Posts Tagged 'εισόδημα'

Διαδικασία Υπερχρεωμένων Νοικοκυριών

Δημοσιεύθηκε στο Curia.gr

Σκεπτόμενος κανείς την εφαρμογή του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, και ιδίως μετά την τροποποίηση του νόμου Κατσέλη (με το νόμο 4161/2013), είναι λογικό να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα σε ένα λαβύρινθο με προϋποθέσεις, καταληκτικές προθεσμίες και ενέργειες που πρέπει να εφαρμόσει. Ποιες ενέργειες προηγούνται και με ποια σειρά, ποιες ημερομηνίες οφείλουν να  τηρηθούν και πως μπορεί να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, είναι στοιχεία που πρέπει ο οφειλέτης να γνωρίζει εκ των προτέρων, ώστε να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις.

ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ

Α) Πεδίο Εφαρμογής

Καταρχάς, αναγκαίο είναι να διαπιστωθεί εκ των προτέρων αν τυγχάνει εφαρμογή ο νόμος για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά στο πρόσωπό του.  Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου μόνο φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να λάβουν την προστασία του νόμου.

Φυσικά Πρόσωπα:

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω αποκλείονται αυτομάτως οι έχοντες εμπορική ιδιότητα. Εξαιρούνται όμως οι «μικροέμποροι” δηλαδή «εκείνοι των οποίων η άσκηση εμπορικών πράξεων συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο προς τη σωματική τους καταπόνηση και το κέρδος που αποκομίζουν από αυτές αποτελεί αμοιβή της προσωπικής τους εργασίας» (5074/2011 ΕιρΘεσ). Επίσης, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα δικαιούνται να αιτηθούν δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους βάσει των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές:

Τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα εν τέλει που υπάγονται στο νόμο πρέπει να έχουν από τις συνολικές οφειλές τους στις τράπεζες, τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος που έχει για παράδειγμα λάβει 3 τραπεζικά δάνεια και το ένα έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ενώ στα άλλα δύο εξοφλεί τις δόσεις του εμπρόθεσμα και ολοσχερώς, εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης του ή των ληξιπρόθεσμων, στη συνολική ρύθμιση των οφειλών, ακόμη και αυτών των οποίων δεν έληξε η προθεσμία εκπλήρωσης. Ληξιπρόθεσμη είναι η  οφειλή όταν έχει παρέλθει η προθεσμία πληρωμής έστω και μία δόσης.

Μόνιμη αδυναμία πληρωμής:

Επιπλέον, η αδυναμία πληρωμής της ή των ληξιπρόθεσμων οφειλών, πρέπει να είναι μόνιμη. Δηλαδή, όταν από τα μηνιαία έσοδα του οφειλέτη δεν μπορούν να εξοφληθούν επί μακράν οι μηνιαίες δόσεις των δανείων του, αφού αφαιρεθούν πρώτα τα αναγκαία έξοδα βιοπορισμού του, τότε ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Δεν υπάγεται δηλαδή στο νόμο κάποιος που βραχέως για οποιοδήποτε λόγο, είτε κάποιου τυχαίου γεγονότος, είτε αμέλειας πληρωμής κάποιας δόσης, περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, ενώ βάσιμα, μπορεί σύμφωνα με τα εισοδήματα του να εξοφλεί τακτικά τις δόσεις των δανείων του.

Έλλειψη δόλου του δανειολήπτη:

Δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από πλευράς του πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Για να έχουμε δόλο πρέπει οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο οφειλέτης απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, να εξειδικεύονται, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες εν προκειμένω) έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους (βλ. Ειρ.Αθ. 15/Φ1/2011 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιες ενέργειας θα μπορούσαν να είναι για παράδειγμα, η απόκρυψη της γνώσης του οφειλέτη, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα πρόκειται να χάσει την εργασία του, και παρά ταύτα αιτείται τη χορήγηση στεγαστικού ή άλλου καταναλωτικού δανείου, όπως για την αγορά μίας οικίας ή ενός αυτοκινήτου, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των δόσεων, για το λόγο ότι δεν θα  εργάζεται.

Σε περίπτωση που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με το πεδίο εφαρμογής, αφήνουμε το ερώτημα για το Δικηγόρο μας (βήμα Δ).

Β) Επιθυμητό Αποτέλεσμα

Αν πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, τότε πρέπει να θέσουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή ποιος θα είναι ο σκοπός που θέλουμε να επιτύχουμε με την ένταξη μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί αφενός και ξεκινήσει η διαδικασία με μόνη τη γνωστοποίηση προς τους πιστωτές μας ότι επιθυμούμε την εφαρμογή του νόμου στο πρόσωπο μας (πχ με την αίτηση για βεβαίωση οφειλών), τότε θα πρέπει να προσμένουμε και αντίδραση από το δανειστή μας, όπως γρήγορη διαδικασία για έκδοση διαταγής πληρωμής, κατάσχεσης κλπ, «μαύρισμα» και κλείδωμα οποιονδήποτε δυνατοτήτων υπήρξαν για παροχή και πιθανή χορήγηση  άλλων δανείων. Σημειωτέον, ότι η προστασία του δανειολήπτη πλέον ξεκινά με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο ειρηνοδικείο. Συνεπώς, οποιαδήποτε ενέργεια της τράπεζας, όπως έκδοση διαταγής πληρωμής ή κατάσχεση πριν την κατάθεση της αίτησης μας, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με άλλα δικαστικά μέτρα, αυτά της ανακοπής και αναστολής. Για το λόγο αυτό όλες οι κινήσεις θα πρέπει να είναι συντονισμένες και οργανωμένες για να μην υπάρξουν απρόοπτα. Το επιθυμητό αποτέλεσμα ένταξης στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά μπορεί μόνο να βγει, αν συγκεντρώσουμε όλες τις οφειλές μας, καθώς και όλα τα περιουσιακά μας στοιχεία, σε συνάρτηση και με τυχόν μηνιαίο εισόδημα. Άρα, σκοπός μπορεί να είναι η μείωση της δόσης του δανείου, κάτι για το οποίο η τράπεζα δεν έδειχνε πρόθυμη, ή η επί μακρόν προστασία της κύριας κατοικίας μας με δικαστική απόφαση για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, ή ακόμη και το κούρεμα των οφειλών μας. Όμως, οφείλουμε να γνωρίζουμε, ότι αν έχουμε κάποιο περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να εκποιηθεί για να εξοφληθεί κάποια οφειλή μας, πέραν της κύριας κατοικίας μας δεν τυγχάνει προστασίας. Άρα, είναι δυνατόν να πάμε για μαλλί και να βγούμε κουρεμένοι, για παράδειγμα χάνοντας ένα εξοχικό, ένα κατάστημα ή έναν εκμεταλλεύσιμο αγρό, προκειμένω να μειώσουμε μόνο τη δόση του δανείου μας. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα προς αποφυγή για αυτό και είναι σωστό πριν ξεκινήσουμε να προκαταβάλλουμε, όσο είναι αυτό δυνατόν το αποτέλεσμα, σε συνάρτηση με τις επιθυμίες μας.

Παράλληλα με τα ανωτέρω, πρέπει να έχουμε υπόψιν μας, και τους τυχόν εγγυητές που έχουν εγγυηθεί τα δάνεια μας, καθώς οι τράπεζες σε περίπτωση που υπαχθούμε στο νόμο περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών θα στραφούνε κατά αυτών και θα αξιώσουνε την ολοσχερή εξόφληση των δανείων μας. Άρα, αφενός θα πρέπει να γνωρίζουμε αν υφίστανται εγγυητές, και αφετέρου σε καταφατική περίπτωση αν είμαστε διατεθειμένοι να τους εκθέσουμε στον κίνδυνο των οφειλών μας.

Οτιδήποτε απορίες προκύψουν, τις γράφουμε σε ένα χαρτί για να τις συζητήσουμε με το Δικηγόρος μας (βήμα Δ).

Γ) Συγκέντρωση απαραίτητων εγγράφων

Γενικά τα έγγραφα που πρέπει να συγκεντρώσουμε είναι των εισοδημάτων, των οφειλών των περιουσιακών και προσωπικών στοιχείων, τόσο του αιτούντος όσο και του/της συζύγου του/της.

– Ξεκινάμε με ότι έχει να κάνει με τα δάνεια μας, ήτοι δανειακές μας συμβάσεις, μηνιαίοι λογαριασμοί, τυχόν εξώδικα για ληξιπρόθεσμες οφειλές ή καταγγελίες συμβάσεων. Προσοχή, όταν έχουμε λάβει καταγγελία, πολύ σύντομα ακολουθεί διαταγή πληρωμής ή και κατάσχεση, για αυτό ο χρόνος είναι περιορισμένος. (Τις βεβαιώσεις οφειλών τις αφήνουμε για το τέλος).

– Ακολουθούν συμβόλαια ακινήτων με τα στοιχεία από τυχόν βάρη των ακινήτων (υποθήκες, κατασχέσεις, προσημειώσεις..), καθώς και οι σχετικές δηλώσεις προς την εφορία (Ε9, ΕΤΑΚ) και κάθε λογής έγγραφα άλλης περιουσίας (κινητά, αυτοκίνητα, άυλες αξίες κλπ), όπως άδειες κυκλοφορίας, αξιόγραφα, κλπ. Δεν πρέπει να αφεθεί τίποτε εκτός, καθώς στο τέλος η αίτηση προς το Δικαστήριο θα πάσχει από ακυρότητα.

– Τα φορολογικά στοιχεία μας, όπως τα εκκαθαριστικά των τελευταίων 3-4 ετών και οι αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις (Ε1) και φυσικά αν υπάρχουν εκμισθώσεις ακινήτων οι αντίστοιχες δηλώσεις (Ε2). Αν δε το φυσικό πρόσωπο είναι ελεύθερος επαγγελματίας που εμπίπτει στο νόμο και τις δηλώσεις Ε3.

– Αν ο αιτών ή (και) ο/η σύζυγος του/της είναι άνεργος βεβαίωση -εις από τον ΟΑΕΔ για το συνολικό χρόνο ανεργίας τουλάχιστον για τα τελευταία τρία έτη.

– Αν υπάρχει εργασία, ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών τελευταίων τριών ετών, καθώς και μηνιαίες βεβαιώσεις αποδοχών τριών τελευταίων μηνών.

