Φορολογικά

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Οι τράπεζες οφείλουν να ενημερώνουν τους δανειολήπτες για τους κινδύνους που ενέχουν τα δάνεια σε ξένο νόμισμα

Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-186/16 Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ. κατά Banca Românească SAΌταν ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα χορηγεί δάνειο σε ξένο νόμισμα, πρέπει να παρέχει στον δανειολήπτη επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτός να είναι σε θέση να λάβει συνετή και εμπεριστατωμένη απόφαση. Επομένως, ο επαγγελματίας οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή κάθε πληροφορία που του είναι αναγκαία για να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Περισσότερα →

0

Συμπληρωματικές οδηγίες για την παράλληλη ασφάλιση του άρθρου 36 του ν. 4387/2016

Με την κ.υ.α. με αριθ. Φ.10043/οικ.58770/1442/19.12.2016, δόθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή των παρ. 3 και 4 του άρθρου 36 του ν.4387/2016 στις περιπτώσεις ασφαλισμένων που για την ίδια απασχόληση υπάγονταν στην υποχρεωτική ασφάλιση δύο φορέων κύριας ασφάλισης ή ενός φορέα κύριας ασφάλισης και του Δημοσίου (π.χ. μηχανικός του Δημοσίου που υπαγόταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – ΤΣΜΕΔΕ ή ιατρός του ΕΣΥ που υπαγόταν υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Δημοσίου και του ΕΤΑΑ – ΤΣΑΥ).

Περισσότερα →

0

«Κόκκινα» επιχειρηματικά δάνεια – Διάσωση ή λουκέτο

Θερμό αναμένεται το φθινόπωρο για τα «κόκκινα» δάνεια χιλιάδων ελληνικών επιχειρήσεων, καθώς τους επόμενους μήνες θα κριθεί η βιωσιμότητα μέρους αυτών. Άλλες θα διασωθούν και θα συνεχίσουν να λειτουργούν διατηρώντας τις θέσεις εργασίας, άλλες θα αγοραστούν από ξένα funds σε χαμηλές τιμές κι άλλες θα βάλουν λουκέτο, καθώς δεν θα πληρούν τις προϋποθέσεις της βιωσιμότητας που θέτουν οι κανόνες.

Περισσότερα →

0

Παράταση στη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία

Με την υπ’ αρ. 97/6 28.4.2015 τροπολογία που κατατέθηκε από τον υπουργό Εργασίας Πάνο Σκουρλέτη και τον αναπληρωτή υπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων Δημήτρη Στρατούλη, στο νομοσχέδιο για την ΕΡΤ, παρατείνεται έως και τις 2.6.2015 η προθεσμία για την υποβολή αίτησης υπαγωγής σε καθεστώς ρύθμισης ασφαλιστικών οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης -πλην ΝΑΤ-, που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες κατά τη 2.3.3015. Η αρχική προθεσμία έληγε με βάση το νόμο 4321/2015 στις 30.4.2015. Με την τροπολογία ειδικά για ληξιπρόθεσμες οφειλές υπέρ του πρώην ΟΠΑΔ η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται έως 30.6.2015. Περισσότερα →

0

Η ρύθμιση για τις 100 δόσεις

Την Πέμπτη 12-03-2015 δημοσιεύθηκε προς διαβούλευση το σχέδιο νόμου για την υπαγωγή οφειλετών σε ρύθμιση χρεών τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, έως 100 δόσεις.

Με το σχέδιο νόμου προτείνονται ρυθμίσεις για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση και ρυθμίσεις ασφαλιστικών θεμάτων για ζητήματα επείγοντος χαρακτήρα.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου,

Επισημαίνεται ότι λόγω της επιδεινούμενης κρίσης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα τα τελευταία χρόνια, της διαρκούς μείωσης μισθών, της έκρηξης της ανεργίας, της μείωσης των εισοδημάτων, της πραγματικής αδυναμίας των πολιτών και των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στο σύνολο των υποχρεώσεων τους και της συσσώρευσης ανείσπρακτων βεβαιωμένων οφειλών, προτείνεται το σχετικό σχέδιο νόμου για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Η ρύθμιση αυτή είναι μέρος μιας πολιτικής αναγκαίας και μη επιδεχόμενης αναβολής, η οποία στοχεύει στην προσπάθεια ανάκαμψης της χώρας και των πολιτών.

Με τις διατάξεις του δευτέρου κεφαλαίου προτείνεται η αντιμετώπιση των ασφαλιστικών οφειλών που έχουν σωρευτεί τα τελευταία έτη λόγω της οικονομικής κρίσης και των υφεσιακών πολιτικών και η σταδιακή αποπληρωμή αυτών από τους οφειλέτες γεγονός που αποτελεί προτεραιότητα για την ενίσχυση των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων με ταυτόχρονη μέριμνα για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των επιχειρήσεων κυρίως των μικρομεσαίων, τη συντήρηση των επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων αλλά και την ανάσχεση του υφεσιακού κλίματος της οικονομίας και την επανεκκίνησή της.

Β. Επί των άρθρων :

Κεφάλαιο πρώτο

Με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου δίνεται η δυνατότητα να ρυθμιστούν, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση. Συγκεκριμένα προβλέπονται απαλλαγές από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, που φτάνουν έως 100% κατά την εφάπαξ καταβολή, ενώ ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων τμηματικής καταβολής κυμαίνεται από 2 έως 100. Με την υπαγωγή στη ρύθμιση δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του ν. 4174/2013 και του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974.

Επισημαίνεται ότι βασικές συνολικές οφειλές μέχρι 5.000 ευρώ που υπάγονται σε πρόγραμμα της παρούσας ρύθμισης, από την υπαγωγή τους στη ρύθμιση δεν επιβαρύνονται πλέον με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, ενώ βασικές συνολικές οφειλές άνω των 5.000 ευρώ που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος άρθρου, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής από την υπαγωγή στη ρύθμισηεπιβαρύνονται με τόκο που ανέρχεται στο 3% ετησίως.

Σημειώνεται ότι η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση μόνο 0,25%.

Με τις διατάξεις του άρθρου 3 δύνανται, επίσης, εκτός του υποχρεωτικά υπαγόμενου συνόλου των ληξιπροθέσμων μη τακτοποιημένων κατά νόμιμο τρόπο οφειλών, να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, και ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές, που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση, και οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης:

α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου ή

β) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 4 προβλέπεται ότι κατ’ εξαίρεση, δύνανται να υπαχθούν στη ρύθμιση του άρθρου 1, οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής, και έως 26.5.2015, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας που οι οφειλές αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες. Εφόσον πρόκειται για υπαγόμενες υποθέσεις, που εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων, μαζί με την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκομίζεται και βεβαίωση από το αρμόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμα συζητηθεί, προκειμένου να βεβαιωθεί η οφειλή. Επίσης, στη ρύθμιση του άρθρου 1, δύνανται να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση και θα αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών περιόδων μέχρι και 31.12.2014.

Με τις διατάξεις του άρθρου 6 προβλέπεται ότι η αίτηση για την υπαγωγή σε πρόγραμμα της παρούσας ρύθμισης υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση μέχρι την 26η Μαΐου 2015 και μόνο σε περιπτώσεις που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης, ο προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δίνεται η δυνατότητα μέσα σε ένα (1) μήνα από το τέλος της ρύθμισης να παραταθεί η ανωτέρω ημερομηνία υπαγωγής των οφειλών στη ρύθμιση για χρονικό διάστημα μέχρι ένα (1) μήνα.

Με τις διατάξεις του άρθρου 8 προβλέπεται ότι η ρύθμιση απόλλυται στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης ή μετά την πάροδο του οκταμήνου δεν καταβάλει τρεις (3) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή των τριών τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους.

Με τις διατάξεις του άρθρου 9 προβλέπεται ότι σε περίπτωση εξόφλησης των εναπομεινασών δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης, ο οφειλέτης τυγχάνει απαλλαγής επί των εναπομεινασών ποσών των προσαυξήσεων και των τόκων εκπρόθεσμης καταβολής σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται με την εξόφληση.

Με τις διατάξεις του άρθρου 10 προβλέπεται ότι ο οφειλέτης, που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης του άρθρου 1, δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης του ίδιου άρθρου με διαφορετικό αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή δικαιούται απαλλαγή από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για το εναπομείναν ποσό σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή ο συνολικός αριθμός μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό, υπολογιζόμενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράμματος ρύθμισης.

Με τις διατάξεις του άρθρου 11 προβλέπεται ότι μετά την υπαγωγή και τη συμμόρφωση στη ρύθμιση χορηγείται στον οφειλέτη αποδεικτικό ενημερότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει .

Επιπλέον, οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων αίρονται ύστερα από αίτηση του οφειλέτη εφόσον καταβληθεί ποσοστό είκοσι πέντε (25) τοις εκατό της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής. Με τη σχετική διάταξη ελαχιστοποιείται το απαιτούμενο ποσοστό καταβολής της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής που ίσχυε σε προγενέστερες ρυθμίσεις από 100% ή 50% σε 25% λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της αναγκαιότητας να δοθεί δυνατότητα μεγαλύτερης ρευστότητας κυρίως στις επιχειρήσεις.

Σε κάθε περίπτωση για τους οφειλέτες που αδυνατούν να καταβάλλουν το ως άνω ελάχιστο απαιτούμενο ποσοστό καταβολής της αρχικής, βασικής, ρυθμιζόμενης οφειλή, υφίσταται ηδυνατότητα περιορισμού των κατασχέσεων εις χείρας τρίτων από την Φορολογική Διοίκηση, μετά από σχετικό αίτημα του φορολογούμενου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε..

