Posts Tagged 'Αίτηση'

Εγκύκλιος 33/2014 ΥΠΕΣ για τα ηλεκτρονικά παράβολα αλλοδαπών

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΓΕΝ.ΓΡΑΜ. ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ & ΚOIN. ΕΝΤ.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Αθήνα, 29 Μαΐου 2014
Αριθ. Πρωτ: οικ.29581/14

Εγκύκλιος αριθ. 33

ΘΕΜΑ: Εφαρμογή ηλεκτρονικού παραβόλου

Όπως γνωρίζετε η Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων έχει θέσει σε λειτουργία υπηρεσία διάθεσης ηλεκτρονικού παραβόλου (e-παράβολο), στην οποία εντάσσονται σταδιακά όλες οι πληρωμές προς το Δημόσιο που γίνονται σήμερα με έντυπο παράβολο.

Με τη νέα ηλεκτρονική υπηρεσία θα υπάρξει σημαντική εξοικονόμηση κόστους για το Δημόσιο, τον πολίτη και την κοινωνία, ως σύνολο. Ειδικά για τις υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης θα υπάρξει σημαντικότατο όφελος καθώς αφενός θα απελευθερωθούν σταδιακά ανθρώπινοι πόροι, δεδομένου ότι δεν θα απαιτείται η ενασχόληση υπαλλήλων με την προμήθεια μπλοκ παραβόλων, τη διάθεση διπλοτύπων στους συναλλασσόμενους κλπ, ενώ θα εκμηδενισθούν οι κίνδυνοι που απορρέουν από τη διαχείριση, φύλαξη και μεταφορά μεγάλων χρηματικών ποσών.

Το Υπουργείο μας σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Πληροφορικών Συστημάτων έχει προχωρήσει στις απαραίτητες ενέργειες για την ένταξη των παραβόλων και λοιπών πληρωμών (τέλη, πρόστιμα), που εισπράττονται στα πλαίσια εφαρμογής της μεταναστευτικής νομοθεσίας, στην ανωτέρω ηλεκτρονική υπηρεσία. Η μεταβολή της διαδικασίας είσπραξης των ποσών κατά τα ανωτέρω θα ξεκινήσει από 1 Ιουνίου 2014, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των διατάξεων του Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης (ν.4251/2014), κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 8 του άρθρου 132 αυτού.

Κατωτέρω παρέχονται πληροφορίες για τη διαδικασία που θα ακολουθείται από τους πολίτες και τις υπηρεσίες για την πληρωμή των παραβόλων ηλεκτρονικά από 1.6.2014 και εφεξής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Διαδικασία

 Η σχετική διαδικασία διακρίνεται σε τρία στάδια ως εξής:

Α)        Υποβολή αιτήματος για χορήγηση ηλεκτρονικού παραβόλου

Η διαδικασία υποβολής αιτήματος για χορήγηση ηλεκτρονικού παραβόλου μπορεί να γίνει με έναν από τους παρακάτω τρόπους:

1. Ο ενδιαφερόμενος εφόσον έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο, από οποιοδήποτε σημείο, μπορεί να συνδεθεί στη διαδικτυακή πύλη της Γ.Γ.Π.Σ. (www.gsis.gr) και στο πεδίο «Υπηρεσίες προς Πολίτες» να επιλέξει την υπηρεσία «e-Παράβολο».

Στη συνέχεια συμπληρώνει το Αίτημα Χορήγησης Παραβόλου. Με απλή διαδικασία και μέσω αναδυόμενων μενού καλείται να επιλέξει το ειδικότερο παράβολο που επιθυμεί. Ειδικότερα  θα  επιλέξει  ως  φορέα  το  Υπουργείο  Εσωτερικών  και  την  επιλογή «Παράβολα Μετανάστευσης».

Στη συνέχεια εισάγει τα προσωπικά του στοιχεία. Σημειώνεται ότι η συμπλήρωση του προσωπικού του Α.Φ.Μ. δεν είναι υποχρεωτική. Εντούτοις η μη συμπλήρωση του εν λόγω πεδίου καθιστά αδύνατη την επιστροφή των χρημάτων σε περίπτωση που αργότερα συντρέξουν οι σχετικές προϋποθέσεις (επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών).

Μετά τη συμπλήρωση των στοιχείων του ο ενδιαφερόμενος επιβεβαιώνει την Υποβολή Αιτήματος. Πριν την επιβεβαίωση της οριστικής υποβολής του αιτήματος ο ενδιαφερόμενος μπορεί να μεταβάλλει τα στοιχεία του και στη συνεχεία να οριστικοποιήσει την υποβολή του αιτήματός του. Με την οριστικοποίηση της υποβολής του αιτήματος εμφανίζονται στην οθόνη όλα τα στοιχεία του αιτήματος, ο μοναδικός κωδικός παραβόλου/πληρωμής και η καταληκτική ημερομηνία μέχρι την οποία ο ενδιαφερόμενος δύναται να πληρώσει το σχετικό ποσό. Τα εν λόγω στοιχεία μπορούν να εκτυπωθούν, ενώ αποστέλλονται και στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του αιτούντος, εφόσον αυτή έχει δηλωθεί. Μετά την «Οριστική Υποβολή Αιτήματος» δεν είναι εφικτό να μεταβάλει τα στοιχεία της αίτησης του. Εξαίρεση αποτελεί το πεδίο του τραπεζικού του λογαριασμού, το οποίο συμπληρώνεται ή μεταβάλλεται από τον πολίτη οποτεδήποτε.

Στο Β΄ μέρος της παρούσης εγκυκλίου αναφέρονται οι κατηγορίες των πληρωμών που προβλέπονται από τον Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και εισπράττονται με τη διαδικασία του e-παραβόλου, καθώς και οι περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να γίνει επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε ως αχρεωστήτως καταβληθέντος.

2.  Στην  περίπτωση  που  ο  ενδιαφερόμενος  δεν  έχει  πρόσβαση  στο  διαδίκτυο  η  ανωτέρω διαδικασία θα διενεργείται ως εξής:

Βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο η προετοιμασία ώστε η διαδικασία αυτή να διενεργείται από τις Τράπεζες και τα ΕΛΤΑ, ενώ αναμένεται σύντομα η έκδοση σχετικής κοινής υπουργικής απόφασης για την ανάθεση της αρμοδιότητας υποβοήθησης των πολιτών στην εν λόγω διαδικασία και στα ΚΕΠ. Με άλλα λόγια ο πολίτης που επιθυμεί να πληρώσει ένα παράβολο θα μεταβαίνει είτε στο πιστωτικό ίδρυμα που θα παρέχει τη δυνατότητα υποβολής αιτήματος για την πληρωμή του e-παραβόλου είτε στο πλησιέστερο ΚΕΠ όπου ο αντίστοιχος υπάλληλος θα προβαίνει στην υποβολή του αιτήματος για λογαριασμό του. Η ανωτέρω δυνατότητα αναμένεται να παρασχεθεί σύντομα (εντός του Ιουνίου τ.ε.) και θα σας ενημερώνουμε κάθε φορά που εντάσσεται στη διαδικασία κάποιο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα καθώς και όταν αρχίσει η διαδικασία να παρέχεται και από τα ΚΕΠ.

3. Αποκλειστικά και μόνο κατά το χρονικό διάστημα που θα απαιτηθεί μέχρι την έναρξη της εξυπηρέτησης των πολιτών κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας από τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ΚΕΠ, όπως αναφέρεται ανωτέρω, η εξυπηρέτηση των πολιτών θα μπορεί να γίνεται από τις υπηρεσίες σας. Για το σκοπό αυτό ένας υπάλληλος από κάθε υπηρεσία μιας στάσης (και περισσότεροι κατά την κρίση του οικείου προϊσταμένου για τις υπηρεσίες που εξυπηρετούν μεγάλο αριθμό πολιτών) θα υποδέχεται τους ενδιαφερόμενους και θα υποβάλει κατά τα ανωτέρω τις αιτήσεις πληρωμής e- παραβόλου για λογαριασμό τους και θα τους εκτυπώνει το σχετικό αριθμό. Στη συνέχεια θα τους επιδίδει τη σχετική εκτύπωση και θα τους ζητά να μεταβούν στο πλησιέστερο πιστωτικό ίδρυμα προκειμένου να πληρώσουν το αναγραφόμενο ποσό και να επιστρέψουν για την κατάθεση  της αίτησης για χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής.

Συνιστάται όπως αναρτήσετε σε εμφανή χώρο της υπηρεσίας σας πινακίδα που θα πληροφορεί τους ενδιαφερόμενους με ποιο τρόπο μπορούν να υποβάλουν μόνοι τους την αίτηση χορήγησης ηλεκτρονικού παραβόλου εύκολα και χωρίς να ταλαιπωρηθούν περιμένοντας τη σειρά τους είτε στην υπηρεσία είτε στο πιστωτικό ίδρυμα.

Τέλος επισημαίνουμε ότι επειδή το ύψος των παραβόλων για κάποιες κατηγορίες αδειών διαμονής μεταβάλλεται με τις ρυθμίσεις του νέου Κώδικα, θα πρέπει να καταβάλλετε κάθε δυνατή προσπάθεια για την πληροφόρηση των πολιτών για το ύψος του παραβόλου που πρέπει να πληρώσουν ώστε να αποφεύγονται λάθη που θα οδηγήσουν είτε στην απαίτηση συμπληρωματικού παραβόλου είτε στην επιστροφή μέρους αυτού στον ενδιαφερόμενο γιατί αυτό και τον συναλλασσόμενο θα ταλαιπωρούσε και το φόρτο εργασίας της Υπηρεσίας θα επιβάρυνε.

Β)       Πληρωμή e-Παραβόλου

Στο δεύτερο στάδιο ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει το αναλογούν ποσό. Η καταβολή αυτή μπορεί να γίνει με τους εξής τρόπους:

1. Ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει άμεσα το αναλογούν ποσό κάνοντας χρήση πιστωτικής ή χρεωστικής του κάρτας και πάλι μέσω της διαδικτυακής πύλης της Γ.Γ.Π.Σ. (www.gsis.gr). Η υπηρεσία αυτή παρέχεται για λόγους ασφαλείας μόνο στους πιστοποιημένους χρήστες του TaxisNet.

2. Ο ενδιαφερόμενος μεταβαίνει στο φορέα είσπραξης (Τράπεζα ή ΕΛΤΑ) και καταβάλλει το αναλογούν ποσό προσκομίζοντας το εκτυπωθέν αίτημα e-παράβολο (πληρωμή σε κατάστημα) ή καταβάλλει το ποσό κάνοντας χρήση των εναλλακτικών τρόπων πληρωμής που παρέχονται κατά περίπτωση από τους φορείς είσπραξης.

Η εταιρεία Διατραπεζικά Συστήματα Α.Ε. (ΔΙΑΣ Α.Ε.) συγκεντρώνει αυθημερόν από τους φορείς είσπραξης τις πληρωμές που αφορούν σε e-Παραβόλα και αποστέλλει στη Γ.Γ.Π.Σ. αναλυτικό αρχείο προκειμένου να διενεργηθεί ο έλεγχος και η ταυτοποίηση των πληρωμών με τα αντίστοιχα αιτήματα. Στην περίπτωση επιτυχούς ταυτοποίησης, η πληρωμή κρίνεται επιτυχής και με την πάροδο δύο εργάσιμων ημερών από την πληρωμή, ενεργοποιείται η δυνατότητα δέσμευσης του ποσού από την υπηρεσία με χρήση του κωδικού παραβόλου.

Σε περίπτωση πληρωμής του e-παραβόλου με τη χρήση πιστωτικής ή χρεωστικής κάρτας μέσω της διαδικτυακής πύλης της Γ.Γ.Π.Σ. ο κωδικός αυτού ενεργοποιείται άμεσα προς χρήση.

Η καταβολή στους φορείς είσπραξης πραγματοποιείται χωρίς καμιά οικονομική επιβάρυνση και ανεξαρτήτως εάν ο ενδιαφερόμενος τηρεί ή όχι λογαριασμό σ’ αυτούς.

Γ)       Κατάθεση e-Παραβόλου σε Υπηρεσία

Η κατάθεση του αποδεικτικού είσπραξης που αποδεικνύει ότι το αναγραφόμενο ποσό έχει καταβληθεί προσκομίζεται στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και κατατίθεται μαζί με την αίτηση και τα λοιπά δικαιολογητικά από τον ενδιαφερόμενο στην αρμόδια υπηρεσία. Το παράβολο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταβληθεί σε στάδιο μεταγενέστερο της υποβολής της αίτησης.

Εάν κατά την κατάθεση η υπηρεσία σας διαπιστώσει ότι δεν έχει καταβληθεί το σωστό παράβολο (π.χ. έχουν καταβληθεί 150 € αντί 300 €) ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο να προσκομίσει συμπληρωματικό παράβολο.