– Αν υπάρχει σύνταξη, βεβαιώσεις όπως ανωτέρω των συντάξεων, και τυχόν εφάπαξ.

– Οτιδήποτε άλλο συνεισφέρει στην αύξηση του εισοδήματος μας.

– Ιατρικά έγγραφα, γνωματεύσεις επιτροπών σε περίπτωση προβλήματος υγείας / αναπηρίας.

– Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης τελευταίου τριμήνου.

– Βεβαιώσεις σπουδών τέκνων μας.

– Αποδείξεις μηνιαίων εξόδων οικογενείας (ΔΕΚΟ, τηλεφωνία, θέρμανση, αγορές ρουχισμού/υποδημάτων, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καύσιμα/μεταφορές, φροντιστηρίων, ψυχαγωγίας κλπ), οι οποίες θα πρέπει να συλλέγονται και να οργανώνονται κατά μήνα, αρχής γενομένης τρεις μήνες πριν την κατάθεση της αίτησης προς το Δικαστήριο και έως την οριστική συζήτηση της αιτήσεως.

Δ) Ραντεβού με Δικηγόρο

Κλείνουμε ένα ραντεβού με το δικηγόρο μας, προκειμένω να συζητήσουμε την υπαγωγή μας στο νόμο των υπερχρεωμένων νοικοκυριών (βήμα Α). Κατά τη συνάντηση, του κοινοποιούμε τις προθέσεις μας (βήμα Β) και εμφανίζουμε όλα τα ανωτέρω παραστατικά/έγγραφα (βήμα Γ). Κατά τη συζήτηση πρέπει να είμαστε απόλυτα ειλικρινής σε ΟΛΑ, καθώς αν αποκρύψουμε οτιδήποτε ίσως να είναι μοιραίο για τη θετική έκβαση της αιτήσεως μας στο Δικαστήριο. Αφενός απαντάμε ειλικρινά στις ερωτήσεις, αφετέρου προσθέτουμε τυχόν στοιχεία που δεν έχουν αναφερθεί.

Ο Δικηγόρος εν τέλει θα μας ενημερώσει για τις δυνατότητες υπαγωγής μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τους κινδύνους που τυχόν προκύψουν, το ποσοστό επιτυχίας της αίτησης, κατ’ εκτίμηση και βάσει προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων, τα στάδια υπαγωγής κατ’ εφαρμογή του νόμου  και τα χρήματα που θα κληθούμε να καταβάλουμε (αμοιβή/έξοδα).

Ε) Η απόφαση

Τέλος, ΜΟΝΟ αν πάρουμε τελικά την απόφαση να ενταχθούμε στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, υπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, τότε και μόνο συζητούμε με το Δικηγόρο για την αίτηση χορήγησης Βεβαιώσεων οφειλών από τις τράπεζες. Συνήθως, γίνεται το λάθος είτε οι οφειλέτες, άρα και ορισμένοι δικηγόροι να ζητούν να χορηγηθούν οι βεβαιώσεις οφειλών, πριν γίνει συζήτηση και εκτίμηση της κατάστασης του οφειλέτη. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, που οφειλέτες, είτε δεν μπορούσαν εκ του νόμου να υπαχθούν στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, (λόγω της ιδιότητας τους πχ εμπορική ιδιότητα, οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή έχουν δημιουργηθεί μέσα στο τελευταίο έτος κλπ), είτε οι προθέσεις τους δεν συνέπιπταν με την κατάσταση τους και το εκτιμώμενο αποτέλεσμα, με συνέπεια να έχουν χορηγηθεί ήδη βεβαιώσεις οφειλών, και να μπουν στις μαύρες λίστες των τραπεζών κινδυνεύοντας άμεσα με καταγγελία των συμβάσεων τους, με διαταγές πληρωμής και κατασχέσεις. Βέβαια, αυτά μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, όμως η αίτηση για χορήγηση βεβαίωσης οφειλών από μόνη της επιταχύνει τα αντανακλαστικά των τραπεζών.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ

Αφού λάβουμε την απόφαση μας να προχωρήσουμε, τότε εξουσιοδοτούμε το Δικηγόρο μας για τις απαραίτητες ενέργειες, υπογράφουμε την υπεύθυνη δήλωση περί ειλικρίνειας και αποφασίζουμε για το ποιος (δικηγόρος ή οφειλέτης) θα καταθέσει τις αιτήσεις για τις βεβαιώσεις οφειλών προς τις τράπεζες. Η ενέργεια αυτή είναι τυπική, συνήθως όμως οι τράπεζες ταλαιπωρούν τους οφειλέτες κατά τη διαδικασία της αίτησης.

Παράλληλα με την εκάστοτε αίτηση βεβαίωσης οφειλών, αποφασίζουμε αν θα συμπεριλάβουμε αίτημα για χορήγηση αντιγράφων των δανείων μας. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που δεν έχουμε αντίγραφο του δανείου μας, το οποίο μας χρησιμεύει αφενός για τη σύνταξη της αίτησης, για την έρευνα τυχόν καταχρηστικών όρων, άλλα και για να ενημερωθούμε για τυχόν εγγυητές που αμελήσαμε. Επίσης, ζητούμε στις βεβαιώσεις να αναφέρεται απαραιτήτως (κάτι που αμελούν ορισμένες τράπεζες) το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης.

Οι βεβαιώσεις οφειλών χορηγούνται το αργότερο δέκα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης προς τις τράπεζες. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, ο δικηγόρος έχει ήδη οργανώσει το φάκελο του οφειλέτη, και προσχεδιάσει την αίτηση προς το Δικαστήριο. Με τη χορήγηση των βεβαιώσεων οφειλών, οριστικοποιούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της αίτησης και συμφωνείται ο τρόπος και ο χρόνος κατάθεσης της αίτησης προς το Δικαστήριο.  Η αίτηση μπορεί να κατατεθεί είτε από τον ίδιο τον οφειλέτη με τη σύμπραξη του Δικηγόρου είτε μόνο από το Δικηγόρο. Διαφορές υπάρχουν μόνο ως προς το οικονομικό.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Α) Κατάθεση αίτησης

Με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, ουσιαστικά ο οφειλέτης επέρχεται σε κατάσταση ασυλίας έναντι των τραπεζών. Ορίζεται ημερομηνία εντός δύο μηνών από την αίτηση, είτε επικύρωσης ενδεχόμενου προδικαστικού συμβιβασμού της τράπεζας με τον οφειλέτη, είτε συζήτησης προσωρινής διαταγής για τη λήψη προληπτικών μέτρων, καθώς και ημερομηνία δικασίμου της αίτησης. Μέχρι την ημερομηνία της επικύρωσης ή της προσωρινής διαταγής, δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του.

Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει σε μηνιαίες καταβολές προς τις τράπεζες, ποσού 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως, επιμερίζοντας αναλογικά και βάσει των οφειλών σε κάθε τράπεζα. Αυτό σημαίνει, ότι αν ο οφειλέτης έχει 3 τραπεζικά δάνεια της τάξης των μηνιαίων δόσεων 100€ στην πρώτη τράπεζα, 150€ στη δεύτερη και 250€ στην Τρίτη, τότε οφείλει από την κατάθεση της αίτησης να πληρώνει τις δόσεις του σε ποσοστό 10% αυτών, ήτοι 10€ στην πρώτη, 15€ στη δεύτερη και 25€ στην Τρίτη. Το άθροισμα δε των ποσών αυτών δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 40€.

Β) Επίδοση αίτησης

Αντίγραφο της κατατεθείσας αίτησης πρέπει να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή εντός 15 ημερών από την κατάθεση σε όλες τις τράπεζες, άλλα και τους εγγυητές.

Γ) Επικύρωση συμβιβασμού ή προσωρινή διαταγή

Κατά την ημερομηνία που ορίσθηκε  για επικύρωση του συμβιβασμού, ο Ειρηνοδίκης υπηρεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, επικυρώνει τυχόν συμφωνία μας με τις τράπεζες, άλλος χορηγεί ή απορρίπτει αιτηθείσα προσωρινή διαταγή. Αν υπάρχει συμβιβασμός με τις τράπεζες, τότε ανακαλείτε η αίτηση, άλλως τηρείται η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης με ή χωρίς προσωρινή διαταγή που θα χορηγηθεί. Η τυχόν χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή αφενός θα προστατέψει τον οφειλέτη από την εκτελεστική διαδικασία εις βάρος του, αφετέρου υπάρχει περίπτωση να υποχρεωθεί στην καταβολή ορισμένης δόσης έως την εκδίκαση της αίτησης. Δύναται όμως υπό ορισμένες περιπτώσεις να ορισθεί καταβολή μηδενικής δόσης έως την έκδοση οριστικής απόφασης από το Δικαστήριο.

Δ) Συζήτηση στο ακροατήριο

Πρόκειται για το τελικό στάδιο, κατά το οποίο συζητείται η αίτηση του οφειλέτη. Το Δικαστήριο μπορεί να κάνει καθ’ όλη δεκτή την αίτηση και να ορίσει ως απόφαση αυτά που προτάθηκαν εξ’ αρχής από τον οφειλέτη κατά την κατάθεση της αίτησης, μπορεί να δεχθεί μερικώς την αίτηση και να ορίσει το ίδιο τη διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής της οφειλής του οφειλέτη, ή μπορεί και να απορρίψει την αίτηση. Σε κάθε δε περίπτωση υπάρχει το δικαίωμα στην έφεση τόσο του οφειλέτη όσο και των τραπεζών.

Πιθανή συμφωνία και συμβιβασμός του οφειλέτη με τις δανείστριες τράπεζές του μπορεί να επικυρωθεί από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας έως τη συζήτηση στο ακροατήριο. Το σχέδιο συμβιβασμού αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η συμφωνία είναι ισχυρή και πραγματοποιήσιμη όταν την αποδέχονται πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων,

Ο οφειλέτης, οφείλει είτε κατά τον δικαστικό συμβιβασμό είτε κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών να τηρεί τις υποχρεώσεις. Σε περίπτωση που καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του από τη ρύθμιση.

1

Απόφαση Ανακοπής 1012/2013 Ειρηνοδικείο Αθηνών

Επιστροφη στο Αρθρο

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός Απόφασης 1012/2013

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Κ.Δ., τον οποίον όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Α.Ε.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 15.01.2013 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Του ανακόπτοντος Ν.Ν. του Κ., κατοίκου Εύοσμου Ν. Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας Δικηγόρου Φ.Γ.