Με τις διατάξεις του άρθρου15 προβλέπεται ότι εφόσον καταβληθεί ως προκαταβολή ποσό βασικής οφειλής τουλάχιστον το δεκαπλάσιο της ελάχιστης δόσης της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος κεφαλαίου, έως και τις 27 Απριλίου 2015, χορηγείται στον οφειλέτη ισόποση απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής του προγράμματος ρύθμισης που θα επιλέξει. Το ανωτέρω πρέπει να δηλώνεται ως προκαταβολή από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήματος υπαγωγής και να καταβάλλεται εντός τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης. Οι δόσεις της ρύθμισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επομένων μηνών από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση. Η πληρωμή της προκαταβολής και των δόσεων ρύθμισης διενεργείται με τη χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής των δέκα πρώτων δόσεων της ρύθμισης, εφόσον οι δόσεις είναι περισσότερες από δέκα (10) ή όλων των υπολειπόμενων δόσεων εφόσον οι δόσεις είναι λιγότερες από δέκα (10), βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο σε βάρος του οφειλέτη ποσό ίσο με το ποσό απαλλαγής κατά το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Επί της κύρωσης του προηγουμένου εδαφίου δεν υπολογίζονται επιβαρύνσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά την κείμενη νομοθεσία.

Με τις διατάξεις του άρθρου 16 προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας ρύθμισης και δύνανται να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υπαγωγή σε αυτήν.

Με τις διατάξεις του άρθρου 18 προβλέπεται η κατάργηση της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 2859/2000 (Κώδικας ΦΠΑ), όπως προστέθηκαν με τις περ. 4 και 5 της υποπαραγράφου Α.6 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2003 (Α’ 107) αντιστοίχως και πλέον δύνανται να υπάγονται στη ρύθμιση όλες οι οφειλές που προέρχονται από ΦΠΑ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 19 προβλέπεται ότι τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 57 του ν. 4174/2013 (Α’ 170) και του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 (Α’ 90) καταργούνται. Η κατάργηση των προστίμων της προηγούμενης παραγράφου καταλαμβάνει οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης από τη δημοσίευση του παρόντος. Επίσης με την προτεινόμενη διάταξη επιδιώκεται η αποφυγή της υπέρμετρης επιβάρυνσης του οφειλέτη με πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής πλέον του τόκου εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 53 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., κατά περίπτωση, η οποία οδηγεί αφενός σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και αφετέρου σε επιβάρυνση του χαρτοφυλακίου των ληξιπροθέσμων οφειλών με υπέρογκα πρόστιμα. Επιπλέον, η επιβολή στις εκπρόθεσμα καταβαλλόμενες οφειλές, αφενός του τόκου του άρθρου 51 και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., και αφετέρου του προστίμου του άρθρου 57 του ΚΦΔ (10%, 20%,30%), στο οποίο παραπέμπουν και οι διατάξεις του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., αποτελεί κατ’ ουσία διπλή χρηματική κύρωση.

Με τις διατάξεις του άρθρου 20 προβλέπεται η τροποποίηση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 και ειδικότερα:

-αυξάνεται το κατώτερο ποσό συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής , συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων, άνω του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη των υπευθύνων για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του δημοσίου τομέα από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ σε πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.

– Ο προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης του ανωτέρω εγκλήματος αφήνεται στη γενική διάταξη του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως δεν αφήνονται περιθώρια για «διαρκές αυτόφωρο».

Με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 προβλέπονται ο ευνοϊκότερος τρόπος φορολόγησης του τεκμαρτού εισοδήματος που προκύπτει για φορολογούμενους χωρίς εισόδημα και η κατάργηση της ελάχιστης ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης σε περίπτωση απόκτησης εισοδήματος μόνο από τόκους και ακίνητα.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22 προβλέπεται ότι ο χρόνος κατά τον οποίον εκπίπτει ή αποδίδεται ο φόρος που προκύπτει από τον διακανονισμό του δικαιώματος έκπτωσης που έχει διενεργηθεί σε μία διαχειριστή περίοδο. Ο διακανονισμός περιλαμβανόταν στην εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ, η οποία καταργήθηκε με το ν. 4281/2014 (ΦΕΚ Α 160/8-8-2014) χωρίς να υπάρχει έως σήμερα αντίστοιχη νομοθετική πρόβλεψη για τον ορισμό του χρόνου που προκύπτει η υποχρέωση αυτή. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 22 προβλέπεται ότι :

α) καταργείται η εξάμηνη φορολογική περίοδος και η δήλωση απόδοσης φόρου για τους υπόχρεους σε κατ’ αποκοπή καταβολή, ορίζεται ως έκτακτη.

Έτσι αποφεύγεται η ύπαρξη δύο διαφορετικών φορολογικών περιόδων για τον ίδιο υπόχρεο, δεδομένου ότι η οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ενιαία.

β) καταργείται η ετήσια φορολογική περίοδος για υποβολή δήλωσης ΦΠΑ από τους αγρότες του κανονικού καθεστώτος οι οποίοι δεν ασκούν άλλη δραστηριότητα για την οποία υποχρεούνται στην τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων. Αντιμετωπίζεται έτσι η πολυπλοκότητα και η ασάφεια που δημιουργήθηκε αναφορικά με τις δηλωτικές υποχρεώσεις των συγκεκριμένων υπόχρεων, στις περιπτώσεις μεταβολής (προσθήκης ή αφαίρεσης δραστηριότητας) στην διάρκεια του έτους, καθώς και ως προς τον χαρακτηρισμό της “άλλης δραστηριότητας” σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 42 του ίδιου κώδικα. Επιπλέον, με την τροποποίηση υπάρχει ομοιόμορφη αντιμετώπιση ως προς την υποβολή αιτημάτων επιστροφής, σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση, όπως ισχύει για όλους τους υποκείμενους του κανονικού καθεστώτος, αίροντας την διαφοροποίηση που ισχύει σήμερα για τους συγκεκριμένους αγρότες οι οποίοι μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους μόνο άπαξ ετησίως.

Με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 προβλέπεται ότι δίνεται η δυνατότητα στους συγκεκριμένους αγρότες φυσικά πρόσωπα, να εκπληρώνουν τις δηλωτικές τους υποχρεώσεις σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 38 του Κώδικα ΦΠΑ, όπως αυτό αντικαθίσταται με τα προτεινόμενα στην Παράγραφο 2, για τις οποίες η σχετική προθεσμία υποβολής και καταβολής λήγει πριν τη δημοσίευση του νόμου με τον οποίο θεσπίζονται τα ανωτέρω. Τέλος ορίζεται η έναρξη ισχύος των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Με τις διατάξεις του άρθρου 23 προβλέπεται ότι παρατείνεται έως την 31-12-2015 η ισχύς του Πίνακα Κατάταξης των υποψηφίων του διαγωνισμού, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, δοκίμων Δικαστικών Πληρεξουσίων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και αποτρέπεται μια νέα χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία, που θα σήμαινε η διενέργεια νέου διαγωνισμού, ενώ διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσληψης των 33 αδιόριστων επιτυχόντων, προκειμένου να καλυφθούν άμεσες υπηρεσιακές ανάγκες του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως υπαγορεύονται από τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της χρηστής διοίκησης.

Με τις διατάξεις του άρθρου 24 προβλέπεται ότι το «ΤΑΜΕΙΟ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ» θα συγκεντρώσει το σύνολο των ακινήτων του Δημοσίου και των δημοσίων επιχειρήσεων με σκοπό την καλύτερη οργάνωση και τον ενιαίο στρατηγικό σχεδιασμό της αξιοποίησής τους.

Με τις διατάξεις του άρθρου 25 επανέρχεται και μάλιστα αναδρομικά το καθεστώς που ίσχυε έως 31.12.2013 για τις εκθέσεις του ΣΔΟΕ, έτσι ώστε να μην αποτελούν μετά από μήνες ενδελεχούς ελέγχου, απλά δελτία πληροφοριών προς τις ΔΟΥ, αλλά να παράγουν άμεσα όλα τα έννομα αποτελέσματα που επιτρέπουν τον καταλογισμό φόρων και προστίμων. Αυτή η ρύθμιση θα διευκολύνει σημαντικά την επιτάχυνση περάτωσης των ελέγχων από τις ελεγκτικές αρχές, ώστε με στοχευμένους ελέγχους να διευκολυνθεί η ύπαρξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων στη σύλληψη της μεγάλης φοροδιαφυγής.

Κεφάλαιο δεύτερο

Με τις διατάξεις του άρθρου 26 προβλέπεται τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα καταβολής αυτών, σε όσους δεν παρεχόταν η δυνατότητα μέχρι σήμερα αλλά και ταυτόχρονα στην πρόβλεψη ευνοϊκότερων όρων αποπληρωμής των οφειλών αυτών προκειμένου αφενός να αποτραπεί το φαινόμενο της σταδιακής εξόδου των οφειλετών από τη ρύθμιση στην οποία θα υπαχθούν, αφετέρου να διατηρηθούν στην ενεργό οικονομία επιχειρήσεις και επαγγελματίες.

