Posts Tagged 'ληξιπρόθεσμες οφειλές'

H αποτυχία του θεσμού της Διαμεσολάβησης, με βάση στοιχεία μελέτης

Στο παρελθόν είχε επισημανθεί από το γραφείο μας το γεγονός, ότι ο θεσμός της διαμεσολάβησης στην Ελλάδα δεν μπορεί να εφαρμοστεί, και πως θα οδηγούνταν σε αποτυχία. Τη θέση μας αυτή επιβεβαιώνει η μελέτη που παρουσιάστηκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων Ελλάδας κατά την επίσκεψή της στις 9 Οκτωβρίου 2017. Περισσότερα →

0

Απόφαση 196/2014 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Αριθμός: 196/2014

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Συνεδρίαση της 03ης Φεβρουάριου 2014

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Κασσιανή Μπουροδήμου Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης, Ιωάννης

Μαμαδάς Πλημμελειοδίκης, Μαρία Δουλάμη Πάρεδρος Πρωτοδικείου (Επειδή κωλύονται οι τακτικοί

δικαστές) Ορίστηκε με την αρ. 6/2014 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κατερίνης Δήμητρα

Τσιαρδακλή Αντεισαγγελέας (Επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) Βασιλική Χωρίκη Γραμματέας

Κατηγορούμενος: ….. ……. Κάτοικος: Κατερίνης Πιερίας Παρών

Πράξη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε δημόσια στο ακροατήριό του κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου ύστερα από αναβολή της υπόθεσης κατ` άρθρο 423 παρ. 1 ΚΠΔ, η Προεδρεύουσα εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου ο οποίος εμφανίστηκε, ρωτήθηκε από την Προεδρεύουσα για τα στοιχεία της ταυτότητάς του και είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται πιο πάνω και ότι διορίζει συνήγορο υπεράσπισης του τον παρόντα δικηγόρο Κατερίνης Εμμανουήλ Παπά.

Η Προεδρεύουσα είπε στον κατηγορούμενο ν` ακούσει με προσοχή την κατηγορία και να παρακολουθήσει τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επίσης του είπε ότι έχει δικαίωμα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα και την έρευνα κάθε αποδεικτικού μέσου.

Στη συνέχεια έλαβε το λόγο η Εισαγγελέας, η οποία συνοπτικά ανέφερε την πράξη για την οποία κατηγορεί ο κατηγορούμενος. Επίσης είπε, για να υποστηρίξει την κατηγορία να αναγνωστούν τα έγγραφα που αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου.

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ζήτησε την αναβολή της δίκης και είπε: Η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίζεται ότι χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής και στην ουσία χαρακτηρίζει διαρκές το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, είναι αντίθετη στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου. Στην υπ’αριθ. 1/2011 ερμηνευτική εγκύκλιο που είχε εκδώσει ο κ. αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου όταν θεσπίστηκε το αυτόφωρο αναφέρει ότι «η συμβατότητα της ρύθμισης με τα άρθρα του συντάγματος θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Ζητώ από το δικαστήριό σας α) να κρίνει την ως άνω διάταξη αντισυνταγματική και αντίθετη σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου, β) να κρίνει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, γ) να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία κατ’ άρθρο 424 ΚΠΔ άλλως να αναβληθεί η υπόθεση εντός δεκαπενθημέρου.

Στο σημείο αυτό πήρε το λόγο η Εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η δίκη για την 01-10-2014 και ώρα 09:00`.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παραβρέθηκε και η Γραμματέας, εξέδωσε την παρακάτω απόφαση την οποία η Προεδρεύουσα δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση :

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και 6 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης κατοχύρωσε την προστασία της προσωπικής ελευθερίας υπό την ειδικότερη μορφή της προσωπικής ασφάλειας (βλ. σχ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α’ ατομικές ελευθερίες-πανεπιστημιακές παραδόσεις, δ` έκδοση, σελ. 173). Στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης συνταγματικά αυτής προστασίας του ατόμου από αυθαίρετες καταδιώξεις, συλλήψεις και φυλακίσεις από μέρους της κρατικής εξουσίας, προκειμένου να λάβει νομότυπα χώρα η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η σύλληψη να βρίσκει έρεισμα σε διάταξη νόμου και (β) να εκτελείται με βάση δικαστικό ένταλμα, δηλαδή ένταλμα, το οποίο έχει εκδοθεί από κρατικό όργανο που κατά το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαστική αρχή και περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 87-91 του Συντάγματος (βλ. σχ. Χρυσόγονο, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελ. 216). Το ένταλμα αυτό πρέπει να είναι αιτιολογημένο, να μνημονεύει δηλαδή με ακρίβεια τα στοιχεία του προσώπου που πρόκειται να συλληφθεί (όνομα, επώνυμο, κατοικία, περιγραφή) και να επιδίδεται στο τελευταίο κατά τη στιγμή της σύλληψής του (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180).

Επομένως, τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας στερούνται της δυνατότητας να προβούν με δική τους πρωτοβουλία στη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά κάμπτεται στην περίπτωση του αυτόφωρου εγκλήματος (βλ. Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2008, άρθρο 242, αριθ. 2, σελ. 466). Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Συντάγματος δεν περιέχει αυθεντικό ορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, αλλά αντίθετα επαφίεται για αυτόν στον κοινό νομοθέτη (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180). Ήδη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα έγκλημα ως αυτόφωρο πρέπει να συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) να καταληφθεί κατά το χρονικό σημείο της διάπραξής του ή (β) να έχει τελεστεί πρόσφατα, περίπτωση η οποία συντρέχει, ιδίως όταν ο δράστης καταδιώκεται μετά τη διάπραξη του εγκλήματος από τη δημόσια δύναμη ή τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε κατέχοντας αντικείμενα ή φέροντας ίχνη, από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Η πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις αφορά το γνήσιο αυτόφωρο έγκλημα, ενώ στη δεύτερη από αυτές πρόκειται για την οιονεί ή καταχρηστική μορφή του, στην οποία όμως τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΔ συγκεκριμένο χρονικό όριο, το οποίο συμπίπτει με την παρέλευση της επομένης ημέρας από την τέλεση της πράξης (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., Ποινική Δικονομία-Ειδικές Διαδικασίες, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικασία-Αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως, 1998, σελ. 47επ. και 65επ.). Επομένως, ενόψει της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας αλλά και του τεκμηρίου αθωότητας ο νομοθέτης υπήγαγε στην έννοια του αυτόφωρου εγκλήματος μόνον εκείνες τις αξιόποινες πράξεις, το χρονικό σημείο της κατάληψης του δράστη των οποίων τελεί σε στενή εγγύτητα προς το χρονικό σημείο της διάπραξής τους, καθώς η χρονική αυτή εγγύτητα έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα ταχείας συλλογής των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων. Η αποδεικτική αυτή ευχέρεια απόδοσης της τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων στο πρόσωπο του δράστη τους, η οποία αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, δικαιολογεί την άρση της απαγόρευσης της σύλληψης του τελευταίου χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού εντάλματος και την κάμψη του τεκμηρίου της αθωότητάς του χάριν της ταχείας αποκατάστασης της έννομης τάξης και της αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών και συνιστά περιορισμό των σχετικών δικαιωμάτων του ο οποίος δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή ρητά κατοχυρώνεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση όσα εκτίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι στο πλαίσιο της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας του ατόμου και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, ο νομοθέτης πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη φειδώ ως προς τον καθορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, ώστε σε αυτή να περιλαμβάνονται μόνον οι περιπτώσεις εκείνες των αξιόποινων πράξεων, οι οποίες λόγω της κατάληψης του δράστη τους κατά τη διάρκεια της διάπραξής τους ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά από αυτήν δύνανται με ευχέρεια να αποδοθούν στον τελευταίο. Αντίθετα, οποιαδήποτε νομοθετική απόπειρα διεύρυνσης της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, με σκοπό να καταστεί δυνατή η χωρίς τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας σύλληψη του φερόμενου ως δράστη του, συνιστά ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3, 6 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, προσβάλλει δε παράλληλα και το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

II. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η βασική αρχή του ποινικού δικαίου «κανένα έγκλημα καμία ποινή χωρίς νόμο (nullum crimen nulla poena sine lege), προκύπτει η δέσμευση της κρατικής εξουσίας και στις τρεις λειτουργίες της (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) να διατηρεί διαρκώς τυποποιημένο το ποινικό φαινόμενο σε ολόκληρη την έκταση του τριπτύχου που το συνθέτει (έννομο αγαθό, έγκλημα, ποινή) (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο-Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 33επ.). Ειδικότερα, από την παραπάνω συνταγματική διάταξη απορρέει η υποχρέωση της νομοθετικής λειτουργίας στο πλαίσιο της τυποποίησης του ποινικού φαινομένου να ορίζει τα στοιχεία της πράξης που τυποποιείται ως αξιόποινη. Η υποχρέωση αυτή έχει μεταξύ άλλων ένα θετικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση ακριβούς προσδιορισμού των στοιχείων της αξιόποινης πράξης (nullum crimen nulla poena sine lege certa), και αφετέρου ένα αρνητικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην απαγόρευση επέκτασης του αξιόποινου χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς πέραν των στοιχείων που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του τυποποιούμενου εγκλήματος. Δηλαδή ο νομοθέτης υποχρεούται αφενός να προσδιορίζει με σαφήνεια τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής της προσβολής του εννόμου αγαθού, την οποία τυποποιεί ως αξιόποινη, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με το ακριβές περιεχόμενό της (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 38 και επίσης Ανδρουλάκη, Nullum crimen sine lege certa, ΠοινΧρ ΚΓ`. 513επ.) και αφετέρου να περιορίσει τον αξιόποινο χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς στην έκταση, η οποία προκύπτει από την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος. Από την άλλη η δικαστική λειτουργία έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος τυποποιεί ως έγκλημα μία συμπεριφορά, εφόσον ο τελευταίος δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις (βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 42επ.).

III. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνάγεται ότι στο πλαίσιο της εξασφάλισης του δικαιώματος προς παροχή δικαστικής προστασίας και της διασφάλισης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, ο οποίος βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση, καθώς εναντίον του στρέφεται ο κατασταλτικός μηχανισμός της Πολιτείας διαθέτει μεταξύ των υπόλοιπων δικαιωμάτων του και το δικαίωμα της παροχής επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισής του, όπως επίσης και της παροχής από μέρους της κρατικής εξουσίας των αναγκαίων προς τούτο διευκολύνσεων (βλ. σχ. Χρυσόγονο, ό.π., σελ. 430επ.). Ωστόσο, με τις διατάξεις των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ θεσμοθετείται για τα πλημμελήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αυτόφωρα, μία ιδιαίτερα συνοπτική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας παραγκωνίζονται και προστατεύονται δευτερογενώς μόνο τα δικαιώματα του κατηγορουμένου προς όφελος της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., ό.π., σελ. 20επ., Αδάμπα σε Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2010, άρθρο 242, αριθ. 1, σελ. 837). Ωστόσο, ο περιορισμός που συνεπάγεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στο δικαίωμα του κατηγορουμένου προς παροχή δικαστικής προστασίας και για εξασφάλιση δίκαιης δίκης είναι ανεκτός κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατά το μέτρο που, σύμφωνα και προς όσα ήδη εκτίθενται ανωτέρω, υφίσταται αποδεικτική ευχέρεια ως προς την απόδοση της αξιόποινης πράξης σε ενοχή του κατηγορουμένου και εφόσον με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται και εξυπηρετείται η άμεση και ταχεία αποκατάσταση της τρωθείσας έννομης τάξης. Επομένως, η υπερβολική από μέρους του νομοθέτη διεύρυνση της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος και σε περιπτώσεις εγκλημάτων, για τα οποία δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα γρήγορης και αποτελεσματικής συλλογής του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού, με βάση την οποία διευρύνεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας και ουσιαστικά φαλκιδεύονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί έναν τέτοιου είδους περιορισμό, συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως επίσης και της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3904/2011 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 ως εξής: «Οποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: (α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, (β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α` υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, (γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, (δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό». Με την ανωτέρω διάταξη τυποποιείται ως έγκλημα η μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 1882/1990 για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: (α) ύπαρξη χρέους του φυσικού αυτουργού προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, (β) βεβαίωση του χρέους από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία ή τελωνείο και (γ) παρέλευση άπρακτου χρονικού διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, έστω και ενδεχόμενος (άρθρα 12, 18 εδ. β`, 26 παρ. 1 εδ. α` και 53 ΠΚ). Το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τη διάταξη αυτή είναι η περιουσία του Δημοσίου, υπό την ειδικότερη μορφή της αποφυγής της αύξησης του παθητικού της. Ειδικότερα, η προσβολή του προστατευόμενου εννόμου αγαθού επέρχεται με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, χωρίς να λάβει χώρα η καταβολή αυτού, οπότε και επέρχεται η αύξηση του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου κατά το ποσό της σχετικής οφειλής. Επομένως, το έγκλημα που τυποποιείται από την παραπάνω διάταξη διαμορφώνεται ως στιγμιαίο, δεδομένου ότι η χρονική στιγμή της τυπικής περάτωσής του σύμφωνα με την αντικειμενική του υπόσταση, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, δεν μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 300επ.), καθώς το αξιόποινο αποτέλεσμα της αύξησης του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου επέρχεται κατά τη στιγμή της παρέλευσης άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας προς καταβολή, το γεγονός δε ότι η σχετική οφειλή εξακολουθεί να υφίσταται και κατά το μεταγενέστερο του χρονικού αυτού σημείου διάστημα είναι ποινικά αδιάφορη, καθώς έχει ήδη ολοκληρωθεί η προσβολή του ως άνω προστατευόμενου έννομου αγαθού. Ωστόσο, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι: «Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής».

Με τη διάταξη αυτή το παραπάνω τυποποιούμενο έγκλημα χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το νομοθέτη ως διαρκές, ενώ από τη νομοτυπική μορφή του, όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα. Μάλιστα, η διάταξη αυτή περικλείει σχήμα οξύμωρο, δεδομένου ότι αφενός γίνεται δεκτός ως χρόνος τέλεσης του εγκλήματος το χρονικό σημείο της παρέλευσης των τεσσάρων (4) μηνών από την βεβαίωση του χρέους, προς το οποίο συνδέεται η κατά τη διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ έναρξη του χρόνου της παραγραφής του, ενώ αφετέρου ορίζεται κατά τρόπο αυθαίρετο και ανακόλουθο προς τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος ότι ο χρόνος τέλεσης αυτού εκτείνεται μέχρι την παρέλευση χρονικού διαστήματος ίσου προς το ένα τρίτο του χρόνου παραγραφής του, δηλαδή για χρονικό διάστημα είκοσι (20) μηνών. Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η εν λόγω διάταξη αντίκειται, σύμφωνα και προς όσα εκτίθενται ανωτέρω (υπό το στοιχείο II) στους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αφενός διότι προκαλεί σύγχυση ως προς τον ορισμό των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του υπό κρίση εγκλήματος, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ο χρόνος ολοκλήρωσης αυτού και αφετέρου διότι επεκτείνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη πέρα από τα στοιχεία της τυποποιούμενης ως έγκλημα πράξης του. Περαιτέρω, από την ιστορικοβουλητική και τη συστηματική ερμηνεία της παραπάνω διάταξης (θέσπιση αυτής μετά την υπογραφή την 03.05.2010 του «Μνημονίου Συνεννόησης» από τον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Κυβέρνησης και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών που μετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, και ενόψει των αυξημένων εισπρακτικών αναγκών που αντιμετωπίζει έκτοτε η ελληνική κυβέρνηση και η ένταξη αυτής στο νόμο 3943/2011, με τον οποίο ρυθμίζονται αποκλειστικά φορολογικής φύσης ζητήματα, όπως επίσης και θέματα που άπτονται των ασφαλιστικών ταμείων) προκύπτει ότι η θέσπιση αυτής δεν είχε ως αντικείμενό της τη συμπλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών ττρος το Δημόσιο, αλλά κατά κύριο λόγο αποσκοπούσε στην επέκταση της δυνατότητας σύλληψης των κατηγορούμενων για την παραπάνω πράξη προσώπων χωρίς σχετικό ένταλμα των αρμόδιων δικαστικών αρχών, όπως και στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων κατά την ειδική διαδικασία για τα αυτόφωρα πλημμελήματα. Με την πρωτοβουλία του δηλαδή αυτή ο νομοθέτης επέκτεινε την έννοια του αυτοφώρου για το συγκεκριμένο αδίκημα, χωρίς ωστόσο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού, καθώς από τη μία καταλύεται πλέον το στοιχείο της εγγύτητας μεταξύ του χρονικού σημείου της τέλεσης της πράξης και του χρόνου εκδίκασης αυτής και από την άλλη δεν υφίσταται το στοιχείο της ευχερούς και ταχείας συλλογής του σχετικού αποδεικτικού υλικού. Ενόψει των ανωτέρω δύναται με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης επιχειρεί να κάμψει την προστασία που παρέχεται στους πολίτες από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, προκειμένου να ενισχύσει την εισπρακτική ικανότητα του Δημοσίου, επισείοντας σε βάρος των οφειλετών του την απειλή της άμεσης σύλληψής τους και της υπαγωγής τους σε έκτακτου χαρακτήρα ποινική διαδικασία, στην οποία όπως προαναφέρθηκε πλήττονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ωστόσο, η εξυπηρέτηση των εισπρακτικών αναγκών του Δημοσίου σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος τον επιχειρούμενο περιορισμό στην προσωπική ασφάλεια και στην παροχή δικαστικής προστασίας, δύναται δε να εξυπηρετηθεί χωρίς την περιστολή των παραπάνω δικαιωμάτων με την λήψη των κατάλληλων διοικητικού χαρακτήρα μέτρων. Κατά συνέπεια ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σύμφωνα προς όσα αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω (υπό τα στοιχεία I και III).