α. Στην περίπτωση που η πληρωμή έχει γίνει με πιστωτική ή χρεωστική κάρτα, οποιασδήποτε Τράπεζας, προσκομίζεται και καταχωρείται ο εικοσαψήφιος κωδικός παραβόλου, ο οποίος όπως προειπώθηκε έχει ήδη ενεργοποιηθεί και είναι έτοιμος προς δέσμευση.

β. Στην περίπτωση που η πληρωμή έχει γίνει σε Τράπεζα ή τα ΕΛΤΑ, προσκομίζεται σχετικό διπλότυπο που αναφέρει το ποσό, τα στοιχεία του καταθέτη και καταχωρείται ο  εικοσαψήφιος κωδικός παραβόλου. Στην περίπτωση αυτή το παράβολο θα είναι δυνατόν να δεσμευθεί μετά από δύο εργάσιμες ημέρες.

Εφόσον το ύψος του παραβόλου είναι το νόμιμο και κατά τα λοιπά πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, παρ.5 & 6 του ν.4251/2914, ο υπάλληλος χορηγεί στον αιτούντα την προβλεπόμενη βεβαίωση κατάθεσης.

Δ)       Επιστροφή ποσού e-Παραβόλου

1. Η εντολή επιστροφής χρημάτων σε περίπτωση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών θα πραγματοποιείται, μέσω της εφαρμογής του e-Παραβόλου, από την υπηρεσία σας, η οποία αφού αναζητήσει τον μοναδικό κωδικό του e-Παράβολο και ελέγξει τις απαραίτητες προϋποθέσεις, στη συνέχεια επιβεβαιώνει ηλεκτρονικά την επιστροφή του συνολικού ποσού ή την επιστροφή μέρους του ποσού, που έχει καταβληθεί.

2. Για τα πληρωμένα και μη δεσμευμένα e-παράβολα παρέχεται η δυνατότητα στον εγγεγραμμένο στο TaxisNet χρήστη με τη χρήση ηλεκτρονικής  μεθόδου επικοινωνίας  στη διαδικτυακή πύλη της Γ.Γ.Π.Σ., να υποβάλει αίτημα ολικής επιστροφής χρημάτων, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την έκδοση του e-Παραβόλου δηλώθηκε τραπεζικός λογαριασμός και Α.Φ.Μ. H διαδικασία θα ολοκληρωθεί μετά από έλεγχο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

3. Η Γ.Γ.Π.Σ. για τους ανωτέρω δικαιούχους επιστροφής, συντάσσει μαγνητικά ατομικά εκκαθαρισμένα Α.Φ.ΕΚ. (ανά δικαιούχο και Δ.Ο.Υ.) εφαρμοζόμενων αναλογικά των διατάξεων των άρθρων 90 και επ. του Νόμου 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α’) στα οποία θα αναγράφεται εκτός των άλλων και ο τραπεζικός λογαριασμός του δικαιούχου, εφόσον έχει δηλωθεί. Ακολούθως τα αποστέλλει στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. φορολογίας των δικαιούχων, προκειμένου να γίνει ο σχετικός έλεγχος για τυχόν οφειλές και ο συμψηφισμός αυτών και εν συνεχεία η μεταφορά των προς επιστροφή ποσών, στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων. Στις περιπτώσεις που δεν έχει δηλωθεί ο τραπεζικός λογαριασμός, αυτός θα γνωστοποιείται από τον δικαιούχο με αίτηση του στη Δ.Ο.Υ., με τηλεομοιοτυπία (fax), με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή με κάθε άλλο μέσο.

4. Στην περίπτωση που έχει καταβληθεί παράβολο με τη χρήση διπλοτύπου Τύπου Β΄ πριν την 1.6.2014 και παραστεί η υποχρέωση επιστροφής του ως αχρεωστήτως καταβληθέντος μετά την 1.6.2014, θα προχωρήσετε στη διαδικασία επιστροφής του βάσει της διαδικασίας που ακολουθείτε σήμερα, όπως περιγράφεται στο αριθ. 1080309/5663-19/0016/29.9.2006 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο σας διαβιβάσαμε με το έγγραφό μας 20400/1.11.2006.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

Είδη Παραβόλων

Κατωτέρω εμφανίζονται τα είδη των πληρωμών (παράβολα, τέλη, πρόστιμα) που προβλέπονται από τον Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και εισπράττονται με τη διαδικασία του ηλεκτρονικού παραβόλου, η οποία περιγράφεται στο Κεφάλαιο Α΄ της παρούσης Εγκυκλίου.

1)          Ύψος παραβόλων

Το ύψος των παραβόλων που καταβάλλουν οι πολίτες τρίτων χωρών για την χορήγηση και ανανέωση της άδειας διαμονής ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 132 του ν.4251/2014 (ΦΕΚ 80 Α΄).

Ειδικότερα το ύψος των παραβόλων έχει ως κατωτέρω:

α)   Για τις άδειες διάρκειας μέχρις ενός έτους το ύψος ορίζεται σε εκατόν πενήντα (150)ευρώ.

Βάσει των επί μέρους ρυθμίσεων του Κώδικα προβλέπεται ότι άδεια διαμονής ετήσιας διάρκειας εκδίδεται στις παρακάτω περιπτώσεις:

  • Αρχική χορήγηση και ανανέωση άδειας για λόγους δημόσιου συμφέροντος (άρθρο 19, παρ.7).
  • Αρχική χορήγηση και ανανέωση άδειας για σπουδή και γνωριμία του Αγιορείτικου μοναχικού βίου (άρθρο 20, περ. ΣΤ).
  • Αρχική χορήγηση και ανανέωση άδειας για γνωριμία του μοναχικού βίου ή για μοναχισμό (άρθρο 20, περ.Ζ).
  • Αρχική χορήγηση και ανανέωση άδειας για σπουδές με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος αιτείται τη χορήγηση άδειας ισόχρονης με την ανώτατη διάρκεια φοίτησης (άρθρο 34, παρ.1 & 2).
  • Έκδοση άδεια για εθελοντική υπηρεσία με εξαίρεση τις περιπτώσεις που το συγκεκριμένο πρόγραμμα υπερβαίνει το έτος και ο ενδιαφερόμενος αιτείται τη χορήγηση ισόχρονης άδειας με τη διάρκεια αυτού (άρθρο 39).
  • Αρχική χορήγηση και ανανέωση άδειας για επαγγελματική κατάρτιση (άρθρο 44).
  • Αρχική χορήγηση άδειας για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας (άρθρο 47).
  • Ανανέωση άδειας για ένα έτος μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος των ετών φοίτησης στην Αθωνιάδα Εκκλησιαστική Ακαδημία του Αγίου Όρους (άρθρο 48, παρ.4).
  • Αρχική χορήγηση και ανανέωση άδειας για θύματα εμπορίας ανθρώπων (άρθρο 53).
  • Έκδοση αυτοτελούς άδειας (άρθρο 76, παρ. 3).

β)   Κατ’ εξαίρεση οι άδειες διαμονής για εξαιρετικούς λόγους σύμφωνα με το άρθρο 19, παρ.1, παρότι έχουν ετήσια διάρκεια, το ύψος του παραβόλου είναι τριακόσια (300) ευρώ.

γ)   Για τις άδειες διάρκειας μέχρι δύο έτη το ύψος ορίζεται σε τριακόσια (300) ευρώ.

Βάσει των επί μέρους ρυθμίσεων του Κώδικα προβλέπεται ότι άδεια διαμονής διάρκειας μέχρι δύο έτη εκδίδεται στις περιπτώσεις αρχικής άδειας διαμονής όταν από τις ειδικές ρυθμίσεις του Κώδικα δεν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση (άρθρο 7, παρ.5).

Ειδικότερα εκδίδεται στις κατωτέρω περιπτώσεις:

  • Έκδοση αρχικής χορήγησης άδειας για εργαζόμενους με εξαρτημένη εργασία (άρθρο 15).
  • Έκδοση αρχικής άδειας διαμονής ειδικού σκοπού (άρθρο 17).
  • Έκδοση αρχικής άδειας διαμονής οικονομικά ανεξάρτητων ατόμων (άρθρο 20, περ.Α).
  • Ανανέωση άδειας για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας (άρθρο 47).
  • Έκδοση αρχικής άδειας διαμονής για οικογενειακή συνένωση στην περίπτωση που ο συντηρών έχει ήδη αποκτήσει την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος (άρθρο 73, παρ.1).
  • Αρχική χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» (άρθρο 114, παρ.2)

δ)   Για τις άδειες διάρκειας μέχρι τρία έτη το ύψος ορίζεται σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.

Βάσει των επί μέρους ρυθμίσεων του Κώδικα προβλέπεται ότι άδεια διαμονής διάρκειας μέχρι τρία έτη εκδίδεται στις περιπτώσεις ανανέωσης άδειας διαμονής όταν από τις ειδικές ρυθμίσεις του Κώδικα δεν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση (άρθρο 7, παρ.5).

Ειδικότερα εκδίδεται στις κατωτέρω περιπτώσεις:

  • Ανανέωση άδειας για εργαζόμενους με εξαρτημένη εργασία ή παροχή υπηρεσιών ή έργου (άρθ.15).
  • Ανανέωση άδειας διαμονής ειδικού σκοπού (άρθρο 17).
  • Ανανέωση άδειας διαμονής οικονομικά ανεξάρτητων ατόμων (άρθρο 20, περ.Α).
  • Ανανέωση άδειας διαμονής για οικογενειακή συνένωση στην περίπτωση που ο συντηρών αποκτήσει ή έχει ήδη αποκτήσει την ιδιότητα του επί μακρόν διαμένοντος (άρθρο 73, παρ.1).
  • Ανανέωση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» (άρθρο 114, παρ.5).

ε)   Για τις άδειες διάρκειας μέχρι πέντε έτη το ύψος ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ

Το υπόψη παράβολο αφορά τις κατωτέρω περιπτώσεις:

  • Αρχική χορήγηση και ανανέωση  άδειας διαμονής για επενδυτική δραστηριότητα (άρθ. 16, περ. Α).
  • Αρχική χορήγηση και ανανέωση άδειας διαμονής για ιδιοκτήτες ακινήτων στην Ελλάδα (άρθρο 20, περ.Β).

στ)   Για άδεια διαμονής διάρκειας μέχρι δέκα έτη το ύψος ορίζεται σε εξακόσια (600) ευρώ

Το υπόψη παράβολο αφορά την αρχική χορήγηση και την ανανέωση άδειας διαμονής για στρατηγικές επενδύσεις (άρθρο 16, περ.Β).

ζ)   Για την υπαγωγή στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος το ύψος ορίζεται σε τετρακόσια (400) ευρώ.

η)   Για άδεια διαμονής δεκαετούς διάρκειας (άρθρο 138, παρ.1) το ύψος ορίζεται σε εννιακόσια (900) ευρώ.

Η περαιτέρω ανανέωση της άδειας διαμονής δεκαετούς διάρκειας γίνεται με την υπαγωγή στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος. Εάν δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, τότε ανανεώνεται για τρία έτη κάθε φορά και καταβάλλεται το αντίστοιχο παράβολο (450 €) (άρθρο 138, παρ.1-3).

θ)   Για άδεια διαμονής δεύτερης γενιάς το ύψος ορίζεται σε τριακόσια (300) ευρώ (άρθ. 132, παρ.2).

ι)   Για τις άδειες που εκδίδονται βάσει της Ελληνοκαναδικής Συμφωνίας που κυρώθηκε με το ν.4091/2012, το ύψος του παραβόλου ανέρχεται σε εκατό (100) ευρώ. Το παράβολο αυτό εισπράττεται στο πλαίσιο της αμοιβαιότητας και αντιστοιχεί στο ποσό των 150 δολαρίων Καναδά που εισπράττεται από τις Καναδικές υπηρεσίες όταν Έλληνες πολίτες κάνουν χρήση της εν λόγω Συμφωνίας.

Τέλος σημειώνεται ότι σε κάποιες κατηγορίες αδειών διαμονής, που αναφέρονται ενδεικτικά κατωτέρω, η διάρκεια της άδειας είναι ισόχρονη με  τη διάρκεια του γεγονότος που αποτελεί την αιτία εισόδου και διαμονής του πολίτη τρίτης χώρας στην Ελλάδα, οπότε το καταβαλλόμενο παράβολο υπολογίζεται αναλόγως της κατά περίπτωση διάρκειας, βάσει των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 132 του Κώδικα:

  • Έκδοση άδειας διαμονής σε ενήλικα τέκνα μελών διπλωματικής αποστολής (άρθρο 20, περ.Γ ).
  • Έκδοση άδειας διαμονής σε εξαρτώμενα μέλη οικογένειας διπλωματικής αποστολής (άρθρο 20, περ.Δ ).
  • Έκδοση άδειας διαμονής για στις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος αιτείται τη χορήγηση άδειας ισόχρονης με την ανώτατη διάρκεια φοίτησης (άρθρο 34, παρ.1 & 2).
  • Έκδοση άδειας διαμονής για εθελοντική υπηρεσία στις περιπτώσεις που το συγκεκριμένο πρόγραμμα υπερβαίνει το έτος και ο ενδιαφερόμενος αιτείται τη χορήγηση ισόχρονης άδειας με τη διάρκεια αυτού (άρθρο 39).
  • Έκδοση άδειας διαμονής για συμμετοχή σε ειδικά προγράμματα (άρθρο 45).
  • Έκδοση άδειας διαμονής για σπουδές σε στρατιωτικές και παραγωγικές σχολές (άρθρο 46).
  • Έκδοση άδειας διαμονής για φοίτηση στην Αθωνιάδα Εκκλησιαστική Ακαδημία του Αγίου Όρους (άρθρο 48).