Ειδικότερα θεσπίζεται μεταβατικό πλαίσιο ρύθμισης οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του ΝΑΤ, για ασφαλιστικές οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες την 1η/2ου/2015. Πρόκειται για μια περιορισμένης χρονικής ισχύος ρύθμιση, καθώς η αίτηση υπαγωγής δύναται να υποβληθεί το αργότερο μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Απριλίου του έτους 2015, με στόχο την εκλογίκευση των πληρωμών δόσεων, την επανένταξη των οφειλετών στην ενεργό οικονομία και τη στήριξη της λειτουργίας των επιχειρήσεων κυρίως των μικρομεσαίων και των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοπασχολούμενων και κατ’ επέκταση τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.

Με το προτεινόμενο πλαίσιο ρύθμισης προβλέπονται ευνοϊκότεροι όροι αποπληρωμής των ασφαλιστικών οφειλών. Ειδικότερα προβλέπεται η δυνατότητα να ρυθμιστούν όλες οι οφειλές ανεξαρτήτου ύψους, είτε εφάπαξ, είτε έως 50 δόσεις, είτε έως 100 δόσεις, με αντιστρόφως ανάλογη έκπτωση επί των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων, η οποία έκπτωση άρχεται από ποσοστό 100% για εφάπαξ καταβολή, 70% έως 50 δόσεις, μέχρι ποσοστό 50% για την περίπτωση εξόφλησης σε 100 δόσεις. Το επιτόκιο αποπληρωμής των οφειλών, το οποίο επιβάλλεται για ποσόν οφειλής άνω των 5.000 ευρώ ανέρχεται σε 3% ετησίως, ενώ συγχωρείται η καθυστέρηση πληρωμής μιας δόσης μέχρι του ενός μηνός ανά 12μηνο πρόγραμμα ρύθμισης. Για ποσά οφειλής έως 5.000 ευρώ δεν επιβάλλεται ετήσια προσαύξηση, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους οι μικροεπαγγελματίες που εθίγησαν περισσότερο από την κρίση των τελευταίων ετών. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οφειλές έως 5.000 ευρώ έχει το 25% των ενεργών οφειλετών ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ (89.700 ασφαλισμένοι).

Η διαδικασία ένταξης στη ρύθμιση είναι ευέλικτη και απλή, άνευ γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, καθιστώντας τη ρύθμιση προσβάσιμη στο σύνολο των οφειλετών.

Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι η πληρωμή των τρεχουσών εισφορών από την 1η/2ου/2015. Στην προτεινόμενη ρύθμιση δύναται επίσης να ενταχθούν οφειλέτες που έχουν ήδη υπαχθεί σε άλλες υφιστάμενες ρυθμίσεις.

Παράλληλα, με τη νέα διάταξη, λαμβάνεται μέριμνα για την προστασία οφειλετών, ασφαλισμένων φυσικών προσώπων, οι οποίοι αποδεδειγμένα είχαν μηδενικό εισόδημα κατά το έτος χρήσης 2014, ώστε να ανασταλούν τα εισπρακτικά μέτρα και οι διώξεις για περίοδο 12 μηνών ενώ παρέχεται η δυνατότητα να ενταχθούν στην παρούσα ρύθμιση με τους όρους αυτής, μεχρι την 31η/3ου/2016. Η διάταξη αυτή έχει ως στόχο την προστασία και οικονομική ανακούφιση των οφειλετών ασφαλισμένων που η τρέχουσα οικονομική κρίση και οι υφεσιακές πολιτικές, τους οδήγησαν σε πραγματική και αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους και αποτελεί την αυτονόητη παρέμβαση της πολιτείας για την προστασία και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Τέλος προβλέπονται ακόμη ευνοϊκότεροι όροι για ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ του δημοσίου και των ΟΤΑ που επιδιώκουν κοινωφελείς και άλλους δημόσιους σκοπούς, Ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών κλπ με δυνατότητα αποπληρωμής έως 150 δόσεων με έκπτωση επί των προσαυξήσεων κατά 50% με την ασφαλιστική δικλείδα της απόφασης του ΔΣ του ΙΚΑ_ΕΤΑΜ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 27 προβλέπεται η δυνατότητα επιλογής κατώτερης ασφαλιστικής κατηγορίας στον ΟΑΕΕ. Με την παρ.5 του άρθρου 32 του ν.4075/2012 δόθηκε η δυνατότητα στους ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ να ζητήσουν την υπαγωγή τους στην αμέσως κατώτερη ή και στην δεύτερη κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία, προκειμένου να μειωθεί προσωρινά, μέχρι 31-12-2014 το ποσό των καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών τους και να επιτευχθεί η, κατά το δυνατόν οικονομική τους ανακούφιση. Η ανωτέρω δυνατότητα παρατάθηκε μέχρι 31-12-2016 με τις διατάξεις της παρ.7 του άρθρου 55 του ν. 4310/2014.

Επειδή στη δύσκολη οικονομική συγκυρία στην οποία βρίσκεται η χώρα μας, οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ δυσκολεύονται και σε πολλές περιπτώσεις αδυνατούν να ανταποκριθούν εγκαίρως και με συνέπεια στην καταβολή των εισφορών τους και με δεδομένο ότι η επιβίωση των επιχειρήσεών τους εξαρτάται άμεσα από τις επικρατούσες στην αγορά συνθήκες, τους δίνεται με την παρούσα διάταξη η δυνατότητα να ζητήσουν την υπαγωγή τους και στην τρίτη κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία του ΟΑΕΕ, και να παραμείνουν στην κατηγορία επιλογής τους μέχρι 31-12-2016, προκειμένου να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τον ασφαλιστικό τους Οργανισμό.

Με τις διατάξεις του άρθρου 28 προβλέπεται η κατάργηση ποινών για οφειλέτες ατομικής εισφοράς στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΑ. Ειδικότερα από τις διατάξεις του α.ν. 86/1967 προβλέπεται η επιβολή ποινών σε περίπτωση μη καταβολής και απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση οι ως άνω επιβαλλόμενες ποινές παύουν να ισχύουν για τις περιπτώσεις ασφαλισμένων του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) και του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) μόνο για την ατομική τους ασφαλιστική εισφορά και εξακολουθούν να ισχύουν για οφειλές που προκύπτουν για την ασφάλιση εμμίσθων εργαζομένων, καθώς αυτή παρακρατείται από τον εργοδότη και ως εκ τούτου διατηρούνται οι από το νόμο προβλεπόμενες ποινές.

Με τις διατάξεις του άρθρου 29 προβλέπεται ότι με τις διατάξεις του άρθρου 115 του ν. 2238/1994- Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος – ΦΕΚ Α 151 θεσπίστηκε για πρώτη φορά η ευθύνη των εκπροσώπων των ΑΕ, ΕΠΕ καθώς και των λοιπών νομικών προσώπων με την ατομική τους περιουσία, για την πληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο. Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997 ΦΕΚ Α 270, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 69 του ν. 2676/1999 ΦΕΚ Α 1, προβλέφθηκε αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 και για τις οφειλόμενες στο Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ ασφαλιστικές εισφορές αρχικά κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσης των νομικών προσώπων και στη συνέχεια και κατά τη λειτουργία τους.

Με το ν. 4172/2013-ΦΕΚ Α 167, θεσπίστηκε νέος Κώδικας φορολογίας εισοδήματος, στον οποίο δεν περιλήφθηκε διάταξη αντίστοιχη με αυτήν του άρθρου 115 του ν. 2238/1994. Τα θέματα της ευθύνης των διοικούντων ρυθμίστηκαν μεταγενέστερα με το άρθρο 50 του ν. 4174/2013- ΦΕΚ Α 170 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας στο οποίο, μεταξύ άλλων προβλέφθηκε η αλληλέγγυα ευθύνη προσώπων που συμμετέχουν στη διοίκηση νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, τόσο κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσης, όσο και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας και καθορίστηκαν οι ιδιότητες των ευθυνόμενων προσώπων. Η έννοια της νομικής οντότητας προσδιορίστηκε στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου.

Η διάταξη του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 παρέμενε τυπικά σε ισχύ μέχρι τη θέσπιση του άρθρου 26 παρ.11 Ν.4223/2013, ΦΕΚ Α 287/31.12.2013 με το οποίο έγινε η ρητή κατάργηση των διατάξεων του ν. 2238/1994 αναδρομικά από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013, δηλ από 23-7-2013, με συνέπεια από την ημερομηνία αυτή να μη μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997 που προέβλεπε αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 για τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Για να καλυφθεί το κενό που δημιουργήθηκε, αλλά και με σκοπό να εναρμονιστούν οι σχετικές ρυθμίσεις με τα ισχύοντα στη φορολογική διοίκηση, με την προτεινόμενη διάταξη, θεσπίζεται ρητά η αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς τους ΦΚΑ. Οι ιδιότητες των διοικούντων που ευθύνονται, καθώς και οι μορφές των νομικών προσώπων καθορίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Η διάταξη έχει εφαρμογή από την ημερομηνία κατάργησης του άρθρου 115 του ν.2238/1994, προκειμένου να μην υπάρξει διακοπή της ευθύνης κατά το ενδιάμεσο διάστημα.

Με τις διατάξεις του άρθρου 30 προβλέπεται η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Κατά την παράγραφο 1 του 58 του ν.δ. 356/1974 – ΚΕΔΕ αν ασκηθεί ανακοπή κατά της κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να προβεί σε καταβολή προς δανειστή του οποίου η κατάταξη έχει προσβληθεί με ανακοπή προ της τελεσιδικίας του πίνακα κατάταξης.