Στην προκειμένη περίπτωση, στις 29-1-2014 κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, η με αριθμό πρωτοκόλλου …….. αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κατερίνης (άρθρο 41 ΚΠΔ) κατά του ………… διότι στην Κατερίνη στις 31/8/2012, 29/1/2013, 11512013, 1/1212013,29/6/2013 και την 31/12/2013, ως Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην Κατερίνη εταιρείας με την επωνυμία κατέβαλε χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: […] το συνολικό δε χρέος του από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24/1/2014) ανέρχεται 397.521,29 ευρώ. Ο υπαίτιος συνελήφθη στις 30-1-2014 και σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. δ-α του ν. 1882/1990, εισήχθη δε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, δικάζοντος κατά την αυτόφωρη διαδικασία, κατά τη συνεδρίαση της 31-1-2014 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση. Καθόσον, ωστόσο, οι επιμέρους πράξεις τελέστηκαν κατά τις ημερομηνίες που ανωτέρω αναφέρονται και όλες έχουν εκφύγει των πλαισίων του αυτοφώρου, το Δικαστήριο κρίνει, δεκτού γενομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού που πρότεινε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ότι η υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προκειμένου να δικασθεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Τούτο δε, λόγω της πρόδηλης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α του ν. 3943/2011), σύμφωνα με την οποία χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μη συντρεχουσών εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα να παραπεμφθεί η υπόθεση προκειμένου να εισαχθεί στο ακροατήριο και να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ως προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο …………….. , κάτοικο Κατερίνης Πιερίας.

Παραπέμπει στην τακτική διαδικασία.

Ορίζει ρητή δικάσιμο την 01-10-2014 και ώρα 09:00`, χωρίς κλήτευση του παρόντα κατηγορουμένου προς τον οποίο γνωστοποιήθηκε η παραπάνω δικάσιμος.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο.

Κατερίνη 03 – 02 – 2014

Η Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης                                                     Η Γραμματέας

 

0

Διαδικασία Υπερχρεωμένων Νοικοκυριών

Δημοσιεύθηκε στο Curia.gr

Σκεπτόμενος κανείς την εφαρμογή του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, και ιδίως μετά την τροποποίηση του νόμου Κατσέλη (με το νόμο 4161/2013), είναι λογικό να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα σε ένα λαβύρινθο με προϋποθέσεις, καταληκτικές προθεσμίες και ενέργειες που πρέπει να εφαρμόσει. Ποιες ενέργειες προηγούνται και με ποια σειρά, ποιες ημερομηνίες οφείλουν να  τηρηθούν και πως μπορεί να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, είναι στοιχεία που πρέπει ο οφειλέτης να γνωρίζει εκ των προτέρων, ώστε να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις.

ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ

Α) Πεδίο Εφαρμογής

Καταρχάς, αναγκαίο είναι να διαπιστωθεί εκ των προτέρων αν τυγχάνει εφαρμογή ο νόμος για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά στο πρόσωπό του.  Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου μόνο φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να λάβουν την προστασία του νόμου.

Φυσικά Πρόσωπα:

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω αποκλείονται αυτομάτως οι έχοντες εμπορική ιδιότητα. Εξαιρούνται όμως οι «μικροέμποροι» δηλαδή «εκείνοι των οποίων η άσκηση εμπορικών πράξεων συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο προς τη σωματική τους καταπόνηση και το κέρδος που αποκομίζουν από αυτές αποτελεί αμοιβή της προσωπικής τους εργασίας» (5074/2011 ΕιρΘεσ). Επίσης, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα δικαιούνται να αιτηθούν δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους βάσει των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές:

Τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα εν τέλει που υπάγονται στο νόμο πρέπει να έχουν από τις συνολικές οφειλές τους στις τράπεζες, τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος που έχει για παράδειγμα λάβει 3 τραπεζικά δάνεια και το ένα έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ενώ στα άλλα δύο εξοφλεί τις δόσεις του εμπρόθεσμα και ολοσχερώς, εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης του ή των ληξιπρόθεσμων, στη συνολική ρύθμιση των οφειλών, ακόμη και αυτών των οποίων δεν έληξε η προθεσμία εκπλήρωσης. Ληξιπρόθεσμη είναι η  οφειλή όταν έχει παρέλθει η προθεσμία πληρωμής έστω και μία δόσης.

Μόνιμη αδυναμία πληρωμής:

Επιπλέον, η αδυναμία πληρωμής της ή των ληξιπρόθεσμων οφειλών, πρέπει να είναι μόνιμη. Δηλαδή, όταν από τα μηνιαία έσοδα του οφειλέτη δεν μπορούν να εξοφληθούν επί μακράν οι μηνιαίες δόσεις των δανείων του, αφού αφαιρεθούν πρώτα τα αναγκαία έξοδα βιοπορισμού του, τότε ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Δεν υπάγεται δηλαδή στο νόμο κάποιος που βραχέως για οποιοδήποτε λόγο, είτε κάποιου τυχαίου γεγονότος, είτε αμέλειας πληρωμής κάποιας δόσης, περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, ενώ βάσιμα, μπορεί σύμφωνα με τα εισοδήματα του να εξοφλεί τακτικά τις δόσεις των δανείων του.

Έλλειψη δόλου του δανειολήπτη:

Δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από πλευράς του πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Για να έχουμε δόλο πρέπει οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο οφειλέτης απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, να εξειδικεύονται, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες εν προκειμένω) έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους (βλ. Ειρ.Αθ. 15/Φ1/2011 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιες ενέργειας θα μπορούσαν να είναι για παράδειγμα, η απόκρυψη της γνώσης του οφειλέτη, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα πρόκειται να χάσει την εργασία του, και παρά ταύτα αιτείται τη χορήγηση στεγαστικού ή άλλου καταναλωτικού δανείου, όπως για την αγορά μίας οικίας ή ενός αυτοκινήτου, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των δόσεων, για το λόγο ότι δεν θα  εργάζεται.

Σε περίπτωση που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με το πεδίο εφαρμογής, αφήνουμε το ερώτημα για το Δικηγόρο μας (βήμα Δ).

Β) Επιθυμητό Αποτέλεσμα

Αν πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, τότε πρέπει να θέσουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή ποιος θα είναι ο σκοπός που θέλουμε να επιτύχουμε με την ένταξη μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί αφενός και ξεκινήσει η διαδικασία με μόνη τη γνωστοποίηση προς τους πιστωτές μας ότι επιθυμούμε την εφαρμογή του νόμου στο πρόσωπο μας (πχ με την αίτηση για βεβαίωση οφειλών), τότε θα πρέπει να προσμένουμε και αντίδραση από το δανειστή μας, όπως γρήγορη διαδικασία για έκδοση διαταγής πληρωμής, κατάσχεσης κλπ, «μαύρισμα» και κλείδωμα οποιονδήποτε δυνατοτήτων υπήρξαν για παροχή και πιθανή χορήγηση  άλλων δανείων. Σημειωτέον, ότι η προστασία του δανειολήπτη πλέον ξεκινά με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο ειρηνοδικείο. Συνεπώς, οποιαδήποτε ενέργεια της τράπεζας, όπως έκδοση διαταγής πληρωμής ή κατάσχεση πριν την κατάθεση της αίτησης μας, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με άλλα δικαστικά μέτρα, αυτά της ανακοπής και αναστολής. Για το λόγο αυτό όλες οι κινήσεις θα πρέπει να είναι συντονισμένες και οργανωμένες για να μην υπάρξουν απρόοπτα. Το επιθυμητό αποτέλεσμα ένταξης στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά μπορεί μόνο να βγει, αν συγκεντρώσουμε όλες τις οφειλές μας, καθώς και όλα τα περιουσιακά μας στοιχεία, σε συνάρτηση και με τυχόν μηνιαίο εισόδημα. Άρα, σκοπός μπορεί να είναι η μείωση της δόσης του δανείου, κάτι για το οποίο η τράπεζα δεν έδειχνε πρόθυμη, ή η επί μακρόν προστασία της κύριας κατοικίας μας με δικαστική απόφαση για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, ή ακόμη και το κούρεμα των οφειλών μας. Όμως, οφείλουμε να γνωρίζουμε, ότι αν έχουμε κάποιο περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να εκποιηθεί για να εξοφληθεί κάποια οφειλή μας, πέραν της κύριας κατοικίας μας δεν τυγχάνει προστασίας. Άρα, είναι δυνατόν να πάμε για μαλλί και να βγούμε κουρεμένοι, για παράδειγμα χάνοντας ένα εξοχικό, ένα κατάστημα ή έναν εκμεταλλεύσιμο αγρό, προκειμένω να μειώσουμε μόνο τη δόση του δανείου μας. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα προς αποφυγή για αυτό και είναι σωστό πριν ξεκινήσουμε να προκαταβάλλουμε, όσο είναι αυτό δυνατόν το αποτέλεσμα, σε συνάρτηση με τις επιθυμίες μας.