2)          Εξαιρέσεις

Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Κώδικα, δεν έχουν υποχρέωση καταβολής παραβόλου οι κατωτέρω κατηγορίες πολιτών τρίτων χωρών:

  • Τα ανήλικα παιδιά (κάτω των 18 ετών) όλων των κατηγοριών (άρθρο 132, παρ. 5).
  • Όσοι κατέχουν ήδη άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας ή δεκαετούς ή πενταετούς διάρκειας του άρθρου 108 και ζητούν να υπαχθούν στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος (άρθρο 132, παρ.2).
  • Οι υπαγόμενοι στις ρυθμίσεις της συμφωνίας μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου, που κυρώθηκε με το ν.1245/1982, δηλαδή όσοι υπήκοοι Αιγύπτου υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής για εργασία.  Αντίθετα όσοι υπήκοοι Αιγύπτου υποβάλλουν αίτηση για άδεια διαμονής που δεν αναφέρεται στη μισθωτή απασχόληση (π.χ. οικογενειακή επανένωση, σπουδές κλπ) δεν εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου.
  • Οι υπότροφοι Υπουργείων, οργανισμών, κοινωφελών ιδρυμάτων και του Ι.Κ.Υ. (άρθ. 45, παρ.2).
  • Οι υπότροφοι στρατιωτικών και παραγωγικών σχολών (άρθρο 46).
  • Τα θύματα εμπορίας ανθρώπων ή παράνομης διακίνησης μεταναστών (άρθρο 52).
  • Οι σύζυγοι ομογενών (άρθρο 81).
  • Τα μέλη οικογένειας Έλληνα ή ευρωπαίου πολίτη (άρθρο 85, παρ.1).
  • Οι γονείς και ανήλικα αδέλφια ανήλικων ημεδαπών (άρθρο 87).
  • Οι υπότροφοι του Αμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Ελλάδος (Ίδρυμα Fulbright).

Η απαλλαγή από τη σχετική υποχρέωση προβλέπεται στο πλαίσιο της αμοιβαιότητας, δυνάμει της από 23.4.1948 Συμφωνίας μεταξύ των Κυβερνήσεων Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, που κυρώθηκε με το ν.3152/1955 (64 Α΄) σε συνδυασμό με το πρώτο εδάφιο της παρ.1 του άρθ.132 του Κώδικα και η σχετική άδεια διαμονής εκδίδεται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 19, παρ.7 αυτού.

3)          Γενικές Πληροφορίες

α)   Όπως  ίσχυε  και  με  τους  προγενέστερους  μεταναστευτικούς  νόμους,  έτσι  και  με  το ν.4251/2014 προβλέπεται (άρθρα 8, παρ.4 και 9, παρ.3) ότι το παράβολο κατατίθεται μαζί με τηναίτηση και συνεπώς αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που με ρητή διάταξη του νόμου απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου. Το παράβολο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καταβληθεί σε στάδιο μεταγενέστερο της υποβολής της αίτησης.

β)   Τα παράβολα αποτελούν έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού και κατατίθενται στον ΚΑΕ 3742.

γ)   Ο αριθμός του ηλεκτρονικού παραβόλου που πιστοποιεί την πληρωμή του προβλεπόμενου ποσού, προσκομίζεται στην αρμόδια για την παραλαβή της αίτησης υπηρεσία.

Επισημαίνεται ιδιαιτέρως ότι επειδή δεν υπάρχει real time  επικοινωνία  του μηχανογραφικού συστήματος των Τραπεζών με αυτό της ΓΓΠΣ, οι σχετικές πληρωμές δεν εμφανίζονται αμέσως στη σχετική εφαρμογή αλλά μετά ένα μικρό χρονικό διάστημα που κυμαίνεται από μία έως δύο ημέρες. Συνεπώς η διαδικασία ελέγχου εγκυρότητας θα πρέπει να διενεργείται μετά το εν λόγω χρονικό διάστημα και εάν κατά τον έλεγχο εγκυρότητας δεν εμφανίζεται η σχετική πληρωμή, η σχετική διαδικασία θα πρέπει να επαναλαμβάνεται και  να διενεργείται τηλεφωνική επικοινωνία με το αντίστοιχο τραπεζικό σύστημα προκειμένου να αποφεύγεται πιθανότητα λάθους. Εάν μετά τα ανωτέρω επιβεβαιωθεί ότι το προσκομισθέν διπλότυπο Τράπεζας που αποδεικνύει την καταβολή του ποσού του παραβόλου, δεν είναι γνήσιο και το παράβολο δεν έχει πληρωθεί, το σχετικό αίτημα θα απορρίπτεται και η υπόθεση θα αποστέλλεται στον αρμόδιο εισαγγελέα.

δ)   Σύμφωνα με το άρθρο 138 (παρ.9) προβλέπεται ότι οι εκκρεμείς αιτήσεις μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα εξετάζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε αυτόν. Εντούτοις, εφαρμοζομένων αναλογικά των οριζομένων στην υπ’ αριθ. 300/2011 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία έχει γίνει αποδεκτή από τον Υπουργό Εσωτερικών, συνάγεται ότι η μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος βάσει του οποίου θα εξετασθούν οι εκκρεμείς αιτήσεις δεν καταλαμβάνει και τυχόν αναπροσαρμογή του παραβόλου, για τον υπολογισμό του οποίου εφαρμοστέος κανόνας είναι όχι αυτός που ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης αλλά αυτός που ισχύει κατά τον χρόνο γέννησης της σχετικής υποχρέωσης, δηλαδή εν προκειμένω κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως.

Συνεπώς στις περιπτώσεις που θεσπίζεται με τις νέες ρυθμίσεις για πρώτη φορά παράβολο, αυτό αφορά τις αιτήσεις που θα υποβάλλονται από την 1.6.2014 και στη συνέχεια. Για παράδειγμα εάν έχει υποβληθεί πριν την 1.6.2014 αίτηση χωρίς παράβολο για την κατηγορία των «ιδιοκτητών ακινήτων», η σχετική άδεια θα εκδοθεί με τις διατάξεις του Κώδικα και με ημερομηνία έναρξης την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, χωρίς όμως να αναζητηθεί το παράβολο των 500 € που για πρώτη φορά θεσπίζεται με τον νέο Κώδικα. Η καταβολή του παραβόλου αυτού θα ζητείται από αυτούς που θα υποβάλλουν αιτήσεις από την 1.6.2014 και στη συνέχεια.

Αντίστοιχα στις περιπτώσεις που μειώθηκε το ύψος του παραβόλου, εφόσον έχει υποβληθεί η σχετική αίτηση πριν την 1.6.2014, δεν μπορεί να επιστραφεί μέρος του παραβόλου εάν η σχετική άδεια εκδοθεί μετά την 1.6.2014 και μνημονεύει στο σκεπτικό της τις νέες διατάξεις. Για παράδειγμα εάν κάποιος υπέβαλε την 23.5.2014 αίτηση για υπαγωγή στο καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος και κατέβαλε παράβολο 600 € βάσει του άρθρου 30 του ν.3838/2010, η άδειά του θα εκδοθεί βάσειτων διατάξεων του νέου Κώδικα χωρίς όμως να είναι δυνατή η επιστροφή στον ενδιαφερόμενο του ποσού της διαφοράς που προκύπτει από τη μείωση του παραβόλου βάσει των νέων ρυθμίσεων (από 600 € στα 400 €).

 4.          Λοιπά χρηματικά ποσά που καταβάλλονται υπέρ του δημοσίου στο πλαίσιο της μεταναστευτικής νομοθεσίας και εισπράττονται με τη διαδικασία του ηλεκτρονικού παραβόλου.

α)   Χρηματικό τέλος που καταβάλλεται για μετάκληση υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό την εποχιακή εργασία και ως αλιεργάτη.

Με τις διατάξεις των άρθρων 13, παρ.1 και 14, παρ.1 προβλέπεται ότι ο εργοδότης που επιθυμεί να προσλάβει πολίτη τρίτης χώρας για εποχιακή εργασία ή ως αλιεργάτη, αντίστοιχα, καταθέτει στην αρμόδια υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης δικαιολογητικά μεταξύ των οποίων και αποδεικτικό καταβολής τέλους, ύψους εκατόν πενήντα (150) ευρώ για κάθε πολίτη τρίτης χώρας που θα απασχοληθεί, το οποίο εισπράττεται υπέρ του δημοσίου (ΚΑΕ 3741) και δεν επιστρέφεται.  

β)   Χρηματικό τέλος το οποίο αντιστοιχεί στο κόστος προμήθειας, εκτύπωσης και ασφαλούς διακίνησης της κάρτας, δηλαδή της άδειας διαμονής που έχει τη μορφή του αυτοτελούς εγγράφου (άρθρο 1, παρ.10 του ν.4018/2011). Το ύψος του έχει καθοριστεί σε δεκαέξι (16) ευρώ (κ.υ.α. 21929/25.4.2014). Το ανωτέρω τέλος θα αρχίσει να εισπράττεται από την έκδοση της υπουργικής απόφασης του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 1 του ν.4018/2011. Το τέλος είναι ανεξάρτητο από τα παράβολα που προβλέπονται από την εκάστοτε υφιστάμενη μεταναστευτική νομοθεσία και καταβάλλεται ακόμα και αν ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής παράβολου σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Επίσης το εν λόγω τέλος εισπράττεται κατά την παράδοση της κάρτας στον ενδιαφερόμενο και όχι κατά την παραλαβή της αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής. Ευνόητο είναι ότι αν η σχετική αίτηση απορριφθεί, ο αιτών δεν υποχρεούται στην καταβολή του ποσού. Αν για οποιονδήποτε λόγο το τέλος καταβληθεί σε προγενέστερο χρόνο και το αίτημα απορριφθεί, αυτό επιστρέφεται ως αχρεωστήτως καταβληθέν, εάν ζητηθεί εγγράφως το αργότερο μέχρι την ημερομηνία επίδοσης της σχετικής απορριπτικής απόφασης.

γ)   Στη διαδικασία του ηλεκτρονικού παραβόλου υπάγονται ακόμη:

  • Τα πρόστιμα που επιβάλλονται για την εκπρόθεσμη κατάθεση αίτησης για τη χορήγηση ή ανανέωση δελτίου διαμονής σε μέλη οικογένειας Έλληνα σύμφωνα με τα άρθρα 82, παρ.3 και 83, παρ.2 του Κώδικα. Το πρόστιμο ανέρχεται σε πενήντα (50) ευρώ και επιβάλλεται σε περίπτωση μη υποβολής αίτησης για τη χορήγηση δελτίου διαμονής  εντός  διαστήματος  ενός  έτους  από  την  ημερομηνία εισόδου στην Χώρα ή σύναψης του γάμου ή μη υποβολής αίτησης ανανέωσης δελτίου διαμονής εντός ενός έτους από την ημερομηνία λήξης του προηγούμενου. Ομοίως με τη διαδικασία του ηλεκτρονικού παραβόλου εισπράττονται και τα αντίστοιχα πρόστιμα που επιβάλλονται στα μέλη οικογένειας ευρωπαίου πολίτη σύμφωνα με το άρθρο 42, παρ.8 και 10 του ν.4071/2012.
  • Τα πρόστιμα που επιβάλλονται για την εκπρόσθεσμη κατάθεση αίτησης ανανέωσης άδειας διαμονής μέχρι και ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης, σύμφωνα με το άρθ.9, παρ.1 του Κώδικα. Το πρόστιμο ανέρχεται ομοίως σε πενήντα (50) ευρώ.

Η πληρωμή των ανωτέρω προστίμων είναι προαπαιτούμενη προϋπόθεση για την έκδοση της αντίστοιχης άδειας διαμονής.

Αντίθετα, τα λοιπά πρόστιμα που προβλέπονται από τη μεταναστευτική νομοθεσία θα συνεχίσουν να επιβάλλονται και να εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ). Ειδικότερα οι σχετικές αποφάσεις κοινοποιούνται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. προκειμένου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την είσπραξη των προστίμων, χωρίς όμως η πληρωμή τους ή μη να συνδέεται με την έκδοση ή ανανέωση αδειών διαμονής.

Η πληρωμή των ανωτέρω προστίμων είναι προαπαιτούμενη προϋπόθεση για την έκδοση της αντίστοιχης άδειας διαμονής. Για τη διαδικασία επιβολής των προστίμων προωθείται προς έκδοση σχετική κοινή υπουργική απόφαση. Μέχρι την έκδοση αυτής, τα πρόστιμα θα εισπράττονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αριθ. 10486/14.5.2007 κ.υ.α. (ΦΕΚ 901 Β΄).