Επειδή η διαδικασία αυτή επέφερε σημαντικές καθυστερήσεις στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ.3 του ν. 4141/2013 (ΦΕΚ 81 Α’), (με την οποία προστέθηκαν εδάφια στη θέση του καταργηθέντος δεύτερου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 58 του ν.δ. 356/1974 – ΚΕΔΕ) θεσμοθετήθηκε εξαίρεση για κάθε διαδικασία κατάταξης δανειστών στην οποία δικαιούχος των αμφισβητούμενων απαιτήσεων είναι το Δημόσιο.

Συγκεκριμένα προβλέφθηκε η άμεση καταβολή στο Δημόσιο του συνόλου των απαιτήσεών του που έχουν καταταγεί ως εισπρακτέες, ανεξάρτητα από τη δικαστική προσβολή της κατάταξης αυτών. Αν στη συνέχεια εκδοθεί επί της ανακοπής τελεσίδικη απόφαση που αποβάλει από τον πίνακα την εισπραχθείσα απαίτηση του Δημοσίου, αυτή επιστέφεται ατόκως στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντός δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης.

Ο νόμος αναφέρεται μόνο στις απαιτήσεις του Δημοσίου, με αποτέλεσμα να ερμηνεύεται στενά και να μην καταλαμβάνει τις απαιτήσεις των ασφαλιστικών οργανισμών από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές και λοιπές οφειλές, για την είσπραξη των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 356/1974- ΚΕΔΕ.

Όμως η καθυστέρηση στην είσπραξη των απαιτήσεων των ΦΚΑ των οποίων η κατάταξη έχει προσβληθεί με ανακοπή είναι εξίσου επιζήμια με την καθυστέρηση στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Η εισφοροδιαφυγή έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις και η ενδυνάμωση των διαδικασιών είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και γενικότερα των οφειλών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης συνιστά κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Για τους λόγους αυτούς και προκειμένου να αποτραπεί περαιτέρω καθυστέρηση στο στάδιο της αναγκαστικής είσπραξης, της απόδοσης των οφειλομένων ποσών στους οργανισμούς και φορείς κοινωνικής ασφάλισης οι απαιτήσεις των οποίων εισπράττονται κατά τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974-ΚΕΔΕ, προτείνεται η αναλογική εφαρμογή στους τελευταίους των διατάξεων της παρ.3 του άρθρου 33 του ν. 4141/2013 (ΦΕΚ 81 Α’), όπως ισχύουν για το Δημόσιο.

Με τις διατάξεις του άρθρου 31 προβλέπεται ότι κατά τις διατάξεις της Φ.80000/οικ.25379/312/29.8.2013 απόφασης Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία καθορίζεται η διαδικασία είσπραξης και ηλεκτρονικής διαχείρισης των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών εντός του ΚΕΑΟ, στον οφειλέτη παρέχεται αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Ατομικής Ειδοποίησης, προκειμένου να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει την οφειλή του.

Η Ατομική Ειδοποίηση αποστέλλεται είτε ηλεκτρονικά κατά τις διατάξεις του ν.3979/2011 είτε εγγράφως.

Η έγγραφη διαδικασία υλοποιείται με αποστολή συστημένης επιστολής ή με επίδοση από υπάλληλο του ΚΕΑΟ ή δικαστικό επιμελητή.

Επειδή από την ημερομηνία παραλαβής της ατομικής ειδοποίησης παράγονται έννομες συνέπειες σημαντικές για τον οφειλέτη, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί αφετηρία της εικοσαήμερης προθεσμίας, μετά την οποία μπορούν να ληφθούν αναγκαστικά μέτρα, είναι αναγκαίος ο σαφής προσδιορισμός της, στις περιπτώσεις αποστολής με συστημένη επιστολή.

Για το λόγο αυτό, με την προτεινόμενη διάταξη προσδιορίζεται με σαφήνεια η ημερομηνία κατά την οποία η ατομική ειδοποίηση θεωρείται κοινοποιηθείσα και καθορίζεται η διαδικασία επιστροφής στην υπηρεσία των ειδοποιήσεων που δεν παραδόθηκαν στον οφειλέτη ή τον εκπρόσωπό του, καθώς και της αναφοράς της αιτίας για τη μη παράδοση. Η προτεινόμενη διαδικασία είναι πλήρως εναρμονισμένη με τα ισχύοντα για τις επιδόσεις από τη φορολογική διοίκηση προς τους φορολογούμενους κατά το άρθρο 5 του ν. 4174/2013 (170 Α’), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Με τις διατάξεις του άρθρου 32 προβλέπεται η κατάργηση της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 55 του Ν.4310/2014 (ΦΕΚ Α 258/ 8.12.2014). Με την διάταξη αυτή θεσπίστηκαν τα ακόλουθα:

Α) Επαναλαμβάνεται το ήδη ισχύον σύμφωνα με την παρ 2 του άρθρου 2 Α.Ν. 1846/1951 ότι οι μισθοί υπερημερίας υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές. Η ρύθμιση αυτή μπορεί να δημιουργήσει ερμηνευτικά ζητήματα δημιουργώντας την εντύπωση ότι εισάγει νέο δίκαιο και πρέπει να απαλειφθεί.

Β) Περιορίζεται η επιβολή εισφορών από το Ι.Κ.Α. μόνο στους επιδικασθέντες με τελεσίδικη δικαστική απόφαση μισθούς περιορίζοντας την δυνατότητα και υποχρέωση του Ι.Κ.Α. να επιβάλλει αυτεπάγγελτα εισφορές χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο στοιχείο που έχει στη διάθεση του των δικαστικών αποφάσεων συμπεριλαμβανόμενων και επιβάλλεται καθυστέρηση στην είσπραξη των εισφορών με κίνδυνο ματαίωσης της επιβολής και είσπραξης των εισφορών που αντιστοιχούν σε μισθούς υπερημερίας. Επί πλέον δημιουργεί ένα καινοφανές «οιονεί έμμεσο δεδικασμένο» εις βάρος του Ι.Κ.Α. από υποθέσεις στις οποίες δεν ήταν διάδικος το Ταμείο και μάλιστα εν όψει αποφάσεων που εκδίδονται από τα πολιτικά δικαστήρια τα οποία δεν είναι αρμόδια να κρίνουν διαφορές δημοσίου δικαίου και να δημιουργούν δεδικασμένο.

Γ) Θεσπίζεται ότι «λογίζονται» ως μισθοί υπερημερίας εκτός των τελεσίδικα επιδικασθέντων οι μισθοί που συμφωνήθηκαν με δικαστικό ή εξώδικο συμβιβασμό και μάλιστα ανακαλούνται ακόμα και Πράξεις Επιβολής Εισφορών που έχουν ήδη εκδοθεί και εκδίδονται νέες τροποποιημένες σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού ή της απόφασης. Με την παραπάνω εξάρτηση του ύψους των οφειλομένων εισφορών από εξώδικες και δικαστικές ενέργειες ιδιωτών διαδίκων πλήττεται το ελάχιστο συνταγματικά κατοχυρωμένο θεσμικό περιεχόμενο της κοινωνικής ασφάλισης, αφού ενοχή δημοσίου δικαίου του Ι.Κ.Α κατά του εργοδότη ρυθμιζόμενη από διατάξεις δημοσίας τάξεως μετατρέπεται σε παρακολούθημα της βούλησης και των ενεργειών ιδιωτών λειτουργούντων στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου εννοώ καταστρατηγείται και η αρχή της υποχρεωτικής και αυτοδίκαιης υπαγωγής των μισθωτών στην ασφάλιση του Ιδρύματος. Επιπλέον δημιουργείται έδαφος για καταστρατηγήσεις με στόχο την εισφοροδιαφυγή και για συμπαιγνία εργαζόμενου και εργοδότη εις βάρος του ιδρύματος είτε με δικαστικές είτε με εξώδικες ενέργειες τους, ενώ επιβαρύνονται διοικητικά οι υπηρεσίες του Ιδρύματος με την υποχρέωση να κρίνουν το κύρος τυχόν εγγράφων συμβιβασμών, αρμοδιότητα που ανήκει στις υπηρεσίες επιβολής της εργασιακής νομοθεσίας και στα πολιτικά δικαστήρια. Για το λόγο αυτό η διάταξη καταργείται από τότε που ίσχυσε.

Το νομοσχέδιο έχει ως εξής:

[gview file=»http://armoutsis.com/wp-content/uploads/SXEDIO_NOMOU_NEW.pdf» ]
0

Νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης.

Κατατέθηκε την Τρίτη 3 Μαρτίου 2015 το πρώτο νομοσχέδιο της Κυβέρνησης που αφορά «Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών οργάνων και λοιπές διατάξεις».
Στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις, για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, προβλέπονται, η Δωρεάν επανασύνδεση και παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, το επίδομα ενοικίου για την εξασφάλιση στέγης και η Επιδότηση σίτισης σε νοικοκυριά.

Συγκεκριμένα το Σχέδιο Νόμου έχει ως εξής:

 

Σχέδιο Νόμου

Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, την οργάνωση της Κυβέρνησης και των Κυβερνητικών οργάνων  και λοιπές διατάξεις

Κεφάλαιο  Πρώτο

Ρυθμίσεις για τη λήψη άμεσων μέτρων

Άρθρο 1

Δωρεάν επανασύνδεση και παροχή ηλεκτρικού ρεύματος

1. Σε νοικοκυριά που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, παρέχεται για το έτος 2015 δωρεάν ποσότητα ηλεκτρικού ρεύματος για την κύρια κατοικία τους έως 300kwh μηνιαίως. Σε περιπτώσεις δικαιούχων των οποίων η παροχή είχε διακοπεί έως και την 31.01.2015 η παροχή επανασυνδέεται ατελώς και χωρίς καμία επιβάρυνση, οι δε ληξιπρόθεσμες οφειλές ρυθμίζονται.
2. Η χρηματική αξία των παροχών της προηγούμενης παραγράφου δεν συνυπολογίζεται ως προς την πλήρωση προϋποθέσεων λήψης οποιασδήποτε άλλης παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα που χορηγείται βάσει εισοδηματικών κριτηρίων.
3. Με σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας συμφωνούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις  ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων  οφειλών της παραγράφου  1.