Παράλληλα με τα ανωτέρω, πρέπει να έχουμε υπόψιν μας, και τους τυχόν εγγυητές που έχουν εγγυηθεί τα δάνεια μας, καθώς οι τράπεζες σε περίπτωση που υπαχθούμε στο νόμο περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών θα στραφούνε κατά αυτών και θα αξιώσουνε την ολοσχερή εξόφληση των δανείων μας. Άρα, αφενός θα πρέπει να γνωρίζουμε αν υφίστανται εγγυητές, και αφετέρου σε καταφατική περίπτωση αν είμαστε διατεθειμένοι να τους εκθέσουμε στον κίνδυνο των οφειλών μας.

Οτιδήποτε απορίες προκύψουν, τις γράφουμε σε ένα χαρτί για να τις συζητήσουμε με το Δικηγόρος μας (βήμα Δ).

Γ) Συγκέντρωση απαραίτητων εγγράφων

Γενικά τα έγγραφα που πρέπει να συγκεντρώσουμε είναι των εισοδημάτων, των οφειλών των περιουσιακών και προσωπικών στοιχείων, τόσο του αιτούντος όσο και του/της συζύγου του/της.

– Ξεκινάμε με ότι έχει να κάνει με τα δάνεια μας, ήτοι δανειακές μας συμβάσεις, μηνιαίοι λογαριασμοί, τυχόν εξώδικα για ληξιπρόθεσμες οφειλές ή καταγγελίες συμβάσεων. Προσοχή, όταν έχουμε λάβει καταγγελία, πολύ σύντομα ακολουθεί διαταγή πληρωμής ή και κατάσχεση, για αυτό ο χρόνος είναι περιορισμένος. (Τις βεβαιώσεις οφειλών τις αφήνουμε για το τέλος).

– Ακολουθούν συμβόλαια ακινήτων με τα στοιχεία από τυχόν βάρη των ακινήτων (υποθήκες, κατασχέσεις, προσημειώσεις..), καθώς και οι σχετικές δηλώσεις προς την εφορία (Ε9, ΕΤΑΚ) και κάθε λογής έγγραφα άλλης περιουσίας (κινητά, αυτοκίνητα, άυλες αξίες κλπ), όπως άδειες κυκλοφορίας, αξιόγραφα, κλπ. Δεν πρέπει να αφεθεί τίποτε εκτός, καθώς στο τέλος η αίτηση προς το Δικαστήριο θα πάσχει από ακυρότητα.

– Τα φορολογικά στοιχεία μας, όπως τα εκκαθαριστικά των τελευταίων 3-4 ετών και οι αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις (Ε1) και φυσικά αν υπάρχουν εκμισθώσεις ακινήτων οι αντίστοιχες δηλώσεις (Ε2). Αν δε το φυσικό πρόσωπο είναι ελεύθερος επαγγελματίας που εμπίπτει στο νόμο και τις δηλώσεις Ε3.

– Αν ο αιτών ή (και) ο/η σύζυγος του/της είναι άνεργος βεβαίωση -εις από τον ΟΑΕΔ για το συνολικό χρόνο ανεργίας τουλάχιστον για τα τελευταία τρία έτη.

– Αν υπάρχει εργασία, ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών τελευταίων τριών ετών, καθώς και μηνιαίες βεβαιώσεις αποδοχών τριών τελευταίων μηνών.

– Αν υπάρχει σύνταξη, βεβαιώσεις όπως ανωτέρω των συντάξεων, και τυχόν εφάπαξ.

– Οτιδήποτε άλλο συνεισφέρει στην αύξηση του εισοδήματος μας.

– Ιατρικά έγγραφα, γνωματεύσεις επιτροπών σε περίπτωση προβλήματος υγείας / αναπηρίας.

– Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης τελευταίου τριμήνου.

– Βεβαιώσεις σπουδών τέκνων μας.

– Αποδείξεις μηνιαίων εξόδων οικογενείας (ΔΕΚΟ, τηλεφωνία, θέρμανση, αγορές ρουχισμού/υποδημάτων, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καύσιμα/μεταφορές, φροντιστηρίων, ψυχαγωγίας κλπ), οι οποίες θα πρέπει να συλλέγονται και να οργανώνονται κατά μήνα, αρχής γενομένης τρεις μήνες πριν την κατάθεση της αίτησης προς το Δικαστήριο και έως την οριστική συζήτηση της αιτήσεως.

Δ) Ραντεβού με Δικηγόρο

Κλείνουμε ένα ραντεβού με το δικηγόρο μας, προκειμένω να συζητήσουμε την υπαγωγή μας στο νόμο των υπερχρεωμένων νοικοκυριών (βήμα Α). Κατά τη συνάντηση, του κοινοποιούμε τις προθέσεις μας (βήμα Β) και εμφανίζουμε όλα τα ανωτέρω παραστατικά/έγγραφα (βήμα Γ). Κατά τη συζήτηση πρέπει να είμαστε απόλυτα ειλικρινής σε ΟΛΑ, καθώς αν αποκρύψουμε οτιδήποτε ίσως να είναι μοιραίο για τη θετική έκβαση της αιτήσεως μας στο Δικαστήριο. Αφενός απαντάμε ειλικρινά στις ερωτήσεις, αφετέρου προσθέτουμε τυχόν στοιχεία που δεν έχουν αναφερθεί.

Ο Δικηγόρος εν τέλει θα μας ενημερώσει για τις δυνατότητες υπαγωγής μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τους κινδύνους που τυχόν προκύψουν, το ποσοστό επιτυχίας της αίτησης, κατ’ εκτίμηση και βάσει προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων, τα στάδια υπαγωγής κατ’ εφαρμογή του νόμου  και τα χρήματα που θα κληθούμε να καταβάλουμε (αμοιβή/έξοδα).

Ε) Η απόφαση

Τέλος, ΜΟΝΟ αν πάρουμε τελικά την απόφαση να ενταχθούμε στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, υπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, τότε και μόνο συζητούμε με το Δικηγόρο για την αίτηση χορήγησης Βεβαιώσεων οφειλών από τις τράπεζες. Συνήθως, γίνεται το λάθος είτε οι οφειλέτες, άρα και ορισμένοι δικηγόροι να ζητούν να χορηγηθούν οι βεβαιώσεις οφειλών, πριν γίνει συζήτηση και εκτίμηση της κατάστασης του οφειλέτη. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, που οφειλέτες, είτε δεν μπορούσαν εκ του νόμου να υπαχθούν στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, (λόγω της ιδιότητας τους πχ εμπορική ιδιότητα, οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή έχουν δημιουργηθεί μέσα στο τελευταίο έτος κλπ), είτε οι προθέσεις τους δεν συνέπιπταν με την κατάσταση τους και το εκτιμώμενο αποτέλεσμα, με συνέπεια να έχουν χορηγηθεί ήδη βεβαιώσεις οφειλών, και να μπουν στις μαύρες λίστες των τραπεζών κινδυνεύοντας άμεσα με καταγγελία των συμβάσεων τους, με διαταγές πληρωμής και κατασχέσεις. Βέβαια, αυτά μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, όμως η αίτηση για χορήγηση βεβαίωσης οφειλών από μόνη της επιταχύνει τα αντανακλαστικά των τραπεζών.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ

Αφού λάβουμε την απόφαση μας να προχωρήσουμε, τότε εξουσιοδοτούμε το Δικηγόρο μας για τις απαραίτητες ενέργειες, υπογράφουμε την υπεύθυνη δήλωση περί ειλικρίνειας και αποφασίζουμε για το ποιος (δικηγόρος ή οφειλέτης) θα καταθέσει τις αιτήσεις για τις βεβαιώσεις οφειλών προς τις τράπεζες. Η ενέργεια αυτή είναι τυπική, συνήθως όμως οι τράπεζες ταλαιπωρούν τους οφειλέτες κατά τη διαδικασία της αίτησης.

