον δανειολήπτη
Στάδιο 2 – Προσκόμιση δικαιολογητικών από τον δανειολήπτη
Στάδιο 3 – Αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων από την τράπεζα
Στάδιο 4 – Υποβολή προτάσεων για ρύθμιση οφειλών από την τράπεζα
Στάδιο 5 – Υποβολή ένστασης από τον δανειολήπτη

ΣΤΑΔΙΟ 1
kodikas-stadio1
Ο Δανειολήπτης προσκομίζει, μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της επιστολής:

  1. Την «Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης»
  2. Τα επιπλέον δικαιολογητικά που ζητάει η τράπεζα

Τα έγγραφα αυτά τα παραλαμβάνει ειδικό τμήμα/γραφείο της τράπεζας, για τα στοιχεία επικοινωνίας του οποίου θα πρέπει να έχει ενημερωθεί.

ΣΤΑΔΙΟ 3 & 4
Η τράπεζα αξιολογεί τις πληροφορίες και τα δικαιολογητικά του δανειολήπτη και προτείνει μια ή περισσότερες λύσεις.
Καταθέτει τις προτάσεις της μέσω ενός «Τυποποιημένου Εγγράφου Πρότασης» σε εύλογο χρονικό διάστημα αλλά όχι περισσότερο από 6 μήνες.
Αφού ο δανειολήπτης ενημερωθεί για τις προτάσεις τις τράπεζας, έχει προθεσμία 15 εργάσιμων ημερών, για να:

  1. Να αποδεχτεί την πρόταση
  2. Να αντιπροτείνει γραπτώς
  3. Να αρνηθεί την πρόταση γραπτώς

 

ΣΤΑΔΙΟ 5 – ΕΝΣΤΑΣΗ

  • Εάν ο δανειολήπτης δεν συμφωνεί με τις προτάσεις της τράπεζας, μπορεί να προσφύγει στην Επιτροπή Ενστάσεων της Τράπεζας.
  • Η τελευταία έχει 3 μήνες για να αποφασίσει εάν θα αποδεχτεί την ένσταση και παρέχει την απαραίτητη δικαιολόγηση.
  • Εάν γίνει αποδεκτή η ένσταση, η τράπεζα:

– Γνωστοποιεί τις διαρθρωτικές ενέργειες ή την αναθεωρημένη λύση.
– Παραπέμπει εκ νέου την περίπτωση στο Στάδιο 3 ή Στάδιο 4, ώστε οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας να επαναξιολογήσουν την υπόθεση και να κάνουν εκ νέου πρόταση.

  • Κάθε δανειολήπτης μπορεί να κάνει ένσταση μόνο μια φορά, οπότε δεν μπορεί να επανέλθει στην Επιτροπή Ενστάσεων εάν δεν συμφωνεί με την νέα πρόταση της τράπεζας.

ΑΠΟΤΥΧΙΑ/ΑΡΝΗΣΗ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ

  • Ο δανειολήπτης μπορεί να επιλέξει είτε να μην ακολουθήσει τη διαδικασία του Κώδικα, είτε αφού την ακολουθήσει να μην συμφωνήσει με την πρόταση της τράπεζας.
  • Ο δανειολήπτης, μπορεί να προσπαθήσει να βρει λύση μέσω διαμεσολάβησης (Συνήγορος Καταναλωτή), ή με τη χρήση άλλων νομικών διατάξεων (π.χ. Ν.3869/10)

Εγγυητής
Εάν ολοκληρωθούν όλα τα στάδια μαζί με αυτό της ένστασης και δεν υπάρξει συμφωνία, τότε η τράπεζα έχει δικαίωμα να στραφεί εναντίον του εγγυητή και να εφαρμόσει τα αντίστοιχα στάδια. Αυτό στην περίπτωση που από τη σύμβαση προβλέπεται ότι ο εγγυητής υποκαθιστά τον δανειολήπτη στις υποχρεώσεις του.
πηγή: εκποιζώ

Δείτε το ΦΕΚ:
[gview file=»http://armoutsis.com/wp-content/uploads/ΚΩΔΙΚΑΣ-ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ-ΤΡΑΠΕΖΩΝ.pdf» save=»0″]

1

Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων και βεβαιωμένων οφειλών, έως την 1η Οκτωβρίου 2014

Όλοι οι μικρομεσαίοι οφειλέτες του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, ακόμη κι αυτοί που έχουν ήδη υπαχθεί σε παλαιότερες ρυθμίσεις των 12, των 24 ή των 48 μηνιαίων δόσεων, έχουν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους έως και σε 72 ή 100 μηνιαίες δόσεις, με τις νέες ρυθμίσεις τμηματικής καταβολής οφειλών που κατέθεσαν στη Βουλή οι συναρμόδιοι υπουργοί Οικονομικών και Εργασίας. Προϋπόθεση, όμως, είναι τη στιγμή υποβολής της αίτησης οι παλαιότερες ρυθμίσεις να είναι σε ισχύ.

Σύμφωνα με τα όσα ορίζουν οι νέες ρυθμίσεις, τα χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία που δεν υπερβαίνουν το 1.000.000 ευρώ και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μέχρι και την 1η Οκτωβρίου 2014, έστω κι αν έχουν ήδη υπαχθεί σε παλαιότερες ρυθμίσεις, θα μπορούν πλέον να εξοφλούνται έως και σε 100 μηνιαίες δόσεις, εφόσον δεν υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ, ή μέχρι 72 μηνιαίες δόσεις εφόσον υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ.

Οι οφειλέτες  μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις για την υπαγωγή στις νέες ρυθμίσεις έως και το τέλος Μαρτίου 2015. Βασική προϋπόθεση υπαγωγής είναι η μη ύπαρξη άλλων ληξιπρόθεσμων οφειλών μετά την 1η Οκτωβρίου 2014. Θα πρέπει δηλαδή να μην αφεθεί απλήρωτο κανένο νέο χρέος. Επίσης προϋπόθεση για την υπαγωγή στις ρυθμίσεις αποτελεί η υποβολή όλων των προβλεπόμενων από τον νόμο φορολογικών δηλώσεων. Το πότε ακριβώς θα ξεκινήσει η υποβολή των αιτήσεων δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί, αλλά το πιθανότερο είναι η διαδικασία αυτή να ξεκινήσει το Νοέμβριο.

Δηλαδή τα χρέη που υπήρχαν μέχρι την 1η Οκτωβρίου μπορούν να ρυθμιστούν, αλλά οι νεώτερες υποχρεώσεις θα πρέπει να εξοφλούνται, γεγονός που δημιουργεί προβληματισμό. Η δόση του ΕΝΦΙΑ για τον Οκτώβριο π.χ. θα πρέπει να πληρωθεί γιατί δεν μπορεί να ενταχθεί στη ρύθμιση, ενώ η απλήρωτη δόση του Σεπτεμβρίου μπορεί να ρυθμιστεί. Όμως εάν κάποιος δεν έχει πληρώσει τη δόση του Σεπτεμβρίου στο παράδειγμα αυτό δεν μπορεί να πληρώσει τη δόση του Οκτωβρίου, αφού το ποσό που θα βάλει θα καλύψει την προηγούμενη οφειλή του Σεπτεμβρίου.

Οι νέες ρυθμίσεις προβλέπουν σημαντικά ευεργετήματα όπως η μείωση όλων των προσαυξήσεων, των τόκων και των προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής κατά ποσοστά από 20% έως και 90% για όσους επιλέξουν την εξόφληση των οφειλών τους σε μηνιαίες δόσεις ή η πλήρης διαγραφή όλων των προσαυξήσεων, των τόκων και των προστίμων για όσους αποφασίσουν να πληρώσουν τα χρέη τους εφάπαξ. Επιπλέον, οι ρυθμιζόμενες οφειλές θα επιβαρύνονται με επιτόκιο μειωμένο από το 8,79% στο 4,56%. Το ποσό της κάθε μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο των 50 ευρώ.

Στις νέες ευνοϊκές ρυθμίσεις μπορούν να υπαχθούν και όσοι οφειλέτες έχουν ήδη ενταχθεί σε προηγούμενες ρυθμίσεις, όπως η ρύθμιση της «νέας αρχής», που προβλέπει έως και 48 μηνιαίες δόσεις για τα χρέη που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα μέχρι τις 31-12-2012, ή η «πάγια ρύθμιση», η οποία προβλέπει την εξόφληση των οφειλών έως και σε 12 ή 24 μηνιαίες δόσεις. Προϋπόθεση είναι να παραμείνουν συνεπείς στην καταβολή των δόσεων των ρυθμίσεών τους μέχρι και την ημερομηνία που θα υποβάλουν τις αιτήσεις για την υπαγωγή στις νέες ρυθμίσεις.

Εφόσον, δηλαδή, κάποιος έχει ήδη ρύθμιση για τις οφειλές του και την χάσει μέχρι να κάνει την αίτηση, δεν θα μπορεί να ενταχθεί στις 72-100 δόσεις.

Ειδικά για όσους είναι ενταγμένοι στη ρύθμιση της «νέας αρχής» (48 δόσεις), προβλέπονται ισχυρά κίνητρα παραμονής ώστε να αποτραπεί η μετάβασή τους στις νέες ρυθμίσεις. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» και τηρούν τους όρους της, υπόκεινται αναδρομικά από την 1η-1-2013, σε  επιτόκιο ύψους 4,56% και δικαιούνται, αναδρομικά από την ένταξή τους στη ρύθμιση, των εκπτώσεων 20%-100% επί των προσαυξήσεων,  τόκων  και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής που προβλέπουν οι νέες ρυθμίσεις.
Πάντως, όσοι από αυτούς που θα ενταχθούν στις νέες ρυθμίσεις δημιουργήσουν νέα ληξιπρόθεσμα χρέη καθώς και όσοι δεν πληρώσουν 2 δόσεις μέσα στο έτος ή καθυστερήσουν 1 δόση για πάνω από δύο μήνες, θα τίθενται εκτός των νέων ρυθμίσεων.
Για όσους ενταχθούν στις νέες ρυθμίσεις, αναστέλλονται οι κατασχέσεις και οι πλειστηριασμοί κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων που τυχόν τούς έχουν επιβληθεί. Ωστόσο οι κατασχέσεις απαιτήσεών τους εις χείρας τρίτων, δηλαδή οι κατασχέσεις μισθών, συντάξεων, κοινωνικών επιδομάτων, ενοικίων και καταθέσεων, θα εξακολουθούν να επιβάλλονται έως ότου εξοφλήσουν το 50% των ρυθμιζόμενων οφειλών τους. Επίσης οι φορολογικές αρχές θα μπορούν συμψηφίζουν απαιτήσεις από το Δημόσιο που έχουν οι οφειλέτες που θα έχουν υπαχθεί στις νέες ρυθμίσεις με τα ανεξόφλητα υπόλοιπα των οφειλών τους προς το Δημόσιο, μέχρι να καλυφθεί το 1/7 των υπολοίπων αυτών.

Αναλυτικά τι προβλέπει η τροπολογία:

Άρθρο 1o
Ρύθμιση φορολογικών οφειλών
1. Για οφειλέτες με βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, έως την 1η Οκτωβρίου  2014, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (εφεξής Κ.Φ.Δ.) και τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (εφεξής (Κ.Ε.Δ.Ε.), δύναται να διενεργείται  ρύθμιση τμηματικής καταβολής, με απαλλαγή κατά ποσοστό από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία, ως ακολούθως:

Η έκπτωση στις προσαυξήσεις

α) Εφάπαξ, με απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%)
β) Έως δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό  (90%)  γ) Έως είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις,  δ) Έως τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%)  ε) Έως σαράντα οκτώ (48) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%)  στ) Έως εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) ζ) Έως εβδομήντα δύο (72) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) η) Έως εκατό (100) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%)

2. Στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου δύνανται να υπαχθούν  κύριες ληξιπρόθεσμες οφειλές φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων  έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, κατόπιν αίτησης  ,  η οποία υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση μέχρι  την τελευταία εργάσιμη ημέρα του  Μαρτίου  2015. Οι οφειλέτες του προηγούμενου εδαφίου προκειμένου να υπάγονταιστις διατάξεις του παρόντος άρθρου ,  πρέπει  να έχουν υποβάλλει τις προβλεπόμενες από το  νόμο φορολογικές δηλώσεις καθώς και να είναι φορολογικά ενήμεροι καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.

3.   Εξαιρετικά, για την υπαγωγή στη περίπτωση η’ της παραγράφου 1, το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής  δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.

4. Μετά  την υπαγωγή, και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράμματος τμηματικής καταβολής, δεν υπολογίζονται τα  πρόστιμα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε.

Το επιτόκιο

5. Οι οφειλές που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος άρθρου, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων,προσαυξήσεων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, από την υπαγωγή σε ρύθμιση,  επιβαρύνονται με τόκο  που ανέρχεται σε τέσσερις και πενήντα έξι εκατοστιαίες μονάδες (4,56%) ετησίως.

6. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πενήντα (50) ευρώ.

Ποιες οφειλές υπάγονται

7. Στη ρύθμιση υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων έως την 1η Οκτωβρίου 2014  οφειλών που δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής. Επίσης, δύνανται να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη  και βεβαιωμένες έως και την 1η Οκτωβρίου  2014 οφειλές που κατά την ημερομηνία της αίτησης:
α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου ή
β) δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή
γ) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.

Όσοι έχουν παλαιές ρυθμίσεις

8.Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου Α.1 της παραγράφου Α του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ Α’ 107) και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, υπόκεινται  αναδρομικά, από 1-1-2013, σε  επιτόκιο  ύψους 4,56% και τυγχάνουν των εκπτώσεων επί των προσαυξήσεων ,  τόκων  και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής του παρόντος, δικαιούμενοι να επιλέξουν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση.

Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου Α.1 της παραγράφου Α του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ Α’ 107) και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, δικαιούνται να διατηρήσουν τη  ρύθμιση της υποπαραγράφου Α.1 της παραγράφου Α του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ Α’ 107) και πέραν των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο έχουν ως πρόσθετο  ευεργέτημα τη μείωση κατά ποσοστό 20% των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής αναδρομικά από την ημερομηνία ένταξής τους στη ρύθμιση.

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων  Εσόδων , η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου

9. Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και αφορά και  τις οφειλές για τις οποίες αυτός ευθύνεται αλληλεγγύως. Πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως  για την καταβολή μέρους της οφειλής δικαιούνται να ρυθμίσουν το εν λόγω  μέρος.

10. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ  τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών , τυγχάνει  απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται με την εξόφληση, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Μη εμπρόθεσμη καταβολή

11. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης, έχει ως συνέπειες :

α)απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, β) υποχρέωση άμεσης καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης, συνυπολογιζομένων των προσαυξήσεων,  τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, τα οποία αναβιώνουν, και γ)  άμεση επιδίωξη της είσπραξής της  με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα.

Οι συνέπειες  του προηγούμενου εδαφίου δεν επέρχονται εάν ο οφειλέτης, μετά την πάροδο εξαμήνου από την ένταξη σε ρύθμιση και την πλήρωση των όρων αυτής :

α) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μέχρι δύο (2) δόσεις ανά έτος προγράμματος ρύθμισης, ή

β) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης ανά έτος προγράμματος ρύθμισης για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) μήνες .

Για τις ως άνω περιπτώσεις α’ και β’ , η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση δύο τοις εκατό (2%).

Επανένταξη στη ρύθμιση

12. Σε  περιπτώσεις απώλειας της ρύθμισης για λόγους ανωτέρας βίας, ο οφειλέτης δύναται εντός δύο (2) μηνών από την απώλεια αυτής να υποβάλει άπαξ αίτηση επανένταξής του στη ρύθμιση με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και για τον εναπομείναντα αριθμό δόσεων αυτής. Το αίτημα επανένταξης υποβάλλεται εγγράφως και περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ανωτέρα βία. Η Φορολογική Διοίκηση αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών από την αίτηση. Εάν η Φορολογική Διοίκηση δεν αποφανθεί εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, το αίτημα θεωρείται, ότι έχει απορριφθεί.

Φορολογική ενημερότητα

13. Η υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήματα:
α) χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας και βεβαίωση οφειλής  από τη Φορολογική Διοίκηση, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει,
β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ Α’ 43) ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεση της, διακόπτεται. Αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος  κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του ΠΚ,
γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.Οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται μετά από αίτηση του οφειλέτη, αφού εξοφληθεί το 50% της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής.  Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτημα περιορισμού κατασχέσεων εις χείρας τρίτων , σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 30 του ν.δ. 356/1974 – Κ.Ε.Δ.Ε. όπως εκάστοτε ισχύει.
δ) αναστέλλεται η εκτέλεση του μέτρου του άρθρου 7 του ν. 2120/1993 (Α` 24), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2523/1997 (Α` 179).

Συμψηφισμοί

14. Η Φορολογική Διοίκηση προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι την κάλυψη του ποσού που αντιστοιχεί στο 1/7 των εναπομεινασών δόσεων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του ν.δ. 356/74 (Κ.Ε.Δ.Ε.)  και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε .

15. Η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε:

α) να εγγράφει υποθήκη σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

β) να μην χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού, στα πρόσωπα της περίπτωσης α’, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

γ) να παρακρατεί μέρος της χρηματικής απαίτησης του οφειλέτη κατά τρίτων προσώπων για την είσπραξη της οποίας ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας και μέχρι την κάλυψη του 1/7  της υπολειπόμενης ρυθμισμένης οφειλής.

16. Τα ποσά που εισπράττονται από παρακράτηση λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας ή κατόπιν αυτεπάγγελτου συμψηφισμού, καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά. Ομοίως, τα αποδιδόμενα ποσά από πράξεις εκτέλεσης, λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

17. Η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα έτος από τη λήξη του έτους της τελευταίας δόσης αυτής.

18. Αρμόδιος για τη χορήγηση της ρύθμισης του παρόντος άρθρου είναι ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, ο οποίος δύναται με απόφασή του να μεταβιβάζει  την αρμοδιότητα αυτή σε άλλα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.

19. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται: α) η διαδικασία υπαγωγής στις ανωτέρω διατάξεις και μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων , β) η ημερομηνία και ο τρόπος  καταβολής των δόσεων και γ) κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου .

20. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος δεν επιτρέπεται η χορήγηση ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις της υποπαραγράφου Α1 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107), για τους οφειλέτες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής  του παρόντος άρθρου.

Οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία

Άρθρο 4ο
Διατάξεις αρμοδιότητος Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας-Ρύθμιση οφειλών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης

1. Στους οφειλέτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην ΝΑΤ, μέχρι την 30-9-2014, δύναται να χορηγείται ρύθμιση ως ακολούθως:

α) Εφάπαξ εξόφληση της οφειλής με ποσοστό έκπτωσης 100% επί των νομίμων προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων
β) Εξόφληση μέχρι δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 90%
γ) Εξόφληση μέχρι είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις,  με ποσοστό έκπτωσης 80%
δ) Εξόφληση μέχρι τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες δόσεις,  με ποσοστό έκπτωσης 70%
ε) Εξόφληση μέχρι σαράντα οκτώ (48) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 60%
στ) Εξόφληση μέχρι εξήντα (60) ισόποσες μηνιαίες δόσεις,  με ποσοστό έκπτωσης 50%
ζ)  Εξόφληση μέχρι εβδομήντα δύο (72)  ισόποσες μηνιαίες δόσεις,  με ποσοστό έκπτωσης 30%
η) Εξόφληση μέχρι εκατό (100) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 20%

Η κύρια οφειλή βαρύνεται από 1-1-2013 με ετήσιο επιτόκιο 4,56%.

2. Εξαιρετικά, για την υπαγωγή στη περίπτωση η) της παραγράφου 1, το ποσό της κύριας ρυθμιζόμενης οφειλής φυσικών και νομικών προσώπων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.

3. Στη ρύθμιση δύναται να υπαχθεί ποσό κύριας ληξιπρόθεσμης οφειλής έως 1.000.000 ευρώ.

4. Η αίτηση του οφειλέτη για την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος άρθρου των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχουν δημιουργηθεί έως την 30-9-2014 κατατίθεται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του  Μαρτίου του 2015.

5. Στην παρούσα ρύθμιση δύνανται να υπαχθούν κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και οι έως την 30-9-2014 οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην ΝΑΤ, οι οποίες τελούν σε αναστολή διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου.

6. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πενήντα (50) ευρώ.

7. Αρμόδια όργανα για την έκδοση απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση είναι:

α) Για το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.: Οι διευθυντές των οικείων περιφερειακών ή τοπικών υποκαταστημάτων ή οι διευθυντές των οικείων ταμείων προκειμένου για περιφερειακά ή τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ και το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών οφειλών (ΚΕΑΟ).

β) Για τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς: Ο αρμόδιος διευθυντής του οικείου φορέα ή οι διευθυντές ή προϊστάμενοι των περιφερειακών ή λοιπών τοπικών μονάδων.

γ) Οποιαδήποτε άλλη οργανική μονάδα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή άλλων φορέων κοινωνικής ασφάλισης καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

8. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση δύναται να υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες ή ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.

9. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είναι η υποβολή των αναλυτικών περιοδικών δηλώσεων όπου προβλέπεται, καθώς και η καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών από 1-10-2014 και εφεξής.

10. Οι πληρωμές διενεργούνται με τη διαδικασία αυτόματης χρέωσης τραπεζικού λογαριασμού. Για την καταβολή των δόσεων δεν απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη.

11. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής:

α) Χορηγείται στους υπόχρεους μηνιαίο πιστοποιητικό οφειλών, στο οποίο πιστοποιείται και το υπολειπόμενο ποσό οφειλής και το οποίο επέχει θέση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας.
Για τις επιχειρήσεις του εδαφίου ε΄ της παραγράφου 5  του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει, που θα υπαχθούν σε καθεστώς ρύθμισης με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι συνεπείς με τους όρους αυτών, θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής, για την είσπραξη λογαριασμών δημοσίου έργου, χωρίς παρακράτηση, εφόσον το έργο για το οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό δεν οφείλει τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής του έργου θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής με παρακράτηση, τη συνολική οφειλή του έργου.

β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136), όπως ισχύουν και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του ΠΚ.

γ) Αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

δ) Αναστέλλεται η παραγραφή των οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν.2556/1997  (Α’ 270).

12. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, ή η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών, έχει ως συνέπειες:

α) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,

β) την κατάσταση ως απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής και των προηγούμενων προσαυξήσεων και τόκων,

γ) την επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα.

Οι συνέπειες του προηγούμενου εδαφίου δεν επέρχονται εάν ο οφειλέτης, μετά την πάροδο εξαμήνου από την ένταξη σε ρύθμιση και την πλήρωση των όρων αυτής:

α) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μέχρι δύο (2) δόσεις ανά έτος προγράμματος ρύθμισης, ή

β) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μια δόση της ρύθμισης ανά έτος προγράμματος ρύθμισης για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) μηνών.

Για τις ως άνω περιπτώσεις α) και β) η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση δύο τοις εκατό (2%).

13. Κατ’ εξαίρεση σε περιπτώσεις απώλειας της ρύθμισης για λόγους ανωτέρας βίας ο οφειλέτης δύναται εντός δυο (2) μηνών από την απώλεια αυτής να υποβάλει άπαξ αίτηση επανένταξής του στη ρύθμιση με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και για τον εναπομείναντα αριθμό δόσεων αυτής. Το αίτημα επανένταξης υποβάλλεται εγγράφως και περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ανωτέρα βία. Η αρμόδια υπηρεσία αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών από την αίτηση. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.

14. Για τους οφειλέτες που υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και για χρονικό διάστημα δέκα ημερών:

α. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136), όπως ισχύει σήμερα.

β. Αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον, άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται.

15. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιαδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται με την εξόφληση σύμφωνα με την παρ. 1.

16. Ο συμψηφισμός σύμφωνα με την περ. 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου Ν. 4254/2014 (Α 85) χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου που προέρχονται από επιστροφές φόρου προστιθέμενης αξίας και φόρου εισοδήματος με οφειλές στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, χωρεί και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση
τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε, μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί έως το 1/7 των εναπομεινασών δόσεων.

17. Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ΄ του ν.4152/2013 (Α΄107) και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, υπόκεινται αναδρομικά, από 1-1-2013, σε επιτόκιο ύψους 4,56% και τυγχάνουν των εκπτώσεων επί των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων του παρόντος, δικαιούμενοι να επιλέξουν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση. Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ΄ του ν.4152/2013 (Α΄107) και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, δικαιούνται να διατηρήσουν τη ρύθμιση της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ΄ του ν.4152/2013 ( Α΄107) και πέραν των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο έχουν ως πρόσθετο ευεργέτημα τη μείωση κατά ποσοστό 20% των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων αναδρομικά από την ημερομηνία ένταξής τους στη ρύθμιση.
Με απόφαση του υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παραγράφου 17 του παρόντος άρθρου.

18. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

19. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος δεν επιτρέπεται η χορήγηση ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ του ν. 4152/2013 (Α’ 107), για τους οφειλέτες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

[gview file=»http://armoutsis.com/wp-content/uploads/9060664.pdf» save=»0″ cache=»0″]
πηγή: money-money.gr/
0

Επιμερισμός ΕΝΦΙΑ σε περίπτωση επικαρπίας

Μέχρι και την εφαρμογή του σημερινού ΕΝΦΙΑ το «χαράτσι» που ερχόταν με τη ΔΕΗ, έπρεπε να το πληρώσει ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, χωρίς να επιμερίζεται μεταξύ του επικαρπωτή και του ψιλού κυρίου.

Ο νόμος προβλέπει ότι ο πλήρης κύριος υποχρεούται στην καταβολή του συνολικού ΕΝΦΙΑ που βαρύνει το ακίνητο κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του, με αποτέλεσμα στο εκκαθαριστικό του ΕΝΦΙΑ να αναγράφεται μόνο το ποσοστό που του αναλογεί.

Σε περίπτωση που στο ακίνητο έχει συσταθεί επικαρπία, ο συνολικός ΕΝΦΙΑ που βαρύνει το ακίνητο επιμερίζεται μεταξύ του ψιλού κυρίου και του επικαρπωτή.

Αν ο επικαρπωτής είναι φυσικό πρόσωπο, ο φόρος που αναλογεί στο δικαίωμα αυτό ορίζεται ως ποσοστό του φόρου που αναλογεί στην πλήρη κυριότητα του ακινήτου, ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή.

Συγκεκριμένα το ποσοστό του φόρου που βαραίνει τον επικαρπωτή υπολογίζεται ως εξής:

Στα 8/10, αν ο επικαρπωτής δεν έχει υπερβεί το 20ό έτος της ηλικίας του.
Στα 7/10, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 20ό έτος της ηλικίας του.
Στα 6/10, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 30ό έτος της ηλικίας του.
Στα 5/10, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 40ό έτος της ηλικίας του.
Στα 4/10, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 50ό έτος της ηλικίας του.
Στα 3/10, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του.
Στα 2/10, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 70ό έτος της ηλικίας του.
Στο 1/10, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 80ό έτος της ηλικίας του.

0

Η εγκύκλιος της Γ.Γ.Δ.Ε. για τη ρύθμιση σε δόσεις των βεβαιωμένων οφειλών, και μη ληξιπρόθεσμων

Με την ΠΟΛ.1189/2014 δίνονται οι απαραίτητες διευκρινίσεις για το νέο πλαίσιο των  ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής των βεβαιωμένων οφειλών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας – εφεξής Κ.Φ.Δ.).