Της καθής η ανακοπή: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G.EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” και διακριτικό τίτλο «EUROBANK ERGASIAS” εδρεύουσης στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου Σ.Τ.

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 18.04.2012 ανακοπή του διαδικασίας των μικροδιαφορών, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης 3106/18.04.2012 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 08.06.2012 οπότε αναβλήθηκε για την 15.01.2013.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

Μελέτησε τη δικογραφία.

Σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο.

A’ Με την υπό κρίση ανακοπή του ο ανακόπτων ζητεί ν’ακυρωθεί η υπ’αρ. 13975/2012 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε για ποσό 2.253,03 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας ποσοστού 21,55% από την 8.10.2003 μέχρις εξοφλήσεως, με βάση την από 11.6.2002 σύμβαση πίστωσης και χορήγησης πιστωτικής κάρτας Eurobank Visa, για τους αναφερόμενους σ’αυτήν διεξοδικώς αναπτυσσόμενους λόγους, ο καθένας από τους οποίους πλήττει τη Διαταγή Πληρωμής ως προς το ύψος της επιδικασθείσης απαιτήσεως και το εκκαθαρισμένον αυτής, γιατί η καθής Τράπεζα διαμόρφωσε το αιτούμενο κατάλοιπο του λογαριασμού με ποσά τόκων που είχαν υπολογιστεί παρανόμως με επιτόκια ανώτερα των δικαιοπρακτικών ή με αθέμιτη επιβάρυνση του με παράνομους ανατοκισμούς του Ν.128/75 κλπ.

Η ανακοπή αυτή έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, παραδεκτώς και αρμοδίως καθ’ύλην και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο κατά τη διαδικασία που ορίζουν οι ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών των άρθρων 467-472 ΚπολΔ επειδή το ποσό της Διαταγής Πληρωμής (2.253,03 €) δεν υπερβαίνει τις 5.000 ευρώ και συνεπώς πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, αντιμωλία των διαδίκων ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Β’ Σύμφωνα με το ΠΔ/ ΤΕ με αριθμό 2286/ 28.1.1994 που εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του αρθ.1 Ν. 1266/1982 τα επιτόκια καθορίζονται ελεύεθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα με την επιφύλαξη όμως των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που τυχόν ισχύουν. Τα Τραπεζικά επιτόκια είναι σήμερα κατά κανόνα ελεύθερα διαπραγματεύσιμα και το ισχύον γι’αυτά καθεστώς δεν συνοδεύεται από τη θέσπιση ανωτάτων ορίων. Έτσι η επέμβαση του νομοθέτη περιορίζεται στη ρύθμιση των εξωτραπεζικών μόνο επιτοκίων. Τα εξωτραπεζικά όμως επιτόκια, παρά τον περιορισμό στις εξωτραπεζικές μόνο συναλλαγές, έχουν εντούτοις γενικώτερη κοινωνικοοικονομική σημασία και αφορούν και τις Τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων εξυπηρετείται από την ανάγκη ώστε αυτά να συμπιεσθούν κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών. Κατ’ακολουθίαν συμφωνία ή όρος συμβάσεως με τον οποίο ορίζεται επιτόκιο μεγαλύτερο του εξωτραπεζικού είναι καταχρηστικός, γιατί ένας τέτοιος καθορισμός επιτοκίου στην Τραπεζική σύμβαση ( εν προκειμένω στη σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας) υπερβαίνει προφανώς τις αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού λη οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της πιστώτριας Τράπεζας ( ΑΚ 281), η οποία υποχρεούται να εφαρμόσει καλά τους υπολογισμούς των τόκων, κατ’ανώτατο όριο, τα εκάστοτε ισχύσαντα εξωτραπεζικά επιτόκια ( βλ. εκτενώς ΑΠ 1213/2001 εισηγητής Αθ. Κρητικός.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούναι οι διάδικοι αποδεικνύονται τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη: Την 11.6.2002 ο ανακόπτων αιτήθηκε την έκδοση πιστωτικής κάρτας Eurobank Visa και η καθής έκανε δεκτό το αίτημα του και του χορήγησε την υπ’αρ. 4792 7605 4727 7015 κάρτα. Το συμβατικό επιτόκιο με τον όρο 8.1 της επίδικης σύμβασης ορίστηκε κυμαινόμενο σε ποσοστό κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης (11.6.2002)17,40% συμπεριλαμβανομένης και της εισφοράς Ν.128/75 0,6%, το δε επιτόκιο υπερημερίας ορίστηκε προσαυξημένο σε ποσοστό 2,5% πλέον του συμβατικού.

Λόγω καθυστερήσεως εξοφλήσης εκ μέρους του ανακόπτοντος της ελάχιστης μηνιαίας καταβολής του λογαριασμού του ( 4792 7605 4727 7015) η καθής σε εκτέλεση όρου της επίδικης σύμβασης ( όρος 10) την 19.9.2003 κατήγγειλε τη σύμβαση με χρεωστικό κατάλοιπο 2.253,03€ με εξώδικη καταγγελία της που επεδόθη στον ανακόπτοντα με την υπ’αρ.7731Β/7.10.2003 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σπ. Σούσκα και έκλεισε το λογαριασμό. Εν συνεχεία, από την 19.9.2003 μέχρι την 2.3.2012, δηλαδή επί 8,5 έτη ουδεμία ενέργεια που να παράγει έννομες συνέπειες δεν επιχειρήθηκε από τους διαδίκους.

Την 2.3.2012 η καθής αιτήθηκε την εις βάρος του ανακόπτοντος έκδοση Διαταγής Πληρωμής για το ποσό των 2.253,03€ πλέον τόκων από την 8.10.2003 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας που ανέρχεται σε ποσοστό 21,55% και πέτυχε την έκδοση της προσβαλομένης υπ’αρ.13975/2012 Διαταγής Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Την 28.3.2012 η καθής κοινοποίησε στον ανακόπτοντα με την υπ’αρ.2943Α’/28.3.2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σπύρου Σούσκα την από 22.3.2012 επιταγή προς πληρωμή του Πληρεξουσίου Δικηγόρου της καθής για το ποσό των 18.675 ευρώ εκ των οποίων το ποσό του κεφαλαίου των απαιτήσεων της καθής ανέρχεται σε 2.253,03 € το δε ποσό των τόκων που υπολογίσθηκαν με επιτόκιο υπερημερίας 21,55% από 8.10.2003 μέχρι 22.3.2012, ανέρχεται σε 16.236,82€.

Κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης (11.6.2002) το κυμαινόμενο συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να συνυπολογίζεται η εισφορά του αρθ.1 Ν.128/75 ποσοστού 0,6% ανήρχετο σε 16,80% και κατά τον χρόνο της καταγγελίας (19.9.2003) σε ποσοστό 16,30%, το δε επιτόκιο υπερημερίας ήταν κατά ποσοστό 2,5% υψηλότερο του εκάστοτε συμβατικού.

Το ποσοστό αυτό όμως κατά το μέρος που υπερβαίνει το εξωτραπεζικό επιτόκιο, το οποίο ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο ( 11.6.2002- 19.9.2003) και ανήρχετο τότε σε ποσοστό από 9,50% μέχρι 8%, όπως προκύπτει από τον πίνακα διαμορφώσεων εξωτραπεζικών επιτοκίων για τις μηνιαίες περιόδους από 11.6.2002 έως 19.9.2003, τον οποίο ο ανακόπτων έχει ενσωματώσει στην ανακοπή του, ήταν έω; και 9% ανώτερο από του ισχύοντα τότε τραπεζικού επιτοκίου, ισχυρισμό τον οποίο δεν αντικρούει ρητώς η καθής αλλα αντιθέτως σιωπηρώς ομολογεί, είναι καταχρηστικό και συνεπώς άκυρο. Δηλαδή προκύπτει ότι το επιτόκιο εκ της οφειλής του ανακόπτοντος επιβαρύνθηκε μέχρι και 9% σχ σχέση με τα ισχύσαντα εξωτραπεζικά επιτόκια δηλαδή διογκώθηκε η απαίτηση με παράνομα, καταχρηστικά και συνεπώς άκυρα επιτόκια, κατά το μέρος που αυτά υπερέβησαν τα όρια του εκάστοτε ισχύσαντος εξωτραπεζικού επιτοκίου.

Κατ’ακολουθίαν ο σχετικός λόγος ανακοπής με τον οποίο πλήττεται η Διαταγή Πληρωμής ως προς το ύψος και το εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως, επειδή σ’αυτήν ενσωματώθηκαν ποσά τόκων παρανόμως υπολογισθέντων είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Πρέπει να σημειωθεί ότι εν μέρει μόνον ακύρωση της Διαταγής Πληρωμής κατά το μέρος του παρανόμως και ακύρως ενσωματωθέντος στην νόμιμη απαίτηση ποσού ώστε να διαφυλαχθεί κατά το μή βλαπτόμενο μέρος ( Κπολδ 629) δεν είναι δυνατή, αφού ο καθορισμός αυτός απαιτεί πολύπλοκους μαθηματικούς υπολογισμούς με μέσα εξειδικευμένα, δυνατότητα την οποία δεν διαθέτει ο ανακόπτων, αλλά ούτε και το Δικαστήριο μπορεί οίκοθεν να ορίσει στα πλαίσια του άρθ. 469 παρ.2 ΚπολΔ, στην καθής πλέον εναπόκειται να διαμορφώσει την απαίτηση σύμφωνα με τους προαναφερθέντες περιορισμούς ως προς τη διαμόρφωση των επιτοκίων. Η εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής δεν κρίνεται αναγκαία μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου αυτής και την εντεύθεν απαγγελομένην ακυρότητα της όλης Διαταγής Πληρωμής σύμφωνα με το αρθ,633 παρ 1 ΚπολΔ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία κατά την διαδικασία των μικροδιαφορών

Δέχεται την ανακοπή

Ακυρώνει την υπ’αρ. 13975/2012 Διαταγή Πληρωμλης της Ειρηνοδίκου Αθηνών

Καταδικάζει την καθής στην δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντα την οποία ορίζει στο ποσό των 150 ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του.