Παράλληλα με την εκάστοτε αίτηση βεβαίωσης οφειλών, αποφασίζουμε αν θα συμπεριλάβουμε αίτημα για χορήγηση αντιγράφων των δανείων μας. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που δεν έχουμε αντίγραφο του δανείου μας, το οποίο μας χρησιμεύει αφενός για τη σύνταξη της αίτησης, για την έρευνα τυχόν καταχρηστικών όρων, άλλα και για να ενημερωθούμε για τυχόν εγγυητές που αμελήσαμε. Επίσης, ζητούμε στις βεβαιώσεις να αναφέρεται απαραιτήτως (κάτι που αμελούν ορισμένες τράπεζες) το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης.

Οι βεβαιώσεις οφειλών χορηγούνται το αργότερο δέκα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης προς τις τράπεζες. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, ο δικηγόρος έχει ήδη οργανώσει το φάκελο του οφειλέτη, και προσχεδιάσει την αίτηση προς το Δικαστήριο. Με τη χορήγηση των βεβαιώσεων οφειλών, οριστικοποιούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της αίτησης και συμφωνείται ο τρόπος και ο χρόνος κατάθεσης της αίτησης προς το Δικαστήριο.  Η αίτηση μπορεί να κατατεθεί είτε από τον ίδιο τον οφειλέτη με τη σύμπραξη του Δικηγόρου είτε μόνο από το Δικηγόρο. Διαφορές υπάρχουν μόνο ως προς το οικονομικό.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Α) Κατάθεση αίτησης

Με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, ουσιαστικά ο οφειλέτης επέρχεται σε κατάσταση ασυλίας έναντι των τραπεζών. Ορίζεται ημερομηνία εντός δύο μηνών από την αίτηση, είτε επικύρωσης ενδεχόμενου προδικαστικού συμβιβασμού της τράπεζας με τον οφειλέτη, είτε συζήτησης προσωρινής διαταγής για τη λήψη προληπτικών μέτρων, καθώς και ημερομηνία δικασίμου της αίτησης. Μέχρι την ημερομηνία της επικύρωσης ή της προσωρινής διαταγής, δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του.

Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει σε μηνιαίες καταβολές προς τις τράπεζες, ποσού 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως, επιμερίζοντας αναλογικά και βάσει των οφειλών σε κάθε τράπεζα. Αυτό σημαίνει, ότι αν ο οφειλέτης έχει 3 τραπεζικά δάνεια της τάξης των μηνιαίων δόσεων 100€ στην πρώτη τράπεζα, 150€ στη δεύτερη και 250€ στην Τρίτη, τότε οφείλει από την κατάθεση της αίτησης να πληρώνει τις δόσεις του σε ποσοστό 10% αυτών, ήτοι 10€ στην πρώτη, 15€ στη δεύτερη και 25€ στην Τρίτη. Το άθροισμα δε των ποσών αυτών δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 40€.

Β) Επίδοση αίτησης

Αντίγραφο της κατατεθείσας αίτησης πρέπει να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή εντός 15 ημερών από την κατάθεση σε όλες τις τράπεζες, άλλα και τους εγγυητές.

Γ) Επικύρωση συμβιβασμού ή προσωρινή διαταγή

Κατά την ημερομηνία που ορίσθηκε  για επικύρωση του συμβιβασμού, ο Ειρηνοδίκης υπηρεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, επικυρώνει τυχόν συμφωνία μας με τις τράπεζες, άλλος χορηγεί ή απορρίπτει αιτηθείσα προσωρινή διαταγή. Αν υπάρχει συμβιβασμός με τις τράπεζες, τότε ανακαλείτε η αίτηση, άλλως τηρείται η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης με ή χωρίς προσωρινή διαταγή που θα χορηγηθεί. Η τυχόν χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή αφενός θα προστατέψει τον οφειλέτη από την εκτελεστική διαδικασία εις βάρος του, αφετέρου υπάρχει περίπτωση να υποχρεωθεί στην καταβολή ορισμένης δόσης έως την εκδίκαση της αίτησης. Δύναται όμως υπό ορισμένες περιπτώσεις να ορισθεί καταβολή μηδενικής δόσης έως την έκδοση οριστικής απόφασης από το Δικαστήριο.

Δ) Συζήτηση στο ακροατήριο

Πρόκειται για το τελικό στάδιο, κατά το οποίο συζητείται η αίτηση του οφειλέτη. Το Δικαστήριο μπορεί να κάνει καθ’ όλη δεκτή την αίτηση και να ορίσει ως απόφαση αυτά που προτάθηκαν εξ’ αρχής από τον οφειλέτη κατά την κατάθεση της αίτησης, μπορεί να δεχθεί μερικώς την αίτηση και να ορίσει το ίδιο τη διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής της οφειλής του οφειλέτη, ή μπορεί και να απορρίψει την αίτηση. Σε κάθε δε περίπτωση υπάρχει το δικαίωμα στην έφεση τόσο του οφειλέτη όσο και των τραπεζών.

Πιθανή συμφωνία και συμβιβασμός του οφειλέτη με τις δανείστριες τράπεζές του μπορεί να επικυρωθεί από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας έως τη συζήτηση στο ακροατήριο. Το σχέδιο συμβιβασμού αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η συμφωνία είναι ισχυρή και πραγματοποιήσιμη όταν την αποδέχονται πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων,

Ο οφειλέτης, οφείλει είτε κατά τον δικαστικό συμβιβασμό είτε κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών να τηρεί τις υποχρεώσεις. Σε περίπτωση που καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του από τη ρύθμιση.

1

Ρύθμιση «ανάσα» για 97.343 στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν από τράπεζες μέσω ΟΕΚ

Οριστικοποιήθηκαν σήμερα οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη ρύθμιση των στεγαστικών δανείων με επιδοτούμενο επιτόκιο που είχαν χορηγηθεί σε δικαιούχους του τ. Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), κατά τη διάρκεια σύσκεψης στο υπουργείο Εργασίας.

Τη ρύθμιση ανάσα, η οποία αφορά 97.343 ενεργά δάνεια συνολικού ποσού 2,8 δισ. και όλες τις συμβεβλημένες με τον πρώην ΟΕΚ τράπεζες, παρουσίασε ο υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Γιάννης Βρούτσης.

Βάσει της ρύθμισης οι τράπεζες θα δέχονται επιμήκυνση των δανείων κατά μέγιστο 10 έτη, χωρίς να χάνεται η επιδότηση επιτοκίου και έτσι θα επιτυγχάνεται μια σημαντική μείωση στη μηνιαία καταβαλλόμενη τοκοχρεολυτική δόση που -κατ’ εκτίμηση- θα κινηθεί μεσοσταθμικά στο 50% (ανάλογα και σε ποιο έτος ζωής του δανείου βρίσκεται).

Έτσι, ανάλογα το δάνειο, η μείωση θα ξεκινά από 38% και θα φθάνει για δάνεια που βρίσκονται κοντά στην εξόφληση το 90%.

Δικαιούχοι ένταξης στη ρύθμιση είναι όλοι οι δανειολήπτες οι οποίοι δεν έχουν υπερβεί το συμβατικό χρόνο διακοπής των 180 ημερών. Διευκρινίστηκε, πάντως, ότι ο χρόνος των 180 ημερών υπολογίζεται από τη δημοσίευση της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης και κατά συνέπεια οι δανειολήπτες θα πρέπει να συνεχίσουν να πληρώνουν. Όπως ανέφερε ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Χρήστος Γκόρτσος, μόλις 2.000 δάνεια έχουν υπερβεί σε καθυστέρηση τους έξι μήνες.

Το υπουργείο Εργασίας έδωσε χαρακτηριστικά παραδείγματα για το περιεχόμενο της ρύθμισης:

1. Οικογένεια η οποία έχει πάρει 15ετές δάνειο 150.000 ευρώ, με επιδότηση επιτοκίου και βρίσκεται στην αρχή του 4ου έτους (μένουν δηλαδή 6 επιδοτούμενα έτη/12 συνολικά), έχει κατά προσέγγιση υπόλοιπο δανείου 125.138 ευρώ.

Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση, η μηνιαία δόση θα μειωθεί από 985 ευρώ σε 594 ευρώ (-40%).

2. Οικογένεια η οποία έχει πάρει 15ετές δάνειο 150.000 ευρώ με επιδότηση επιτοκίου και βρίσκεται στην αρχή του 5ου έτους (μένουν δηλαδή 5 επιδοτούμενα έτη/11 συνολικά), έχει κατά προσέγγιση υπόλοιπο δανείου 116.341 ευρώ.

Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση, η μηνιαία δόση θα μειωθεί από 989 ευρώ σε 572 ευρώ(-42%).

3. Οικογένεια η οποία έχει πάρει 15ετές δάνειο 150.000 ευρώ με επιδότηση επιτοκίου και βρίσκεται στην αρχή του 7ου έτους (μένουν δηλαδή 3 επιδοτούμενα έτη/9 συνολικά), έχει κατά προσέγγιση υπόλοιπο δανείου 97.937 ευρώ.

Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση, η μηνιαία δόση θα μειωθεί από 997 ευρώ σε 522 ευρώ (-48%).

4. Οικογένεια η οποία έχει πάρει 15ετές δάνειο 150.000 ευρώ με επιδότηση επιτοκίου και βρίσκεται στην αρχή του 8ου έτους (μένουν δηλαδή 2 επιδοτούμενα έτη/8 συνολικά), έχει κατά προσέγγιση υπόλοιπο δανείου 88.313 ευρώ.

Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση, η μηνιαία δόση θα μειωθεί από 1.001 ευρώ σε 492 ευρώ (-51%).

Τα δάνεια που ρυθμίζονται ήταν 15ετούς διάρκειας, χορηγούμενα από συμβεβλημένες με τον πρώην ΟΕΚ τράπεζες, με επιδότηση επιτοκίου από τον τ. ΟΕΚ για τα πρώτα 9 έτη. Τα τελευταία δάνεια αυτού του προγράμματος χορηγήθηκαν το 2011. Ως γνωστόν, διάδοχος του ΟΕΚ, που καταργήθηκε τον Φεβρουάριο του 2012, κατέστη καθολικός ο ΟΑΕΔ, ο οποίος σήμερα έχει και την αρμοδιότητα.

Η ρύθμιση δεν περιλαμβάνει τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί απευθείας από τον πρώην ΟΕΚ, ενώ η σχετική νομοθετική ρύθμιση θα θεσπιστεί εντός του Οκτωβρίου και θα ακολουθήσει η έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης των υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας.

«Με παρότρυνση του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, εργαστήκαμε αθόρυβα, αλλά εντατικά και παρουσιάζουμε σήμερα μια ακόμη σημαντική κοινωνική πρωτοβουλία που δίνει βαθιά ανάσα σε 97.343 οικογένειες εργαζομένων που έχουν λάβει στεγαστικά τραπεζικά δάνεια με επιδότηση επιτοκίου από τον πρώην Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας» δήλωσε μεταξύ άλλων ο υπουργός Εργασίας και προσέθεσε ότι η ρύθμιση κατέστη δυνατή «χάρη στην αγαστή συνεργασία με το υπουργείο Ανάπτυξης, τον διοικητή του ΟΑΕΔ και την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, τους οποίους και ευχαριστώ όλους δημόσια».

«Δημιουργούμε, σε στέρεες βάσεις και με όρους δικαιοσύνης, διαφάνειας και αποτελεσματικότητας, έναν ισχυρό ιστό κοινωνικής προστασίας. Χτίζουμε από την αρχή το κοινωνικό πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας» τόνισε ο κ. Βρούτσης και ανέφερε ότι «το αμέσως επόμενο διάστημα, φέρνουμε το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, μια σημαντική κοινωνική καινοτομία, ένα νέο και ολοκληρωμένο θεσμό που θα αποτελέσει τον ισχυρό πυλώνα της κοινωνικής αλληλεγγύης στην Ελλάδα του αύριο».

«Η σημερινή κυβερνητική πρωτοβουλία αποτελεί συνέχεια των βελτιώσεων για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και των διευκολύνσεων για τους ενήμερους δανειολήπτες, που θεσπίσαμε τον Ιούνιο»ανέφερε ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας Θανάσης Σκορδάς και τόνισε ότι η ρύθμιση αποτελεί «ουσιαστική ελάφρυνση για 97.343 οικογένειες βιοπαλαιστών, που τα φέρνουν πέρα με μεγάλη δυσκολία».

«Με την προτεινόμενη ρύθμιση ικανοποιείται ένα δίκαιο αίτημα» ανέφερε ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Χρήστος Γκόρτσος και τόνισε ότι «πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι τα πιστωτικά ιδρύματα θα στηρίξουν απόλυτα τη συγκεκριμένη ενέργεια και θα εφαρμόσουν απόλυτα τις προτεινόμενες ρυθμίσεις», ενώ προσέθεσε ότι «οι τράπεζες, ήδη από την αρχή της κρίσης την οποία βιώνουμε, από το 2009-2010, προβαίνουν σε εξαιρετικές και ευνοϊκές ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία δανείων και για τις επιχειρήσεις και για τα νοικοκυριά, για την πελατεία τους δηλαδή, συναισθανόμενες απόλυτα τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία».

«Οι δράσεις μας έχουν ως κριτήριο το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον και την διευκόλυνση των οικονομικά ευαίσθητων ομάδων» δήλωσε μετά τη σύσκεψη ο διοικητής του ΟΑΕΔ Θόδωρος Αμπατζόγλου και τόνισε ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση «δίνει λύση σε χιλιάδες δανειολήπτες οι οποίοι μέσω της επιμήκυνσης θα πληρώνουν σημαντικά μικρότερη δόση κάθε μήνα».

Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας Θανάσης Σκορδάς, ο γενικός γραμματέας Καταναλωτή Γιώργος Στεργίου, ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Χρήστος Γκόρτσος, ο διευθυντής της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Γιώργος Καμπουράκης και ο διοικητής του ΟΑΕΔ Θόδωρος Αμπατζόγλου.

πηγή: imerisia.gr

0

Ο Νόμος 3869/2010 (υπερχρεωμένα νοικοκυριά) όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 4161/2013

Ο νόμος 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά παρουσιάζεται παρακάτω, όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο 4161/2013 και ισχύει σήμερα. Οι αλλαγές που επήλθαν στο νόμο και ισχύουν εντοπίζονται σε χρώμα μπλε.

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση «των οφειλών τους» και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής.

2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε

α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4 είτε

β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού , τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε

γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α’ 151 ).

3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά.

 

Άρθρο 2

Διαδικασία Προδικαστικού συμβιβασμού

1. Τα μέρη δύνανται πριν την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 παράγραφος 1 του παρόντος να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση που επιλεγεί αυτή η διαδικασία και αποτύχει, ο οφειλέτης δύναται να καταθέσει την αίτηση του άρθρου 4 του παρόντος ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου με το αναφερόμενο στο άρθρο 4 του παρόντος περιεχόμενο, καθώς και αντίγραφο του πρακτικού αποτυχίας της διαμεσολάβησης.

Μετά την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, ο οφειλέτης υποχρεούται να ακολουθήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 διαδικασία. Στο πλαίσιο του προδικαστικού συμβιβασμού, ο οφειλέτης δύναται να ζητά τη συμβουλευτική συνδρομή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, της Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ν. 225111994 (Α ‘ 191) της Ένωσης Καταναλωτών που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 225111994 ή του Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών ή δικηγόρου.

Οι παράγραφοι 2 και 3 καταργούνται.

4. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να του παραδώσουν χωρίς επιβάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται η οφειλή, καθώς και να τον ενημερώσουν εwράφως για το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλλει για κάθε παράβαση της υποχρέωσης της παρούσας παραγράφου πρόστιμο που ανέρχεται από πεντακόσια έως δέκα χιλιάδες ευρώ. Οι καταγγελίες για τις παραβάσεις αυτές κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

5. Αν εκχωρηθεί απαίτηση πιστωτή προς τρίτους, ο εκδοχέας που δεν έχει κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια οφείλει να ορίσει αντίκλητο στην Ελληνική Επικράτεια κατά το άρθρο 142 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη. Μέχρι τη γνωστοποίηση τεκμαίρεται ως αντίκλητος ο τελευταίος εκχωρητής της απαίτησης με κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια.»

 

Άρθρο 3

Αρμόδιο δικαστήριο – Διαδικασία

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του, άλλως τη συνήθη διαμονή του. Το αρμόδιο Ειρηνοδικείο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

 

Άρθρο 4

Κατάθεση αίτησης και εγγράφων

1. Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του , β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

2. Η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από: α. έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους και β. υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α ‘ και β ‘ της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 159911986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 247911997 (Α’ 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου. Τα υπό α ‘ και β ‘ έwραφα μπορούν να υποβάλλονται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης.»

3. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία κατάθεσής της. Με την κατάθεση της αίτησης προσδιορίζεται και η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε θα επικυρωθεί ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη είτε θα συζητηθεί ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων εφαρμόζεται το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς δύο (2) μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του. Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει στις μηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 εδάφιο γ’ του παρόντος.»

Η παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 καταργείται.

5. Με την υποβολή της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας του όλα τα έγγραφα και στοιχεία της υπόθεσης.

6. Αν δεν συμπεριληφθεί στην κατάσταση της παραγράφου 1 πιστωτής, η απαίτησή του δεν επηρεάζεται από την πορεία της διαδικασίας που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται υποδείγματα των πιστοποιητικών, δηλώσεων, καταστάσεων και σχεδίων διευθέτησης οφειλών που προβλέπονται στο νόμο αυτόν.