Σύμφωνα με την απόφαση στην πάγια ρύθμιση μπορούν πλέον να ενταχθούν (με όρους και προϋποθέσεις) και η μη ληξιπρόθεσμες οφειλές π.χ. ΕΝ.Φ.Ι.Α, ωστόσο μέχρι να λειτουργήσει η σχετική ηλεκτρονική εφαρμογή  οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να  υποβάλλουν την αίτηση υπαγωγής στην αρμόδια υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) .

Η Απόφαση αναφέρει σχετικά «Μεταβατικά και για όσο διάστημα υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία. Το ίδιο ισχύει για κάθε περίπτωση που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης της ρύθμισης, όπως όταν απαιτούνται επιπλέον στοιχεία για την αξιολόγηση της ρύθμισης.»

Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση:

1. Στη ρύθμιση, υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων στις Φορολογικές Αρχές (Δ.Ο.Υ., Ελεγκτικά Κέντρα) ληξιπρόθεσμων, έως και την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής, οφειλών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ. και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο (αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών). Στις οφειλές αυτές συγκαταλέγονται και τυχόν συμβεβαιωμένες υπέρ τρίτων (Ν.Π.Δ.Δ. κλπ.), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά.

2. Στη ρύθμιση, με τους ίδιους όρους δύνανται να υπαχθούν, εφόσον αιτηθεί ο οφειλέτης και:

α) βεβαιωμένες οφειλές που τελούν σε αναστολή είσπραξης και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ.,

β) βεβαιωμένες μη ληξιπρόθεσμες έως την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση οφειλές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ..

Επισήμανση: Οι ανωτέρω οφειλές δύνανται να υπαχθούν ανεξαρτήτως:

α) ημερομηνίας βεβαίωσης αυτών, β) τυχόν απώλειας άλλης ρύθμισης ή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής βεβαιωμένων οφειλών στην οποία είχαν υπαχθεί και η οποία έχει απολεσθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

 

ΠΟΛ.1189/1.8.2014
Κοινοποίηση διατάξεων της ρύθμισης του άρθρου 43 του ν. 4174/2013 (Α’ 170), όπως ισχύει

Αθήνα, 01 Αυγούστου 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
Α.ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
1. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α,Β,Γ
Τηλ : 210 3630573-3605159-3636872-3613274
2. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ
ΤΜΗΜΑ Α

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ. : 101 84 ΑΘΗΝΑ
Τηλ : 210 3375394

ΠΟΛ 1189/2014

ΘΕΜΑ : Κοινοποίηση διατάξεων της ρύθμισης του άρθρου 43 του ν. 4174/2013 (Α’ 170), όπως ισχύει.

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις της ρύθμισης οφειλών του άρθρου 43 του ν. 4174/2013 (Α’ 170), όπως ισχύουν και την κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα Απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1277/27.12.2013 (Β’3398) και παρέχουμε οδηγίες για ενημέρωση και ενιαία εφαρμογή αυτών.

Σκοπός των νέων διατάξεων είναι η διαμόρφωση ενός πάγιου πλαισίου ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής των βεβαιωμένων οφειλών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας – εφεξής Κ.Φ.Δ.) για την απλοποίηση των διαδικασιών είσπραξης αυτών και την εδραίωση μιας σύγχρονης αντίληψης φορολογικής συμμόρφωσης.

Αναλυτικότερα

ΕΝΟΤΗΤΑ Α
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

Ι. Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση

1. Στη ρύθμιση, υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων στις Φορολογικές Αρχές (Δ.Ο.Υ., Ελεγκτικά Κέντρα) ληξιπρόθεσμων, έως και την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής, οφειλών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ. και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο (αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών). Στις οφειλές αυτές συγκαταλέγονται και τυχόν συμβεβαιωμένες υπέρ τρίτων (Ν.Π.Δ.Δ. κλπ.), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά.

2. Στη ρύθμιση, με τους ίδιους όρους δύνανται να υπαχθούν, εφόσον αιτηθεί ο οφειλέτης και:

α) βεβαιωμένες οφειλές που τελούν σε αναστολή είσπραξης και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ.,

β) βεβαιωμένες μη ληξιπρόθεσμες έως την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση οφειλές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ. Φ. Δ ..

Επισήμανση: Οι ανωτέρω οφειλές δύνανται να υπαχθούν ανεξαρτήτως α) ημερομηνίας βεβαίωσης αυτών, β) τυχόν απώλειας άλλης ρύθμισης ή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής βεβαιωμένων οφειλών στην οποία είχαν υπαχθεί και η οποία έχει απολεσθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

ΙΙ. Καθορισμός αυτών που δικαιούνται να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση

1. Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και για τις οφειλές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής.

Επισήμανση : Σε περίπτωση που μετά την ημερομηνία υπαγωγής δημιουργηθούν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές οι οποίες υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω ρύθμισης, ο οφειλέτης δύναται να τις υπαγάγει σε ρύθμιση του άρθρου 43 του Κ. Φ. Δ..

2. Στη ρύθμιση δύνανται να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής με τους ίδιους όρους ο πρωτοφειλέτης (φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο διά του νομίμου εκπροσώπου του) καθώς και τα πρόσωπα που ευθύνονται μαζί με τον πρωτοφειλέτη κατά το μέρος της ευθύνης τους, όπως οι οφειλέτες σύζυγοι για φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων που προέκυψε από την κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεδομένου ότι η ευθύνη καταβολής ανήκει στον κάθε σύζυγο χωριστά για το φόρο που αναλογεί στα εισοδήματά του.

ΙΙΙ. Εξαίρεση από την υπαγωγή στη ρύθμιση

Στη ρύθμιση δεν δύνανται να υπαχθούν :

1. Οφειλέτες που κατά το χρόνο υπαγωγής έχουν καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό για φοροδιαφυγή. Αυτό θα δηλώνεται υπεύθυνα από τον οφειλέτη φυσικό πρόσωπο ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου και θα ελέγχεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Υπηρεσία σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει ή δειγματοληπτικά, κατά την κρίση της.

2. Οφειλές που σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις δεν δύνανται να υπαχθούν σε νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών.

ΕΝΟΤΗΤΑ Β
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ

Ι. Υποβολή αίτησης – Καταβολή δόσεων

1. Η αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.

Μεταβατικά και για όσο διάστημα υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία. Το ίδιο ισχύει για κάθε περίπτωση που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης της ρύθμισης, όπως όταν απαιτούνται επιπλέον στοιχεία για την αξιολόγηση της ρύθμισης.

Κατ’ εξαίρεση, όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον πρωτοφειλέτη, η υποβολή της διενεργείται αποκλειστικά στην αρμόδια Υπηρεσία.

2. Η καταβολή της πρώτης δόσης της ρύθμισης γίνεται εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών της αίτησης, υποχρεωτικά στους φορείς είσπραξης.

Επισήμανση :

Εφόσον ο αιτών δεν καταβάλει την πρώτη δόση εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, η ρύθμιση δεν ενεργοποιείται και ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει νέα αίτηση προκειμένου να ρυθμίσει τις οφειλές του.

ΙΙ. Προϋποθέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση

1. Σε κάθε περίπτωση για την υπαγωγή στη ρύθμιση θα πρέπει να αποδεικνύεται τη δεδομένη χρονική στιγμή, η αδυναμία εξόφλησης της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης καθώς και η βιωσιμότητα του διακανονισμού.

2. Οι οφειλέτες πρέπει να έχουν υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις της τελευταίας πενταετίας, ήτοι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, εκκαθαριστικές φόρου προστιθέμενης αξίας και τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. που έπονται της τελευταίας εκκαθαριστικής και που η προθεσμία υποβολής τους έχει λήξει ένα μήνα πριν την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση.

Επισήμανση : Η ανωτέρω προϋπόθεση πληρούται εφόσον ο οφειλέτης έχει υποβάλει εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα, αλλά υποχρεωτικά έως την ημερομηνία της αίτησης, τις ανωτέρω δηλώσεις, εκτός εάν δεν είναι πλέον υπόχρεος για την υποβολή τους. 3. Με την υποβολή της αίτησης, ο οφειλέτης πρέπει:

α) να δηλώσει με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων (κινητή και ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής), όπως το μηνιαίο εισόδημά του, επενδύσεις/συμμετοχές κάθε μορφής, τους αριθμούς των τραπεζικών του λογαριασμών (IBAN), κινητές αξίες ή αυτοκίνητα, τα ακίνητα επί των οποίων έχει εμπράγματο δικαίωμα, απαιτήσεις από τρίτους, καθώς και πληροφορίες που θα περιλαμβάνουν οφειλές του σε ασφαλιστικά ταμεία ή άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα και άλλες πάγιες υποχρεώσεις προς τρίτους, εφόσον υφίστανται, το τρέχον και το αναμενόμενο (επιπλέον) εισόδημά του (π.χ. εκτίμηση για τυχόν έσοδα από μελλοντική εκμίσθωση ακινήτου, εμπορική συμφωνία κλπ.),

Επισήμανση :

– Κατά την ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να συμπληρώνει τα σχετικά πεδία που εμφανίζονται στην οθόνη της αίτησης.

– Στις περιπτώσεις υποβολής της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία η δήλωση των ανωτέρω στοιχείων συνοδεύει την αίτηση.

β) για ποσό βασικής οφειλής άνω των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000€)υποχρεούται να προσκομίσει δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την δυνατότητα καταβολής των μηνιαίων δόσεων,

γ) για ποσό βασικής οφειλής άνω των πενήντα χιλιάδων ευρώ (50.000€)υποχρεούται επίσης να προσκομίσει δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την αδυναμία εξόφλησης της οφειλής καθώς και τη βιωσιμότητα του διακανονισμού και

δ) για ποσό βασικής οφειλής άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), πέραν των ανωτέρω υπό (α) , (β) και (γ) στοιχείων, απαιτείται να παρέχει εγγυήσεις ή εμπράγματες ασφάλειες για τη διασφάλιση της οφειλής οι οποίες μπορούν να συνίστανται (διαζευκτικά ή σωρευτικά) σε προσκόμιση εγγυητικής επιστολής αναγνωρισμένης στην Ελλάδα τράπεζας για όλο το διάστημα της ρύθμισης για το σύνολο της ρυθμιζόμενης οφειλής πλέον των επιβαρύνσεων, πλήρη διασφάλιση της οφειλής με εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου ελευθέρου βαρών αντικειμενικής αξίας τουλάχιστον ίσης με το ύψος της συνολικής οφειλής ή επί βεβαρημένου ακινήτου αντικειμενικής αξίας, αφαιρουμένων των ποσών για τα οποία έχουν εγγραφεί βάρη, τουλάχιστον ίσης με τη συνολική οφειλή, εγγύηση τρίτου αξιόχρεου προσώπου και οποιοδήποτε άλλο τρόπο εγγύησης αποδεκτό από τη Φορολογική Διοίκηση.

Επισήμανση :

– Η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση της περίπτωσης ΙΙ. 3 (α) κατατίθεται ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης, ενώ τα στοιχεία (β), (γ) και (δ) καθώς και της περίπτωσης ΙΙ.2 αποστέλλονται με συστημένη επιστολή ή προσκομίζονται στην αρμόδια υπηρεσία εντός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

– Η αρμόδια υπηρεσία δύναται οποτεδήποτε να ζητά επιπλέον στοιχεία ή πληροφορίες, οι οποίες πρέπει να αποστέλλονται – προσκομίζονται, άλλως θα επέρχεται απώλεια της ρύθμισης.

– Η αρμόδια υπηρεσία διατηρεί το δικαίωμα να περιορίσει τις δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης, εάν μετά τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου προκύψει δυνατότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες.

– Η εγγυητική επιστολή η οποία κατατίθεται κατά περίπτωση, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση ρύθμισης, πρέπει να εκδίδεται από αναγνωρισμένο στην Ελλάδα πιστωτικό ίδρυμα και να διασφαλίζει την καταβολή του συνόλου της οφειλής για την οποία χορηγήθηκε μαζί με τις επιβαρύνσεις της, στην περίπτωση που αυτή δεν καταβληθεί από τον υπόχρεο μέσα στην ορισθείσα προθεσμία. Η ανωτέρω εγγυητική επιστολή πρέπει να είναι διάρκειας τριών μηνών πέραν της καταληκτικής ημερομηνίας καταβολής της τελευταίας δόσης της χορηγηθείσας ρύθμισης και καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου για την εξόφληση του συνόλου του οφειλόμενου ποσού της ρύθμισης, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο αυτή απολεσθεί. Η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται στον καταθέτη με την πληρωμή της τελευταίας δόσης της ρύθμισης. Για την κατάθεση ή και την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής και αυτή φυλάσσεται στο χρηματοκιβώτιο της υπηρεσίας ή σε άλλο ασφαλές μέρος.

Επισήμανση:

Στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, απαιτούνται και τα αντίστοιχα στοιχεία που πιστοποιούν και την περιουσιακή κατάσταση των προσώπων που ευθύνονται για χρέη του νομικού προσώπου μαζί με αυτό.

VI. Αρμόδια Υπηρεσία.

1. Αρμόδια Υπηρεσία για τη χορήγηση της ρύθμισης, την εξέταση των δικαιολογητικών, την παρακολούθηση και την τήρηση των όρων της, την απώλεια αυτής και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία, είναι η Υπηρεσία, ο προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής.

2. Για συνολικές βασικές οφειλές ανά οφειλέτη άνω των 1.500.000,00 ευρώ, ανεξάρτητα του ύψους της ρυθμιζόμενης οφειλής, αρμόδια είναι η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης.