Αθήνα 22.5.2013

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Επιστροφη στο Αρθρο
0

Γροθιά στο κατεστημένο των τραπεζών έδωσε το δικηγορικό μας γραφείο με δικαστική απόφαση που ακυρώνει διαταγή πληρωμής, λόγω παράνομου τοκισμού.

Δειτε την αποφαση της ανακοπης

Συγκεκριμένα, γνωστή Τράπεζα κατόρθωσε και έλαβε προσωρινή διαταγή για οφειλή πιστωτικής κάρτας, η οποία χορηγήθηκε το 2002. Ειδικότερα, το 2003 καταγγέλθηκε η σύμβαση της πιστωτικής κάρτας ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν στα 2.253,03 € και έκλεισε ο λογαριασμός. Από το 2003 έως το 2012 δεν υπήρξε καμία ενέργεια εκ μέρους της τράπεζας, έως που αιτήθηκε και της χορηγήθηκε η υπ’ αρ. 13975/2012 διαταγή πληρωμής για το κεφάλαιο των 2.253,03 € πλέον τους τόκους από το 2003. Η τράπεζα ζητώντας την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής υπολόγισε τους τόκους μαζί με το κεφάλαιο στο ποσό των 18.675,00 €, όπου μόνο οι 2.253,03 €  υπήρξαν το οφειλόμενο κεφάλαιο ενώ υπολογίζοντας με επιτόκιο υπερημερίας 21,55 % από το 2003 έως και το 2012, απαίτησε επιπλέον 16.236,82 € για τόκους.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς μας στην ανακοπή, οι οποίοι έγιναν καθόλα δεκτοί από τον ειρηνοδίκη που εκδίκασε την ανακοπή μας, η τράπεζα έπρεπε να υπολογίσει το επιτόκιο με βάση τον πίνακα διαμορφώσεων εξωτραπεζικών επιτοκίων, προέκυψε δηλαδή ότι το επιτόκιο εκ της οφειλής του ανακόπτοντος επιβαρύνθηκε μέχρι και 9% σε σχέση με τα ισχύσαντα εξωτραπεζικά επιτόκια δηλαδή διογκώθηκε η απαίτηση με παράνομα, καταχρηστικά και συνεπώς άκυρα επιτόκια, κατά το μέρος που αυτά υπερέβησαν τα όρια του εκάστοτε ισχύσαντος εξωτραπεζικού επιτοκίου.

Με την απόφαση αυτή η οποία είναι ανέκκλητη, μπαίνουν θεμέλια στον υπολογισμό των επιτοκίων από τις τράπεζες, οι οποίες πρέπει να υπολογίζουν πάντα βάσει των εκάστοτε εξωτραπεζικών επιτοκίων, καθότι σύμφωνα με την απόφαση «τα εξωτραπεζικά επιτόκια, παρά τον περιορισμό στις εξωτραπεζικές μόνο συναλλαγές, έχουν εντούτοις γενικότερη κοινωνικοοικονομική σημασία και αφορούν και τις Τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων εξυπηρετείται από την ανάγκη ώστε αυτά να συμπιεσθούν κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών. Κατ’ ακολουθίαν συμφωνία ή όρος συμβάσεως με τον οποίο ορίζεται επιτόκιο μεγαλύτερο του εξωτραπεζικού είναι καταχρηστικός, γιατί ένας τέτοιος καθορισμός επιτοκίου στην Τραπεζική σύμβαση ( εν προκειμένω στη σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας) υπερβαίνει προφανώς τις αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της πιστώτριας Τράπεζας ( ΑΚ 281), η οποία υποχρεούται να εφαρμόσει καλά τους υπολογισμούς των τόκων, κατ’ανώτατο όριο, τα εκάστοτε ισχύσαντα εξωτραπεζικά επιτόκια».

Είναι γνωστό, πως όλες ανεξαιρέτως οι τραπεζικές δανειακές συμβάσεις , έχουν επιτόκια πολύ υψηλότερα από τα νόμιμα εξωτραπεζικά. Συνεπώς, πολλές από αυτές κατέχουν καταχρηστικούς όρους, ώστε να διέπονται από ακυρότητα.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, όταν μία τραπεζική εταιρία μας καταδιώκει για οφειλές μας και υπολογίζει δυσβάστακτα επιτόκια που επιβαρύνουν το αρχικό κεφάλαιο, τότε πρέπει να κινηθούμε δυναμικά και να ακυρώσουμε τους καταχρηστικούς όρους, βάσει των οποίων οι τράπεζες «φουσκώνουν τους λογαριασμούς μας».

Δειτε την αποφαση της ανακοπης
0

Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών «τελευταίας ευκαιρίας»

Εκδόθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών η εγκύκλιος (ΠΟΛ 1140/14.6.2013) για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών «τελευταίας ευκαιρίας» της υποπαραγράφου Α1 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/2013 (ΦΕΚ 107  Α /09.05.2013).

Σύμφωνα με το Υπουργείο σκοπός των νέων διατάξεων είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών από τη φορολογική διοίκηση αλλά και η παροχή κινήτρων για την άμεση και συστηματική εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Η υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση δεν επιδρά στην υπερημερία του οφειλέτη και στην επιβάρυνση της οφειλής με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ούτε στην καταβολή ολόκληρης της οφειλής όταν αυτή προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη διενέργεια ορισμένων πράξεων.

Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε απαραίτητη λόγω της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας πολλών οφειλετών (φυσικών και μη φυσικών προσώπων) να ανταποκριθούν άμεσα στην εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους προς το Δημόσιο δίνοντας μία «τελευταία ευκαιρία» εξόφλησης των βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων έως την 31.12.2012 οφειλών σε πολλές μηνιαίες δόσεις.

Οι όροι και οι προϋποθέσεις της ρύθμισης επιτρέπουν στους συνεπείς οφειλέτες να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική δυνατότητά τους αλλά και τη δυνατότητα τήρησης του προγράμματος των δόσεων και ταυτόχρονα  τους αποτρέπουν να δημιουργήσουν στο μέλλον νέα ληξιπρόθεσμα χρέη ή να μην υποβάλλουν  φορολογικές δηλώσεις που από τον νόμο έχουν υποχρέωση. Το ελάχιστο ποσό δόσης (15 ευρώ) αλλά και το ισόποσο αυτής συμβάλλουν στον προγραμματισμό των ταμειακών εκροών του οφειλέτη.

Επιπλέον, στα πλαίσια αντιμετώπισης των πολιτών και των επιχειρήσεων ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, οι μικροοφειλέτες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μόνοι τους το ποσό της μηνιαίας δόσης που δύνανται να καταβάλουν, ενώ για τις μεγαλύτερες οφειλές, απαιτείται, ανάλογα με το ύψος αυτών, προσκόμιση επιχειρηματικού σχεδίου που να αποδεικνύει την οικονομική αδυναμία και τη βιωσιμότητα της ρύθμισης.  Επιπρόσθετα, για ακόμη μεγαλύτερες οφειλές απαιτείται και παροχή εγγυήσεων ή  εμπραγμάτων ασφαλειών για τη διασφάλιση αυτών, ως προϋπόθεση για την χορήγηση ρύθμισης.

Επίσης η ρύθμιση είναι αρκετά ευέλικτη ώστε ο οφειλέτης που αδυνατεί να ανταποκριθεί στο ύψος της μηνιαίας δόσης του νέου προγράμματος που επέλεξε, να μπορεί να επιλέξει την υπαγωγή του σε ρύθμιση με λιγότερες ή περισσότερες δόσεις με ανάλογη προσαρμογή των υπολειπόμενων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής.

Μια άλλη ευελιξία της ρύθμισης είναι η δυνατότητα του οφειλέτη που για οποιοδήποτε λόγο δεν υπήχθη στη ρύθμιση μέχρι την 30.07.2013 να υπαχθεί μεταγενέστερα με τους όρους και προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές διατάξεις και η κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΠΟΛ 1111 / 2013.

Τέλος, υπό προϋποθέσεις ο οφειλέτης δύναται να επιλέξει πρόγραμμα μηνιαίων δόσεων με ανώτατο όριο τις εκατό (100) δόσεις και με καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής την 31.12.2013.

Αναλυτικότερα η εγκύκλιος έχει ως εξής:

ΕΝΟΤΗΤΑ  Α

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

 Ι. Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση

1. Στη ρύθμιση, υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων έως και την 31.12.2012 οφειλών που δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο (αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών).

2. Στη ρύθμιση, με τους ίδιους όρους δύνανται να υπαχθούν, εφόσον αιτηθεί ο οφειλέτης και :

α) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές  που  τελούν σε διοικητική ή δικαστική αναστολή,

β) βεβαιωμένες έως και την 31.12.2012 οφειλές με ημερομηνία καταβολής από 01.01.2013,

γ) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, των οποίων οι όροι τηρούνται, εφόσον υφίστανται και άλλες ληξιπρόθεσμες έως και την ανωτέρω ημερομηνία μη ρυθμισμένες οφειλές οι οποίες υπάγονται υποχρεωτικά. Στην περίπτωση υπαγωγής στην νέα ρύθμιση επέρχεται απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών,

δ) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, των οποίων οι όροι τηρούνται, εφόσον επιλεγεί πρόγραμμα ρύθμισης με αριθμό δόσεων μικρότερο ή ίσο με το μεγαλύτερο αριθμό των εναπομενουσών δόσεων των υπαγόμενων  ρυθμίσεων (π.χ. εάν τηρούνται δύο ρυθμίσεις και στην πρώτη υπολείπονται 10 δόσεις και στην δεύτερη 15 δόσεις η υπαγωγή τους στη νέα ρύθμιση θα γίνει για 15 δόσεις ή λιγότερες κατ΄επιλογή του οφειλέτη), με την προϋπόθεση ότι ο ανώτατος αριθμός δόσεων δεν υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) και η αποπληρωμή δεν εκτείνεται πέραν της 30ης Ιουνίου 2017. Στην περίπτωση  υπαγωγής στη νέα ρύθμιση επέρχεται, με την καταβολή της πρώτης δόσης, απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων χρεών.

ε) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές πτωχών οφειλετών.

ΙΙ. Δικαιούχοι υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση

Η ρύθμιση χορηγείται άπαξ ανά οφειλέτη και για τις οφειλές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής. Στη ρύθμιση δύνανται να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής με τους ίδιους όρους:

α) ο πρωτοφειλέτης (φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος στην περίπτωση του νομικού προσώπου).