Αντίθετα, τα λοιπά πρόστιμα που προβλέπονται από τη μεταναστευτική νομοθεσία (συμπεριλαμβανομένων και αυτών του επιβάλλονται σε περίπτωση παράλειψης υποβολής των δηλώσεων του άρθρου 22 του Κώδικα), δεν σχετίζονται με την τυχόν ανανέωση ή μη αδειών διαμονής και θα συνεχίσουν να επιβάλλονται και να εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ). Ειδικότερα το αρμόδιο όργανο επιβολή προστίμου θα αποστέλλει σχετικό βεβαιωτικό κατάλογο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., στον οποίο θα αναγράφεται υποχρεωτικά και  το Α.Φ.Μ. του  υπόχρεου, προκειμένου  να προβεί  στις απαραίτητες ενέργειες για την είσπραξη των προστίμων.

5.          Προϋποθέσεις   χρήσης   της   υπηρεσίας   e-Παράβολο   από   το   πληροφοριακό σύστημα.

Παρακαλούμε η υπηρεσία σας να ορίσει τους χρήστες – φυσικά πρόσωπα – που θα διαθέτουν την απαραίτητη εξουσιοδότηση για να αναζητούν, δεσμεύουν και επιστρέφουν e-Παράβολα μέσα από το πληροφοριακό σύστημα. Οι εξουσιοδοτημένοι χρήστες του συστήματος θα πρέπει ενυπογράφως να ενημερώνονται και να αποδέχονται πλήρως τους κάτωθι όρους χρήσης σύμφωνα με την πολιτική χρήσης   για   τους   τελικούς   χρήστες   της   διαδικτυακής   υπηρεσίας   e-Παραβόλου   της   Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών:

  1. Η χρήση της διαδικτυακής υπηρεσίας γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο έχει χορηγηθεί η πρόσβαση.
  2. Να μη γίνεται κατάχρηση της υπηρεσίας e-Παράβολο (αναζήτηση, δέσμευση, επιστροφή) προκαλώντας υπερφόρτωση των συστημάτων της Γ.Γ.Π.Σ.
  3. Να μην επιχειρεί την απόκτηση στοιχείων πέρα από αυτά που του είναι απολύτως απαραίτητα για τη διενέργεια των συναλλαγών του.
  4. Πρέπει να τηρεί μυστικά τα διαπιστευτήρια πρόσβασης που του έχουν αποδοθεί και να ειδοποιεί άμεσα την Κ.Υ. του Υπουργείου Εσωτερικών για τυχόν διαρροή τους.
  5. Σε περίπτωση υποψιών ή διαπίστωσης περιστατικού ανασφάλειας στο μηχανισμό που αξιοποιεί το e-Παράβολο υποχρεούται να ειδοποιεί άμεσα την Κ.Υ. του Υπουργείου Εσωτερικών με τις πληροφορίες του περιστατικού. Επίσης είναι υποχρεωμένος να διατηρεί και να παρέχει κάθε στοιχείο που μπορεί να συμβάλλει στη διερεύνηση  τέτοιων περιστατικών

Για να ενεργοποιηθούν οι απαραίτητες λειτουργίες που αναφέρθηκαν, παρακαλούμε να αποσταλεί ο ορισμός εξουσιοδότησης των χρηστών του πληροφοριακών συστήματος καθώς και η ενυπόγραφη αποδοχή των ανωτέρω όρων χρήσης των εξουσιοδοτούμενων χρηστών για χρήση του e-Παραβόλου στο fax: 2131361377 και ηλεκτρονικά στο email: p.metanastefsi@ypes.gr

Ειδικότερες τεχνικές πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή μπορείτε να αναζητείτε στο τηλέφωνο 2131361400 και στο e-mail: p.metanastefsi@ypes.gr

Για πληροφορίες σε θέματα εφαρμογής του νόμου που συνδέονται με τα παράβολα μπορείτε να επικοινωνείτε με τα τηλέφωνα 2131361269, 2131361380 και 2131361220 και στα e-mail: tada1.metanastefsi@ypes.gr και tada3.metanastefsi@ypes.gr

Ο Γενικός Γραμματέας

Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής

0

Διαδικασία Υπερχρεωμένων Νοικοκυριών

Δημοσιεύθηκε στο Curia.gr

Σκεπτόμενος κανείς την εφαρμογή του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, και ιδίως μετά την τροποποίηση του νόμου Κατσέλη (με το νόμο 4161/2013), είναι λογικό να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα σε ένα λαβύρινθο με προϋποθέσεις, καταληκτικές προθεσμίες και ενέργειες που πρέπει να εφαρμόσει. Ποιες ενέργειες προηγούνται και με ποια σειρά, ποιες ημερομηνίες οφείλουν να  τηρηθούν και πως μπορεί να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, είναι στοιχεία που πρέπει ο οφειλέτης να γνωρίζει εκ των προτέρων, ώστε να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις.

ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ

Α) Πεδίο Εφαρμογής

Καταρχάς, αναγκαίο είναι να διαπιστωθεί εκ των προτέρων αν τυγχάνει εφαρμογή ο νόμος για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά στο πρόσωπό του.  Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου μόνο φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να λάβουν την προστασία του νόμου.

Φυσικά Πρόσωπα:

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω αποκλείονται αυτομάτως οι έχοντες εμπορική ιδιότητα. Εξαιρούνται όμως οι «μικροέμποροι» δηλαδή «εκείνοι των οποίων η άσκηση εμπορικών πράξεων συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο προς τη σωματική τους καταπόνηση και το κέρδος που αποκομίζουν από αυτές αποτελεί αμοιβή της προσωπικής τους εργασίας» (5074/2011 ΕιρΘεσ). Επίσης, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα δικαιούνται να αιτηθούν δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους βάσει των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές:

Τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα εν τέλει που υπάγονται στο νόμο πρέπει να έχουν από τις συνολικές οφειλές τους στις τράπεζες, τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος που έχει για παράδειγμα λάβει 3 τραπεζικά δάνεια και το ένα έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ενώ στα άλλα δύο εξοφλεί τις δόσεις του εμπρόθεσμα και ολοσχερώς, εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης του ή των ληξιπρόθεσμων, στη συνολική ρύθμιση των οφειλών, ακόμη και αυτών των οποίων δεν έληξε η προθεσμία εκπλήρωσης. Ληξιπρόθεσμη είναι η  οφειλή όταν έχει παρέλθει η προθεσμία πληρωμής έστω και μία δόσης.

Μόνιμη αδυναμία πληρωμής:

Επιπλέον, η αδυναμία πληρωμής της ή των ληξιπρόθεσμων οφειλών, πρέπει να είναι μόνιμη. Δηλαδή, όταν από τα μηνιαία έσοδα του οφειλέτη δεν μπορούν να εξοφληθούν επί μακράν οι μηνιαίες δόσεις των δανείων του, αφού αφαιρεθούν πρώτα τα αναγκαία έξοδα βιοπορισμού του, τότε ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Δεν υπάγεται δηλαδή στο νόμο κάποιος που βραχέως για οποιοδήποτε λόγο, είτε κάποιου τυχαίου γεγονότος, είτε αμέλειας πληρωμής κάποιας δόσης, περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, ενώ βάσιμα, μπορεί σύμφωνα με τα εισοδήματα του να εξοφλεί τακτικά τις δόσεις των δανείων του.

Έλλειψη δόλου του δανειολήπτη:

Δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από πλευράς του πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Για να έχουμε δόλο πρέπει οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο οφειλέτης απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, να εξειδικεύονται, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες εν προκειμένω) έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους (βλ. Ειρ.Αθ. 15/Φ1/2011 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιες ενέργειας θα μπορούσαν να είναι για παράδειγμα, η απόκρυψη της γνώσης του οφειλέτη, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα πρόκειται να χάσει την εργασία του, και παρά ταύτα αιτείται τη χορήγηση στεγαστικού ή άλλου καταναλωτικού δανείου, όπως για την αγορά μίας οικίας ή ενός αυτοκινήτου, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των δόσεων, για το λόγο ότι δεν θα  εργάζεται.

Σε περίπτωση που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με το πεδίο εφαρμογής, αφήνουμε το ερώτημα για το Δικηγόρο μας (βήμα Δ).

Β) Επιθυμητό Αποτέλεσμα

Αν πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, τότε πρέπει να θέσουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή ποιος θα είναι ο σκοπός που θέλουμε να επιτύχουμε με την ένταξη μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί αφενός και ξεκινήσει η διαδικασία με μόνη τη γνωστοποίηση προς τους πιστωτές μας ότι επιθυμούμε την εφαρμογή του νόμου στο πρόσωπο μας (πχ με την αίτηση για βεβαίωση οφειλών), τότε θα πρέπει να προσμένουμε και αντίδραση από το δανειστή μας, όπως γρήγορη διαδικασία για έκδοση διαταγής πληρωμής, κατάσχεσης κλπ, «μαύρισμα» και κλείδωμα οποιονδήποτε δυνατοτήτων υπήρξαν για παροχή και πιθανή χορήγηση  άλλων δανείων. Σημειωτέον, ότι η προστασία του δανειολήπτη πλέον ξεκινά με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο ειρηνοδικείο. Συνεπώς, οποιαδήποτε ενέργεια της τράπεζας, όπως έκδοση διαταγής πληρωμής ή κατάσχεση πριν την κατάθεση της αίτησης μας, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με άλλα δικαστικά μέτρα, αυτά της ανακοπής και αναστολής. Για το λόγο αυτό όλες οι κινήσεις θα πρέπει να είναι συντονισμένες και οργανωμένες για να μην υπάρξουν απρόοπτα. Το επιθυμητό αποτέλεσμα ένταξης στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά μπορεί μόνο να βγει, αν συγκεντρώσουμε όλες τις οφειλές μας, καθώς και όλα τα περιουσιακά μας στοιχεία, σε συνάρτηση και με τυχόν μηνιαίο εισόδημα. Άρα, σκοπός μπορεί να είναι η μείωση της δόσης του δανείου, κάτι για το οποίο η τράπεζα δεν έδειχνε πρόθυμη, ή η επί μακρόν προστασία της κύριας κατοικίας μας με δικαστική απόφαση για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, ή ακόμη και το κούρεμα των οφειλών μας. Όμως, οφείλουμε να γνωρίζουμε, ότι αν έχουμε κάποιο περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να εκποιηθεί για να εξοφληθεί κάποια οφειλή μας, πέραν της κύριας κατοικίας μας δεν τυγχάνει προστασίας. Άρα, είναι δυνατόν να πάμε για μαλλί και να βγούμε κουρεμένοι, για παράδειγμα χάνοντας ένα εξοχικό, ένα κατάστημα ή έναν εκμεταλλεύσιμο αγρό, προκειμένω να μειώσουμε μόνο τη δόση του δανείου μας. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα προς αποφυγή για αυτό και είναι σωστό πριν ξεκινήσουμε να προκαταβάλλουμε, όσο είναι αυτό δυνατόν το αποτέλεσμα, σε συνάρτηση με τις επιθυμίες μας.

Παράλληλα με τα ανωτέρω, πρέπει να έχουμε υπόψιν μας, και τους τυχόν εγγυητές που έχουν εγγυηθεί τα δάνεια μας, καθώς οι τράπεζες σε περίπτωση που υπαχθούμε στο νόμο περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών θα στραφούνε κατά αυτών και θα αξιώσουνε την ολοσχερή εξόφληση των δανείων μας. Άρα, αφενός θα πρέπει να γνωρίζουμε αν υφίστανται εγγυητές, και αφετέρου σε καταφατική περίπτωση αν είμαστε διατεθειμένοι να τους εκθέσουμε στον κίνδυνο των οφειλών μας.

Οτιδήποτε απορίες προκύψουν, τις γράφουμε σε ένα χαρτί για να τις συζητήσουμε με το Δικηγόρος μας (βήμα Δ).

Γ) Συγκέντρωση απαραίτητων εγγράφων

Γενικά τα έγγραφα που πρέπει να συγκεντρώσουμε είναι των εισοδημάτων, των οφειλών των περιουσιακών και προσωπικών στοιχείων, τόσο του αιτούντος όσο και του/της συζύγου του/της.

– Ξεκινάμε με ότι έχει να κάνει με τα δάνεια μας, ήτοι δανειακές μας συμβάσεις, μηνιαίοι λογαριασμοί, τυχόν εξώδικα για ληξιπρόθεσμες οφειλές ή καταγγελίες συμβάσεων. Προσοχή, όταν έχουμε λάβει καταγγελία, πολύ σύντομα ακολουθεί διαταγή πληρωμής ή και κατάσχεση, για αυτό ο χρόνος είναι περιορισμένος. (Τις βεβαιώσεις οφειλών τις αφήνουμε για το τέλος).