ΕΝΟΤΗΤΑ Γ
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ

Ι. Ευεργετήματα της ρύθμισης

1. Διακανονισμός πληρωμής

α) Δυνατότητα καταβολής των οφειλών που ρυθμίζονται σε μηνιαίες δόσεις, έως δώδεκα (12). Κατ’ εξαίρεση παρέχεται η δυνατότητα καταβολής σε μηνιαίες δόσεις μέχρι τις εικοσιτέσσερις (24) για οφειλές που βεβαιώνονται και καταβάλλονται εφάπαξ.

Επισήμανση :

Στο ίδιο πρόγραμμα ρύθμισης είναι δυνατόν να υπάγονται οφειλές για τις οποίες χορηγούνται έως 12 δόσεις και οφειλές για τις οποίες χορηγούνται άνω των 12 και έως 24 δόσεις κατά περίπτωση. Στην περίπτωση αυτή ρυθμίζονται κατά προτεραιότητα αυτές για τις οποίες χορηγούνται άνω των 12 δόσεων.

β) Το συνολικό ποσό κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των δέκα πέντε (15) ευρώ (βασική οφειλή).

γ) Η υπαγωγή στη ρύθμιση μπορεί να γίνει οποτεδήποτε.

δ) Η υπαγωγή του φορολογούμενου σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής τόκων επί των ρυθμιζόμενων φορολογικών οφειλών σύμφωνα με το άρθρο 53 του Κ.Φ.Δ. (σχετ. Α.Υ.Ο. ΔΠΕΙΣ 1198598 ΕΞ 2013/31.12.2013.)

Επισήμανση 1.: Η υπαγωγή οφειλών σε πρόγραμμα ρύθμισης δεν απαλλάσσει τον φορολογούμενο από την υποχρέωση καταβολής τόκων του άρθρου 53 του ΚΦΔ (το οποίο ανέρχεται σήμερα σε 8,76% ετησίως – σχετ. η ΔΠΕΙΣ 1198598 ΕΞ 2013/31.12.2013 Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών – Β’19).

Επισήμανση 2.: Υπαχθείσες στη ρύθμιση οφειλές βεβαιωμένες πριν την 01.01.2014 δεν επιβαρύνονται με τους τόκους του άρθρου 53 του Κ.Φ.Δ., αλλά μόνο με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά το άρθρο 6 του Κ.Ε.Δ.Ε. ως ίσχυε μέχρι και την 31.12.2013.

ε) Στην περίπτωση καθυστέρησης μιας δόσης, αυτή πρέπει να καταβληθεί με επιβάρυνση 15% εντός της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης. Στην περίπτωση που η δόση της οποίας η καταβολή καθυστερεί για πρώτη φορά είναι η τελευταία, αυτή πρέπει να καταβληθεί προσαυξημένη κατά 15% μέχρι την τελευταία εργάσιμη του επόμενου από την ημερομηνία καταβολής αυτής μήνα.

2. Χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας

Στον οφειλέτη που είναι συνεπής στη ρύθμιση μπορεί να χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των οφειλών του προς το Δημόσιο μηνιαίας διάρκειας, εφόσον είναι ενήμερος και σε τυχόν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές και συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει σήμερα και στις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες αποφάσεις Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1274/17.12.2013 και ΠΟΛ.1275/27.12.2013 – (Β 3398), όπως ισχύουν.

Τα ποσά που εισπράττονται από παρακράτηση, λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας, καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον αυτή δεν έχει απολεσθεί κατά την ημερομηνία της απόδοσης.

3. Μη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης

Για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης και εφόσον ο φορολογούμενος συμμορφώνεται με το πρόγραμμα, δεν διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση, ήτοι η λήψη αναγκαστικών μέτρων ή η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης κινητών ή ακινήτων (έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού). Οι επιβληθείσες μέχρι την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση κατασχέσεις στα χέρια τρίτων δεν αίρονται, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές καλύπτουν δόση ή δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες μη ρυθμισμένες οφειλές.

II. Δικαιώματα του Δημοσίου

1. Και μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα:

α) να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εφόσον δεν διασφαλίζονται τα συμφέροντά του, ή να ορίζει ποσοστό παρακράτησης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις του αρθρ. 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει και τις αποφάσεις Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1274/27.12.2013 και ΠΟΛ.1275/27.12.2013 – (Β 3398), όπως ισχύουν,

β) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη και κατ’ εξαίρεση να λαμβάνει τα μέτρα του άρθρου 49 καθώς και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 46 του ν. 4174/2013, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, όπως αυστηρά ορίζονται στις διατάξεις αυτές,

2. Η ρύθμιση οφειλών στην οποία υπάγεται οφειλέτης λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν επηρεάζει το συμψηφισμό απαίτησης του οφειλέτη κατά του Δημοσίου (άρθρο 83 του ν.δ. 356/1974 – Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ισχύει και άρθρο 48 του Κ.Φ.Δ.), το δε ποσό της απαίτησης αυτής συμψηφίζεται στο σύνολό του και μέχρι το μέρος που καλύπτει την οφειλή.

Επισήμανση:

Εάν προκύψει συμψηφισμός κατά το άρθρο 83 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ισχύει, στην περίπτωση που η ημερομηνία συνάντησης των ανταπαιτήσεων είναι προγενέστερη της ημερομηνίας υπαγωγής στη ρύθμιση, η οφειλή συμψηφίζεται και εκ των υστέρων υπάγεται σε ρύθμιση το εναπομένον ποσό αυτής. Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης ειδοποιείται για τη νέα Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής (Τ.Ρ.Ο.), από την υπηρεσία που υπάγει το εναπομείναν ποσό στη ρύθμιση. Στην περίπτωση που η ημερομηνία συνάντησης των ανταπαιτήσεων είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας υπαγωγής στη ρύθμιση, διενεργείται πίστωση στις μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης.

ΙΙΙ. Ισχύς ρύθμισης

1. Η ρύθμιση καθίσταται καταρχήν ενεργή και ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων αυτής από την εμπρόθεσμη καταβολή της πρώτης δόσης.

2. Ωστόσο η ρύθμιση απόλλυται σε οποιοδήποτε στάδιο, εφόσον δεν προσκομισθούν εγκαίρως τα απαραίτητα δικαιολογητικά ή τα αιτηθέντα συμπληρωματικά στοιχεία, καθώς και όταν διαπιστωθεί κατά τον έλεγχο των δηλούμενων ή και προσκομιζόμενων στοιχείων από την αρμόδια Υπηρεσία η προσκόμιση ή δήλωση ελλιπών ή ανακριβών στοιχείων.

3. Η αρμόδια υπηρεσία διατηρεί το δικαίωμα, εάν από τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου προκύψει δυνατότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες, να περιορίσει τις δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης.

IV. Απώλεια της ρύθμισης

1. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, τηρουμένων και των διατάξεων περί δημοσιοποίησης ληξιπροθέσμων οφειλών του άρθρου 9 του ν. 3943/2011 (Α’ 66) εάν ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης πέραν της μίας φοράς,

β) δεν καταβάλει την τυχόν μία εκπρόθεσμη δόση της ρύθμισης με την αναλογούσα προσαύξηση αυτής (15%) μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης,

γ) δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις υποβολής δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης καταβολής των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή τους,

δ) έχει υποβάλει ανακριβή ή ανεπαρκή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση και ε) δεν έχει υποβάλει τα απαραίτητα στοιχεία – πληροφορίες ή δεν προσκομίζει τα επιπλέον στοιχεία που του ζητούνται.

2. Στην περίπτωση αυτή, για τη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης δεν απαιτείται κοινοποίηση ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής – υπερημερίας (σχετ. απόφαση Γ.Γ.Δ.Ε. ΠΟΛ.1280/30.12.2013 Β 3399).

3. Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων του άρθρου 43 του Κ.Φ.Δ. και της κατ’ εξουσιοδότηση Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ.1277/27.12.2013, η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης και καταπίπτουν οι προσφερθείσες εγγυήσεις.

V. Αναστολή παραγραφής

Η παραγραφή των χρεών που ρυθμίζονται με τις διατάξεις αυτές:

α) για τις περιπτώσεις οφειλών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ. και για τις οποίες αποκτήθηκε εκτελεστός τίτλος από 1.1.2014 και μετά, αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα χορηγήθηκε ρύθμιση τμηματικής καταβολής και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα έτος από τη λήξη αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 51 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παραγράφου 14 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013,

β) για τις λοιπές περιπτώσεις οφειλών, ήτοι οφειλών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κ.Φ.Δ. και ο εκτελεστός τίτλος αποκτήθηκε προ της 01.01.2014, η παραγραφή αναστέλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 87 του ν. 2362/1995.

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ

Η ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΑΙΚ. ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ

0

Οδηγός φορολογίας κληρονομιών, γονικών παροχών, δωρεών και μεταβιβάσεων

Σε αναλυτικό οδηγό που εξέδωσε το υπουργείο Οικονομικών περιγράφονται τα αφορολόγητα όρια που ισχύουν για την απόκτηση πρώτης κατοικίας και όλα όσα προβλέπουν οι ισχύουσες ρυθμίσεις για τους φόρους κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών και μεταβιβάσεων ακινήτων.

Συγκεκριμένα:

Α.- ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ – ΔΩΡΕΩΝ – ΓΟΝIΚΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ

1. Ποιος είναι υπόχρεος για την υποβολή της δήλωσης φόρου κληρονομιάς;

Ο κληρονόμος ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του (άρθρο 61 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών – Δωρεών – Γονικών παροχών, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 2961/2001).

2. Ποια είναι η προθεσμία υποβολής της δήλωσης φόρου κληρονομιάς;

Η δήλωση φόρου κληρονομιάς πρέπει να υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες, αν ο κληρονομούμενος πέθανε στην Ελλάδα, ή μέσα σε ένα χρόνο, αν ο κληρονομούμενος απεβίωσε στην αλλοδαπή ή οι κληρονόμοι ή οι κληροδόχοι διέμεναν κατά το χρόνο θανάτου στην αλλοδαπή. Η προθεσμία αρχίζει από το θάνατο του κληρονομουμένου ή τη δημοσίευση της διαθήκης ή τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης που κηρύσσει την αφάνεια ή το θάνατο του υπόχρεου σε δήλωση, αν αυτός δεν υπέβαλε δήλωση ή το διορισμό των κηδεμόνων σχολαζουσών κληρονομιών, των εκτελεστών διαθήκης, των συνδίκων πτώχευσης ή την αναγνώρισή τους, σε περίπτωση κληρονόμων σχολαζουσών κληρονομιών. Η κατά τα άνω εξάμηνη ή ετήσια προθεσμία μπορεί να παραταθεί για τρεις (3) κατ’ ανώτατο όριο μήνες, με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., αν συντρέχουν αποχρώντες λόγοι.

3. Ποια δικαιολογητικά απαιτούνται κατά την υποβολή δηλώσεων φόρου κληρονομιάς;

α) Ληξιαρχική πράξη θανάτου

β) Αντίγραφο διαθήκης
γ) Κληρονομητήριο ή πιστοποιητικό της αρμόδιας δημοτικής ή κοινοτικής αρχής περί του είδους και του βαθμού συγγενείας προς τον κληρονομούμενο
δ) Πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου περί μη δημοσιεύσεως νεότερης διαθήκης ή περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής
ε) Πιστοποιητικό για την ηλικία του επικαρπωτή, όταν για τον προσδιορισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη η ηλικία αυτού
στ) Έγγραφο νομιμοποιήσεως, σε περίπτωση πληρεξουσίου
ζ) Τα έγγραφα που αποδεικνύουν τη μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης
η) Αποδεικτικά χρεών της κληρονομιάς (Σχετικό άρθρο 67 του Κώδικα).

4. Ποια είναι αρμόδια Δ.Ο.Υ. για την παραλαβή δηλώσεων φόρου κληρονομιάς;

Η Δ.Ο.Υ. της κατοικίας του κληρονομουμένου ή η Δ.Ο.Υ. Κατοίκων Εξωτερικού, αν ο κληρονομούμενος ήταν κάτοικος αλλοδαπής.
Αν όμως ο κληρονομούμενος είχε την κατοικία του στην αλλοδαπή, αλλά πέθανε στην Ελλάδα, αρμόδια είναι η Δ.Ο.Υ. του τόπου θανάτου.
Ως κατοικία του κληρονομουμένου θεωρείται αυτή που προκύπτει από το ΑΦΜ αυτού (άρθρο 66).

5. Ποιος είναι υπόχρεος υποβολής δήλωσης φόρου δωρεάς – γονικής παροχής;

Είναι οι συμβαλλόμενοι δωρητής – δωρεοδόχος, γονέας – τέκνο και, σε περίπτωση άτυπης δωρεάς, ο δωρεοδόχος (άρθρο 85).

6. Ποια είναι αρμόδια Δ.Ο.Υ. για την παραλαβή δήλωσης φόρου δωρεάς- γονικής παροχής;

Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. της κατοικίας του δωρητή. Ως κατοικία του δωρητή θεωρείται αυτή που προκύπτει από το ΑΦΜ αυτού. (άρθρο 87).

7. Ποια είναι η προθεσμία υποβολής της δήλωσης φόρου δωρεάς -γονικής παροχής;

Η δήλωση υποβάλλεται πριν από την κατάρτιση του συμβολαίου, το οποίο συντάσσεται με βάση θεωρημένο αντίγραφο της δήλωσης, και, προκειμένου για άτυπες δωρεές, μέσα σε έξι μήνες από την παράδοση του αντικειμένου της δωρεάς στο δωρεοδόχο (άρθρο 86).

8. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις απαλλαγής από το φόρο κληρονομιών και γονικών παροχών για την απόκτηση της πρώτης κατοικίας;

Ο κληρονόμος (σύζυγος ή τέκνο του κληρονομουμένου) ή το τέκνο που αποκτά τη γονική παροχή ή ο σύζυγος αυτού ή τα ανήλικα τέκνα τους, να μην έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή επικαρπίας ή οίκησης σε άλλη κατοικία ή ιδανικό μερίδιο κατοικίας που πληροί τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας ή δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί οικοπέδου οικοδομήσιμου ή επί ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, στα οποία αντιστοιχεί εμβαδόν κτίσματος που πληροί τις στεγαστικές τους ανάγκες και βρίσκονται σε δήμο ή κοινότητα με πληθυσμό άνω των 3.000 κατοίκων. Οι στεγαστικές ανάγκες θεωρείται ότι καλύπτονται αν το συνολικό εμβαδόν των ανωτέρω ακινήτων (και των λοιπών αντίστοιχων κληρονομιαίων ακινήτων) είναι 70 τ.μ. προσαυξανόμενα κατά 20 τ.μ. για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα και κατά 25 τ.μ. για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του δικαιούχου (άρθρα 26 ενότητα Α’ και 43 ενότητα Α’).

9. Ποια είναι τα αφορολόγητα ποσά για την απόκτηση πρώτης κατοικίας αιτία θανάτου ή γονικής παροχής;

Η απαλλαγή παρέχεται για αξία κατοικίας μέχρι 200.000 € για κάθε ανήλικο ή άγαμο κληρονόμο και μέχρι 250.000 € για έγγαμο, η οποία προσαυξάνεται κατά 25.000 € για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα και κατά 30.000 € για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα ανήλικα τέκνα, των οποίων την επιμέλεια έχει ο δικαιούχος. Στο ποσό της απαλλαγής περιλαμβάνεται και η αξία μιας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου και ενός αποθηκευτικού χώρου, για επιφάνεια εκάστου έως 20 τ.μ., εφόσον βρίσκονται στο ίδιο ακίνητο και αποκτώνται ταυτόχρονα. Επίσης χορηγείται απαλλαγή για οικόπεδο αξίας μέχρι 50.000 € για κάθε ανήλικο ή άγαμο κληρονόμο και μέχρι 100.000 € για κάθε έγγαμο κληρονόμο, προσαυξανόμενη κατά 10.000 € για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα και κατά 15.000 € για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα. Τα παραπάνω ισχύουν εφόσον στο δικαιούχο κληρονόμο ή κληροδόχο περιέρχεται ένα οικόπεδο εξ ολοκλήρου και κατά πλήρη κυριότητα και όχι ποσοστό εξ αδιαιρέτου.
Αντίστοιχη απαλλαγή παρέχεται και κατά τη γονική παροχή πρώτης κατοικίας. (άρθρα 26 ενότητα Α’ και 43 ενότητα Α’).

10. Γεωργικές απαλλαγές

Με το ν. 3842/2010 από 23-4-2010 καταργήθηκαν οι γεωργικές απαλλαγές και ο φόρος υπολογίζεται πλέον με βάση τα αφορολόγητα ποσά και τους φορολογικούς συντελεστές της αντίστοιχης κατηγορίας, όπως και τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία.

11. Σε πόσες δόσεις καταβάλλεται ο φόρος κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών;

Ο βάσει δήλωσης φόρος καταβάλλεται σε 12 ίσες διμηνιαίες δόσεις των 500 €.
Σε περίπτωση κληρονομιάς, αν ο κληρονόμος είναι ανήλικος, ο αριθμός των δόσεων διπλασιάζεται, με την προϋπόθεση ότι κάθε δόση δεν θα είναι μικρότερη των 500 €, πλην της τελευταίας.

12. Ποιος είναι ο χρόνος φορολογίας για την κτήση αιτία θανάτου;

Κατά κανόνα χρόνος φορολογίας είναι ο χρόνος θανάτου. Ο χρόνος φορολογίας μετατίθεται σε μεταγενέστερο του θανάτου χρονικό σημείο αυτοδίκαια στις περιπτώσεις αναβλητικής αίρεσης, επιδικίας περί το κληρονομικό δικαίωμα ή περί την κληρονομιά, διαχωρισμού επικαρπίας από την κυριότητα κ.λ.π. ή με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. στις περιπτώσεις του άρθρου 8 του Κώδικα (άρθρα 7 και 8).

13. Πότε παραγράφεται το δικαίωμα του δημοσίου για επιβολή φόρου κληρονομιάς ή δωρεάς, γονικής παροχής;

Παραγράφεται μετά την πάροδο 10 ετών αν υποβλήθηκε δήλωση, ή 15 ετών αν δεν υποβλήθηκε δήλωση. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω το δικαίωμα του δημοσίου είναι παραγραμμένο για όλες τις υποθέσεις για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι 31-12-1994. (άρθρο 102 του Κώδικα όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 3842/2010).

14. Ποια είναι τα αφορολόγητα όρια και οι φορολογικοί συντελεστές στη φορολογία κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών;

α) Η αιτία θανάτου κτήση πάσης φύσεως περιουσιακών στοιχείων καθώς και η αιτία δωρεάς ή γονικής παροχής κτήση ακινήτων ή εμπράγματων ή ενοχικών δικαιωμάτων επί ακινήτων, μετοχών καθώς και λοιπών περιουσιακών στοιχείων (δηλ. όλων των περιουσιακών στοιχείων πλην μετρητών) υπόκεινται σε φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με βάση τις πιο κάτω φορολογικές κλίμακες:

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Α΄ : Στην κατηγορία αυτή υπάγονται: α) ο σύζυγος του κληρονομουμένου, β) το πρόσωπο το οποίο είχε συνάψει σύμφωνο συμβίωσης με τον κληρονομούμενο κατά τις διατάξεις του ν. 3719/2008 και το οποίο λύθηκε με το θάνατο αυτού, εφόσον η συμβίωση είχε διάρκεια τουλάχιστον δύο ετών, γ) οι κατιόντες πρώτου βαθμού (τέκνα από νόμιμο γάμο, τέκνα χωρίς γάμο έναντι της μητέρας, αναγνωρισθέντα εκούσια ή δικαστικά έναντι του πατέρα, νομιμοποιηθέντα με επιγενόμενο γάμο ή δικαστικά έναντι και των δύο γονέων), δ) οι κατιόντες εξ αίματος δεύτερου βαθμού και ε) οι ανιόντες εξ αίματος πρώτου βαθμού.

 

Κλιμάκια

(σε ευρώ)

Συντελεστής κλιμακίου

Φόρος κλιμακίου

(σε ευρώ)

Φορολογητέα περιουσία

(σε ευρώ)

Φόρος που αναλογεί

(σε ευρώ)

150.000

150.000

150.000

1%

1.500

300.000

1.500

300.000

5%

15.000

600.000

16.500

Υπερβάλλον

10%

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Β΄: Στην κατηγορία αυτή υπάγονται: α) οι κατιόντες εξ αίματος τρίτου και επόμενων βαθμών, β) οι ανιόντες εξ αίματος δεύτερου και επόμενων βαθμών, γ) τα εκούσια ή δικαστικά αναγνωρισθέντα τέκνα έναντι των ανιόντων του πατέρα που τα αναγνώρισε, δ) οι κατιόντες του αναγνωρισθέντος έναντι του αναγνωρίσαντος και των ανιόντων αυτού, ε) οι αδελφοί (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), στ) οι συγγενείς εξ αίματος τρίτου βαθμού εκ πλαγίου, ζ) οι πατριοί και οι μητριές, η) τα τέκνα από προηγούμενο γάμο του συζύγου, θ) τα τέκνα εξ αγχιστείας (γαμπροί – νύφες) και ι) οι ανιόντες εξ αγχιστείας (πεθεροί – πεθερές).

 

Κλιμάκια

(σε ευρώ)

Συντελεστής κλιμακίου

Φόρος κλιμακίου

(σε ευρώ)

Φορολογητέα περιουσία

(σε ευρώ)

Φόρος που αναλογεί

(σε ευρώ)

30.000

30.000

70.000

5%

3.500

100.000

3.500

200.000

10%

20.000

300.000

23.500

Υπερβάλλον

20%

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ Γ΄: Στην κατηγορία αυτή υπάγεται οποιοσδήποτε άλλος εξ αίματος ή εξ αγχιστείας συγγενής του κληρονομουμένου ή εξωτικός.

 

Κλιμάκια

(σε ευρώ)

Συντελεστής κλιμακίου

Φόρος κλιμακίου

(σε ευρώ)

Φορολογητέα περιουσία

(σε ευρώ)

Φόρος που αναλογεί

(σε ευρώ)

6.000

6.000

66.000

20%

13.200

72.000

13.200

195.000

30%

58.500

267.000

71.700

Υπερβάλλον

40%

β) Η αιτία γονικής παροχής κτήση μετρητών φορολογείται αυτοτελώς, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) ενώ η αιτία δωρεάς κτήση μετρητών φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) για δωρεοδόχους που υπάγονται στην Α’ κατηγορία, είκοσι τοις εκατό (20%) για δωρεοδόχους που υπάγονται στη Β’ κατηγορία και σαράντα τοις εκατό (40%) για δωρεοδόχους που υπάγονται στη Γ’ κατηγορία..

15. Ποιο είναι το απαλλασσόμενο ποσό όταν κληρονόμος είναι σύζυγος ή ανήλικο τέκνο του κληρονομουμένου;

Μετά την 26-1-2010, όταν κληρονόμος είναι σύζυγος ή ανήλικο τέκνο του κληρονομουμένου, απαλλάσσεται από το φόρο κληρονομιάς αξία κληρονομιαίας περιουσίας μέχρι 400.000 € για κάθε κληρονόμο (με αντίστοιχο περιορισμό των κλιμακίων υπολογισμού του φόρου της Α’ κατηγορίας).

Β.- ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

16. Ποιο είναι το αντικείμενο του φ.μ.α. και ποιος ο υπόχρεος για την καταβολή του φόρου;

Σε κάθε μεταβίβαση ακινήτου με αντάλλαγμα και σύσταση εμπραγμάτου σε ακίνητο δικαιώματος καθώς και σε μεταβίβαση πλοίου με ελληνική σημαία επιβάλλεται φόρος στην αξία αυτών και υπόχρεος για την καταβολή του είναι ο αγοραστής.

17. Ποια είναι η αρμόδια Δ.Ο.Υ. για την υποβολή της δήλωσης;

Για κάθε μεταβίβαση ακινήτου οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου, να υποβάλλουν κοινή δήλωση φ.μ.α. στη Δ.Ο.Υ. στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται το ακίνητο.

18. Ποια είναι η διαδικασία υποβολής της δήλωσης και καταβολής του φ.μ.α.;

Η δήλωση υποβάλλεται σε δύο αντίγραφα, ένα εκ των οποίων κρατείται από τον υπάλληλο της Δ.Ο.Υ. και το δεύτερο, αφού βεβαιωθεί για την ακρίβεια της αντιγραφής παραδίδεται στο συμβαλλόμενο.
Η καταβολή του φόρου πραγματοποιείται σε πιστωτικά ιδρύματα ή στα Ε.Λ.Τ.Α. με τη χρήση κωδικού πληρωμής και αποδεικνύεται από αποδεικτικό καταβολής που εκδίδεται από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων.

19. Πώς καταβάλλεται ο φόρος μεταβίβασης ακινήτων;

Στις περιοχές που εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, κατά την υποβολή της δήλωσης Φ.Μ.Α., ο φορολογούμενος υποχρεούται να αναγράφει σε αυτή την αντικειμενική αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, βάσει της οποίας καταβάλει εφάπαξ το φόρο που αναλογεί. Σε περίπτωση που το τίμημα είναι μεγαλύτερο της αντικειμενικής αξίας, ο φόρος υπολογίζεται επί του τιμήματος.
Στις υπόλοιπες περιοχές που δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, κατά την υποβολή της δήλωσης, ο φορολογούμενος καταβάλει εξ ολοκλήρου το φόρο που αναλογεί με βάση την αξία που δήλωσε. Κατά την υποβολή της δήλωσης και μέσα σε προθεσμία δύο (2) ημερών, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. προσδιορίζει προσωρινά την αγοραία αξία του ακινήτου και ο αγοραστής έχει πλέον το δικαίωμα μέσα σε δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την ημερομηνία παραλαβής της δήλωσης να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση σύμφωνα με την ορισθείσα προσωρινή αξία και να καταβάλει χωρίς πρόστιμο το μισό του αναλογούντος φόρου και το υπόλοιπο μισό τον επόμενο της βεβαίωσης μήνα. Σε περίπτωση που δεν υποβάλει την πιο πάνω συμπληρωματική δήλωση, ενεργείται έλεγχος από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. για τον προσδιορισμό της αξίας, χωρίς να τον δεσμεύει πλέον η προεκτίμηση και στη συνέχεια εκδίδεται πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου.
Κατά της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, ο φορολογούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίησή της, ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Διεύθυνση
Επίλυσης Διαφορών και μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης ο φορολογούμενος μπορεί να προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια.

20. Ποιοι είναι οι συντελεστές για τον υπολογισμό του Φ.Μ.Α.;

O φόρος μεταβίβασης υπολογίζεται σε 3% επί της φορολογητέας αξίας του ακινήτου ή του εμπραγμάτου επί του ακινήτου δικαιώματος.
Ο ανωτέρω συντελεστής εφαρμόζεται σε μεταβιβάσεις ακινήτων, οι οποίες διενεργούνται από 1/1/2014 και μετά.
Ο Φ.Μ.Α. που προκύπτει κατά τα προεκτεθέντα μειώνεται στο μισό ή στο ένα τέταρτο ανάλογα με τη νομική μορφή της πραγματοποιούμενης μεταβίβασης ή την ιδιότητα των συμβαλλομένων προσώπων. Οι κυριότερες κατηγορίες είναι οι ακόλουθες: α) Φ.Μ.Α. μειωμένος στο τέταρτο.
Οι περιπτώσεις που ο Φ.Μ.Α. μειώνεται στο τέταρτο είναι η αυτούσια διανομή ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων, η διάλυση Ο.Ε., Ε.Ε. και Ε.Π.Ε. και η μεταβίβαση των ακινήτων της εταιρείας στα μέλη της κατά το λόγο της εταιρικής τους μερίδας καθώς και η απόληψη ακινήτων της εταιρείας από εταίρους που αποχωρούν από αυτή. β) Φ.Μ.Α. μειωμένος στο μισό.
Οι περιπτώσεις που ο Φ.Μ.Α. μειώνεται στο μισό είναι η ανταλλαγή ακινήτων ίσης αξίας, η υποχρεωτική ανταλλαγή οικοπέδων, η συγχώνευση Α.Ε. και Συνεταιρισμών, η αναγκαστική απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια καθώς και η συνένωση οικοπέδων.