β) τα πρόσωπα που ευθύνονται μαζί με τον πρωτοφειλέτη κατά το μέρος  ευθύνης τους.

γ) οι κληρονόμοι αποβιωσάντων οφειλετών, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί συνυπευθυνότητας με τον οφειλέτη αλλά επιμεριστικής ευθύνης καταβολής σύμφωνα με το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας.

δ) οι οφειλέτες σύζυγοι για φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων που προέκυψε από την κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεδομένου ότι η ευθύνη καταβολής ανήκει στον κάθε σύζυγο χωριστά για το φόρο που αναλογεί στα εισοδήματά του.

ΙΙΙ.  Εξαίρεση από την υπαγωγή στη ρύθμιση

Στη ρύθμιση δεν δύναται να υπαχθούν :

α) οφειλέτες των οποίων οι οφειλές έχουν υπαχθεί σε νομοθετική ρύθμιση ληξιπροθέσμων χρεών ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής η οποία απωλέσθη με υπαιτιότητα του φορολογούμενου μετά την 26η Απριλίου 2013.

β)  οφειλέτες που έχουν καταδικαστεί για τα αδικήματα των άρθρων 17,18 και 19 του ν. 2523/97 ή έχει ασκηθεί κατ’ αυτών ποινική δίωξη  για φοροδιαφυγή για τα ως άνω αδικήματα. Αυτό θα δηλώνεται υπεύθυνα από τον οφειλέτη φυσικό πρόσωπο ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου και θα ελέγχεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει ή δειγματοληπτικά κατά την κρίση της.

 IV. Ειδικότερα  θέματα:

1. Στην περίπτωση οφειλών που έχουν βεβαιωθεί στα Τελωνεία

α) Ρυθμίζονται:

i. οφειλές που αφορούν συμπληρωματικές χρεώσεις εκ των υστέρων επί τελωνειακών παραστατικών.

ii. οφειλές που αφορούν πρόστιμα, πολ/λα τέλη και ποινές για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας

iii. το 30% του ποσού της καταλογιστικής πράξης, το οποίο είναι απαιτητό με την κατάθεση προσφυγής κατά αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 150 του Τελωνειακού Κώδικα.

β) Δεν Ρυθμίζονται:

i. οφειλές, η προηγούμενη καταβολή των οποίων είναι προϋπόθεση για την έκδοση άδειας παράδοσης του εμπορεύματος.

ii.το 50% οφειλής, το οποίο είναι απαιτητό κατά την άσκηση προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Τελωνειακού Κώδικα.

 Επισήμανση:

Διευκρινίζεται ότι, στις περιπτώσεις των καταλογιστικών πράξεων με υπόχρεα πρόσωπα πέραν του ενός, οι οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν από τους υπόχρεους –ο καθένας να ρυθμίσει, εφόσον το επιθυμεί, το σύνολο των οφειλών που αφορούν την προσωπική του υποχρέωση – υπό την αίρεση ότι η αλληλέγγυα υποχρέωση του δεν παύει μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής από τους λοιπούς οφειλέτες ή αυτούς τους ίδιους.

2. Οφειλές βεβαιωμένες υπέρ νομικών προσώπων και τρίτων υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα εγκύκλιο.

 ΕΝΟΤΗΤΑ Β

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ

Ι. Υποβολή αίτησης – Καταβολή δόσεων

1. Η αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.

Μεταβατικά και για όσο διάστημα υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ./ Τελωνείο / Υπηρεσία που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

Κατ΄εξαίρεση, όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον πρωτοφειλέτη, η υποβολή της διενεργείται μόνο στην αρμόδια Υπηρεσία.

Ειδικότερα :

α) η υποβολή της αίτησης για την εφάπαξ εξόφληση (με έκπτωση 50% των έως και τις 31.12.2012 προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής) και η καταβολή πραγματοποιούνται στην αρμόδια υπηρεσία από την 14η  Ιουνίου έως και την 1η Ιουλίου 2013 (κατ’ ΑΚ 242, αντί της 30ης Ιουνίου 2013, η οποία δεν είναι εργάσιμη).

β) η υποβολή των αιτήσεων για υπαγωγή σε πρόγραμμα δόσεων και η καταβολή αυτών  πραγματοποιείται στην αρμόδια υπηρεσία από 20.06.2013 έως και την 18.07.2013. Μετά την τελευταία ως άνω ημερομηνία η αίτηση υποβάλλεται μόνο ηλεκτρονικά και η καταβολή των δόσεων πραγματοποιείται υποχρεωτικά στους φορείς είσπραξης.

2. Καταβολή της πρώτης δόσης της ρύθμισης ή η εφάπαξ εξόφληση λαμβάνει χώρα  εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών της αίτησης.

Επισημάνσεις :

-Εφόσον ο αιτών δεν καταβάλει την πρώτη δόση εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, πρέπει να υποβάλει νέα αίτηση προκειμένου να ρυθμίσει τις οφειλές του.

– Με δεδομένη την καταληκτική ημερομηνία αποπληρωμής των 48 δόσεων (30.06.17), για την αξιοποίηση της δυνατότητας του μέγιστου αριθμού των 48 δόσεων, η υποβολή της αίτησης θα πρέπει να πραγματοποιηθεί  το αργότερο μέχρι την 31.07.2013.

ΙΙ. Πάγια εντολή πληρωμής.

1. Η καταβολή των δόσεων διενεργείται στους φορείς είσπραξης (συνεργαζόμενες Τράπεζες, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛ.ΤΑ.), με πάγια εντολή πληρωμής των επόμενων δόσεων, χωρίς να επιβάλλεται στον οφειλέτη οικονομική επιβάρυνση για την εντολή αυτή.

2. Η ανωτέρω πάγια εντολή αυτόματης χρέωσης είναι υποχρεωτική για όλους τους οφειλέτες δικαιούχους τραπεζικών λογαριασμών ή δικαιούχους λογαριασμών πληρωμών των Ελληνικών Ταχυδρομείων – ΕΛΤΑ Α.Ε.

Επισημάνσεις :

– Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία δύναται να προσδιορίζει το λογαριασμό με τον οποίο θα συνδέεται η πάγια εντολή αυτόματης χρέωσης, προκειμένου ο οφειλέτης να συστήνει εντολή στο συγκεκριμένο λογαριασμό.

– Η πάγια εντολή πιστοποιείται από το φορέα είσπραξης με ενημέρωση που θα αποστέλλει στην Γ.Γ.Π.Σ..

ΙΙΙ. Προϋποθέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση

1. Σε κάθε περίπτωση για την υπαγωγή στη ρύθμιση θα πρέπει να αποδεικνύεται τη δεδομένη χρονική στιγμή, η αδυναμία εξόφλησης της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης καθώς και η βιωσιμότητα του διακανονισμού.

2. Οι οφειλέτες πρέπει να έχουν υποβάλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τις εκκαθαριστικές δηλώσεις του φόρου προστιθέμενης αξίας της τελευταίας πενταετίας καθώς και τις περιοδικές δηλώσεις του φόρου προστιθέμενης αξίας που έπονται της τελευταίας εκκαθαριστικής.

Επισήμανση : Η ανωτέρω προϋπόθεση πληρούται εφόσον ο οφειλέτης έχει υποβάλει εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα αλλά υποχρεωτικά έως την ημερομηνία της αίτησης τις ανωτέρω δηλώσεις.

3. Οι αιτούντες πρέπει να είναι ενήμεροι για τις οφειλές τους με ημερομηνία καταβολής από την 01.01.2013 και μετά, ήτοι να έχουν καταβάλει ή τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο (αναστολή πληρωμής, ενήμεροι σε ρύθμιση/διευκόλυνση τμηματικής καταβολής) τις οφειλές αυτές.

Επισήμανση :

Οι ανωτέρω 2 και  3 προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται και στις περιπτώσεις της εφάπαξ εξόφλησης της οφειλής για να τύχουν οι οφειλέτες των ευεργετημάτων της ρύθμισης.

4. Με την υποβολή της αίτησης, ο οφειλέτης πρέπει:

α) να δηλώσει με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων (κινητή και ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής), όπως το μηνιαίο εισόδημά του, επενδύσεις/συμμετοχές κάθε μορφής, τους αριθμούς των τραπεζικών του λογαριασμών (IBAN), μεταφορικά μέσα, τα ακίνητα επί των οποίων έχει εμπράγματο δικαίωμα, απαιτήσεις από τρίτους, καθώς και πληροφορίες που θα περιλαμβάνουν οφειλές του σε ασφαλιστικά ταμεία ή άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα και άλλες πάγιες υποχρεώσεις προς τρίτους, εφόσον υφίστανται, το τρέχον και το αναμενόμενο (επιπλέον) εισόδημά του (πχ εκτίμηση για τυχόν έσοδα από μελλοντική εκμίσθωση ακινήτου, εμπορική συμφωνία κλπ).

Επισήμανση :

-Κατά την ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να συμπληρώνει τα σχετικά πεδία που εμφανίζονται στην οθόνη της αίτησης.

– Στις περιπτώσεις υποβολής της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία η δήλωση των ανωτέρω στοιχείων συνοδεύει την αίτηση.

β) για ποσό βασικής οφειλής άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000€), να προσκομίσει υποχρεωτικά και βεβαίωση, από τρίτο ανεξάρτητο εκτιμητή περί της ορθότητας των οικονομικών στοιχείων καθώς και των λοιπών δικαιολογητικών που αποδεικνύουν την αδυναμία εξόφλησης της οφειλής καθώς και τη βιωσιμότητα του διακανονισμού. H προαναφερθείσα βεβαίωση – μελέτη βιωσιμότητας πρέπει να περιλαμβάνει την καθαρή θέση, ανάλυση ρευστότητας και προσδοκώμενα έσοδα – αναμενόμενες δαπάνες του αιτούντα.   Από το αποτέλεσμα της ανωτέρω μελέτης πρέπει να προκύπτει τόσο η βιωσιμότητα του αιτούμενου προγράμματος ρύθμισης όσο και η οικονομική αδυναμία εξόφλησης ή ανταπόκρισης σε πρόγραμμα ρύθμισης με λιγότερες δόσεις.