– Ακολουθούν συμβόλαια ακινήτων με τα στοιχεία από τυχόν βάρη των ακινήτων (υποθήκες, κατασχέσεις, προσημειώσεις..), καθώς και οι σχετικές δηλώσεις προς την εφορία (Ε9, ΕΤΑΚ) και κάθε λογής έγγραφα άλλης περιουσίας (κινητά, αυτοκίνητα, άυλες αξίες κλπ), όπως άδειες κυκλοφορίας, αξιόγραφα, κλπ. Δεν πρέπει να αφεθεί τίποτε εκτός, καθώς στο τέλος η αίτηση προς το Δικαστήριο θα πάσχει από ακυρότητα.

– Τα φορολογικά στοιχεία μας, όπως τα εκκαθαριστικά των τελευταίων 3-4 ετών και οι αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις (Ε1) και φυσικά αν υπάρχουν εκμισθώσεις ακινήτων οι αντίστοιχες δηλώσεις (Ε2). Αν δε το φυσικό πρόσωπο είναι ελεύθερος επαγγελματίας που εμπίπτει στο νόμο και τις δηλώσεις Ε3.

– Αν ο αιτών ή (και) ο/η σύζυγος του/της είναι άνεργος βεβαίωση -εις από τον ΟΑΕΔ για το συνολικό χρόνο ανεργίας τουλάχιστον για τα τελευταία τρία έτη.

– Αν υπάρχει εργασία, ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών τελευταίων τριών ετών, καθώς και μηνιαίες βεβαιώσεις αποδοχών τριών τελευταίων μηνών.

– Αν υπάρχει σύνταξη, βεβαιώσεις όπως ανωτέρω των συντάξεων, και τυχόν εφάπαξ.

– Οτιδήποτε άλλο συνεισφέρει στην αύξηση του εισοδήματος μας.

– Ιατρικά έγγραφα, γνωματεύσεις επιτροπών σε περίπτωση προβλήματος υγείας / αναπηρίας.

– Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης τελευταίου τριμήνου.

– Βεβαιώσεις σπουδών τέκνων μας.

– Αποδείξεις μηνιαίων εξόδων οικογενείας (ΔΕΚΟ, τηλεφωνία, θέρμανση, αγορές ρουχισμού/υποδημάτων, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καύσιμα/μεταφορές, φροντιστηρίων, ψυχαγωγίας κλπ), οι οποίες θα πρέπει να συλλέγονται και να οργανώνονται κατά μήνα, αρχής γενομένης τρεις μήνες πριν την κατάθεση της αίτησης προς το Δικαστήριο και έως την οριστική συζήτηση της αιτήσεως.

Δ) Ραντεβού με Δικηγόρο

Κλείνουμε ένα ραντεβού με το δικηγόρο μας, προκειμένω να συζητήσουμε την υπαγωγή μας στο νόμο των υπερχρεωμένων νοικοκυριών (βήμα Α). Κατά τη συνάντηση, του κοινοποιούμε τις προθέσεις μας (βήμα Β) και εμφανίζουμε όλα τα ανωτέρω παραστατικά/έγγραφα (βήμα Γ). Κατά τη συζήτηση πρέπει να είμαστε απόλυτα ειλικρινής σε ΟΛΑ, καθώς αν αποκρύψουμε οτιδήποτε ίσως να είναι μοιραίο για τη θετική έκβαση της αιτήσεως μας στο Δικαστήριο. Αφενός απαντάμε ειλικρινά στις ερωτήσεις, αφετέρου προσθέτουμε τυχόν στοιχεία που δεν έχουν αναφερθεί.

Ο Δικηγόρος εν τέλει θα μας ενημερώσει για τις δυνατότητες υπαγωγής μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τους κινδύνους που τυχόν προκύψουν, το ποσοστό επιτυχίας της αίτησης, κατ’ εκτίμηση και βάσει προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων, τα στάδια υπαγωγής κατ’ εφαρμογή του νόμου  και τα χρήματα που θα κληθούμε να καταβάλουμε (αμοιβή/έξοδα).

Ε) Η απόφαση

Τέλος, ΜΟΝΟ αν πάρουμε τελικά την απόφαση να ενταχθούμε στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, υπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, τότε και μόνο συζητούμε με το Δικηγόρο για την αίτηση χορήγησης Βεβαιώσεων οφειλών από τις τράπεζες. Συνήθως, γίνεται το λάθος είτε οι οφειλέτες, άρα και ορισμένοι δικηγόροι να ζητούν να χορηγηθούν οι βεβαιώσεις οφειλών, πριν γίνει συζήτηση και εκτίμηση της κατάστασης του οφειλέτη. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, που οφειλέτες, είτε δεν μπορούσαν εκ του νόμου να υπαχθούν στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, (λόγω της ιδιότητας τους πχ εμπορική ιδιότητα, οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή έχουν δημιουργηθεί μέσα στο τελευταίο έτος κλπ), είτε οι προθέσεις τους δεν συνέπιπταν με την κατάσταση τους και το εκτιμώμενο αποτέλεσμα, με συνέπεια να έχουν χορηγηθεί ήδη βεβαιώσεις οφειλών, και να μπουν στις μαύρες λίστες των τραπεζών κινδυνεύοντας άμεσα με καταγγελία των συμβάσεων τους, με διαταγές πληρωμής και κατασχέσεις. Βέβαια, αυτά μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, όμως η αίτηση για χορήγηση βεβαίωσης οφειλών από μόνη της επιταχύνει τα αντανακλαστικά των τραπεζών.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ

Αφού λάβουμε την απόφαση μας να προχωρήσουμε, τότε εξουσιοδοτούμε το Δικηγόρο μας για τις απαραίτητες ενέργειες, υπογράφουμε την υπεύθυνη δήλωση περί ειλικρίνειας και αποφασίζουμε για το ποιος (δικηγόρος ή οφειλέτης) θα καταθέσει τις αιτήσεις για τις βεβαιώσεις οφειλών προς τις τράπεζες. Η ενέργεια αυτή είναι τυπική, συνήθως όμως οι τράπεζες ταλαιπωρούν τους οφειλέτες κατά τη διαδικασία της αίτησης.

Παράλληλα με την εκάστοτε αίτηση βεβαίωσης οφειλών, αποφασίζουμε αν θα συμπεριλάβουμε αίτημα για χορήγηση αντιγράφων των δανείων μας. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που δεν έχουμε αντίγραφο του δανείου μας, το οποίο μας χρησιμεύει αφενός για τη σύνταξη της αίτησης, για την έρευνα τυχόν καταχρηστικών όρων, άλλα και για να ενημερωθούμε για τυχόν εγγυητές που αμελήσαμε. Επίσης, ζητούμε στις βεβαιώσεις να αναφέρεται απαραιτήτως (κάτι που αμελούν ορισμένες τράπεζες) το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης.

Οι βεβαιώσεις οφειλών χορηγούνται το αργότερο δέκα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης προς τις τράπεζες. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, ο δικηγόρος έχει ήδη οργανώσει το φάκελο του οφειλέτη, και προσχεδιάσει την αίτηση προς το Δικαστήριο. Με τη χορήγηση των βεβαιώσεων οφειλών, οριστικοποιούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της αίτησης και συμφωνείται ο τρόπος και ο χρόνος κατάθεσης της αίτησης προς το Δικαστήριο.  Η αίτηση μπορεί να κατατεθεί είτε από τον ίδιο τον οφειλέτη με τη σύμπραξη του Δικηγόρου είτε μόνο από το Δικηγόρο. Διαφορές υπάρχουν μόνο ως προς το οικονομικό.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Α) Κατάθεση αίτησης

Με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, ουσιαστικά ο οφειλέτης επέρχεται σε κατάσταση ασυλίας έναντι των τραπεζών. Ορίζεται ημερομηνία εντός δύο μηνών από την αίτηση, είτε επικύρωσης ενδεχόμενου προδικαστικού συμβιβασμού της τράπεζας με τον οφειλέτη, είτε συζήτησης προσωρινής διαταγής για τη λήψη προληπτικών μέτρων, καθώς και ημερομηνία δικασίμου της αίτησης. Μέχρι την ημερομηνία της επικύρωσης ή της προσωρινής διαταγής, δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του.

Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει σε μηνιαίες καταβολές προς τις τράπεζες, ποσού 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως, επιμερίζοντας αναλογικά και βάσει των οφειλών σε κάθε τράπεζα. Αυτό σημαίνει, ότι αν ο οφειλέτης έχει 3 τραπεζικά δάνεια της τάξης των μηνιαίων δόσεων 100€ στην πρώτη τράπεζα, 150€ στη δεύτερη και 250€ στην Τρίτη, τότε οφείλει από την κατάθεση της αίτησης να πληρώνει τις δόσεις του σε ποσοστό 10% αυτών, ήτοι 10€ στην πρώτη, 15€ στη δεύτερη και 25€ στην Τρίτη. Το άθροισμα δε των ποσών αυτών δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 40€.

Β) Επίδοση αίτησης

Αντίγραφο της κατατεθείσας αίτησης πρέπει να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή εντός 15 ημερών από την κατάθεση σε όλες τις τράπεζες, άλλα και τους εγγυητές.

Γ) Επικύρωση συμβιβασμού ή προσωρινή διαταγή

Κατά την ημερομηνία που ορίσθηκε  για επικύρωση του συμβιβασμού, ο Ειρηνοδίκης υπηρεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, επικυρώνει τυχόν συμφωνία μας με τις τράπεζες, άλλος χορηγεί ή απορρίπτει αιτηθείσα προσωρινή διαταγή. Αν υπάρχει συμβιβασμός με τις τράπεζες, τότε ανακαλείτε η αίτηση, άλλως τηρείται η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης με ή χωρίς προσωρινή διαταγή που θα χορηγηθεί. Η τυχόν χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή αφενός θα προστατέψει τον οφειλέτη από την εκτελεστική διαδικασία εις βάρος του, αφετέρου υπάρχει περίπτωση να υποχρεωθεί στην καταβολή ορισμένης δόσης έως την εκδίκαση της αίτησης. Δύναται όμως υπό ορισμένες περιπτώσεις να ορισθεί καταβολή μηδενικής δόσης έως την έκδοση οριστικής απόφασης από το Δικαστήριο.

Δ) Συζήτηση στο ακροατήριο

Πρόκειται για το τελικό στάδιο, κατά το οποίο συζητείται η αίτηση του οφειλέτη. Το Δικαστήριο μπορεί να κάνει καθ’ όλη δεκτή την αίτηση και να ορίσει ως απόφαση αυτά που προτάθηκαν εξ’ αρχής από τον οφειλέτη κατά την κατάθεση της αίτησης, μπορεί να δεχθεί μερικώς την αίτηση και να ορίσει το ίδιο τη διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής της οφειλής του οφειλέτη, ή μπορεί και να απορρίψει την αίτηση. Σε κάθε δε περίπτωση υπάρχει το δικαίωμα στην έφεση τόσο του οφειλέτη όσο και των τραπεζών.

Πιθανή συμφωνία και συμβιβασμός του οφειλέτη με τις δανείστριες τράπεζές του μπορεί να επικυρωθεί από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας έως τη συζήτηση στο ακροατήριο. Το σχέδιο συμβιβασμού αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η συμφωνία είναι ισχυρή και πραγματοποιήσιμη όταν την αποδέχονται πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων,

Ο οφειλέτης, οφείλει είτε κατά τον δικαστικό συμβιβασμό είτε κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών να τηρεί τις υποχρεώσεις. Σε περίπτωση που καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του από τη ρύθμιση.

1

Ρύθμιση «ανάσα» για 97.343 στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν από τράπεζες μέσω ΟΕΚ

Οριστικοποιήθηκαν σήμερα οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη ρύθμιση των στεγαστικών δανείων με επιδοτούμενο επιτόκιο που είχαν χορηγηθεί σε δικαιούχους του τ. Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ), κατά τη διάρκεια σύσκεψης στο υπουργείο Εργασίας.

Τη ρύθμιση ανάσα, η οποία αφορά 97.343 ενεργά δάνεια συνολικού ποσού 2,8 δισ. και όλες τις συμβεβλημένες με τον πρώην ΟΕΚ τράπεζες, παρουσίασε ο υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Γιάννης Βρούτσης.

Βάσει της ρύθμισης οι τράπεζες θα δέχονται επιμήκυνση των δανείων κατά μέγιστο 10 έτη, χωρίς να χάνεται η επιδότηση επιτοκίου και έτσι θα επιτυγχάνεται μια σημαντική μείωση στη μηνιαία καταβαλλόμενη τοκοχρεολυτική δόση που -κατ’ εκτίμηση- θα κινηθεί μεσοσταθμικά στο 50% (ανάλογα και σε ποιο έτος ζωής του δανείου βρίσκεται).

Έτσι, ανάλογα το δάνειο, η μείωση θα ξεκινά από 38% και θα φθάνει για δάνεια που βρίσκονται κοντά στην εξόφληση το 90%.