21. Σε ποιες περιπτώσεις σύστασης ή τροποποίησης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας οφείλεται φ.μ.α.;

Σε κάθε περίπτωση σύστασης ή τροποποίησης οριζόντιας ή κάθετης θα πρέπει να ερευνάται αν συντελείται, άμεσα ή έμμεσα, μεταβίβαση εμπραγμάτων επί ακινήτων δικαιωμάτων μεταξύ συγκυρίων, είτε με μορφή διανομής, είτε ανταλλαγής, είτε πώλησης, είτε δωρεάς ιδανικών μεριδίων. Ενδεικτικά αναφέρονται:
– σύσταση σε οικόπεδο με υφιστάμενα κτίσματα.
– Σύσταση και στο μελλόκτιστο δικαίωμα υψούν με υφιστάμενα κτίσματα.
– Τροποποίηση σύστασης με απόσπαση μέρους οριζόντιας ιδιοκτησίας από εκείνη στην οποία ανήκε και μεταφορά της σε οριζόντια ιδιοκτησία άλλου συνιδιοκτήτη.
– Σύσταση με διανομή της ψιλής κυριότητας.
– Διανομή υφιστάμενη κάθετης ιδιοκτησίας σε οικόπεδο με κτίσματα.
– Κατάργηση υφιστάμενης σύστασης σε οικόπεδο με κτίσματα.

22. Τεκμήριο αποπερατωμένου κτίσματος- Ποιες είναι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του;

α. Να μεταβιβάζονται ιδανικά μερίδια του οικοπέδου. β. Η μεταβίβαση να γίνεται με αντάλλαγμα.
γ. Να έχει εκδοθεί οικοδομική άδεια ανέγερσης πολυκατοικίας, ή η σχετική αίτηση να έχει υποβληθεί το αργότερο σε 2 χρόνια από τη μεταβίβαση και
δ. Η ανέγερση των κτισμάτων να γίνει είτε από τον πωλητή των ποσοστών του οικοπέδου, είτε από τον εργολάβο ο οποίος ανέλαβε με αντιπαροχή την ανέγερση της πολυκατοικίας, είτε από τρίτο πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό είτε του οικοπεδούχου είτε του εργολάβου.
Το ως άνω αμάχητο τεκμήριο δεν έχει εφαρμογή σε μεταβίβαση ιδανικού μεριδίου οικοπέδου σε πρόσωπα που αναλαμβάνουν κατ’ επάγγελμα την ανέγερση ολόκληρης της πολυκατοικίας.

23. Δικαίωμα προσφυγής.

α) Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί πράξη προσδιορισμού του φ.μ.α. (διοικητικός προσδιορισμός του φόρου) έχει δικαίωμα εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της πράξης, να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (άρθρο 63 ν. 4174/2013). Κατά της απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης (60 ημέρες από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής), ο υπόχρεος δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου.
Επισημαίνεται ότι προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά οποιασδήποτε πράξης που εξέδωσε η Φορολογική Διοίκηση είναι απαράδεκτη.
β) Εφόσον, κατόπιν ελέγχου εκδίδεται πράξη προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, ο φορολογούμενος έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει εγγράφως τις απόψεις του εντός είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση της έγγραφης γνωστοποίησης.
Η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, εντός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής των απόψεων του φορολογούμενου ή, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν υποβάλλει τις απόψεις του, την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας των 20 ημερών. Η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου μαζί με την έκθεση ελέγχου κοινοποιούνται στον φορολογούμενο. Κατά της πράξης του οριστικού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, ο φορολογούμενος έχει δικαίωμα εντός τριάντα ημερών από την κοινοποίηση, να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.
Επισημαίνεται και πάλι ότι προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά οποιασδήποτε πράξης που εξέδωσε η Φορολογική Διοίκηση είναι απαράδεκτη.

ΑΠΑΛΛΑΓΈΣ

24. Ποιοι είναι οι δικαιούχοι της απαλλαγής από τον Φ.Μ.Α. για αγορά πρώτης κατοικίας;

Η απαλλαγή παρέχεται μόνο σε φυσικά πρόσωπα (έγγαμα ή άγαμα), εφόσον κατοικούν μόνιμα στην Ελλάδα ή προτίθενται να εγκατασταθούν σε αυτή το αργότερο εντός δύο ετών από την αγορά (άρθρο 23 παρ. 4-5 ν. 3943/2011, ΦΕΚ 66 Α’/31-3-2011).
Με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 3842/2010 καταργήθηκε η απαλλαγή για τους Έλληνες ομογενείς του εξωτερικού που δεν κατοικούν στην Ελλάδα κατά το χρόνο της αγοράς. Επίσης, καθορίστηκαν οι κατηγορίες δικαιούχων ως ακολούθως:
α) Έλληνες,
β) ομογενείς από Αλβανία, Τουρκία και χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης,
γ) οι πολίτες των κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού
Χώρου,
δ) αναγνωρισμένοι πρόσφυγες, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 96/2008 (ΦΕΚ 152 Α), και
ε) πολίτες τρίτων χωρών που απολαύουν του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 150/2006 (ΦΕΚ 160 Α).
Επισημαίνεται ότι ειδικά για τους αλλοδαπούς η πρόθεσή τους για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για ειδικούς λόγους, οι αρμόδιες υπηρεσίες τους χορηγούν προσωρινές άδειες παραμονής που ανανεώνονται.
Οι καταγόμενοι από τη Βόρεια Ήπειρο και την Τουρκία, εφόσον απέκτησαν ιθαγένεια τρίτου κράτους πλην της Αλβανικής και Τουρκικής, δεν μπορούν να τύχουν απαλλαγής από το φόρο.
Η απαλλαγή παρέχεται και στον ψιλό κύριο εξ αδιαιρέτου ποσοστού ή ψιλό κύριο ή επικαρπωτή κατοικίας ή οικοπέδου που αγοράζει το υπόλοιπο ποσοστό ή το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας ή της ψιλής κυριότητας, προκειμένου να γίνει εξ ολοκλήρου κύριος του ακινήτου, εφόσον το ποσοστό που έχει δεν του πληροί της στεγαστικές ανάγκες.
Η απαλλαγή του άγαμου παρέχεται και στο σύζυγο που βρίσκεται σε διάσταση, υπό τον όρο ότι έχει κατατεθεί αίτηση ή αγωγή διαζυγίου τουλάχιστον έξι μήνες πριν την αγορά του ακινήτου με την προϋπόθεση ότι ο γάμος θα λυθεί μέσα σε πέντε (5) έτη από την αγορά.
Οι ιδιοκτήτες ξενοδοχείων, αποθηκών, γραφείων, βιομηχανοστασίων και γενικά αμιγών επαγγελματικών στεγών έχουν δικαίωμα απαλλαγής. Δεν θεωρείται επαγγελματική στέγη το ακίνητο, το οποίο από την οικοδομική άδεια ή τον τίτλο κτήσης χαρακτηρίζεται ως κατοικία, έστω και αν αυτό χρησιμοποιείται ως επαγγελματική στέγη.

25. Ποια είναι η έκταση της παρεχόμενης απαλλαγής; Παρέχεται απαλλαγή για τους βοηθητικούς χώρους;

Με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 3842/2010 επήλθαν μεταβολές στο αντικείμενο της απαλλαγής ως ακολούθως:
Καταργήθηκε η χορήγηση απαλλαγής για αγορά κατοικίας με εμβαδόν έως 200 τ.μ. ή οικοπέδου, στο οποίο αντιστοιχεί κατοικία με εμβαδόν έως 200 τ.μ., ανεξάρτητα από την αξία τους, και παρέχεται απαλλαγή, η οποία συνδέεται με την οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου και το είδος του αγοραζόμενου ακινήτου ως εξής:
– Για αγορά κατοικίας: από άγαμο μέχρι του ποσού των 200.000 Ευρώ, από άγαμο που παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία μέχρι ποσού αξίας 250.000 Ευρώ, από έγγαμο μέχρι ποσού αξίας 250.000 Ευρώ ενώ από έγγαμο που παρουσιάζει αναπηρία τουλάχιστον 67% από διανοητική στέρηση ή φυσική αναπηρία μέχρι ποσού αξίας 275.000 Ευρώ. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά 25.000 Ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά 30.000 Ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του.
– Για αγορά οικοπέδου: από άγαμο μέχρι ποσού αξίας 50.000 Ευρώ, από έγγαμο μέχρι ποσού αξίας 100.000 Ευρώ. Το ποσό αυτό προσαυξάνεται κατά 10.000 Ευρώ για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα αυτού και κατά 15.000 Ευρώ για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα του.
Αν η αξία του ακινήτου υπερβαίνει τα παραπάνω αφορολόγητα όρια, η απαλλαγή χορηγείται μέχρι του αντίστοιχου αφορολόγητου ποσού και για την επιπλέον αξία οφείλεται ΦΜΑ.
Σε περίπτωση αγοράς κατοικίας, στο ποσό της απαλλαγής περιλαμβάνεται και η αξία μιας θέσης στάθμευσης και ενός αποθηκευτικού χώρου, για επιφάνεια εκάστου έως 20 τ.μ., εφόσον βρίσκονται στο ίδιο ακίνητο και αποκτώνται ταυτόχρονα με το ίδιο συμβόλαιο αγοράς.
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται σε αγορές πρώτης κατοικίας, η φορολογική υποχρέωση των οποίων γεννιέται από τις 23-4-2010 και μετά.

26. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την απαλλαγή πρώτης κατοικίας;

α) Ο αγοραστής ή η σύζυγός του ή τα ανήλικα παιδιά του να μην έχουν δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή επικαρπίας ή οικήσεως σε άλλη οικία ή διαμέρισμα που πληροί τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειάς του ή δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί οικοπέδου οικοδομήσιμου ή επί ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, στο οποίο αντιστοιχεί εμβαδόν κτίσματος που πληροί τις στεγαστικές του ανάγκες, και βρίσκονται σε δημοτικό διαμέρισμα με πληθυσμό άνω των 3000 κατοίκων. Σημειώνεται ότι για το έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων της απαλλαγής, με χρόνο φορολογίας την 20-3-2013 και μετά, λαμβάνεται υπόψη ο πληθυσμός της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας (και όχι του ενιαίου δήμου) με βάση την απογραφή του έτους 2011 (ΦΕΚ 630 τ. Β’/ 20-3-2013). Ο πληθυσμός του δήμου θα λαμβάνεται υπόψη μόνο στις περιπτώσεις των δήμων, οι οποίοι, με βάση τον πίνακα του πληθυσμού, στερούνται περαιτέρω διοικητικής υποδιαίρεσης (σε δημοτικές ενότητες και δημοτικές ή τοπικές κοινότητες).
Ακόμη, για την απαλλαγή απαιτείται το αγοραζόμενο οικόπεδο ή το γήπεδο στο οποίο βρίσκεται η αγοραζόμενη οικία ή το διαμέρισμα να είναι οικοδομήσιμο και εντός του εγκεκριμένου
ρυμοτομικού σχεδίου δήμου ή κοινότητας, και μεταξύ αγοραστή και πωλητή να μην υπάρχει συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού.
Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της απαλλαγής θα πρέπει να συντρέχουν στο όνομα του αγοραστή.
β) Θεωρείται ότι καλύπτονται οι στεγαστικές ανάγκες του αγοραστή και της οικογένειάς του, αν το συνολικό εμβαδόν της καθαρής επιφάνειας (της επιφάνειας χωρίς τους κοινόχρηστους χώρους) κατοικιών που υφίστανται ή υπάρχει η δυνατότητα βάσει των πολεοδομικών διατάξεων να αναγερθούν είναι: 70 τ.μ., προσαυξανόμενα κατά 20 τ.μ. για καθένα από τα δύο πρώτα τέκνα του και 25 τ.μ. για το τρίτο και τα επόμενα τέκνα. Κατ’ εξαίρεση, οι στεγαστικές ανάγκες του αγοραστή με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67% αυξάνονται από 70 τ.μ. σε 90 τ.μ. (άρθρο 16 παρ. 14 ν. 3522/2006).
γ) Η απαλλαγή παρέχεται με τον όρο ότι το ακίνητο θα παραμείνει στην κυριότητα του αγοραστή για τουλάχιστον μία πενταετία.