γ) για ποσό βασικής οφειλής άνω των τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000€), πέραν των ανωτέρω υπό (α) και (β) στοιχείων, απαιτείται να παρέχει εγγυήσεις ή εμπράγματες ασφάλειες για τη διασφάλιση της οφειλής οι οποίες μπορούν να συνίστανται (διαζευκτικά ή σωρευτικά) σε προσκόμιση εγγυητικής επιστολής τράπεζας για όλο το διάστημα της ρύθμισης για το σύνολο της ρυθμιζόμενης οφειλής πλέον των επιβαρύνσεων, πλήρη διασφάλιση της οφειλής με εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου ελευθέρου βαρών αντικειμενικής αξίας τουλάχιστον ίσης με το ύψος της συνολικής οφειλής ή επί βεβαρημένου ακινήτου αντικειμενικής αξίας, αφαιρουμένων των ποσών για τα οποία έχουν εγγραφεί βάρη,  τουλάχιστον ίσης με τη συνολική οφειλή, εγγύηση τρίτου αξιόχρεου προσώπου και οποιοδήποτε άλλο τρόπο εγγύησης αποδεκτό από τις φορολογικές και τελωνειακές αρχές .

Επισήμανση :

–  Η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση της περίπτωσης (α) κατατίθεται ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης ενώ τα  στοιχεία (β) & (γ) αποστέλλονται με συστημένη επιστολή ή προσκομίζονται στην αρμόδια υπηρεσία εντός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

–  Η αρμόδια υπηρεσία δύναται οποτεδήποτε να ζητά επιπλέον στοιχεία ή πληροφορίες οι οποίες πρέπει να αποστέλλονται – προσκομίζονται, άλλως θα επέρχεται απώλεια της ρύθμισης.

–  Για ποσά βασικής οφειλής συνολικού ύψους κάτω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, η αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία οφείλει να πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους, ζητώντας από τους οφειλέτες να αποστείλουν τα ανωτέρω δηλωθέντα στοιχεία και δικαιολογητικά, εντός μηνός από την έγγραφη ειδοποίησή τους.

–  Η αρμόδια υπηρεσία διατηρεί το δικαίωμα να περιορίσει τις δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης εάν μετά τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου προκύψει δυνατότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες.

–  Η εγγυητική επιστολή η οποία κατατίθεται κατά περίπτωση ως προϋπόθεση για τη χορήγηση ρύθμισης, πρέπει να εκδίδεται από αναγνωρισμένο στην Ελλάδα πιστωτικό ίδρυμα και να διασφαλίζει την καταβολή του συνόλου της οφειλής για την οποία χορηγήθηκε μαζί με τις προσαυξήσεις της, στην περίπτωση που αυτή δεν καταβληθεί από τον υπόχρεο μέσα στην ορισθείσα προθεσμία. Η ανωτέρω εγγυητική επιστολή πρέπει να είναι διάρκειας τριών μηνών πλέον της καταληκτικής ημερομηνίας καταβολής της τελευταίας δόσης της χορηγηθείσας ρύθμισης και καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου για την εξόφληση του συνόλου του οφειλόμενου ποσού της ρύθμισης, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο αυτή απολεσθεί. Η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται στον καταθέτη με την πληρωμή της τελευταίας δόσης της ρύθμισης. Για την κατάθεση ή και την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής και αυτή φυλάσσεται στο χρηματοκιβώτιο της υπηρεσίας ή σε άλλο ασφαλές μέρος.

-Επισυνάπτονται υποδείγματα υπεύθυνων δηλώσεων οι οποίες θα πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση.

V. Ανεξάρτητοι Εκτιμητές

  1. Ως ανεξάρτητοι εκτιμητές ορίζονται οι ορκωτοί ελεγκτές – λογιστές, οι λογιστές φοροτεχνικοί και οι κατέχοντες άδεια ασκήσεως δικηγορικού λειτουργήματος. Η σχετική βεβαίωση  από τους ως άνω εκτιμητές επαληθεύει την βιωσιμότητα του διακανονισμού, πιστοποιεί όλες τις υποχρεώσεις του οφειλέτη προς το κράτος και προς τρίτους, την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για την χορήγηση ρύθμισης τμηματικής καταβολής, καθώς και τα αποτελέσματα επί της αναμενόμενης ρευστότητας από την ενδεχόμενη υπαγωγή του οφειλέτη σε άλλους διακανονισμούς με το Δημόσιο ή με τρίτους φορείς.

Επισήμανση:

Στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, πιστοποιείται και η περιουσιακή κατάσταση των προσώπων που ευθύνονται για χρέη του νομικού προσώπου μαζί με αυτό.

2.Η ίδια βεβαίωση πιστοποιεί την παροχή επαρκών εγγυήσεων και το είδος αυτών για τη διασφάλιση της οφειλής. Σε περίπτωση προσφερόμενου για υποθήκη ακινήτου δύναται να υπάρχει εκτίμηση της τρέχουσας αξίας του από κατέχοντα άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του μηχανικού.

3.Σε περίπτωση προσκόμισης της ανωτέρω βεβαίωσης – μελέτης βιωσιμότητας από ορκωτούς ελεγκτές – λογιστές δεν απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων εκτός εάν κριθεί απαραίτητο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ./Τελωνείο/Υπηρεσία. Κατά τα λοιπά αξιολογούνται ελευθέρως τα προσκομισθέντα στοιχεία. Η δαπάνη για την αμοιβή των ανωτέρω εκτιμητών βαρύνει αποκλειστικά τον οφειλέτη.

VI. Αρμόδια Δ.Ο.Υ.

1. Ως αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία για τη  χορήγηση  της ρύθμισης, την εξέταση των δικαιολογητικών, την παρακολούθηση, την τήρηση των όρων της, την απώλεια αυτής και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία, ορίζεται η Δ.Ο.Υ / Τελωνείο / Υπηρεσία που είναι αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής.

2. Στην περίπτωση συναρμοδιότητας της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, αρμόδια ορίζεται η  Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης για συνολικές βασικές οφειλές ανά οφειλέτη άνω του 1.500.000,00 ευρώ (Δ6 Α 10533 ΕΞ 2013 απόφαση ΦΕΚ 705 Β),  ανεξάρτητα του ύψους της ρυθμιζόμενης οφειλής.

ΕΝΟΤΗΤΑ Γ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ 

Ι. Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη

1. Διακανονισμός πληρωμής

α) Δυνατότητα καταβολής των οφειλών που ρυθμίζονται εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις,  έως σαράντα οκτώ (48) με καταληκτική ημερομηνία πληρωμής την 30.06.2017, αλλά και πέραν των 48 και έως 100 δόσεις υπό προϋποθέσεις.

β) Απαλλαγή από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά ποσοστό ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης. Συγκεκριμένα, οι ρυθμιζόμενες οφειλές καταβάλλονται :

i) εφάπαξ, με απαλλαγή ποσοστού 50% των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική ημερομηνία καταβολής την 1η Ιουλίου 2013,

ii) με απαλλαγή ποσοστού  σαράντα τοις εκατό (40%)  των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2014,

iii) με απαλλαγή ποσοστού τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2015,

iv) με απαλλαγή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2016,

v) με απαλλαγή ποσοστού  είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2017.

 

γ) Το συνολικό ποσό κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των δέκα πέντε (15) ευρώ.

δ) Η υπαγωγή στη ρύθμιση μπορεί να γίνει οποτεδήποτε με ανάλογη ως ανωτέρω απαλλαγή των προσαυξήσεων και καταληκτική ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30.06.2017.

Παράδειγμα :

Ληξιπρόθεσμες την 31.12.2012 οφειλές μπορούν να υπαχθούν σε πρόγραμμα ρύθμισης δόσεων με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης π.χ. την 30.06.2015, με έκπτωση 35% στις έως και την 31.12.2012 προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Εφόσον ο οφειλέτης αιτείται υπαγωγή στη ρύθμιση την 08.07.2013, η καταληκτική ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης θα είναι η 11.07.2013, η δεύτερη δόση είναι καταβλητέα έως και τις 30.08.2013 και οι υπόλοιπες είκοσι δύο (22)  την τελευταία εργάσιμη ημέρα των αντίστοιχων μηνών έως και τις 30.06.2015. Στο ίδιο πρόγραμμα ρύθμισης με τις ίδιες απαλλαγές (αλλά με τον υπολειπόμενο αριθμό δόσεων) μπορεί να υπαχθεί ο οφειλέτης και μέχρι τις 30.06.2015 με αίτηση και καταβολή την ίδια ημερομηνία (30.06.15).

ε) Ως προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, για την εφαρμογή των απαλλαγών των περιπτώσεων (i) έως (v), λογίζονται σε κάθε περίπτωση, οι αναλογούσες προσαυξήσεις της υπό ρύθμιση βασικής οφειλής, όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την 01 Ιανουαρίου 2013.  Ως ποσοστό με το οποίο υπολογίζονται οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής με τις οποίες επιβαρύνεται η βασική ληξιπρόθεσμη υπαχθείσα στη ρύθμιση οφειλή από 01.01.2013 αντί των κατά ΚΕΔΕ προσαυξήσεων, ορίζεται το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής πλέον οκτώ τοις εκατό (8%), ετησίως υπολογισμένο. Το ανωτέρω ποσοστό προσαυξήσεων παραμένει σταθερό καθ΄ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιθυμεί να συμπεριλάβει μη ληξιπρόθεσμες οφειλές, αυτές επιβαρύνονται με το ανωτέρω ποσοστό προσαυξήσεων υπολογιζόμενο από την ημερομηνία της αίτησης και μετά (π.χ. το σχετικό ποσοστό ανέρχεται σήμερα σε 8,5% (0,5% ΕΚΤ + 8%).

2. Χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας

Στον οφειλέτη που είναι συνεπής στη ρύθμιση δύναται να χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των οφειλών του προς το Δημόσιο  μηνιαίας διάρκειας, εφόσον είναι ενήμερος και σε τυχόν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 26 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει σήμερα. Τα ποσά που εισπράττονται από παρακράτηση λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης.

Επισήμανση:

Στην περίπτωση που χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας με παρακράτηση του συνόλου της οφειλής, το οποίο και θα εξοφλήσει το σύνολο της υπαχθείσας σε ρύθμιση οφειλής, ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των δόσεων που τελικά διαμορφώνεται.