Δικαιούχοι ένταξης στη ρύθμιση είναι όλοι οι δανειολήπτες οι οποίοι δεν έχουν υπερβεί το συμβατικό χρόνο διακοπής των 180 ημερών. Διευκρινίστηκε, πάντως, ότι ο χρόνος των 180 ημερών υπολογίζεται από τη δημοσίευση της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβέρνησης και κατά συνέπεια οι δανειολήπτες θα πρέπει να συνεχίσουν να πληρώνουν. Όπως ανέφερε ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Χρήστος Γκόρτσος, μόλις 2.000 δάνεια έχουν υπερβεί σε καθυστέρηση τους έξι μήνες.

Το υπουργείο Εργασίας έδωσε χαρακτηριστικά παραδείγματα για το περιεχόμενο της ρύθμισης:

1. Οικογένεια η οποία έχει πάρει 15ετές δάνειο 150.000 ευρώ, με επιδότηση επιτοκίου και βρίσκεται στην αρχή του 4ου έτους (μένουν δηλαδή 6 επιδοτούμενα έτη/12 συνολικά), έχει κατά προσέγγιση υπόλοιπο δανείου 125.138 ευρώ.

Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση, η μηνιαία δόση θα μειωθεί από 985 ευρώ σε 594 ευρώ (-40%).

2. Οικογένεια η οποία έχει πάρει 15ετές δάνειο 150.000 ευρώ με επιδότηση επιτοκίου και βρίσκεται στην αρχή του 5ου έτους (μένουν δηλαδή 5 επιδοτούμενα έτη/11 συνολικά), έχει κατά προσέγγιση υπόλοιπο δανείου 116.341 ευρώ.

Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση, η μηνιαία δόση θα μειωθεί από 989 ευρώ σε 572 ευρώ(-42%).

3. Οικογένεια η οποία έχει πάρει 15ετές δάνειο 150.000 ευρώ με επιδότηση επιτοκίου και βρίσκεται στην αρχή του 7ου έτους (μένουν δηλαδή 3 επιδοτούμενα έτη/9 συνολικά), έχει κατά προσέγγιση υπόλοιπο δανείου 97.937 ευρώ.

Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση, η μηνιαία δόση θα μειωθεί από 997 ευρώ σε 522 ευρώ (-48%).

4. Οικογένεια η οποία έχει πάρει 15ετές δάνειο 150.000 ευρώ με επιδότηση επιτοκίου και βρίσκεται στην αρχή του 8ου έτους (μένουν δηλαδή 2 επιδοτούμενα έτη/8 συνολικά), έχει κατά προσέγγιση υπόλοιπο δανείου 88.313 ευρώ.

Με τη σχεδιαζόμενη ρύθμιση, η μηνιαία δόση θα μειωθεί από 1.001 ευρώ σε 492 ευρώ (-51%).

Τα δάνεια που ρυθμίζονται ήταν 15ετούς διάρκειας, χορηγούμενα από συμβεβλημένες με τον πρώην ΟΕΚ τράπεζες, με επιδότηση επιτοκίου από τον τ. ΟΕΚ για τα πρώτα 9 έτη. Τα τελευταία δάνεια αυτού του προγράμματος χορηγήθηκαν το 2011. Ως γνωστόν, διάδοχος του ΟΕΚ, που καταργήθηκε τον Φεβρουάριο του 2012, κατέστη καθολικός ο ΟΑΕΔ, ο οποίος σήμερα έχει και την αρμοδιότητα.

Η ρύθμιση δεν περιλαμβάνει τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί απευθείας από τον πρώην ΟΕΚ, ενώ η σχετική νομοθετική ρύθμιση θα θεσπιστεί εντός του Οκτωβρίου και θα ακολουθήσει η έκδοση Κοινής Υπουργικής Απόφασης των υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, και Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας.

«Με παρότρυνση του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, εργαστήκαμε αθόρυβα, αλλά εντατικά και παρουσιάζουμε σήμερα μια ακόμη σημαντική κοινωνική πρωτοβουλία που δίνει βαθιά ανάσα σε 97.343 οικογένειες εργαζομένων που έχουν λάβει στεγαστικά τραπεζικά δάνεια με επιδότηση επιτοκίου από τον πρώην Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας» δήλωσε μεταξύ άλλων ο υπουργός Εργασίας και προσέθεσε ότι η ρύθμιση κατέστη δυνατή «χάρη στην αγαστή συνεργασία με το υπουργείο Ανάπτυξης, τον διοικητή του ΟΑΕΔ και την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, τους οποίους και ευχαριστώ όλους δημόσια».

«Δημιουργούμε, σε στέρεες βάσεις και με όρους δικαιοσύνης, διαφάνειας και αποτελεσματικότητας, έναν ισχυρό ιστό κοινωνικής προστασίας. Χτίζουμε από την αρχή το κοινωνικό πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας» τόνισε ο κ. Βρούτσης και ανέφερε ότι «το αμέσως επόμενο διάστημα, φέρνουμε το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, μια σημαντική κοινωνική καινοτομία, ένα νέο και ολοκληρωμένο θεσμό που θα αποτελέσει τον ισχυρό πυλώνα της κοινωνικής αλληλεγγύης στην Ελλάδα του αύριο».

«Η σημερινή κυβερνητική πρωτοβουλία αποτελεί συνέχεια των βελτιώσεων για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και των διευκολύνσεων για τους ενήμερους δανειολήπτες, που θεσπίσαμε τον Ιούνιο»ανέφερε ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας Θανάσης Σκορδάς και τόνισε ότι η ρύθμιση αποτελεί «ουσιαστική ελάφρυνση για 97.343 οικογένειες βιοπαλαιστών, που τα φέρνουν πέρα με μεγάλη δυσκολία».

«Με την προτεινόμενη ρύθμιση ικανοποιείται ένα δίκαιο αίτημα» ανέφερε ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Χρήστος Γκόρτσος και τόνισε ότι «πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι τα πιστωτικά ιδρύματα θα στηρίξουν απόλυτα τη συγκεκριμένη ενέργεια και θα εφαρμόσουν απόλυτα τις προτεινόμενες ρυθμίσεις», ενώ προσέθεσε ότι «οι τράπεζες, ήδη από την αρχή της κρίσης την οποία βιώνουμε, από το 2009-2010, προβαίνουν σε εξαιρετικές και ευνοϊκές ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία δανείων και για τις επιχειρήσεις και για τα νοικοκυριά, για την πελατεία τους δηλαδή, συναισθανόμενες απόλυτα τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία».

«Οι δράσεις μας έχουν ως κριτήριο το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον και την διευκόλυνση των οικονομικά ευαίσθητων ομάδων» δήλωσε μετά τη σύσκεψη ο διοικητής του ΟΑΕΔ Θόδωρος Αμπατζόγλου και τόνισε ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση «δίνει λύση σε χιλιάδες δανειολήπτες οι οποίοι μέσω της επιμήκυνσης θα πληρώνουν σημαντικά μικρότερη δόση κάθε μήνα».

Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας Θανάσης Σκορδάς, ο γενικός γραμματέας Καταναλωτή Γιώργος Στεργίου, ο γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Χρήστος Γκόρτσος, ο διευθυντής της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Γιώργος Καμπουράκης και ο διοικητής του ΟΑΕΔ Θόδωρος Αμπατζόγλου.

πηγή: imerisia.gr

0

Ο Νόμος 3869/2010 (υπερχρεωμένα νοικοκυριά) όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 4161/2013

Ο νόμος 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά παρουσιάζεται παρακάτω, όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο 4161/2013 και ισχύει σήμερα. Οι αλλαγές που επήλθαν στο νόμο και ισχύουν εντοπίζονται σε χρώμα μπλε.

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση «των οφειλών τους» και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής.

2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών, οι οποίες: είτε

α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4 είτε

β) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού , τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε

γ) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α’ 151 ).

3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνο μία φορά.

 

Άρθρο 2

Διαδικασία Προδικαστικού συμβιβασμού

1. Τα μέρη δύνανται πριν την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 παράγραφος 1 του παρόντος να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση που επιλεγεί αυτή η διαδικασία και αποτύχει, ο οφειλέτης δύναται να καταθέσει την αίτηση του άρθρου 4 του παρόντος ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου με το αναφερόμενο στο άρθρο 4 του παρόντος περιεχόμενο, καθώς και αντίγραφο του πρακτικού αποτυχίας της διαμεσολάβησης.

Μετά την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, ο οφειλέτης υποχρεούται να ακολουθήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 διαδικασία. Στο πλαίσιο του προδικαστικού συμβιβασμού, ο οφειλέτης δύναται να ζητά τη συμβουλευτική συνδρομή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, της Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ν. 225111994 (Α ‘ 191) της Ένωσης Καταναλωτών που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 225111994 ή του Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών ή δικηγόρου.

Οι παράγραφοι 2 και 3 καταργούνται.

4. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να του παραδώσουν χωρίς επιβάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται η οφειλή, καθώς και να τον ενημερώσουν εwράφως για το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης. Ο Υπουργός Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας επιβάλλει για κάθε παράβαση της υποχρέωσης της παρούσας παραγράφου πρόστιμο που ανέρχεται από πεντακόσια έως δέκα χιλιάδες ευρώ. Οι καταγγελίες για τις παραβάσεις αυτές κατατίθενται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

5. Αν εκχωρηθεί απαίτηση πιστωτή προς τρίτους, ο εκδοχέας που δεν έχει κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια οφείλει να ορίσει αντίκλητο στην Ελληνική Επικράτεια κατά το άρθρο 142 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη. Μέχρι τη γνωστοποίηση τεκμαίρεται ως αντίκλητος ο τελευταίος εκχωρητής της απαίτησης με κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια.»

 

Άρθρο 3

Αρμόδιο δικαστήριο – Διαδικασία

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του, άλλως τη συνήθη διαμονή του. Το αρμόδιο Ειρηνοδικείο δικάζει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

 

Άρθρο 4

Κατάθεση αίτησης και εγγράφων

1. Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του , β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

2. Η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από: α. έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους και β. υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α ‘ και β ‘ της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 159911986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 247911997 (Α’ 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου. Τα υπό α ‘ και β ‘ έwραφα μπορούν να υποβάλλονται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης.»

3. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία κατάθεσής της. Με την κατάθεση της αίτησης προσδιορίζεται και η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε θα επικυρωθεί ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη είτε θα συζητηθεί ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων εφαρμόζεται το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς δύο (2) μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του. Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει στις μηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 εδάφιο γ’ του παρόντος.»

Η παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 καταργείται.

5. Με την υποβολή της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας του όλα τα έγγραφα και στοιχεία της υπόθεσης.

6. Αν δεν συμπεριληφθεί στην κατάσταση της παραγράφου 1 πιστωτής, η απαίτησή του δεν επηρεάζεται από την πορεία της διαδικασίας που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται υποδείγματα των πιστοποιητικών, δηλώσεων, καταστάσεων και σχεδίων διευθέτησης οφειλών που προβλέπονται στο νόμο αυτόν.

 

Άρθρο 5

Προδικασία

1. Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση να επιδώσει την αίτηση στους πιστωτές και τους εγγυητές. Εντός μηνός από την επίδοση οι πιστωτές οφείλουν να καταθέσουν στο φάκελο τις απόψεις τους για το σχέδιο ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος.

Οι πιστωτές μπορούν να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις συναίνεσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 2-4 του παρόντος, επέρχεται ο προδικαστικός συμβιβασμός των μερών. Ο συμβιβασμός των μερών επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη στην ταχθείσα ημέρα, κατά τα άρθρα 210 επ. και 293 Κ.Πολ.Δ., και επιφέρει την ανάκληση της αίτησης.

2. Αν δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα επικύρωσης κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή πιστωτή ή και αυτεπαγγέλτως την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, καθώς και την καταβολή μηνιαίων δόσεων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, οι οποίες κατανέμονται συμμέτρως, εφόσον πρόκειται για καταβολές του άρθρου 8 παράγραφος 2, ή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 παράγραφος 2, εφόσον υφίσταται αίτημα εξαίρεσης εκποίησης των δικαιωμάτων στην κύρια κατοικία. Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 ή αντίστοιχα του άρθρου 9 παράγραφος 2. Το ποσό των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών θα πρέπει να είναι εύλογο με βάση την οικονομική κατάσταση του αιτούντος, ωστόσο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση στο παραπάνω όριο υφίσταται, αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 5 του παρόντος, περίπτωση κατά την οποία ορίζεται από τον Ειρηνοδίκη χαμηλότερη ή μηδενική δόση. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον Ειρηνοδίκη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 11 παρ.2 του ν.3869/2010. Η επικύρωση ή η όποια απόφαση ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται κατά το άρθρο 758 με δυνατότητα προσωρινής ρύθμισης κατά το άρθρο 781 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

 

Άρθρο 6

Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων

1. Μετά τη συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη. Μετά την υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά του οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται έως την έκδοση της οριστικής απόφασης επί του σχεδίου διευθέτησης εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

2. Το δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον που δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4.

3. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Οι λοιπές απαιτήσεις παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους.

Η παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 καταργείται

5. Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.