27. Άρση απαλλαγής- Κυρώσεις

Οι κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 7 και 8 του ν. 1078/1980, διακρίνονται:
A. Σε εκείνες που επιβάλλονται σ’ αυτούς που έλαβαν νόμιμα απαλλαγή, πλην όμως δεν τήρησαν τους όρους του νόμου για τη διατήρησή της (μεταβίβαση, σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος εντός πενταετίας, άρθρο 1 παρ. 7).
Β. Σε εκείνες που επιβάλλονται σε όσους ζήτησαν και έλαβαν απαλλαγή πρώτης κατοικίας χωρίς να συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις του νόμου.
Α. Μεταβίβαση του ακινήτου εντός 5ετίας.
Σε περίπτωση που με πράξη εν ζωή μεταβιβασθεί το ακίνητο ή συσταθεί σ’ αυτό οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα, πλην υποθήκης, πριν από την παρέλευση πενταετίας, αυτός που μεταβιβάζει ή συνιστά εμπράγματο δικαίωμα υποχρεούται, προ της μεταβίβασης ή της σύστασης του εμπραγμάτου δικαιώματος, να υποβάλει δήλωση και να καταβάλει εφάπαξ το Φ.Μ.Α. που αναλογεί στην αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου. Ως αξία του ακινήτου λαμβάνεται η αξία που έχει το ακίνητο κατά το χρόνο της νέας μεταβίβασης ή της σύστασης του εμπράγματου δικαιώματος ή το δηλωθέν τίμημα της μεταβίβασης, εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο της αντικειμενικής αξίας. Ο φόρος υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν κατά το χρόνο χορήγησης της απαλλαγής, εκτός εάν ο φόρος που αναλογεί στην αξία του ακινήτου του χρόνου απαλλαγής είναι μεγαλύτερος, οπότε καταβάλλεται ο μεγαλύτερο αυτός φόρος.
Σημειώνεται ότι στην περίπτωση χορήγησης απαλλαγής και στους δύο συζύγους κατά την αγορά ακινήτου εξ αδιαιρέτου, κατά τη μεταβίβαση του ποσοστού του ενός συζύγου σε τρίτον εντός της πενταετίας αίρεται η χορηγηθείσα απαλλαγή και καταβάλλεται ο φόρος που αναλογεί στο ποσοστό αυτό.
β) Αν ο αγοραστής δεν εγκατασταθεί στην Ελλάδα εντός προθεσμίας δύο ετών από την αγορά, υποχρεούται να υποβάλει δήλωση το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη συμπλήρωση διετίας και να καταβάλει τον αναλογούντα φόρο. Για τον υπολογισμό του φόρου λαμβάνεται υπόψη η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης (αρ. 23 παρ. 4-5 ν. 3943/2011).
Β. Κυρώσεις σε περίπτωση μη συνδρομής των προϋποθέσεων απαλλαγής.
Σε περίπτωση διαπίστωσης από τη Δ.Ο.Υ., ότι δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της απαλλαγής, εκδίδεται πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και αίρεται η χορηγηθείσα απαλλαγή. Ο επιβαλλόμενος φόρος υπολογίζεται με βάση την αξία του ακινήτου κατά το χρόνο διαπίστωσης της παράβασης με εφαρμογή των συντελεστών που ίσχυαν κατά το χρόνο χορήγησης της απαλλαγής, εκτός αν ο φόρος που αναλογεί στην αξία του ακινήτου του χρόνου της απαλλαγής είναι μεγαλύτερος. Επί του φόρου αυτού επιβάλλεται και πρόσθετος φόρος σε ποσοστό 100%.

28. Προϋποθέσεις χορήγησης δεύτερης απαλλαγής.

Η απαλλαγή από το φόρο μεταβίβασης για αγορά κατοικίας ή οικοπέδου παρέχεται μία φορά.
Απαλλαγή παρέχεται και για κάθε νέα αγορά ακινήτου, εφόσον αθροιστικά:
α) τα ακίνητα που έχει στην κυριότητά του κατά το χρόνο της νέας αγοράς ο αγοραστής, ο σύζυγος ή τα ανήλικα τέκνα τους, δεν πληρούν τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειάς τους και
β) ο αγοραστής υποβάλει την οικεία δήλωση και καταβάλει εφάπαξ το φόρο που αναλογεί στην αξία του ακινήτου που έτυχε της απαλλαγής.
Ως αξία του ακινήτου λαμβάνεται η αξία που έχει αυτό κατά το χρόνο της νέας απαλλαγής. Για τον υπολογισμό του φόρου γίνεται χρήση των συντελεστών που ίσχυαν κατά το χρόνο χορήγησης της πρώτης απαλλαγής και καταβάλλεται εφάπαξ, εκτός εάν ο φόρος που αναλογεί στην αξία του ακινήτου ή στο καταβληθέν τίμημα κατά το χρόνο χορήγησης της πρώτης απαλλαγής είναι μεγαλύτερος, οπότε καταβάλλεται ο μεγαλύτερος αυτός φόρος.
Η απαλλαγή αυτή παρέχεται και σε πρόσωπα τα οποία έτυχαν απαλλαγής από το φόρο μεταβίβασης για απόκτηση στέγης μέχρι 14.7.1980, καθώς και σε πρόσωπα τα οποία έτυχαν απαλλαγής από το φόρο κληρονομιάς ή γονικής παροχής για απόκτηση πρώτης κατοικίας, εφόσον για τα πρόσωπα αυτά συντρέχουν οι προϋποθέσεις απαλλαγής και καταβληθεί ο οικείος φόρος κατά περίπτωση.

29. Ποια δικαιολογητικά υποβάλλονται για τη χορήγηση της απαλλαγής για πρώτη κατοικία και πότε υποβάλλονται;

Τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για τη χορήγηση της απαλλαγής από το Φ.Μ.Α υποβάλλονται μαζί με τη δήλωση Φ.Μ.Α. πριν από την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.
Τα δικαιολογητικά για τη διαπίστωση των προϋποθέσεων απαλλαγής καθορίζονται με την υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1101/24.6.2010 (ΦΕΚ 1021 Β’/30-6-2010) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

30. Ποιες απαλλαγές παρέχονται στους αγρότες;

Με τις διατάξεις της παρ. 1 του αρ. 8 του ν. 3220/2004 παρέχεται πλήρης απαλλαγή από το φόρο μεταβίβασης κατά την αγορά ή ανταλλαγή γεωργικών ή κτηνοτροφικών εκτάσεων, μαζί με τις εγκαταστάσεις τους που εξυπηρετούν αποκλειστικά την εκμετάλλευσή τους, σε όλους τους αγρότες (νέους, νεοεισερχόμενους ή άνω των 40 ετών) είτε με τις διατάξεις του ν. 634/1977 είτε με εκείνες του ν. 2520/1997, χωρίς κανένα περιορισμό (ανώτατο όριο) ως προς την αξία ή την έκταση των αγροτικών ακινήτων.

31. Χορηγείται απαλλαγή για αγορά οικίας, διαμερίσματος ή οικοπέδου με εισαγωγή συναλλάγματος;

Χορηγείτο, καταργήθηκε όμως από 28-12-2000 με τις διατάξεις του ν. 2873/2000.

32. Πότε παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή Φ.Μ.Α.;

Για υποθέσεις, για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε έως την 31/12/2013, το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή Φ.Μ.Α. παραγράφεται μετά την πάροδο πενταετίας από το από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής της δήλωσης και μετά την πάροδο δεκαπέντε ετών από το τέλος του έτους εντός του οποίου παρεσχέθη η απαλλαγή, έστω και αν η υπόθεση περαιώθηκε οριστικά.
Για υποθέσεις, για τις οποίες η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μετά την 1/1/2014, η φορολογική διοίκηση μπορεί να προβεί σε έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εντός πέντε (5) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης. Εξαιρετικά, πράξη διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για περιπτώσεις φοροδιαφυγής μπορεί να εκδοθεί εντός είκοσι (20) ετών από τη λήξη του έτους εντός του οποίου λήγει η προθεσμία υποβολής δήλωσης.

0

Αντισυνταγματικός ο χαρακτηρισμός ως διαρκούς εγκλήματος, των χρεών προς το δημόσιο

Άλλη μία απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, βάζει τα θεμέλια στην προστασία των φορολογουμένων που πλήττονται από τα βάναυσα μέτρα του κρατικού μηχανισμού και της υπερφορολόγησης, καθώς αποφαίνεται επί της αντισυνταγματικότητας του «διαρκούς» εγκλήματος ,της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο που ορίζεται στο άρθρο 3 του νόμου 3943/2011, .

Συγκεκριμένα αρχή έκανε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης με την απόφαση 1410/2013, όπου υπό τη διαδικασία του αυτοφώρου, απεφάνθη ότι το συγκεκριμένο αδίκημα πρέπει να δικασθεί σε τακτικό ποινικό δικαστήριο και όχι υπό την αυτόφωρη διαδικασία, κρίνοντας το άρθρο 3 του νόμου 3943/2011, που ορίζει το εν λόγω αδίκημα ως αντισυνταγματικό.

Με την υπ’ αρ. 196/2014 απόφαση του το ίδιο Δικαστήριο, παρέμεινε στη θέση του, κρίνοντας εκ νέου το χαρακτήρα του «διαρκούς» εγκλήματος του άρθρου 3 του νόμου 3943/2011 ως αντισυνταγματικό, παραπέμποντας πάλι την εκδίκαση παρόμοιας υποθέσεως για χρέη προς το Δημόσιο στο τακτικό Δικαστήριο.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ
0

Απόφαση 196/2014 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Αριθμός: 196/2014

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Συνεδρίαση της 03ης Φεβρουάριου 2014

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Κασσιανή Μπουροδήμου Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης, Ιωάννης

Μαμαδάς Πλημμελειοδίκης, Μαρία Δουλάμη Πάρεδρος Πρωτοδικείου (Επειδή κωλύονται οι τακτικοί

δικαστές) Ορίστηκε με την αρ. 6/2014 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κατερίνης Δήμητρα

Τσιαρδακλή Αντεισαγγελέας (Επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) Βασιλική Χωρίκη Γραμματέας

Κατηγορούμενος: ….. ……. Κάτοικος: Κατερίνης Πιερίας Παρών

Πράξη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε δημόσια στο ακροατήριό του κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου ύστερα από αναβολή της υπόθεσης κατ` άρθρο 423 παρ. 1 ΚΠΔ, η Προεδρεύουσα εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου ο οποίος εμφανίστηκε, ρωτήθηκε από την Προεδρεύουσα για τα στοιχεία της ταυτότητάς του και είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται πιο πάνω και ότι διορίζει συνήγορο υπεράσπισης του τον παρόντα δικηγόρο Κατερίνης Εμμανουήλ Παπά.

Η Προεδρεύουσα είπε στον κατηγορούμενο ν` ακούσει με προσοχή την κατηγορία και να παρακολουθήσει τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επίσης του είπε ότι έχει δικαίωμα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα και την έρευνα κάθε αποδεικτικού μέσου.

Στη συνέχεια έλαβε το λόγο η Εισαγγελέας, η οποία συνοπτικά ανέφερε την πράξη για την οποία κατηγορεί ο κατηγορούμενος. Επίσης είπε, για να υποστηρίξει την κατηγορία να αναγνωστούν τα έγγραφα που αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου.

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ζήτησε την αναβολή της δίκης και είπε: Η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίζεται ότι χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής και στην ουσία χαρακτηρίζει διαρκές το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, είναι αντίθετη στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου. Στην υπ’αριθ. 1/2011 ερμηνευτική εγκύκλιο που είχε εκδώσει ο κ. αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου όταν θεσπίστηκε το αυτόφωρο αναφέρει ότι «η συμβατότητα της ρύθμισης με τα άρθρα του συντάγματος θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Ζητώ από το δικαστήριό σας α) να κρίνει την ως άνω διάταξη αντισυνταγματική και αντίθετη σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου, β) να κρίνει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, γ) να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία κατ’ άρθρο 424 ΚΠΔ άλλως να αναβληθεί η υπόθεση εντός δεκαπενθημέρου.

Στο σημείο αυτό πήρε το λόγο η Εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η δίκη για την 01-10-2014 και ώρα 09:00`.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παραβρέθηκε και η Γραμματέας, εξέδωσε την παρακάτω απόφαση την οποία η Προεδρεύουσα δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση :

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και 6 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης κατοχύρωσε την προστασία της προσωπικής ελευθερίας υπό την ειδικότερη μορφή της προσωπικής ασφάλειας (βλ. σχ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α’ ατομικές ελευθερίες-πανεπιστημιακές παραδόσεις, δ` έκδοση, σελ. 173). Στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης συνταγματικά αυτής προστασίας του ατόμου από αυθαίρετες καταδιώξεις, συλλήψεις και φυλακίσεις από μέρους της κρατικής εξουσίας, προκειμένου να λάβει νομότυπα χώρα η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η σύλληψη να βρίσκει έρεισμα σε διάταξη νόμου και (β) να εκτελείται με βάση δικαστικό ένταλμα, δηλαδή ένταλμα, το οποίο έχει εκδοθεί από κρατικό όργανο που κατά το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαστική αρχή και περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 87-91 του Συντάγματος (βλ. σχ. Χρυσόγονο, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελ. 216). Το ένταλμα αυτό πρέπει να είναι αιτιολογημένο, να μνημονεύει δηλαδή με ακρίβεια τα στοιχεία του προσώπου που πρόκειται να συλληφθεί (όνομα, επώνυμο, κατοικία, περιγραφή) και να επιδίδεται στο τελευταίο κατά τη στιγμή της σύλληψής του (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180).