 Άρθρο 2

Επίδομα ενοικίου για την εξασφάλιση στέγης

1. Χορηγείται επίδομα ενοικίου σε έως 30.000 νοικοκυριά που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και δεν έχουν δυνατότητα στέγασης σε ιδιόκτητο ακίνητο εντός του δήμου της κύριας κατοικίας τους.
2. Η παροχή αυτή αφορά νέες μισθώσεις ή ανανεώσεις υφιστάμενων  μισθώσεων με νέους όρους που συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος και θα χορηγείται απευθείας στον εκμισθωτή του μισθίου ακινήτου. Η παροχή χορηγείται για το έτος 2015 και δύναται να ανανεωθεί για το έτος 2016, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες   στο  παρόν  άρθρο  προϋποθέσεις.
3. Το παρεχόμενο επίδομα ενοικίου δεν υπερβαίνει μηνιαίως τα εβδομήντα (70) ευρώ ανά άτομο και τα διακόσια είκοσι (220) ευρώ ανά πολυμελή οικογένεια.
4. Για τη χορήγηση του επιδόματος του παρόντος άρθρου απαιτείται η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις του νόμου δήλωση και αποδοχή του μισθωτηρίου συμβολαίου καθώς και η φορολογική ενημερότητα των εκμισθωτών.
5. Το ποσό της επιδότησης ενοικίου είναι αφορολόγητο και ακατάσχετο, δεν υπόκειται σε οιουδήποτε είδους κρατήσεις, δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη προς πιστωτικά ιδρύματα και δεν υπολογίζεται στα εισοδηματικά όρια για τη καταβολή του ΕΚΑΣ ή άλλης παροχής κοινωνικού ή προνοιακού χαρακτήρα. Το ποσό της επιδότησης μπορεί να συμψηφίζεται με βεβαιωμένες και ρυθμισμένες οφειλές προς το Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

 Άρθρο 3

Επιδότηση σίτισης σε νοικοκυριά

1. Χορηγείται για το έτος 2015 επιδότηση σίτισης σε φυσικά πρόσωπα  που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας.
2. Για τη χορήγηση της επιδότησης σίτισης, λαμβάνεται υπ’ όψιν το σύνολο των εισοδημάτων των δικαιούχων, από κάθε πηγή. Δικαιούχοι που δεν υποχρεούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου σε υποβολή δηλώσεως εισοδήματος στη Φορολογική Αρχή, καθώς και άνεργοι που δεν λαμβάνουν πλέον επίδομα ανεργίας υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση για το σύνολο των εισοδημάτων τους.
3. Η επιδότηση  σίτισης  παρέχεται  με  εκπτωτικά  κουπόνια  ή  άλλο  ηλεκτρονικό τρόπο  για την  προμήθεια  ειδών  σίτισης.

 Άρθρο 4

Στις παροχές των άρθρων 1 έως 3 δεν υπάγονται όσοι ήδη ωφελούνται από προγράμματα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Βοηθείας για τους Απόρους και από το θεματικό στόχο 9 των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων.

 Άρθρο 5

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

Με κοινή απόφαση των Υπουργών  Οικονομικών,  Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια των δικαιούχων, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ο χρόνος υποβολής τους, οι φορείς, οι υπηρεσίες και οι διαδικασίες ελέγχου και πιστοποίησης των δικαιούχων, οι συμπράξεις με φορείς του δημοσίου και ιδιωτικού  τομέα και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ρυθμίσεων των άρθρων 1έως 4.

0

Παράταση μέχρι 30 Ιανουαρίου, χωρίς πρόστιμα, για την υποβολή δηλώσεων μεταβολών προς τις εφορίες

Παρατείνονται ως 30 Ιανουαρίου 2015 οι προθεσμίες για την υποβολή αίτησης μεταβολών στην εφορία από τους επιτηδευματίες, χωρίς πρόστιμο. Αυτό σημαίνει ότι παρατείνεται και η δήλωση εξαίρεσης από το κανονικό καθεστώς του ΦΠΑ εφόσον έχουν ετήσιο τζίρο κάτω των 10.000 ευρώ.

Η προθεσμία για τη δήλωση εξαίρεσης έληγε τη Δευτέρα 12-01-2015 και η παράταση δόθηκε με απόφαση της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων Κατερίνας Σαββαΐδου προκειμένου να διευκολυνθούν οι φορολογούμενοι.

0

Μη εφικτή η ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών σε Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία. Υπάρχει όμως ένα στοιχείο που πολλοί οφειλέτες, οι οποίοι σπεύδουν να ενταχθούν στη νέα ρύθμιση δεν λαμβάνουν υπόψη τους και θα το βρουν αντιμέτωποι κατά τη διάρκεια της ρύθμισης.

Ο λόγος λοιπόν, γιατί δεν μπορεί να ευδοκιμήσει στην πλειονότητα των οφειλετών η νέα ρύθμιση, αποτελεί η προϋπόθεση ο οφειλέτης να είναι καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερος. Δηλαδή, μέχρι να εξοφλήσει και την τελευταία δόση της ρύθμισης, πρέπει να εξοφλεί στο ακέραιο κάθε νέα οφειλή του προς δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία, πριν αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη. Αυτό βέβαια γίνεται ακόμη πιο δύσκολο στις περιπτώσεις των πολλών δόσεων.

Συνεπώς, έστω και σε μία στιγμή αδυναμίας εξόφλησης κάποιας οφειλής του, ο οφειλέτης καθίσταται ληξιπρόθεσμος στη νέα του οφειλή, και παράλληλα χάνει τη ρύθμιση του νόμου 4305/2014. Αυτό βέβαια έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται αυτόματα απαιτητό, όλο το ποσό οφειλής τη ρύθμισης, με δυσάρεστες συνέπειες που θα επιφέρουν κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και απώλεια κατοικίας.

0

Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων και βεβαιωμένων οφειλών, έως την 1η Οκτωβρίου 2014

Όλοι οι μικρομεσαίοι οφειλέτες του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων, ακόμη κι αυτοί που έχουν ήδη υπαχθεί σε παλαιότερες ρυθμίσεις των 12, των 24 ή των 48 μηνιαίων δόσεων, έχουν τη δυνατότητα να εξοφλήσουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους έως και σε 72 ή 100 μηνιαίες δόσεις, με τις νέες ρυθμίσεις τμηματικής καταβολής οφειλών που κατέθεσαν στη Βουλή οι συναρμόδιοι υπουργοί Οικονομικών και Εργασίας. Προϋπόθεση, όμως, είναι τη στιγμή υποβολής της αίτησης οι παλαιότερες ρυθμίσεις να είναι σε ισχύ.

Σύμφωνα με τα όσα ορίζουν οι νέες ρυθμίσεις, τα χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία που δεν υπερβαίνουν το 1.000.000 ευρώ και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μέχρι και την 1η Οκτωβρίου 2014, έστω κι αν έχουν ήδη υπαχθεί σε παλαιότερες ρυθμίσεις, θα μπορούν πλέον να εξοφλούνται έως και σε 100 μηνιαίες δόσεις, εφόσον δεν υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ, ή μέχρι 72 μηνιαίες δόσεις εφόσον υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ.

Οι οφειλέτες  μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις για την υπαγωγή στις νέες ρυθμίσεις έως και το τέλος Μαρτίου 2015. Βασική προϋπόθεση υπαγωγής είναι η μη ύπαρξη άλλων ληξιπρόθεσμων οφειλών μετά την 1η Οκτωβρίου 2014. Θα πρέπει δηλαδή να μην αφεθεί απλήρωτο κανένο νέο χρέος. Επίσης προϋπόθεση για την υπαγωγή στις ρυθμίσεις αποτελεί η υποβολή όλων των προβλεπόμενων από τον νόμο φορολογικών δηλώσεων. Το πότε ακριβώς θα ξεκινήσει η υποβολή των αιτήσεων δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί, αλλά το πιθανότερο είναι η διαδικασία αυτή να ξεκινήσει το Νοέμβριο.

Δηλαδή τα χρέη που υπήρχαν μέχρι την 1η Οκτωβρίου μπορούν να ρυθμιστούν, αλλά οι νεώτερες υποχρεώσεις θα πρέπει να εξοφλούνται, γεγονός που δημιουργεί προβληματισμό. Η δόση του ΕΝΦΙΑ για τον Οκτώβριο π.χ. θα πρέπει να πληρωθεί γιατί δεν μπορεί να ενταχθεί στη ρύθμιση, ενώ η απλήρωτη δόση του Σεπτεμβρίου μπορεί να ρυθμιστεί. Όμως εάν κάποιος δεν έχει πληρώσει τη δόση του Σεπτεμβρίου στο παράδειγμα αυτό δεν μπορεί να πληρώσει τη δόση του Οκτωβρίου, αφού το ποσό που θα βάλει θα καλύψει την προηγούμενη οφειλή του Σεπτεμβρίου.