  1. 1.      Αναβολή εκτέλεσης ποινής 

Αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει σήμερα ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται.

  1. 2.      Αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης

α) Αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης  κινητών  ή ακινήτων (έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού), εφόσον η εκτέλεση αφορά  μόνο  ρυθμισμένα χρέη.

β) Δεν αναστέλλονται οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ούτε  στις περιπτώσεις που έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες κατάσχεσης, τα  ποσά όμως που θα αποδίδονται από αυτές, θα πιστώνονται σε δόση ή δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες ληξιπρόθεσμες μη ρυθμισμένες  οφειλές.

Σημειώνεται ότι, αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα  μέτρα  που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

γ) Αναστέλλεται η εκτέλεση του μέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν.2120/1993, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν.2523/97.

II. Δικαιώματα του Δημοσίου

  1.  1.  Και μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα :

α) να επιβάλλει κατασχέσεις και να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

β) να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εφόσον δεν διασφαλίζονται τα συμφέροντά του, ή να ορίζει ποσοστό παρακράτησης, κατά την κρίση του  Προϊσταμένου της αρμόδιας Υπηρεσίας, μέρους ή του συνόλου του εισπραττόμενου ποσού, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 26 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει.

2. Η ρύθμιση οφειλών στην οποία υπάγεται οφειλέτης λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν επηρεάζει το συμψηφισμό απαίτησης του οφειλέτη κατά του Δημοσίου (άρθρο 83 του ν.δ. 356/74, όπως ισχύει), το δε ποσό της απαίτησης αυτής συμψηφίζεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Υπηρεσίας στο σύνολό του και μέχρι το μέρος που καλύπτει την οφειλή.

Επισήμανση:

Εάν προκύψει συμψηφισμός κατά το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύει, στην περίπτωση που η ημερομηνία συνάντησης των ανταπαιτήσεων είναι προγενέστερη της ημερομηνίας υπαγωγής στη ρύθμιση, η οφειλή συμψηφίζεται και εκ των υστέρων υπάγεται σε ρύθμιση το εναπομένον ποσό αυτής. Στην περίπτωση που η ημερομηνία συνάντησης των ανταπαιτήσεων είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας υπαγωγής στη ρύθμιση, διενεργείται πίστωση στις μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης.

ΙΙΙ. Ισχύς ρύθμισης

1. Η ρύθμιση καθίσταται καταρχήν ενεργή και ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων αυτής από την εμπρόθεσμη καταβολή της πρώτης δόσης και μέχρι τον έλεγχο των δηλούμενων ή και προσκομιζόμενων στοιχείων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία. Εάν, εντός έξι (6) μηνών από την καταβολή της πρώτης δόσης δεν προκύψει απώλεια αυτής, η χορηγηθείσα ρύθμιση θεωρείται οριστική.

2. Ωστόσο η ρύθμιση απόλλυται σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και μετά την πάροδο του εξαμήνου, εφόσον δεν προσκομισθούν εγκαίρως τα απαραίτητα δικαιολογητικά ή τα αιτηθέντα συμπληρωματικά στοιχεία, καθώς και όταν διαπιστωθεί η προσκόμιση ή δήλωση ελλιπών ή ανακριβών στοιχείων.

3. Η αρμόδια υπηρεσία διατηρεί το δικαίωμα, εάν μετά τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου προκύψει δυνατότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες, να περιορίσει τις δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης.

4. Εφόσον ο οφειλέτης απολέσει τη ρύθμιση της τελευταίας ευκαιρίας, μπορεί να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στην πάγια ρύθμιση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις.

  1. IV.             Απώλεια της ρύθμισης

1. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία  βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, τηρουμένων και των διατάξεων περί δημοσιοποίησης ληξιπροθέσμων οφειλών του άρθρου 9 του ν. 3943/2011 (Α’ 66) εάν ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης πέραν της μίας φοράς,

β) δεν καταβάλει την τυχόν μία εκπρόθεσμη δόση της ρύθμισης με την αναλογούσα προσαύξηση αυτής (15%) μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης,

γ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος,  του φόρου προστιθέμενης αξίας και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης καταβολής των οφειλών  του και μέχρι την εξόφλησή τους,

δ) δεν είναι ενήμερος στις οφειλές του (ατομικές και οφειλές από συνυποχρέωση, συνυπευθυνότητα) από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και μετά,  (ανεξάρτητα από τη Δ.Ο.Υ. στην οποία έχουν βεβαιωθεί),

ε) έχει υποβάλει ανακριβή ή ανεπαρκή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση,

στ) δεν έχει υποβάλει τα απαραίτητα στοιχεία – πληροφορίες.

2. Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων της υποπαραγράφου Α1 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/2013  και της απόφασης ΠΟΛ 1111/2013, η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης και καταπίπτουν οι προσφερθείσες εγγυήσεις.

  1. Αναστολή παραγραφής

Η παραγραφή χρεών που ρυθμίζονται με τις διατάξεις αυτές και για τα οποία  υποβάλλεται σχετική αίτηση υπαγωγής τους στη ρύθμιση, αναστέλλεται από την  ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που  αφορά η ρύθμιση, ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν  συμπληρώνεται πριν παρέλθει (1) ένα έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης  αυτής.

ΕΝΟΤΗΤΑ Δ

ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

I . Εκπρόθεσμη καταβολή δόσης

Στην περίπτωση καθυστέρησης μιας δόσης, αυτή πρέπει να καταβληθεί  με επιβάρυνση 15% εντός της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης. Στην περίπτωση που η δόση της οποίας η καταβολή καθυστερεί για πρώτη φορά είναι η τελευταία, αυτή πρέπει να καταβληθεί προσαυξημένη κατά 15% μέχρι την τελευταία εργάσιμη του επόμενου από την ημερομηνία καταβολής αυτής μήνα .

ΙΙ.  Δυνατότητα αλλαγής προγράμματος ρύθμισης.

1. Εφόσον ο οφειλέτης επιθυμεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών, ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής κατόπιν χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας με παρακράτηση ή μέσω συμψηφισμού (Κ.Ε.Δ.Ε.), ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται, σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης.

2. Ο οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/2013 δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης της ίδιας περίπτωσης με διαφορετικό αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ακόλουθες κατά περίπτωση προϋποθέσεις:

α) Εάν επιλέξει πρόγραμμα περισσότερων δόσεων δικαιούται απαλλαγή από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για το υπόλοιπο ποσό το οποίο εντάσσεται στη ρύθμιση της νέας επιλογής του και με καταληκτική ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30.06.2017.

β). Εάν επιλέξει πρόγραμμα λιγότερων δόσεων θα τύχει μεγαλύτερου ποσοστού απαλλαγής προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής για το ποσό που εντάσσεται στη νέα ρύθμιση.

γ). Εάν επιλέξει την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής του, απαλλάσσεται κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στις περιπτώσεις ι-v της υποπαραγράφου Α1 της παρ.Α του άρθρου πρώτου ν.4152/13.

ΙΙΙ. Υπαγωγή σε πρόγραμμα αριθμού δόσεων άνω των σαράντα οκτώ (48).

1. Προϋποθέσεις

α) Κατ΄εξαίρεση, οι οφειλέτες φυσικά πρόσωπα μη επιτηδευματίες μπορούν να ζητήσουν την εξόφληση της οφειλής τους σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις και πέρα από τα οριζόμενα σε πρόγραμμα ρύθμισης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/13, όταν αποδεικνύουν αδυναμία συμμόρφωσης στα ανωτέρω προγράμματα, αλλά δυνατότητα τήρησης ρύθμισης σε παραπάνω δόσεις και βιωσιμότητας αυτής.

β) Στην περίπτωση αυτή υπάγονται μόνο οφειλές που δεν προέρχονται από επαγγελματική δραστηριότητα ή προέρχονται από επαγγελματική δραστηριότητα η οποία  έχει διακοπεί.

γ) Η καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση της παρούσας ενότητας είναι η 31.12.2013.

2. Προσδιορισμός αριθμού δόσεων

α) Ο μέγιστος αριθμός δόσεων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των εκατό (100),

β) το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης ορίζεται ως ποσοστό επί του συνολικού μηνιαίου καθαρού εισοδήματος ως ακολούθως :

i. 5% για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα μέχρι πεντακόσια (500) ευρώ και πάντως όχι κάτω των δέκα πέντε (15) ευρώ,

ii. 6%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ και μέχρι χίλια (1.000) ευρώ,

iii. 7%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ,

iv. 10%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και μέχρι δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ,

v. 20%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ και μέχρι τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ

vi. και 30%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

3. Διαδικασία

Για ποσά βασικής οφειλής της εν λόγω περίπτωσης άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ απαιτείται η έγκριση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ./Τελωνείου/Υπηρεσίας, με την προσκόμιση  στοιχείων που αποδεικνύουν ότι οι οφειλέτες δεν δύνανται να αποπληρώσουν την οφειλή τους σε πρόγραμμα μηνιαίων δόσεων έως σαράντα οκτώ (48) αλλά μπορούν να ανταποκριθούν σε συγκεκριμένο πρόγραμμα με μεγαλύτερο αριθμό δόσεων.

  1. 4.                   Λοιποί όροι

α) Στην περίπτωση ρύθμισης χρέους σε περισσότερες από 48 δόσεις ο οφειλέτης δεν έχει καμία έκπτωση στις προσαυξήσεις.

β)  Στην περίπτωση ρύθμισης χρέους άνω των 5.000€ σε περισσότερες από 48 δόσεις, η αίτηση υποβάλλεται αποκλειστικά στην αρμόδια υπηρεσία, με συνημμένα τα απαραίτητα κατά περίπτωση δικαιολογητικά.

IV.  Έναρξη εφαρμογής της ρύθμισης

Η παρούσα απόφαση ισχύει για την περίπτωση της εφάπαξ εξόφλησης από 14.06.2013 και για τις λοιπές περιπτώσεις από 20.06.2013. Έως την 18.07.2013 η αίτηση υποβάλλεται και οι καταβολές διενεργούνται στην αρμόδια υπηρεσία.

ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΣΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ ΓΙΑ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΩΣ 31.12.2012
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ (1)
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1 ΟΛΕΣ ΟΙ ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΩΣ 31.12.2012 ΝΑΙ
2 ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΩΣ 31.12.2012 ΣΕ ΔΙΟΙΚ. Ή ΔΙΚΑΣΤ. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΝΑΙ
3 ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΕΩΣ 31.12.2012, ΜΕ ΛΗΞ/ΣΜΕΣ Ή ΜΗ ΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟ 01.01.2013 ΝΑΙ
4 ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΩΣ 31.12.2012 ΣΕ ΕΝΕΡΓΗ ΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΝΑΙ Σχόλιο (3) & (4)
5 ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟ 01.01.2013 ΣΕ ΕΝΕΡΓΗ ΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΝΑΙ Σχόλιο (3) & (4)

 

ΣΧΟΛΙΑ – ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ.

 

(1)     ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ: (i) ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΧΟΥΝ ΥΠΑΧΘΕΙ ΣΕ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΧΡΕΩΝ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΩΛΕΣΘΗ ΜΕ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 26η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013.

(ii) ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΕΙ Ή ΕΧΕΙ ΑΣΚΗΘΕΙ ΚΑΤ’ΑΥΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΓΙΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ.

(2)     ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΤΑ ΝΟΜΙΜΟ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ Ή ΑΛΛΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ. ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΑΠΟ 01.01.2013 ΜΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΙΑ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΟΣΗ ΕΩΣ 31.12.2012.

(3)      (i) ΕΦΟΣΟΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΩΣ ΤΗΝ 31.12.2012 ΜΗ ΡΥΘΜΙΣΜΕΝΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ. ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ Ή ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΧΡΕΩΝ.

(ii) ΕΑΝ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΩΣ ΤΗΝ 31.12.2012 ΑΛΛΑ ΕΠΙΛΕΓΕΤΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΜΕ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ Ή ΙΣΟ ΑΡΙΘΜΟ ΔΟΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΕΝΑΠΟΜΕΝΟΥΣΩΝ ΔΟΣΕΩΝ ΤΩΝ ΥΠΑΓΟΜΕΝΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΙΣ 48 ΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΕΩΣ ΤΗΝ 30η ΙΟΥΝΙΟΥ 2017. ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ Ή ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΧΡΕΩΝ.

(4)     ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ Ή ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ, ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΥΠΑΧΘΟΥΝ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ, ΑΥΤΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΤΗΣ ΗΔΗ ΧΟΡΗΓΗΘΕΙΣΑΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ Ή ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ.

 

ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ.

 

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΩΣ ΑΝΩ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α1 ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΥ Ν. 4152/2013 ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΠΟΛ.1111/21.05.2013.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΕΩΣ 48 ΔΟΣΕΙΣ*
Ποσό ρυθμιζόμενης βασικής οφειλής** Απαιτούμενα Στοιχεία –πληροφορίες που πρέπει να προσκομίζονται Βεβαίωση εκτιμητή Διασφάλιση οφειλής Αποστολή δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία Αίτηση Προσωρινή Χορήγηση Οριστική χορήγηση
Έως 75.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Όχι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Όχι (εκτός εάν ζητηθεί) Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή της πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με την πάροδο εξαμήνου***
Άνω των 75.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Ναι Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με τον έλεγχο των δικαιολογητικών, άλλως με  την πάροδο εξαμήνου***
Άνω των 300.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Ναι Ναι Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με τον έλεγχο των δικαιολογητικών, άλλως με  την πάροδο εξαμήνου***

* -Για όλες τις βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές μέχρι 31.12.2012 -καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής και καταβολής τελευταίας δόσης η 30.06.2017

** Για συνολικές βεβαιωμένες οφειλές ανά οφειλέτη άνω των 1.500.000€, αρμόδια είναι η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης, ανεξαρτήτως ρυθμιζόμενης οφειλής.
***Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε απώλεια της ρύθμισης και μετά την πάροδο εξαμήνου, αν διαπιστωθεί μη έγκαιρη προσκόμιση ή δήλωση στοιχείων ή προσκόμιση ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 48 ΚΑΙ ΕΩΣ 100 ΔΟΣΕΙΣ*
Ποσό ρυθμιζόμενης βασικής οφειλής** Απαιτούμενα Στοιχεία -πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται Βεβαίωση εκτιμητή Διασφάλιση οφειλής Αποστολή δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία Αίτηση Προσωρινή Χορήγηση Οριστική χορήγηση
Έως 5.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. 2.    Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. 3.     Περιουσιακά στοιχεία
Όχι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Όχι (εκτός εάν ζητηθεί ) Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή της πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με την πάροδο εξαμήνου***
Άνω των 5.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Όχι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Ναι Στην αρμόδια υπηρεσία Όχι Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την έγκριση χορήγησης από την αρμόδια υπηρεσία
Άνω των 75.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Ναι Στην αρμόδια υπηρεσία Όχι Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την έγκριση χορήγησης από την αρμόδια υπηρεσία
Άνω των 300.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Ναι Ναι Στην αρμόδια υπηρεσία Όχι Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την έγκριση χορήγησης από την αρμόδια υπηρεσία

 

* Για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα – μη επιτηδευματίες με βεβαιωμένες οφειλές μέχρι 31-12-2012 που δεν προέρχονται από επιχειρηματική δραστηριότητα ή προέρχονται από επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία έχει διακοπεί

– υπαγωγή έως την 31.12.2013

** Για συνολικές βεβαιωμένες οφειλές ανά οφειλέτη άνω του 1.500.000€, αρμόδια είναι η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης,  ανεξαρτήτως ύψους ρυθμιζόμενης οφειλής.

** *Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε απώλεια της ρύθμισης και μετά την πάροδο εξαμήνου, αν διαπιστωθεί μη έγκαιρη προσκόμιση ή δήλωση στοιχείων ή προσκόμιση ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων.

0

Οι τροποποιήσεις του Ν 4161/2013 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και οι διευκολύνσεις στους ενήμερους δανειολήπτες – ΜΕΡΟΣ Α’

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νέος νόμος για τις διευκολύνσεις στους ενήμερους δανειολήπτες και οι τροποποιήσεις στο νόμο «Κατσέλη” για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Ο νόμος 4161/2013 χωρίζεται σε δύο κεφάλαια, όπου στο πρώτο ρυθμίζεται η διαδικασία του προγράμματος διευκόλυνσης για τους ενήμερους δανειολήπτες και στο δεύτερο τροποποιείται ο νόμος 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Σημαντικές είναι οι διαφοροποιήσεις που παρουσιάζονται ως προς την τροποποίηση του νόμου Κατσέλη, καθώς «χάνονται” δικαιώματα των δανειοληπτών και δημιουργούνται ασφυκτικές υποχρεώσεις για τους οφειλέτες και τους εγγυητές τους.

Σύντομα με νεότερα άρθρα, όλη η επεξήγηση του Νόμου 4161/2013.

Δειτε το νομο Ληψη του νομου σε PDFΛηψη του νομου σε WORD
0

Συνταγματική η έκτακτη εισφορά του Ν. 3758/2009

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε με την την υπ΄ αριθ. 1685/2013 απόφαση της ως Συνταγματική την έκτακτη εισφορά που είχε επιβληθεί, το 2009 και υπολογίσθηκε στα εισοδήματα που είχαν αποκτηθεί πριν την 1η Ιανουαρίου του 2008. Με ισχυρή πλειοψηφία κρίθηκε ότι η έκτακτη εισφορά που είχε επιβληθεί με τον νόμο 3758/2009, δεν προσκρούει στο Σύνταγμα (άρθρα 78 και 4), ούτε όμως τίθεται θέμα αναδρομικής φορολόγησης. Επισημαίνεται ότι η επίμαχη έκτακτη εισφορά του 2009 δεν έχει τον χαρακτήρα αναδρομικής φορολόγησης, έτσι ώστε να προσκρούει στις συνταγματικές απαγορεύσεις του άρθρου 78 του Συντάγματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η δικαστική απόφαση, όταν ανέκυψε η έκτακτη δημοσιονομική ανάγκη λόγω της οικονομικής κρίσης και επιβλήθηκε η επίμαχη έκτακτη εισφορά, «δεν είχε καν ολοκληρωθεί η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων – του οικονομικού έτους 2009 – και εύλογα, θεωρήθηκαν από το νομοθέτη ως τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεων της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, προκειμένου να επιβληθεί η έκτακτη εισφορά, οι αμέσως προηγούμενες φορολογικές δηλώσεις».

Ακόμη, υπογραμμίζει η Ολομέλεια του ΣτΕ, η επιβολή της επίμαχης έκτακτης εισφοράς δεν είναι αντισυνταγματική εκ μόνου του λόγου ότι δεν υπήρχε κατά την ψήφιση του νόμου στη Βουλή σχετική εγγραφή στον οικείο τακτικό προϋπολογισμό, ούτε όμως προσκρούει και στο άρθρο 4 του Συντάγματος περί ισότητας η μη υπαγωγή στην επίμαχη εισφορά των νομικών προσώπων.

Επίσης, οι δικαστές χαρακτηρίζουν συνταγματικά ανεκτό το προβλεπόμενο από τον νόμο που επέβαλε την έκτακτη εισφορά σύστημα καθορισμού του ύψους της επίμαχης έκτακτης εισφοράς ανά κλιμάκιο εισοδήματος, «με το ποσό της εισφοράς να αυξάνει κατά τη μετάβαση από χαμηλότερο σε υψηλότερο κλιμάκιο».

Εξάλλου, νόμιμο έκριναν οι σύμβουλοι Επικρατείας το γεγονός ότι επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά και στα αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα, ενώ δεν δέχθηκαν τον ισχυρισμό του φορολογούμενου ότι παραβιάστηκε το άρθρο 20 του Συντάγματος που προβλέπει ότι, πριν την επιβολή διοικητικού μέτρου (όπως είναι η έκτακτη εισφορά), έπρεπε να κληθεί σε ακρόαση και στην προκειμένη περίπτωση από τον υπεύθυνο της ΔΟΥ.

Με  την απόφαση αυτή  καθορίζεται η τύχη και των άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν προς επίλυση ενώπιον των τακτικών  διοικητικών δικαστηρίων για το ζήτημα της έκτακτης εισφοράς .

Δειτε ολοκληρη την αποφαση

Ληψη της αποφασης σε PDF

0