 

Άρθρο 5

Προδικασία

1. Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση να επιδώσει την αίτηση στους πιστωτές και τους εγγυητές. Εντός μηνός από την επίδοση οι πιστωτές οφείλουν να καταθέσουν στο φάκελο τις απόψεις τους για το σχέδιο ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος.

Οι πιστωτές μπορούν να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις συναίνεσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 2-4 του παρόντος, επέρχεται ο προδικαστικός συμβιβασμός των μερών. Ο συμβιβασμός των μερών επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη στην ταχθείσα ημέρα, κατά τα άρθρα 210 επ. και 293 Κ.Πολ.Δ., και επιφέρει την ανάκληση της αίτησης.

2. Αν δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα επικύρωσης κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή πιστωτή ή και αυτεπαγγέλτως την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, καθώς και την καταβολή μηνιαίων δόσεων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, οι οποίες κατανέμονται συμμέτρως, εφόσον πρόκειται για καταβολές του άρθρου 8 παράγραφος 2, ή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 παράγραφος 2, εφόσον υφίσταται αίτημα εξαίρεσης εκποίησης των δικαιωμάτων στην κύρια κατοικία. Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 ή αντίστοιχα του άρθρου 9 παράγραφος 2. Το ποσό των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών θα πρέπει να είναι εύλογο με βάση την οικονομική κατάσταση του αιτούντος, ωστόσο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση στο παραπάνω όριο υφίσταται, αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 5 του παρόντος, περίπτωση κατά την οποία ορίζεται από τον Ειρηνοδίκη χαμηλότερη ή μηδενική δόση. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον Ειρηνοδίκη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 11 παρ.2 του ν.3869/2010. Η επικύρωση ή η όποια απόφαση ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται κατά το άρθρο 758 με δυνατότητα προσωρινής ρύθμισης κατά το άρθρο 781 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

 

Άρθρο 6

Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων

1. Μετά τη συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη. Μετά την υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά του οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται έως την έκδοση της οριστικής απόφασης επί του σχεδίου διευθέτησης εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

2. Το δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον που δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4.

3. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους.

Η παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 καταργείται

5. Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

 

Άρθρο 7

Δυνατότητα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς

1. Οι οφειλέτες και οι πιστωτές δύνανται να συμβιβάζονται και μετά την ημέρα επικύρωσης έως την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, οπότε εμφανίζονται ενώπιον του Ειρηνοδίκη, υποβάλλουν το σχέδιο και ζητούν την επικύρωσή του. Το σχέδιο επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη και αποκτά πλέον ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η αίτηση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές ανακαλείται αυτοδικαίως.

2. Αν συγκατατίθενται στο σχέδιο πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων, ο Ειρηνοδίκης υποκαθιστά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την έλλειψη συγκατάθεσης των πιστωτών που αντιτίθενται καταχρηστικά στο συμβιβασμό. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι επήλθε ο συμβιβασμός και η αίτηση για την απαλλαγή από τα χρέη ανακαλείται αυτοδικαίως. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιδώσει στους πιστωτές, οι οποίοι δεν συγκατατίθενται αντίγραφο, του επικυρωμένου σχεδίου.

3. Δεν επιτρέπεται υποκατάσταση της συγκατάθεσης πιστωτή όταν: α) η απαίτηση του πιστωτή που αντιτίθεται δεν ικανοποιείται σε ανάλογο, σε σχέση με τους άλλους πιστωτές, βαθμό ή β) σε περίπτωση εφαρμογής του σχεδίου, ο πιστωτής που αντιτίθεται αποδεικνύει ότι θα περιέλθει σε δυσμενέστερη οικονομικά θέση από αυτήν στην οποία θα περιερχόταν, αν συνεχιζόταν η διαδικασία απαλλαγής του οφειλέτη από τις οφειλές, ή γ) αμφισβητείται απαίτηση από οφειλέτη ή οποιονδήποτε πιστωτή.

4. Οι πιστωτές δεν αποκτούν απαίτηση κατά του οφειλέτη για τα έξοδα και τις δαπάνες που δημιουργούνται από τη διαδικασία και το σχέδιο διευθέτησης οφειλών.

Οι παράγραφοι 5 και 6 καταργούνται

 

Άρθρο 8

Δικαστική ρύθμιση χρεών

1. Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου ή αν εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών και δεν υποκαθίστανται αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Η απόφαση εκδίδεται κατά προτεραιότητα. Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση, το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διστάζει την κλήτευσή του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσιμο.

2. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο. Με την απόφαση μπορεί να οριστεί ότι το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται ανά διαστήματα που ορίζονται σε αυτή με βάση αντικειμενικό δείκτη αναφοράς. Η καταβολή του ποσού γίνεται απευθείας στους πιστωτές, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το δικαστήριο. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν στον οφειλέτη περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, ο οφειλέτης υποχρεούται να διαθέσει για την ικανοποίηση των πιστωτών το ήμισυ της αξίας αυτών. Σε περίπτωση που αμφισβητούμενη απαίτηση , η οποία έχει ενταχθεί στη ρύθμιση απορριφθεί τελεσίδικα, οι λοιποί πιστωτές υποκαθίστανται στη θέση του πιστωτή της αμφισβητούμενης απαίτησης και έχουν από αυτόν αξίωση καταβολής στην αναλογία που αντιστοιχεί στον καθένα του ποσού που εισέπραξε εξαιτίας της ένταξης της απαίτησης στη ρύθμιση. Σε περίπτωση που δεν ενταχθεί στη ρύθμιση αμφισβητούμενη απαίτηση , η ύπαρξη της οποίας επαληθευτεί ακολούθως με τελεσίδικη απόφαση , ο πιστωτής υποκαθίσταται κατά την αναλογία της απαίτησής του στις θέσεις των υπολοίπων πιστωτών για τα ποσά που αναλογούν στην απαίτησή του και έχει από αυτούς αξίωση καταβολής των ποσών που εισέπραξαν εξαιτίας της μη ένταξης της απαίτησής του στις υπό ρύθμιση οφειλές. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων των χρηματικών διανομών που αντιστοιχούν σε αμφισβητούμενη απαίτηση που έχει ενταχθεί σε ρύθμιση μέχρι την επαλήθευσή της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση .

3. Ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλληλη εργασία ή , αν δεν εργάζεται, να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Η προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας τεκμαίρεται εφόσον ο οφειλέτης έχει εγγραφεί στο Μητρώο Ανέργων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού ή έχει κάρτα ανεργίας και δεν έχει αποκρούσει αδικαιολόγητα πρόταση από τον Οργανισμό για ανάληψη εργασίας. Οφείλει επίσης να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή εργασίας, αλλαγή εργοδότη, καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων του ή των περιουσιακών του στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4.

4. Με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, που επιδίδεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της στο αρμόδιο δικαστήριο, μπορεί να τροποποιείται η ρύθμιση οφειλών της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών, όταν τούτο δικαιολογείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης που τροποποιεί τη ρύθμιση μπορεί να ανατρέχει στο χρόνο υποβολής της αίτησης τροποποίησης. Σε περίπτωση καταβολής από τον οφειλέτη σε πιστωτές μεγαλύτερου ποσού από αυτό που έχει οριστεί από το δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να ικανοποιήσει συμμέτρως όλους τους πιστωτές.

5. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.

6. Η απόφαση που ορίζει μηνιαίες καταβολές είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται.

 

Άρθρο 9

Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας Προστασία κύριας κατοικίας

1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή.

2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο , που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας.

Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, «ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος,» και χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο.

Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. «Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών.»

3. Εφόσον οι μηνιαίες καταβολές της παραγράφου 2 του άρθρου 8 πραγματοποιούνται πριν τη διανομή του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου, οι προνομιούχοι ή ενυπόθηκοι δανειστές συντρέχουν σε αυτές στο σύνολο των απαιτήσεών τους, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 του Πτωχευτικού Κώδικα.

4. Σε περίπτωση που οι, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, πραγματοποιηθείσες καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 8 παράγραφος 2 ή 9 παράγραφος 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται.

Το ποσό που προκύπτει αποπληρώνεται εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 2 με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.

 

Άρθρο 10

Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης

1. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.

Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτησή του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί. Το ίδιο αποτέλεσμα και με τους ίδιους όρους επέρχεται και στην περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει δολίως ή με βαριά αμέλεια να συμπεριλάβει πιστωτές στην κατάσταση της περίπτωσης β ‘ της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί μέχρι και δύο έτη μετά την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη από οφειλές του. Πριν από την πάροδο δύο ετών από την απόρριψη, για την αιτία αυτή, αίτησης του οφειλέτη ή την έκπτωσή του είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης.

2. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιτρέπει στους πιστωτές την πρόσβαση σε στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομική του κατάσταση και τα τρέχοντα εισοδήματά του. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρει την απόρριψη της αίτησης για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή.

3. Ύστερα από αίτηση πιστωτή στον οποίο έχει γίνει η επίδοση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 και η οποία διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη .

 

Άρθρο 11

Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών

1. Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, «στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και» στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών.

2. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση μετά από αίτηση θιγόμενου πιστωτή που κατατίθεται το αργότερο μέσα σε τέσσερις μήνες από τη δημιουργία του λόγου έκπτωσης. Κάθε κλήτευση πραγματοποιείται πριν δεκαπέντε ημέρες.

3. Σε περίπτωση που δεν ευοδωθεί η απαλλαγή από τις οφειλές με τη διαδικασία του παρόντος νόμου, οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Για τον προσδιορισμό του ύψους των απαιτήσεων αποκλείεται, εφόσον είχε γίνει δεκτή η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, ο ανατοκισμός από την κοινοποίηση της αίτησης αυτής στους πιστωτές και αφαιρούνται τα ποσά που έχουν καταβληθεί από τον οφειλέτη.

 

Άρθρο 12

Δικαιώματα ενέγγυων πιστωτών και έναντι εγγυητών

Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη , καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντι κειμένου δεν θίγονται. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή.

 

Άρθρο 13

Τήρηση Αρχείου Αιτήσεων

1. Στη Γραμματεία κάθε Ειρηνοδικείου τηρείται αλφαβητικό αρχείο των προσώπων που έχουν υποβάλει την αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, στο οποίο εγγράφοντα ι τα ονόματα των αιτούντων, η πορεία των αιτήσεών τους και οι αποφάσεις που εκδίδονται. Στο Ειρηνοδικείο Αθηνών τηρείται Γενικό Αρχείο , στο οποίο καταχωρίζονται τα πιο πάνω στοιχεία για ολόκληρη τη χώρα. Από το αρχείο διαγράφονται ένα έτος μετά την υποβολή των α ιτήσεων όλα τα στοιχεία που τηρούνται γι’ αυτές, εφόσον οι αιτήσεις απορρ ιφθούν αμετάκλητα , ανακληθούν ή καταλήξουν σε δικαστικό συμβιβασμό σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του παρόντος. Από το αρχείο διαγράφονται ένα έτος μετά την υποβολή των αιτήσεων όλα τα στοιχεία που τηρούνται για αυτές, εφόσον οι αιτήσεις απορριφθούν αμετάκλητα, ανακληθούν ή καταλήξουν σε συμβιβασμό σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 7 του παρόντος. Μετά την πάροδο πενταετίας από την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 11 πρόσβαση σε στοιχεία του οφειλέτη στο αρχείο επιτρέπεται μόνο για τον έλεγχο της συνδρομής της προϋπόθεσης της παραγράφου 3 του άρθρου 1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την τήρηση των αρχείων και την πρόσβαση σε αυτά.

2. Πριν από τη συζήτηση αίτησης οφειλέτη που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος το Ειρηνοδικείο ελέγχει αυτεπαγγέλτως στο παραπάνω αρχείο αν εκκρεμεί αίτηση για τον οφειλέτη αυτόν και αν έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές του.

 

Άρθρο 14

Ενδικα μέσα

Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

 

Άρθρο 15

Αναλογική εφαρμογή διατάξεων

Για τη ρύθμιση και απαλλαγή χρεών φυσικών προσώπων εφαρμόζονται, όπου επιβάλλεται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

 

Άρθρο 16

Χρόνος τήρησης και χρήσης δεδομένων

Ο χρόνος τήρησης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους χάριν αυτών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που αναφέρονται στη διαδικασία του παρόντος νόμου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των τριών ετών από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11.

 

Άρθρο 17

Διαγραφή απαιτήσεων

Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που διαγράφονται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται η παράγραφος 10 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.

 

Άρθρο 18

Αύξηση θέσεων Ειρηνοδικών

Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών αυξάνεται κατά ογδόντα και ορίζεται συνολικά σε επτακόσιες σαράντα μία.

 

Άρθρο 19

Μεταβατικές διατάξεις

1. Η υποχρέωση καταβολής των μηνιαίων καταβολών που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 εφαρμόζεται και για εκκρεμούσες αιτήσεις κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης επιλέγει ελευθέρως το ποσό καταβολής στο πλαίσιο που ορίζει το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3869/2010. Οι πραγματοποιούμενες καταβολές από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου συνυπολογίζονται στις καταβολές του άρθρου 8 παράγραφος 2 ή αντίστοιχα του άρθρου 9 παράγραφος 2.

2. Η υποχρέωση ορισμού αντικλήτου σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 3869/2010 καταλαμβάνει και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων πιστωτών που έχουν πραγματοποιηθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3. Για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος.

 

Άρθρο 20

1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Οικονομικών καθορίζονται: α) η οργάνωση και ειδι κότερα η διάρθρωση των υπηρεσιών της Ειδικής Υπηρεσίας με τίτλο «Επιχειρησιακή Μονάδα Ανάπτυξης», που ιδρύθηκε με το π.δ. 28/2010, σε οργανικές μονάδες (Διευθύνσεις, Τμήματα, αυτοτελή Γραφεία) , β) ο τίτλος, η έδρα και η αρμοδιότητα των πιο πάνω οργανικών μονάδων, γ) οι κλάδοι του τακτικού προσωπικού κατά κατηγορίες, καθώς και ο αριθμός των οργανικών θέσεων κάθε κλάδου, δ) ο κλάδος και βαθμός του προϊσταμένου των οργανικών μονάδων που αναφέρονται στην περίπτωση α’. Συνιστώνται επίσης θέσεις τακτικού προσωπικού και υπαλλήλων που μπορεί να προσληφθούν με σύμβαση και κατανέμονται οι θέσεις αυτές κατά ειδικότητα.

2. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος οι θέσεις του προσωπικού θα καλυφθούν με μεταθέσεις, αποσπάσεις ή μετατάξεις υπαλλήλων από άλλες υπηρεσίες του ίδιου ή άλλων Υπουργείων ή νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου. Τις ίδιες θέσεις έχουν δικαίωμα να επιλέξουν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων για την αρχική επιλογή υπηρεσίας τοποθέτησης, οι εκπαιδευόμενοι στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και την Εθνική Σχολή Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3. Οι μετατάξεις διενεργούνται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, ύστερα από πρόσκληση ενδιαφέροντος του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και με την εξής διαδικασία: α) Οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν αίτηση στη Διεύθυνση Διοίκησης του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας συνοδευόμενη από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα και βεβαίωση υπηρεσιακών μεταβολών. Η Διεύθυνση αυτή συγκεντρώνει τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων με τα πιο πάνω δικαιολογητικά και καταρτίζει κατάλογο με βάση τα τυπικά προσόντα τους. β) Οι υποψήφιοι προς μετάταξη αξιολογούνται από Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και αποτελείται από: αα) έναν υπάλληλο του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ως Πρόεδρο, με δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσία και πιστοποιημένη γνώση διοικητικής επιστήμης, κατά προτίμηση απόφοιτο της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ββ) ένα μέλος του διδακτικού – ερευνητικού προσωπικού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στα αντικείμενα της διοικητικής επιστήμης ή της διοίκησης επιχειρήσεων και γγ) έναν επιστημονικό συνεργάτη του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης προτεινόμενο από τη Διοίκηση του ΕΚΔΔΑ. γ) Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται σε προφορική εξέταση ενώπιον της επιτροπής αξιολόγησης. Η εξέταση αποσκοπεί στη διακρίβωση της καταλληλότητας, πνευματικής συγκρότησης και υπηρεσιακής επάρκειας των υποψηφίων για την πλήρωση των θέσεων στις οποίες πρόκειται να μεταταγούν. δ) Η επιτροπή μετά την εξέταση των υποψηφίων καταρτίζει πίνακα στον οποίο κατατάσσονται κατά αξιολογική σειρά όσοι επιλέγονται για μετάταξη. ε) Οι μετατάξεις διενεργούνται με κοινή απόφαση των αρμόδιων Υπουργών. στ) Για τη διαδικασία ενώπιον της επιτροπής τηρούνται πρακτικά, τα οποία είναι στη διάθεση των ενδιαφερομένων. ζ) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζεται η διαδικασία ενώπιον της επιτροπής και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο για τη λειτουργία της θέμα.

 

Άρθρο 21

Το άρθρο 5 του ν. 1279/1982 (ΦΕΚ 108 Α), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του ν. 3190/2003 (ΦΕΚ 249 Α), αντικαθίσταται. Άρθρο 22 Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1 η Σεπτεμβρίου 201 Ο, εκτός από τα άρθρα 20 και 21 η ισχύς των οποίων αρχίζει από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

0