Οι νέες ρυθμίσεις προβλέπουν σημαντικά ευεργετήματα όπως η μείωση όλων των προσαυξήσεων, των τόκων και των προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής κατά ποσοστά από 20% έως και 90% για όσους επιλέξουν την εξόφληση των οφειλών τους σε μηνιαίες δόσεις ή η πλήρης διαγραφή όλων των προσαυξήσεων, των τόκων και των προστίμων για όσους αποφασίσουν να πληρώσουν τα χρέη τους εφάπαξ. Επιπλέον, οι ρυθμιζόμενες οφειλές θα επιβαρύνονται με επιτόκιο μειωμένο από το 8,79% στο 4,56%. Το ποσό της κάθε μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο των 50 ευρώ.

Στις νέες ευνοϊκές ρυθμίσεις μπορούν να υπαχθούν και όσοι οφειλέτες έχουν ήδη ενταχθεί σε προηγούμενες ρυθμίσεις, όπως η ρύθμιση της «νέας αρχής», που προβλέπει έως και 48 μηνιαίες δόσεις για τα χρέη που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα μέχρι τις 31-12-2012, ή η «πάγια ρύθμιση», η οποία προβλέπει την εξόφληση των οφειλών έως και σε 12 ή 24 μηνιαίες δόσεις. Προϋπόθεση είναι να παραμείνουν συνεπείς στην καταβολή των δόσεων των ρυθμίσεών τους μέχρι και την ημερομηνία που θα υποβάλουν τις αιτήσεις για την υπαγωγή στις νέες ρυθμίσεις.

Εφόσον, δηλαδή, κάποιος έχει ήδη ρύθμιση για τις οφειλές του και την χάσει μέχρι να κάνει την αίτηση, δεν θα μπορεί να ενταχθεί στις 72-100 δόσεις.

Ειδικά για όσους είναι ενταγμένοι στη ρύθμιση της «νέας αρχής» (48 δόσεις), προβλέπονται ισχυρά κίνητρα παραμονής ώστε να αποτραπεί η μετάβασή τους στις νέες ρυθμίσεις. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» και τηρούν τους όρους της, υπόκεινται αναδρομικά από την 1η-1-2013, σε  επιτόκιο ύψους 4,56% και δικαιούνται, αναδρομικά από την ένταξή τους στη ρύθμιση, των εκπτώσεων 20%-100% επί των προσαυξήσεων,  τόκων  και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής που προβλέπουν οι νέες ρυθμίσεις.
Πάντως, όσοι από αυτούς που θα ενταχθούν στις νέες ρυθμίσεις δημιουργήσουν νέα ληξιπρόθεσμα χρέη καθώς και όσοι δεν πληρώσουν 2 δόσεις μέσα στο έτος ή καθυστερήσουν 1 δόση για πάνω από δύο μήνες, θα τίθενται εκτός των νέων ρυθμίσεων.
Για όσους ενταχθούν στις νέες ρυθμίσεις, αναστέλλονται οι κατασχέσεις και οι πλειστηριασμοί κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων που τυχόν τούς έχουν επιβληθεί. Ωστόσο οι κατασχέσεις απαιτήσεών τους εις χείρας τρίτων, δηλαδή οι κατασχέσεις μισθών, συντάξεων, κοινωνικών επιδομάτων, ενοικίων και καταθέσεων, θα εξακολουθούν να επιβάλλονται έως ότου εξοφλήσουν το 50% των ρυθμιζόμενων οφειλών τους. Επίσης οι φορολογικές αρχές θα μπορούν συμψηφίζουν απαιτήσεις από το Δημόσιο που έχουν οι οφειλέτες που θα έχουν υπαχθεί στις νέες ρυθμίσεις με τα ανεξόφλητα υπόλοιπα των οφειλών τους προς το Δημόσιο, μέχρι να καλυφθεί το 1/7 των υπολοίπων αυτών.

Αναλυτικά τι προβλέπει η τροπολογία:

Άρθρο 1o
Ρύθμιση φορολογικών οφειλών
1. Για οφειλέτες με βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, έως την 1η Οκτωβρίου  2014, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (εφεξής Κ.Φ.Δ.) και τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (εφεξής (Κ.Ε.Δ.Ε.), δύναται να διενεργείται  ρύθμιση τμηματικής καταβολής, με απαλλαγή κατά ποσοστό από τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία, ως ακολούθως:

Η έκπτωση στις προσαυξήσεις

α) Εφάπαξ, με απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%)
β) Έως δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό  (90%)  γ) Έως είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις,  δ) Έως τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%)  ε) Έως σαράντα οκτώ (48) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%)  στ) Έως εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) ζ) Έως εβδομήντα δύο (72) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) η) Έως εκατό (100) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%)

2. Στη ρύθμιση της προηγούμενης παραγράφου δύνανται να υπαχθούν  κύριες ληξιπρόθεσμες οφειλές φυσικών ή νομικών προσώπων ή νομικών οντοτήτων  έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, κατόπιν αίτησης  ,  η οποία υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση μέχρι  την τελευταία εργάσιμη ημέρα του  Μαρτίου  2015. Οι οφειλέτες του προηγούμενου εδαφίου προκειμένου να υπάγονταιστις διατάξεις του παρόντος άρθρου ,  πρέπει  να έχουν υποβάλλει τις προβλεπόμενες από το  νόμο φορολογικές δηλώσεις καθώς και να είναι φορολογικά ενήμεροι καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.

3.   Εξαιρετικά, για την υπαγωγή στη περίπτωση η’ της παραγράφου 1, το ποσό της ρυθμιζόμενης οφειλής  δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.

4. Μετά  την υπαγωγή, και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράμματος τμηματικής καταβολής, δεν υπολογίζονται τα  πρόστιμα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε.

Το επιτόκιο

5. Οι οφειλές που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος άρθρου, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων,προσαυξήσεων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, από την υπαγωγή σε ρύθμιση,  επιβαρύνονται με τόκο  που ανέρχεται σε τέσσερις και πενήντα έξι εκατοστιαίες μονάδες (4,56%) ετησίως.

6. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πενήντα (50) ευρώ.

Ποιες οφειλές υπάγονται

7. Στη ρύθμιση υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων έως την 1η Οκτωβρίου 2014  οφειλών που δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής. Επίσης, δύνανται να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη  και βεβαιωμένες έως και την 1η Οκτωβρίου  2014 οφειλές που κατά την ημερομηνία της αίτησης:
α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου ή
β) δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή
γ) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.

Όσοι έχουν παλαιές ρυθμίσεις

8.Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου Α.1 της παραγράφου Α του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ Α’ 107) και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, υπόκεινται  αναδρομικά, από 1-1-2013, σε  επιτόκιο  ύψους 4,56% και τυγχάνουν των εκπτώσεων επί των προσαυξήσεων ,  τόκων  και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής του παρόντος, δικαιούμενοι να επιλέξουν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση.

Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου Α.1 της παραγράφου Α του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ Α’ 107) και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, δικαιούνται να διατηρήσουν τη  ρύθμιση της υποπαραγράφου Α.1 της παραγράφου Α του ν. 4152/2013 (ΦΕΚ Α’ 107) και πέραν των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο έχουν ως πρόσθετο  ευεργέτημα τη μείωση κατά ποσοστό 20% των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής αναδρομικά από την ημερομηνία ένταξής τους στη ρύθμιση.

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων  Εσόδων , η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου

9. Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και αφορά και  τις οφειλές για τις οποίες αυτός ευθύνεται αλληλεγγύως. Πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως  για την καταβολή μέρους της οφειλής δικαιούνται να ρυθμίσουν το εν λόγω  μέρος.

10. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ  τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών , τυγχάνει  απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται με την εξόφληση, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Μη εμπρόθεσμη καταβολή

11. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης, έχει ως συνέπειες :

α)απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, β) υποχρέωση άμεσης καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης, συνυπολογιζομένων των προσαυξήσεων,  τόκων και προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής, τα οποία αναβιώνουν, και γ)  άμεση επιδίωξη της είσπραξής της  με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα.

Οι συνέπειες  του προηγούμενου εδαφίου δεν επέρχονται εάν ο οφειλέτης, μετά την πάροδο εξαμήνου από την ένταξη σε ρύθμιση και την πλήρωση των όρων αυτής :

α) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μέχρι δύο (2) δόσεις ανά έτος προγράμματος ρύθμισης, ή

β) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης ανά έτος προγράμματος ρύθμισης για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) μήνες .

Για τις ως άνω περιπτώσεις α’ και β’ , η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση δύο τοις εκατό (2%).

Επανένταξη στη ρύθμιση

12. Σε  περιπτώσεις απώλειας της ρύθμισης για λόγους ανωτέρας βίας, ο οφειλέτης δύναται εντός δύο (2) μηνών από την απώλεια αυτής να υποβάλει άπαξ αίτηση επανένταξής του στη ρύθμιση με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και για τον εναπομείναντα αριθμό δόσεων αυτής. Το αίτημα επανένταξης υποβάλλεται εγγράφως και περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ανωτέρα βία. Η Φορολογική Διοίκηση αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών από την αίτηση. Εάν η Φορολογική Διοίκηση δεν αποφανθεί εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, το αίτημα θεωρείται, ότι έχει απορριφθεί.