Επομένως, τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας στερούνται της δυνατότητας να προβούν με δική τους πρωτοβουλία στη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά κάμπτεται στην περίπτωση του αυτόφωρου εγκλήματος (βλ. Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2008, άρθρο 242, αριθ. 2, σελ. 466). Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Συντάγματος δεν περιέχει αυθεντικό ορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, αλλά αντίθετα επαφίεται για αυτόν στον κοινό νομοθέτη (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180). Ήδη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα έγκλημα ως αυτόφωρο πρέπει να συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) να καταληφθεί κατά το χρονικό σημείο της διάπραξής του ή (β) να έχει τελεστεί πρόσφατα, περίπτωση η οποία συντρέχει, ιδίως όταν ο δράστης καταδιώκεται μετά τη διάπραξη του εγκλήματος από τη δημόσια δύναμη ή τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε κατέχοντας αντικείμενα ή φέροντας ίχνη, από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Η πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις αφορά το γνήσιο αυτόφωρο έγκλημα, ενώ στη δεύτερη από αυτές πρόκειται για την οιονεί ή καταχρηστική μορφή του, στην οποία όμως τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΔ συγκεκριμένο χρονικό όριο, το οποίο συμπίπτει με την παρέλευση της επομένης ημέρας από την τέλεση της πράξης (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., Ποινική Δικονομία-Ειδικές Διαδικασίες, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικασία-Αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως, 1998, σελ. 47επ. και 65επ.). Επομένως, ενόψει της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας αλλά και του τεκμηρίου αθωότητας ο νομοθέτης υπήγαγε στην έννοια του αυτόφωρου εγκλήματος μόνον εκείνες τις αξιόποινες πράξεις, το χρονικό σημείο της κατάληψης του δράστη των οποίων τελεί σε στενή εγγύτητα προς το χρονικό σημείο της διάπραξής τους, καθώς η χρονική αυτή εγγύτητα έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα ταχείας συλλογής των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων. Η αποδεικτική αυτή ευχέρεια απόδοσης της τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων στο πρόσωπο του δράστη τους, η οποία αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, δικαιολογεί την άρση της απαγόρευσης της σύλληψης του τελευταίου χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού εντάλματος και την κάμψη του τεκμηρίου της αθωότητάς του χάριν της ταχείας αποκατάστασης της έννομης τάξης και της αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών και συνιστά περιορισμό των σχετικών δικαιωμάτων του ο οποίος δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή ρητά κατοχυρώνεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση όσα εκτίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι στο πλαίσιο της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας του ατόμου και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, ο νομοθέτης πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη φειδώ ως προς τον καθορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, ώστε σε αυτή να περιλαμβάνονται μόνον οι περιπτώσεις εκείνες των αξιόποινων πράξεων, οι οποίες λόγω της κατάληψης του δράστη τους κατά τη διάρκεια της διάπραξής τους ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά από αυτήν δύνανται με ευχέρεια να αποδοθούν στον τελευταίο. Αντίθετα, οποιαδήποτε νομοθετική απόπειρα διεύρυνσης της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, με σκοπό να καταστεί δυνατή η χωρίς τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας σύλληψη του φερόμενου ως δράστη του, συνιστά ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3, 6 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, προσβάλλει δε παράλληλα και το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

II. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η βασική αρχή του ποινικού δικαίου «κανένα έγκλημα καμία ποινή χωρίς νόμο (nullum crimen nulla poena sine lege), προκύπτει η δέσμευση της κρατικής εξουσίας και στις τρεις λειτουργίες της (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) να διατηρεί διαρκώς τυποποιημένο το ποινικό φαινόμενο σε ολόκληρη την έκταση του τριπτύχου που το συνθέτει (έννομο αγαθό, έγκλημα, ποινή) (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο-Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 33επ.). Ειδικότερα, από την παραπάνω συνταγματική διάταξη απορρέει η υποχρέωση της νομοθετικής λειτουργίας στο πλαίσιο της τυποποίησης του ποινικού φαινομένου να ορίζει τα στοιχεία της πράξης που τυποποιείται ως αξιόποινη. Η υποχρέωση αυτή έχει μεταξύ άλλων ένα θετικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση ακριβούς προσδιορισμού των στοιχείων της αξιόποινης πράξης (nullum crimen nulla poena sine lege certa), και αφετέρου ένα αρνητικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην απαγόρευση επέκτασης του αξιόποινου χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς πέραν των στοιχείων που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του τυποποιούμενου εγκλήματος. Δηλαδή ο νομοθέτης υποχρεούται αφενός να προσδιορίζει με σαφήνεια τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής της προσβολής του εννόμου αγαθού, την οποία τυποποιεί ως αξιόποινη, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με το ακριβές περιεχόμενό της (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 38 και επίσης Ανδρουλάκη, Nullum crimen sine lege certa, ΠοινΧρ ΚΓ`. 513επ.) και αφετέρου να περιορίσει τον αξιόποινο χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς στην έκταση, η οποία προκύπτει από την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος. Από την άλλη η δικαστική λειτουργία έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος τυποποιεί ως έγκλημα μία συμπεριφορά, εφόσον ο τελευταίος δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις (βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 42επ.).

III. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνάγεται ότι στο πλαίσιο της εξασφάλισης του δικαιώματος προς παροχή δικαστικής προστασίας και της διασφάλισης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, ο οποίος βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση, καθώς εναντίον του στρέφεται ο κατασταλτικός μηχανισμός της Πολιτείας διαθέτει μεταξύ των υπόλοιπων δικαιωμάτων του και το δικαίωμα της παροχής επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισής του, όπως επίσης και της παροχής από μέρους της κρατικής εξουσίας των αναγκαίων προς τούτο διευκολύνσεων (βλ. σχ. Χρυσόγονο, ό.π., σελ. 430επ.). Ωστόσο, με τις διατάξεις των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ θεσμοθετείται για τα πλημμελήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αυτόφωρα, μία ιδιαίτερα συνοπτική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας παραγκωνίζονται και προστατεύονται δευτερογενώς μόνο τα δικαιώματα του κατηγορουμένου προς όφελος της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., ό.π., σελ. 20επ., Αδάμπα σε Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2010, άρθρο 242, αριθ. 1, σελ. 837). Ωστόσο, ο περιορισμός που συνεπάγεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στο δικαίωμα του κατηγορουμένου προς παροχή δικαστικής προστασίας και για εξασφάλιση δίκαιης δίκης είναι ανεκτός κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατά το μέτρο που, σύμφωνα και προς όσα ήδη εκτίθενται ανωτέρω, υφίσταται αποδεικτική ευχέρεια ως προς την απόδοση της αξιόποινης πράξης σε ενοχή του κατηγορουμένου και εφόσον με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται και εξυπηρετείται η άμεση και ταχεία αποκατάσταση της τρωθείσας έννομης τάξης. Επομένως, η υπερβολική από μέρους του νομοθέτη διεύρυνση της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος και σε περιπτώσεις εγκλημάτων, για τα οποία δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα γρήγορης και αποτελεσματικής συλλογής του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού, με βάση την οποία διευρύνεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας και ουσιαστικά φαλκιδεύονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί έναν τέτοιου είδους περιορισμό, συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως επίσης και της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3904/2011 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 ως εξής: «Οποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: (α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, (β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α` υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, (γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, (δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό». Με την ανωτέρω διάταξη τυποποιείται ως έγκλημα η μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 1882/1990 για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: (α) ύπαρξη χρέους του φυσικού αυτουργού προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, (β) βεβαίωση του χρέους από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία ή τελωνείο και (γ) παρέλευση άπρακτου χρονικού διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, έστω και ενδεχόμενος (άρθρα 12, 18 εδ. β`, 26 παρ. 1 εδ. α` και 53 ΠΚ). Το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τη διάταξη αυτή είναι η περιουσία του Δημοσίου, υπό την ειδικότερη μορφή της αποφυγής της αύξησης του παθητικού της. Ειδικότερα, η προσβολή του προστατευόμενου εννόμου αγαθού επέρχεται με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, χωρίς να λάβει χώρα η καταβολή αυτού, οπότε και επέρχεται η αύξηση του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου κατά το ποσό της σχετικής οφειλής. Επομένως, το έγκλημα που τυποποιείται από την παραπάνω διάταξη διαμορφώνεται ως στιγμιαίο, δεδομένου ότι η χρονική στιγμή της τυπικής περάτωσής του σύμφωνα με την αντικειμενική του υπόσταση, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, δεν μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 300επ.), καθώς το αξιόποινο αποτέλεσμα της αύξησης του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου επέρχεται κατά τη στιγμή της παρέλευσης άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας προς καταβολή, το γεγονός δε ότι η σχετική οφειλή εξακολουθεί να υφίσταται και κατά το μεταγενέστερο του χρονικού αυτού σημείου διάστημα είναι ποινικά αδιάφορη, καθώς έχει ήδη ολοκληρωθεί η προσβολή του ως άνω προστατευόμενου έννομου αγαθού. Ωστόσο, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι: «Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής».

Με τη διάταξη αυτή το παραπάνω τυποποιούμενο έγκλημα χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το νομοθέτη ως διαρκές, ενώ από τη νομοτυπική μορφή του, όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα. Μάλιστα, η διάταξη αυτή περικλείει σχήμα οξύμωρο, δεδομένου ότι αφενός γίνεται δεκτός ως χρόνος τέλεσης του εγκλήματος το χρονικό σημείο της παρέλευσης των τεσσάρων (4) μηνών από την βεβαίωση του χρέους, προς το οποίο συνδέεται η κατά τη διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ έναρξη του χρόνου της παραγραφής του, ενώ αφετέρου ορίζεται κατά τρόπο αυθαίρετο και ανακόλουθο προς τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος ότι ο χρόνος τέλεσης αυτού εκτείνεται μέχρι την παρέλευση χρονικού διαστήματος ίσου προς το ένα τρίτο του χρόνου παραγραφής του, δηλαδή για χρονικό διάστημα είκοσι (20) μηνών. Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η εν λόγω διάταξη αντίκειται, σύμφωνα και προς όσα εκτίθενται ανωτέρω (υπό το στοιχείο II) στους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αφενός διότι προκαλεί σύγχυση ως προς τον ορισμό των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του υπό κρίση εγκλήματος, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ο χρόνος ολοκλήρωσης αυτού και αφετέρου διότι επεκτείνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη πέρα από τα στοιχεία της τυποποιούμενης ως έγκλημα πράξης του. Περαιτέρω, από την ιστορικοβουλητική και τη συστηματική ερμηνεία της παραπάνω διάταξης (θέσπιση αυτής μετά την υπογραφή την 03.05.2010 του «Μνημονίου Συνεννόησης» από τον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Κυβέρνησης και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών που μετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, και ενόψει των αυξημένων εισπρακτικών αναγκών που αντιμετωπίζει έκτοτε η ελληνική κυβέρνηση και η ένταξη αυτής στο νόμο 3943/2011, με τον οποίο ρυθμίζονται αποκλειστικά φορολογικής φύσης ζητήματα, όπως επίσης και θέματα που άπτονται των ασφαλιστικών ταμείων) προκύπτει ότι η θέσπιση αυτής δεν είχε ως αντικείμενό της τη συμπλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών ττρος το Δημόσιο, αλλά κατά κύριο λόγο αποσκοπούσε στην επέκταση της δυνατότητας σύλληψης των κατηγορούμενων για την παραπάνω πράξη προσώπων χωρίς σχετικό ένταλμα των αρμόδιων δικαστικών αρχών, όπως και στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων κατά την ειδική διαδικασία για τα αυτόφωρα πλημμελήματα. Με την πρωτοβουλία του δηλαδή αυτή ο νομοθέτης επέκτεινε την έννοια του αυτοφώρου για το συγκεκριμένο αδίκημα, χωρίς ωστόσο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού, καθώς από τη μία καταλύεται πλέον το στοιχείο της εγγύτητας μεταξύ του χρονικού σημείου της τέλεσης της πράξης και του χρόνου εκδίκασης αυτής και από την άλλη δεν υφίσταται το στοιχείο της ευχερούς και ταχείας συλλογής του σχετικού αποδεικτικού υλικού. Ενόψει των ανωτέρω δύναται με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης επιχειρεί να κάμψει την προστασία που παρέχεται στους πολίτες από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, προκειμένου να ενισχύσει την εισπρακτική ικανότητα του Δημοσίου, επισείοντας σε βάρος των οφειλετών του την απειλή της άμεσης σύλληψής τους και της υπαγωγής τους σε έκτακτου χαρακτήρα ποινική διαδικασία, στην οποία όπως προαναφέρθηκε πλήττονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ωστόσο, η εξυπηρέτηση των εισπρακτικών αναγκών του Δημοσίου σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος τον επιχειρούμενο περιορισμό στην προσωπική ασφάλεια και στην παροχή δικαστικής προστασίας, δύναται δε να εξυπηρετηθεί χωρίς την περιστολή των παραπάνω δικαιωμάτων με την λήψη των κατάλληλων διοικητικού χαρακτήρα μέτρων. Κατά συνέπεια ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σύμφωνα προς όσα αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω (υπό τα στοιχεία I και III).

Στην προκειμένη περίπτωση, στις 29-1-2014 κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, η με αριθμό πρωτοκόλλου …….. αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κατερίνης (άρθρο 41 ΚΠΔ) κατά του ………… διότι στην Κατερίνη στις 31/8/2012, 29/1/2013, 11512013, 1/1212013,29/6/2013 και την 31/12/2013, ως Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην Κατερίνη εταιρείας με την επωνυμία κατέβαλε χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: […] το συνολικό δε χρέος του από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24/1/2014) ανέρχεται 397.521,29 ευρώ. Ο υπαίτιος συνελήφθη στις 30-1-2014 και σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. δ-α του ν. 1882/1990, εισήχθη δε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, δικάζοντος κατά την αυτόφωρη διαδικασία, κατά τη συνεδρίαση της 31-1-2014 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση. Καθόσον, ωστόσο, οι επιμέρους πράξεις τελέστηκαν κατά τις ημερομηνίες που ανωτέρω αναφέρονται και όλες έχουν εκφύγει των πλαισίων του αυτοφώρου, το Δικαστήριο κρίνει, δεκτού γενομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού που πρότεινε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ότι η υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προκειμένου να δικασθεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Τούτο δε, λόγω της πρόδηλης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α του ν. 3943/2011), σύμφωνα με την οποία χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μη συντρεχουσών εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα να παραπεμφθεί η υπόθεση προκειμένου να εισαχθεί στο ακροατήριο και να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ως προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο …………….. , κάτοικο Κατερίνης Πιερίας.

Παραπέμπει στην τακτική διαδικασία.

Ορίζει ρητή δικάσιμο την 01-10-2014 και ώρα 09:00`, χωρίς κλήτευση του παρόντα κατηγορουμένου προς τον οποίο γνωστοποιήθηκε η παραπάνω δικάσιμος.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο.

Κατερίνη 03 – 02 – 2014

Η Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης                                                     Η Γραμματέας

 

0
Page 1 of 3 123