 

Άρθρο 7

Δυνατότητα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς

1. Οι οφειλέτες και οι πιστωτές δύνανται να συμβιβάζονται και μετά την ημέρα επικύρωσης έως την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, οπότε εμφανίζονται ενώπιον του Ειρηνοδίκη, υποβάλλουν το σχέδιο και ζητούν την επικύρωσή του. Το σχέδιο επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη και αποκτά πλέον ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η αίτηση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές ανακαλείται αυτοδικαίως.

2. Αν συγκατατίθενται στο σχέδιο πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων, ο Ειρηνοδίκης υποκαθιστά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την έλλειψη συγκατάθεσης των πιστωτών που αντιτίθενται καταχρηστικά στο συμβιβασμό. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι επήλθε ο συμβιβασμός και η αίτηση για την απαλλαγή από τα χρέη ανακαλείται αυτοδικαίως. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιδώσει στους πιστωτές, οι οποίοι δεν συγκατατίθενται αντίγραφο, του επικυρωμένου σχεδίου.

3. Δεν επιτρέπεται υποκατάσταση της συγκατάθεσης πιστωτή όταν: α) η απαίτηση του πιστωτή που αντιτίθεται δεν ικανοποιείται σε ανάλογο, σε σχέση με τους άλλους πιστωτές, βαθμό ή β) σε περίπτωση εφαρμογής του σχεδίου, ο πιστωτής που αντιτίθεται αποδεικνύει ότι θα περιέλθει σε δυσμενέστερη οικονομικά θέση από αυτήν στην οποία θα περιερχόταν, αν συνεχιζόταν η διαδικασία απαλλαγής του οφειλέτη από τις οφειλές, ή γ) αμφισβητείται απαίτηση από οφειλέτη ή οποιονδήποτε πιστωτή.

4. Οι πιστωτές δεν αποκτούν απαίτηση κατά του οφειλέτη για τα έξοδα και τις δαπάνες που δημιουργούνται από τη διαδικασία και το σχέδιο διευθέτησης οφειλών.

Οι παράγραφοι 5 και 6 καταργούνται

 

Άρθρο 8

Δικαστική ρύθμιση χρεών

1. Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου ή αν εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών και δεν υποκαθίστανται αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Η απόφαση εκδίδεται κατά προτεραιότητα. Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση, το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διστάζει την κλήτευσή του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσιμο.

2. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο. Με την απόφαση μπορεί να οριστεί ότι το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται ανά διαστήματα που ορίζονται σε αυτή με βάση αντικειμενικό δείκτη αναφοράς. Η καταβολή του ποσού γίνεται απευθείας στους πιστωτές, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το δικαστήριο. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν στον οφειλέτη περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, ο οφειλέτης υποχρεούται να διαθέσει για την ικανοποίηση των πιστωτών το ήμισυ της αξίας αυτών. Σε περίπτωση που αμφισβητούμενη απαίτηση , η οποία έχει ενταχθεί στη ρύθμιση απορριφθεί τελεσίδικα, οι λοιποί πιστωτές υποκαθίστανται στη θέση του πιστωτή της αμφισβητούμενης απαίτησης και έχουν από αυτόν αξίωση καταβολής στην αναλογία που αντιστοιχεί στον καθένα του ποσού που εισέπραξε εξαιτίας της ένταξης της απαίτησης στη ρύθμιση. Σε περίπτωση που δεν ενταχθεί στη ρύθμιση αμφισβητούμενη απαίτηση , η ύπαρξη της οποίας επαληθευτεί ακολούθως με τελεσίδικη απόφαση , ο πιστωτής υποκαθίσταται κατά την αναλογία της απαίτησής του στις θέσεις των υπολοίπων πιστωτών για τα ποσά που αναλογούν στην απαίτησή του και έχει από αυτούς αξίωση καταβολής των ποσών που εισέπραξαν εξαιτίας της μη ένταξης της απαίτησής του στις υπό ρύθμιση οφειλές. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων των χρηματικών διανομών που αντιστοιχούν σε αμφισβητούμενη απαίτηση που έχει ενταχθεί σε ρύθμιση μέχρι την επαλήθευσή της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση .

3. Ο οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλληλη εργασία ή , αν δεν εργάζεται, να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Η προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας τεκμαίρεται εφόσον ο οφειλέτης έχει εγγραφεί στο Μητρώο Ανέργων του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού ή έχει κάρτα ανεργίας και δεν έχει αποκρούσει αδικαιολόγητα πρόταση από τον Οργανισμό για ανάληψη εργασίας. Οφείλει επίσης να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή εργασίας, αλλαγή εργοδότη, καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων του ή των περιουσιακών του στοιχείων, ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4.

4. Με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, που επιδίδεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της στο αρμόδιο δικαστήριο, μπορεί να τροποποιείται η ρύθμιση οφειλών της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών, όταν τούτο δικαιολογείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης που τροποποιεί τη ρύθμιση μπορεί να ανατρέχει στο χρόνο υποβολής της αίτησης τροποποίησης. Σε περίπτωση καταβολής από τον οφειλέτη σε πιστωτές μεγαλύτερου ποσού από αυτό που έχει οριστεί από το δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να ικανοποιήσει συμμέτρως όλους τους πιστωτές.

5. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας, προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει, όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.

6. Η απόφαση που ορίζει μηνιαίες καταβολές είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται.

 

Άρθρο 9

Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας Προστασία κύριας κατοικίας

1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή.

2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο , που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας.

Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, «ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος,» και χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο.

Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. «Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επί αυτών.»

3. Εφόσον οι μηνιαίες καταβολές της παραγράφου 2 του άρθρου 8 πραγματοποιούνται πριν τη διανομή του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου, οι προνομιούχοι ή ενυπόθηκοι δανειστές συντρέχουν σε αυτές στο σύνολο των απαιτήσεών τους, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 του Πτωχευτικού Κώδικα.

4. Σε περίπτωση που οι, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, πραγματοποιηθείσες καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 8 παράγραφος 2 ή 9 παράγραφος 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται.

Το ποσό που προκύπτει αποπληρώνεται εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 2 με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.

 

Άρθρο 10

Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης

1. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.

Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτησή του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί. Το ίδιο αποτέλεσμα και με τους ίδιους όρους επέρχεται και στην περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει δολίως ή με βαριά αμέλεια να συμπεριλάβει πιστωτές στην κατάσταση της περίπτωσης β ‘ της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί μέχρι και δύο έτη μετά την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη από οφειλές του. Πριν από την πάροδο δύο ετών από την απόρριψη, για την αιτία αυτή, αίτησης του οφειλέτη ή την έκπτωσή του είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης.

2. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιτρέπει στους πιστωτές την πρόσβαση σε στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομική του κατάσταση και τα τρέχοντα εισοδήματά του. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρει την απόρριψη της αίτησης για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή.

3. Ύστερα από αίτηση πιστωτή στον οποίο έχει γίνει η επίδοση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 και η οποία διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη .

 

Άρθρο 11

Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών

1. Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, «στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και» στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών.

2. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση μετά από αίτηση θιγόμενου πιστωτή που κατατίθεται το αργότερο μέσα σε τέσσερις μήνες από τη δημιουργία του λόγου έκπτωσης. Κάθε κλήτευση πραγματοποιείται πριν δεκαπέντε ημέρες.

3. Σε περίπτωση που δεν ευοδωθεί η απαλλαγή από τις οφειλές με τη διαδικασία του παρόντος νόμου, οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Για τον προσδιορισμό του ύψους των απαιτήσεων αποκλείεται, εφόσον είχε γίνει δεκτή η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, ο ανατοκισμός από την κοινοποίηση της αίτησης αυτής στους πιστωτές και αφαιρούνται τα ποσά που έχουν καταβληθεί από τον οφειλέτη.

 

Άρθρο 12

Δικαιώματα ενέγγυων πιστωτών και έναντι εγγυητών

Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη , καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντι κειμένου δεν θίγονται. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών, των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή.

 

Άρθρο 13

Τήρηση Αρχείου Αιτήσεων

1. Στη Γραμματεία κάθε Ειρηνοδικείου τηρείται αλφαβητικό αρχείο των προσώπων που έχουν υποβάλει την αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, στο οποίο εγγράφοντα ι τα ονόματα των αιτούντων, η πορεία των αιτήσεών τους και οι αποφάσεις που εκδίδονται. Στο Ειρηνοδικείο Αθηνών τηρείται Γενικό Αρχείο , στο οποίο καταχωρίζονται τα πιο πάνω στοιχεία για ολόκληρη τη χώρα. Από το αρχείο διαγράφονται ένα έτος μετά την υποβολή των α ιτήσεων όλα τα στοιχεία που τηρούνται γι’ αυτές, εφόσον οι αιτήσεις απορρ ιφθούν αμετάκλητα , ανακληθούν ή καταλήξουν σε δικαστικό συμβιβασμό σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του παρόντος. Από το αρχείο διαγράφονται ένα έτος μετά την υποβολή των αιτήσεων όλα τα στοιχεία που τηρούνται για αυτές, εφόσον οι αιτήσεις απορριφθούν αμετάκλητα, ανακληθούν ή καταλήξουν σε συμβιβασμό σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 7 του παρόντος. Μετά την πάροδο πενταετίας από την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 11 πρόσβαση σε στοιχεία του οφειλέτη στο αρχείο επιτρέπεται μόνο για τον έλεγχο της συνδρομής της προϋπόθεσης της παραγράφου 3 του άρθρου 1. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την τήρηση των αρχείων και την πρόσβαση σε αυτά.

2. Πριν από τη συζήτηση αίτησης οφειλέτη που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος το Ειρηνοδικείο ελέγχει αυτεπαγγέλτως στο παραπάνω αρχείο αν εκκρεμεί αίτηση για τον οφειλέτη αυτόν και αν έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές του.

 

Άρθρο 14

Ενδικα μέσα

Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

 

Άρθρο 15

Αναλογική εφαρμογή διατάξεων

Για τη ρύθμιση και απαλλαγή χρεών φυσικών προσώπων εφαρμόζονται, όπου επιβάλλεται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

 

Άρθρο 16

Χρόνος τήρησης και χρήσης δεδομένων

Ο χρόνος τήρησης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους χάριν αυτών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που αναφέρονται στη διαδικασία του παρόντος νόμου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των τριών ετών από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 11.

 

Άρθρο 17

Διαγραφή απαιτήσεων

Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων που διαγράφονται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται η παράγραφος 10 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.

 

Άρθρο 18

Αύξηση θέσεων Ειρηνοδικών

Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών αυξάνεται κατά ογδόντα και ορίζεται συνολικά σε επτακόσιες σαράντα μία.

 

Άρθρο 19

Μεταβατικές διατάξεις

1. Η υποχρέωση καταβολής των μηνιαίων καταβολών που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 εφαρμόζεται και για εκκρεμούσες αιτήσεις κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης επιλέγει ελευθέρως το ποσό καταβολής στο πλαίσιο που ορίζει το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3869/2010. Οι πραγματοποιούμενες καταβολές από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου συνυπολογίζονται στις καταβολές του άρθρου 8 παράγραφος 2 ή αντίστοιχα του άρθρου 9 παράγραφος 2.

2. Η υποχρέωση ορισμού αντικλήτου σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 3869/2010 καταλαμβάνει και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων πιστωτών που έχουν πραγματοποιηθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3. Για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος.

 

Άρθρο 20

1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Οικονομικών καθορίζονται: α) η οργάνωση και ειδι κότερα η διάρθρωση των υπηρεσιών της Ειδικής Υπηρεσίας με τίτλο «Επιχειρησιακή Μονάδα Ανάπτυξης», που ιδρύθηκε με το π.δ. 28/2010, σε οργανικές μονάδες (Διευθύνσεις, Τμήματα, αυτοτελή Γραφεία) , β) ο τίτλος, η έδρα και η αρμοδιότητα των πιο πάνω οργανικών μονάδων, γ) οι κλάδοι του τακτικού προσωπικού κατά κατηγορίες, καθώς και ο αριθμός των οργανικών θέσεων κάθε κλάδου, δ) ο κλάδος και βαθμός του προϊσταμένου των οργανικών μονάδων που αναφέρονται στην περίπτωση α’. Συνιστώνται επίσης θέσεις τακτικού προσωπικού και υπαλλήλων που μπορεί να προσληφθούν με σύμβαση και κατανέμονται οι θέσεις αυτές κατά ειδικότητα.

2. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος οι θέσεις του προσωπικού θα καλυφθούν με μεταθέσεις, αποσπάσεις ή μετατάξεις υπαλλήλων από άλλες υπηρεσίες του ίδιου ή άλλων Υπουργείων ή νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου. Τις ίδιες θέσεις έχουν δικαίωμα να επιλέξουν, κατά παρέκκλιση των διατάξεων για την αρχική επιλογή υπηρεσίας τοποθέτησης, οι εκπαιδευόμενοι στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης και την Εθνική Σχολή Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3. Οι μετατάξεις διενεργούνται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, ύστερα από πρόσκληση ενδιαφέροντος του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και με την εξής διαδικασία: α) Οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν αίτηση στη Διεύθυνση Διοίκησης του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας συνοδευόμενη από αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα και βεβαίωση υπηρεσιακών μεταβολών. Η Διεύθυνση αυτή συγκεντρώνει τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων με τα πιο πάνω δικαιολογητικά και καταρτίζει κατάλογο με βάση τα τυπικά προσόντα τους. β) Οι υποψήφιοι προς μετάταξη αξιολογούνται από Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και αποτελείται από: αα) έναν υπάλληλο του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ως Πρόεδρο, με δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσία και πιστοποιημένη γνώση διοικητικής επιστήμης, κατά προτίμηση απόφοιτο της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, ββ) ένα μέλος του διδακτικού – ερευνητικού προσωπικού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας στα αντικείμενα της διοικητικής επιστήμης ή της διοίκησης επιχειρήσεων και γγ) έναν επιστημονικό συνεργάτη του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης προτεινόμενο από τη Διοίκηση του ΕΚΔΔΑ. γ) Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται σε προφορική εξέταση ενώπιον της επιτροπής αξιολόγησης. Η εξέταση αποσκοπεί στη διακρίβωση της καταλληλότητας, πνευματικής συγκρότησης και υπηρεσιακής επάρκειας των υποψηφίων για την πλήρωση των θέσεων στις οποίες πρόκειται να μεταταγούν. δ) Η επιτροπή μετά την εξέταση των υποψηφίων καταρτίζει πίνακα στον οποίο κατατάσσονται κατά αξιολογική σειρά όσοι επιλέγονται για μετάταξη. ε) Οι μετατάξεις διενεργούνται με κοινή απόφαση των αρμόδιων Υπουργών. στ) Για τη διαδικασία ενώπιον της επιτροπής τηρούνται πρακτικά, τα οποία είναι στη διάθεση των ενδιαφερομένων. ζ) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζεται η διαδικασία ενώπιον της επιτροπής και ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο για τη λειτουργία της θέμα.

 

Άρθρο 21

Το άρθρο 5 του ν. 1279/1982 (ΦΕΚ 108 Α), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 9 του ν. 3190/2003 (ΦΕΚ 249 Α), αντικαθίσταται. Άρθρο 22 Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1 η Σεπτεμβρίου 201 Ο, εκτός από τα άρθρα 20 και 21 η ισχύς των οποίων αρχίζει από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

0

Προσμέτρηση της «Διαγωγής» των καταδίκων για την αποφυλάκιση υφ΄ όρων της παρ. 4 του α. 97 Νόμου 4139/13.

Την 7η Αυγούστου 2013 εκδόθηκε η υπ’ αρ. 7 και με αριθμό πρωτοκόλλου 3522 γνωμοδότηση του κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προοριζόμενη προς όλες τις Εισαγγελίες της χώρας, με την οποία απαντούσε στο υπ’ αρ. 595α από 25-07-2013 ερώτημα του  Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, με το οποίο ζητούσε διευκρινήσεις περί του αν η χορήγηση απόλυσης υφ’ όρο κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παρ. 4 του α. 97 Νόμου 4139/13, πέραν της έκτισης του προβλεπόμενου από αυτήν ελάχιστου ορίου της ποινής, πρέπει να λαμβάνεται παράλληλα υπόψη και η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 106 παρ. 1 Π.Κ., δηλαδή η διαγωγή που επέδειξε ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια της κράτησης του.

δειτε σχετικο αρθρο της παρ. 4 του α. 97 Νoμου 4139/13

Στο ανωτέρω άρθρο μας είχαμε αναφέρει τη σχετική διάταξη του νόμου καθώς και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτή, προκειμένω, «όσοι καταδικάστηκαν τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα (περί Ναρκωτικών) να απολύονται υφ’ όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε». 

Δεν πέρασαν πέντε μήνες από την εφαρμογή του Νόμου και της συγκεκριμένης διάταξης, κατά την οποία πολλοί ήταν οι βαρυποινίτες που αφέθηκαν υφ’ όρων ελεύθεροι, ώστε να έλθει κατόπιν ερωτήματος η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και «να θέσει» ως επιπρόσθετη προϋπόθεση υπαγωγής στην εν λόγω διάταξη την «καλή διαγωγή» του κρατουμένου.

Τίθεται πλέον το απλό ερώτημα, πόσοι ήταν εκείνοι που αφέθηκαν μέχρι και σήμερα ελεύθεροι κατόπιν της ανωτέρω μεταβατικής διατάξεως του Κώδικα περί Ναρκωτικών (Ν. 4139/13 άρθρο 97 παρ. 4) και κατά πόσο ελέγχθηκε η διαγωγή τους για την αποφυλάκιση τους υφ’ όρων. Διότι, πλέον καθίσταται σαφές η πιθανή αντισυνταγματικότητα της εν λόγω γνωμοδοτήσεως, τη στιγμή δε μάλιστα που μέχρι και σήμερα αφέθηκαν ελεύθεροι βαρυποινίτες κρατούμενοι για πρόσκαιρη κάθειρξη, βάσει της ανωτέρω διατάξεως, δίχως να λογίζεται η διαγωγή τους κατά την κράτηση τους στα σωφρονιστικά ιδρύματα ως προϋπόθεση για την ελευθερία τους, σε αντίθεση με αυτούς που δεν έχουν κάνει μέχρι σήμερα χρήση της μεταβατικής διάταξης του νόμου, για οιονδήποτε λόγο, με συνέπεια να κρίνεται πλέον η αποφυλάκιση με «δυσμενέστερους όρους», και κατά του άρθρου 4 του Συντάγματος περί ισότητας.

Περαιτέρω, η κρίση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, για την τελολογική ερμηνεία της μεταβατικής διατάξεως του ά. 97 παρ. 4 Ν. 4139/13, θεωρείται κατά τρόπον τινά ελλιπής, διότι σαφώς δεν γίνεται μνεία στην εν λόγω γνωμοδότηση «της θελήσεως του Νομοθέτη για την αποσυμφόρηση των φυλακών», και για ότι συνεπάγεται μετά αυτού, άλλα αναλύει την αιτιολογική έκθεση του Νομοθέτη, που κύριο σκοπό έχει να αιτιολογήσει «νομικά» την αποσυμφόρηση των φυλακών, που πολλές φορές επεδίωξε, δίχως όμως τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Συνεπώς, θα έπρεπε στην παρούσα φάση το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης, να εκδώσει μία εγκύκλιο, άλλως Υπουργική Απόφαση, ως το πλέον αρμόδιο όργανο και να αποσαφηνίσει, αν πέρα της συντακτικής ερμηνείας της μεταβατικής διατάξεως του α. 97, παρ. 4 Ν. 4139/13, χωρούν επιπρόσθετες προϋποθέσεις, όπως αυτή της διαγωγής του κρατουμένου, που εύλογα έκρινε πως υπάρχει η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, προκειμένω να αποφευχθούν παρερμηνείες, άλλα και αντισυνταγματικότητα στην εφαρμογή του.

δειτε αυτουσιο το εγγραφο της εισαγγελικης γνωμοδοτησης

 

0

Γάμος διάρκειας έξι μηνών. “Ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω;”

Με νέο νόμο που ψηφίστηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο καθιερώθηκε καινούρια διαδικασία έκδοσης συναινετικού διαζυγίου. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 3 παρ. 2 του Νόμου 4055/2012 (ΦΕΚ Α 51 12-03-2012) περί Δίκαιης Δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής,  «το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: Οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν το γάμο τους, εφόσον έχει διαρκέσει τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την κατάρτισή της. Η συμφωνία αυτή υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή μόνον από τους τελευταίους, Περισσότερα →

0

Άμεση αποφυλάκιση βαρυποινιτών που σχετίζονται με Ναρκωτικά.

Σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 4 του Νόμου 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74 20-03-2013) περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών και άλλων Διατάξεων,  «Όσοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα απολύονται υφ’ όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Την απόλυσή τους διατάσσει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής».
Με τη διάταξη αυτή προτίθεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης να απαλλάξει από τα δεσμά της φυλακής πολλούς, οι οποίοι κατηγορήθηκαν και φυλακίστηκαν για θέματα ναρκωτικών. Όχι όμως για πλημμελήματα, άλλα για κακουργηματικές πράξεις. Η διάταξη αυτή έχει ήδη μπει σε εφαρμογή και πολλοί είναι εκείνοι που έχουν αποφυλακιστεί με περιοριστικούς όρους.
Αρχικώς, οι προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης με την εν λόγω διάταξη είναι  οι εξής:
1)     Να πρόκειται για αδίκημα που τιμωρείται με βάσει τις διατάξεις «του νόμου περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών (ναρκωτικών)»
2)    Ο Κατάδικος να εκτίει ποινή πρόσκαιρης καθείρξεως.
Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα (Π.Κ.) α. 51, «ποινές στερητικές της ελευθερίας είναι η κάθειρξη, η φυλάκιση, ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα …». Κατά το άρθρο 52 του Π.Κ. «Η ποινή της καθείρξεως είναι ισόβια ή πρόσκαιρη και εκτελείται σε καταστήματα ή τμήματα καταστημάτων που προορίζονται αποκλειστικά γι’ αυτήν» (παρ. 1). «Όταν ο νόμος δεν ορίζει ρητά ότι η επιβαλλόμενη κάθειρξη είναι ισόβια, αυτή είναι πρόσκαιρη» (παρ. 2). «Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη….» (παρ. 3). Συνεπώς, το ποινικό δικαστήριο με την απόφασή του  πρέπει να έχει επιβάλει ποινή καθείρξεως μεταξύ πέντε με είκοσι έτη.
3)    Η καταδίκη να έχει τελεσιδικήσει ή καταστεί αμετάκλητη.
Τελεσίδικη ποινική απόφαση έχουμε όταν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης τους ένδικου μέσου της έφεσης, άλλως, όταν εκδόθηκε απόφαση επί δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της έφεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 473 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) «όπου ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων (έφεση, αναίρεση βλ. α. 462 ΚΠΔ) είναι δέκα μέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρόν κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτό διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διεύθυνση του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης..».
Αμετάκλητη απόφαση έχουμε, όταν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης τους ένδικου μέσου της αναίρεσης, άλλως, όταν εκδόθηκε απόφαση του Άρειου Πάγου, που είναι αρμόδιο για εκδίκαση αναιρετικών υποθέσεων. Για την προθεσμία της αναίρεσης ισχύει ότι και για την έφεση. Κατά την παρ. 3 α. 473 ΚΠΔ, «η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου. Η καθαρογράφηση πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες….».
4)    Ο κατάδικος να έχει συμπληρώσει το 1/3 της πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε.
Ο ορισμός της πραγματικής έκτισης της ποινής έγκειται στο γεγονός, της προσαύξησης του χρόνου έκτισης ποινής με πλασματικό χρόνο, που απορρέει, από διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η εργασία του έγκλειστου εντός των φυλακών. Συνεπώς, το 1/3 του χρόνου έκτισης πρέπει να είναι πραγματικός χρόνος μην υπολογίζοντας τον χρόνο που έχει συνυπολογισθεί σε αυτόν ως πλασματικός.
5)    Τέλος, η μεταβατική αυτή διάταξη έχει αρχή και λήξη ισχύος. Στην ουσία αφορά μόνο εκείνους τους καταδίκους που πληρούν τα  ανωτέρω κριτήρια, έως και τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι την 20-03-2013. Συνεπώς, για αυτούς που έχουν μεν καταδικαστεί με πρόσκαιρη κάθειρξη για ναρκωτικά, άλλα δεν έχει τελεσιδικήσει η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή έχει μεν τελεσιδικήσει, άλλα δεν πρόλαβαν να εκτίσουν το 1/3 της ποινής τους, τότε δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή.   
Την απόλυση από τις φυλακές και τους όρους αυτής, τους καθορίζει ο εισαγγελέας του τόπου που βρίσκονται οι φυλακές.

Όσων δε αφορά τους όρους απόλυσης, αυτοί ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση του καταδικασθέντα. Έτσι, στους αλλοδαπούς κυρίως που αποφυλακίζονται, ως όρος είναι συνήθως η άμεση απέλαση τους στη χώρα προέλευσης έως το χρόνο λήξεως των όρων και σε πολλές περιπτώσεις ισοβίως. Σπανίως σε αυτούς, ορίζονται ως όροι αποφυλάκισης, όπως στους αποφυλακισθέντες Έλληνες, η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, η παρουσίαση σε αστυνομικό τμήμα της περιοχής του στις αρχές κάθε μήνα κλπ.
Αποτελεί σε όλους κοινό μυστικό, ότι οι μισοί και πλέον έγκλειστοι  των ελληνικών φυλακών καταδικάστηκαν για υποθέσεις που αφορούν τα ναρκωτικά. Συνεπώς, με την ανωτέρω μεταβατική διάταξη, πολλοί είναι εκείνοι οι «βαρυποινίτες» που θα δουν την ελευθερία τους. 

4