Φορολογική ενημερότητα

13. Η υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήματα:
α) χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας και βεβαίωση οφειλής  από τη Φορολογική Διοίκηση, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει,
β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ Α’ 43) ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεση της, διακόπτεται. Αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος  κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του ΠΚ,
γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης.Οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται μετά από αίτηση του οφειλέτη, αφού εξοφληθεί το 50% της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής.  Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτημα περιορισμού κατασχέσεων εις χείρας τρίτων , σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 30 του ν.δ. 356/1974 – Κ.Ε.Δ.Ε. όπως εκάστοτε ισχύει.
δ) αναστέλλεται η εκτέλεση του μέτρου του άρθρου 7 του ν. 2120/1993 (Α` 24), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2523/1997 (Α` 179).

Συμψηφισμοί

14. Η Φορολογική Διοίκηση προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι την κάλυψη του ποσού που αντιστοιχεί στο 1/7 των εναπομεινασών δόσεων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του ν.δ. 356/74 (Κ.Ε.Δ.Ε.)  και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε .

15. Η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε:

α) να εγγράφει υποθήκη σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

β) να μην χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού, στα πρόσωπα της περίπτωσης α’, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

γ) να παρακρατεί μέρος της χρηματικής απαίτησης του οφειλέτη κατά τρίτων προσώπων για την είσπραξη της οποίας ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας και μέχρι την κάλυψη του 1/7  της υπολειπόμενης ρυθμισμένης οφειλής.

16. Τα ποσά που εισπράττονται από παρακράτηση λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας ή κατόπιν αυτεπάγγελτου συμψηφισμού, καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά. Ομοίως, τα αποδιδόμενα ποσά από πράξεις εκτέλεσης, λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

17. Η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα έτος από τη λήξη του έτους της τελευταίας δόσης αυτής.

18. Αρμόδιος για τη χορήγηση της ρύθμισης του παρόντος άρθρου είναι ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, ο οποίος δύναται με απόφασή του να μεταβιβάζει  την αρμοδιότητα αυτή σε άλλα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.

19. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζονται: α) η διαδικασία υπαγωγής στις ανωτέρω διατάξεις και μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων , β) η ημερομηνία και ο τρόπος  καταβολής των δόσεων και γ) κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου .

20. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος δεν επιτρέπεται η χορήγηση ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις της υποπαραγράφου Α1 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α’ 107), για τους οφειλέτες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής  του παρόντος άρθρου.

Οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία

Άρθρο 4ο
Διατάξεις αρμοδιότητος Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας-Ρύθμιση οφειλών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης

1. Στους οφειλέτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην ΝΑΤ, μέχρι την 30-9-2014, δύναται να χορηγείται ρύθμιση ως ακολούθως:

α) Εφάπαξ εξόφληση της οφειλής με ποσοστό έκπτωσης 100% επί των νομίμων προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων
β) Εξόφληση μέχρι δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 90%
γ) Εξόφληση μέχρι είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις,  με ποσοστό έκπτωσης 80%
δ) Εξόφληση μέχρι τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες δόσεις,  με ποσοστό έκπτωσης 70%
ε) Εξόφληση μέχρι σαράντα οκτώ (48) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 60%
στ) Εξόφληση μέχρι εξήντα (60) ισόποσες μηνιαίες δόσεις,  με ποσοστό έκπτωσης 50%
ζ)  Εξόφληση μέχρι εβδομήντα δύο (72)  ισόποσες μηνιαίες δόσεις,  με ποσοστό έκπτωσης 30%
η) Εξόφληση μέχρι εκατό (100) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 20%

Η κύρια οφειλή βαρύνεται από 1-1-2013 με ετήσιο επιτόκιο 4,56%.

2. Εξαιρετικά, για την υπαγωγή στη περίπτωση η) της παραγράφου 1, το ποσό της κύριας ρυθμιζόμενης οφειλής φυσικών και νομικών προσώπων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.

3. Στη ρύθμιση δύναται να υπαχθεί ποσό κύριας ληξιπρόθεσμης οφειλής έως 1.000.000 ευρώ.

4. Η αίτηση του οφειλέτη για την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος άρθρου των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχουν δημιουργηθεί έως την 30-9-2014 κατατίθεται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του  Μαρτίου του 2015.

5. Στην παρούσα ρύθμιση δύνανται να υπαχθούν κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και οι έως την 30-9-2014 οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην ΝΑΤ, οι οποίες τελούν σε αναστολή διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου.

6. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πενήντα (50) ευρώ.

7. Αρμόδια όργανα για την έκδοση απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση είναι:

α) Για το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.: Οι διευθυντές των οικείων περιφερειακών ή τοπικών υποκαταστημάτων ή οι διευθυντές των οικείων ταμείων προκειμένου για περιφερειακά ή τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ και το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών οφειλών (ΚΕΑΟ).

β) Για τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς: Ο αρμόδιος διευθυντής του οικείου φορέα ή οι διευθυντές ή προϊστάμενοι των περιφερειακών ή λοιπών τοπικών μονάδων.

γ) Οποιαδήποτε άλλη οργανική μονάδα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή άλλων φορέων κοινωνικής ασφάλισης καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

8. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση δύναται να υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες ή ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.

9. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είναι η υποβολή των αναλυτικών περιοδικών δηλώσεων όπου προβλέπεται, καθώς και η καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών από 1-10-2014 και εφεξής.

10. Οι πληρωμές διενεργούνται με τη διαδικασία αυτόματης χρέωσης τραπεζικού λογαριασμού. Για την καταβολή των δόσεων δεν απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη.

11. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής:

α) Χορηγείται στους υπόχρεους μηνιαίο πιστοποιητικό οφειλών, στο οποίο πιστοποιείται και το υπολειπόμενο ποσό οφειλής και το οποίο επέχει θέση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας.
Για τις επιχειρήσεις του εδαφίου ε΄ της παραγράφου 5  του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει, που θα υπαχθούν σε καθεστώς ρύθμισης με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι συνεπείς με τους όρους αυτών, θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής, για την είσπραξη λογαριασμών δημοσίου έργου, χωρίς παρακράτηση, εφόσον το έργο για το οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό δεν οφείλει τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής του έργου θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής με παρακράτηση, τη συνολική οφειλή του έργου.

β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136), όπως ισχύουν και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του ΠΚ.

γ) Αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

δ) Αναστέλλεται η παραγραφή των οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν.2556/1997  (Α’ 270).

12. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, ή η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών, έχει ως συνέπειες:

α) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,

β) την κατάσταση ως απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής και των προηγούμενων προσαυξήσεων και τόκων,

γ) την επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα.

Οι συνέπειες του προηγούμενου εδαφίου δεν επέρχονται εάν ο οφειλέτης, μετά την πάροδο εξαμήνου από την ένταξη σε ρύθμιση και την πλήρωση των όρων αυτής:

α) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μέχρι δύο (2) δόσεις ανά έτος προγράμματος ρύθμισης, ή

β) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μια δόση της ρύθμισης ανά έτος προγράμματος ρύθμισης για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) μηνών.

Για τις ως άνω περιπτώσεις α) και β) η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση δύο τοις εκατό (2%).

13. Κατ’ εξαίρεση σε περιπτώσεις απώλειας της ρύθμισης για λόγους ανωτέρας βίας ο οφειλέτης δύναται εντός δυο (2) μηνών από την απώλεια αυτής να υποβάλει άπαξ αίτηση επανένταξής του στη ρύθμιση με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και για τον εναπομείναντα αριθμό δόσεων αυτής. Το αίτημα επανένταξης υποβάλλεται εγγράφως και περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ανωτέρα βία. Η αρμόδια υπηρεσία αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών από την αίτηση. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.

14. Για τους οφειλέτες που υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και για χρονικό διάστημα δέκα ημερών:

α. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136), όπως ισχύει σήμερα.

β. Αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον, άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται.

15. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιαδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται με την εξόφληση σύμφωνα με την παρ. 1.

16. Ο συμψηφισμός σύμφωνα με την περ. 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου Ν. 4254/2014 (Α 85) χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου που προέρχονται από επιστροφές φόρου προστιθέμενης αξίας και φόρου εισοδήματος με οφειλές στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, χωρεί και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση
τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε, μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί έως το 1/7 των εναπομεινασών δόσεων.

17. Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ΄ του ν.4152/2013 (Α΄107) και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, υπόκεινται αναδρομικά, από 1-1-2013, σε επιτόκιο ύψους 4,56% και τυγχάνουν των εκπτώσεων επί των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων του παρόντος, δικαιούμενοι να επιλέξουν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση. Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ΄ του ν.4152/2013 (Α΄107) και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, δικαιούνται να διατηρήσουν τη ρύθμιση της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ΄ του ν.4152/2013 ( Α΄107) και πέραν των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο έχουν ως πρόσθετο ευεργέτημα τη μείωση κατά ποσοστό 20% των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων αναδρομικά από την ημερομηνία ένταξής τους στη ρύθμιση.
Με απόφαση του υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παραγράφου 17 του παρόντος άρθρου.

18. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

19. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος δεν επιτρέπεται η χορήγηση ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής κατά τις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ του ν. 4152/2013 (Α’ 107), για τους οφειλέτες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

[gview file=»http://armoutsis.com/wp-content/uploads/9060664.pdf» save=»0″ cache=»0″]
πηγή: money-money.gr/
0

Αντισυνταγματική η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών από το Δημόσιο

Με απόφαση της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απεφάνθη ότι το μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου

Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005. Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου».

Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου.

Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεωςτης δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα,η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

 

ΣτΕ  3316/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Νικ. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Κ. Μαρίνου, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι.

Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008.

Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτηση: του .. του .., κατοίκου … των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους : α. Αριστέα Ράγια (Α.Μ. 255 Δ.Σ. Καρδίτσας) και β. Ανδρέα Τσουρουφλή (Α.Μ. 18061), που τους διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Ψυχογιό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. Στη δίκη παρεμβαίνει η … του …, κάτοικος Αθηνών (… ..), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Μιχάλη Παλάρα (Α.Μ. 25822), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1032/2013 αποφάσεως του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διευθύνσεως Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.). Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέσει εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο, Κ. Πισπιρίγκο. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους του αιτούντος οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 3091384 – 6/2011 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), με την οποία αποφασίσθηκε η δέσμευση πάσης φύσεως τραπεζικών λογαριασμών, τραπεζικών προϊόντων, στοιχείων και θυρίδων του αιτούντος. 3. Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 18.9.2012 ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Δ΄ Τμήμα έκρινε, με την 1032/2013 απόφαση, ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, διότι ερείδεται επί της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Δεδομένου, όμως, ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως με τo ως άνω αιτιολογικό συνδέεται και με κρίση περί αντισυνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, το Δ΄ Τμήμα δεν απεφάνθη οριστικώς και με την ως άνω 1032/2013 απόφαση παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, προς επίλυση, το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής.

4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67), σε δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομελείας του Συμβουλίου Επικρατείας, της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ή της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση, πλην άλλων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφ’ όσον το ίδιο ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου Δικαιοσύνης, στην οποία είναι διάδικοι. Με την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση προβάλλονται ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά στα τιθέμενα ζητήματα συνταγματικότητας, η δε δικαστική απόφαση δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον παρεμβαίνοντα. Εν προκειμένω, παραδεκτώς άσκησε παρέμβαση, προβάλλοντας ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα περί αντιθέσεως της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 προς τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 του Συντάγματος και προς την αρχή της αναλογικότητας, η …., η οποία έχει ασκήσει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την Ε. 3733/2013 αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως που εκδόθηκε βάσει της ως άνω διατάξεως, ήτοι κατά της ΕΜΠ 8486/20.12.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών του Σ.Δ.Ο.Ε. που αφορά δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της.

5. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη», στο άρθρο 17 παρ.1 ότι «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 25 παρ.1 ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

Εξ άλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (E.Σ.Δ.Α. – ν.δ. 53/1974, Α΄ 256), ορίζονται τα ακόλουθα : «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».

6. Επειδή, με το άρθρο 30 του ν. 3296/2004 (Α΄253) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών συνιστάται νέα υπηρεσία με τον τίτλο “Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων” (ΥΠ.Ε.Ε.) υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την έναρξη λειτουργίας της οποίας παύει η λειτουργία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) … 2. Κύριο έργο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων είναι η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, ο έλεγχος της διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και της κατοχής και διακίνησης απαγορευμένων ή υπό ειδικό καθεστώς ειδών και ουσιών, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, καθώς επίσης και των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας. Ειδικότερα : α. Η έρευνα, ο εντοπισμός και η καταστολή οικονομικών παραβάσεων ιδιαίτερης βαρύτητας και σημασίας … β. Ο προληπτικός έλεγχος εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και ο προσωρινός φορολογικός έλεγχος … καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας γ. … 3. … 5.

Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων προβαίνει σε : α. Ελέγχους των μεταφορικών μέσων, καταστημάτων, αποθηκών και άλλων χώρων, όπου βρίσκονται αγαθά, … β. Έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων, ως και έρευνες σε άλλους χώρους που δεν αφορούν την επαγγελματική απασχόληση του ελεγχομένου, … γ. Συλλήψεις και ανακρίσεις προσώπων και έρευνες μεταφορικών μέσων, αγαθών, προσώπων, καταστημάτων, αποθηκών, οικιών και λοιπών χώρων, ως και στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, … δ. Κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων, αγαθών, μέσων μεταφοράς και άλλων στοιχείων, … ε. Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα. 6. … 7.

H οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών που συγκροτούν την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων, καθώς και τα θέματα λειτουργίας αυτών καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών … 10. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων λειτουργεί με βάση ειδικό κανονισμό λειτουργίας, που εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών». Κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 εξεδόθη το π.δ. 85/2005 «Οργάνωση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών» (Α΄ 122), στο άρθρο 2 του οποίου επαναλαμβάνονται τα ως άνω οριζόμενα στο νόμο σχετικά με την αποστολή και τις αρμοδιότητες της εν λόγω Υπηρεσίας. Τέλος, η Υπηρεσία αυτή ονομάσθηκε «Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος» (Σ.Δ.Ο.Ε.) με το άρθρο 88 παρ. 1 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58).

7. Επειδή, με διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 παρέχονται στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών [ήδη Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.)] ευρείες εξουσίες για την αποκάλυψη διαφόρων παραβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και σοβαρές παραβάσεις οικονομικής φύσεως, προκειμένου στη συνέχεια να επιλαμβάνονται τα αρμόδια όργανα και να επιβάλλουν τις κυρώσεις της οικείας νομοθεσίας ή να λαμβάνουν άλλα τυχόν προβλεπόμενα μέτρα, τα οποία ενδέχεται να μην είναι αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως. Μεταξύ των εξουσιών αυτών περιλαμβάνεται και εκείνη της επιβολής του μέτρου της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχομένων προσώπων, το οποίο αναφέρεται στη διάταξη της 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 και επαναλαμβάνεται, χωρίς να εξειδικεύεται, στην παρ. 2 εδ. ι΄ του άρθρου 2 του π.δ. 85/2005.

Το εν λόγω μέτρο έχει προληπτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κύρωση για παράβαση της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας. Δεδομένου δε ότι η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην προστασία γενικότερου δημοσίου συμφέροντος – κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα – και προβλέπεται έκδοση πράξεως διοικητικού οργάνου για την επιβολή του, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξεως αυτής γεννάται ακυρωτική διαφορά, υπαγομένη στην αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα των ελεγχομένων παραβάσεων και της φύσεως της νομοθεσίας που τις διέπει.

8. Επειδή, το κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 μέτρο της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου.

Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005. Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις τηςδεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου».

Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου.

 

Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεωςτης δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα,η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Κατά τη γνώμη, όμως, του Αντιπροέδρου Ν. Ρόζου και των Συμβούλων Μ. Βηλαρά, Γ. Τσιμέκα, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Δ. Μακρή, το επίδικο μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων που αποσκοπεί στην αποτελεσματική πάταξη της μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας και της συναφούς με αυτές εγκληματικότητας και, γενικότερα, στην προστασία της δημόσιας περιουσίας, ήτοι στην διασφάλιση υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγεται μεν σοβαρή, πράγματι, επέμβαση στα ως άνω συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά.

Η επέμβαση, όμως, αυτή δικαιολογείται εκ του ότι χωρίς την άμεση λήψη του εν λόγω μέτρου η υλοποίηση των ανωτέρω σκοπών θα κινδύνευε να ματαιωθεί. Και τούτο διότι, χωρίς τη λήψη του μέτρου, δεν θα διασφαλίζονταν στοιχεία αναγκαία προς έρευνα της πιθανής διάπραξης των ανωτέρω σοβαρότατων παραβάσεων ούτε θα διατηρούντοπεριουσιακά στοιχεία του ελεγχόμενου προσώπου ώστε να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του Δημοσίου, σε περίπτωση που διαπιστώνετο πράγματι, εκ των υστέρων, η εκ μέρους του τελέση των παραβάσεων αυτών.

Το μέτρο έχει, εξάλλου, από τη φύση του προσωρινό χαρακτήρα, όπως τούτο σαφώς συνάγεται εκ του ότι με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας υπηρεσίας ενημερώνεται, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών ο αρμόδιος εισαγγελέας ο οποίος, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, δύναται να προβεί στις αναγκαίες περαιτέρω ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της ολικής ή μερικής άρσης του μέτρου, ενώ και ο βαρυνόμενος με το μέτρο δύναται, εφόσον τίθεται σε κίνδυνο η κάλυψη των βιοτικών και άλλων επιτακτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, να απευθυνθεί στη αρμόδια φορολογική ή δικαστική αρχή και να ζητήσει, ενόψει των περιστάσεων, την μερική ή και, ενδεχομένως, ολική άρση ή αναστολή εκτελέσεως του εν λόγω μέτρου.

Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα γνώμη, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την οποία εισάγεται το εν λόγω μέτρο, δεν αντίκειται σε καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

9. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής : Ο αιτών διατηρεί ατομική επιχείρηση με έδρα την Κομοτηνή και αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και πώληση στην Ελλάδα βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών. Από διενεργηθέντα έλεγχο οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. προέκυψαν ενδείξεις για τέλεση, εκ μέρους του αιτούντος, των αδικημάτων της φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας μεγάλης εκτάσεως με χρήση υποτιμολογήσεων κατά την εισαγωγή και πώληση των εν λόγω γεωργικών μηχανημάτων. Κατόπιν αυτού, αποφασίσθηκε η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του αιτούντος, βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία κοινοποιήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ροδόπης. Με την Γ 11/ 148α΄ /4.7.2011 παραγγελία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ροδόπης ζητήθηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. να διεξαγάγει προκαταρκτική εξέταση για την υπόθεση, η οποία δεν έχει περαιωθεί [βλ. το 2852/29.5.2013 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. προς το Συμβούλιο της Επικρατείας].

10. Επειδή, σύμφωνα με εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη πράξη στερείται νομίμου ερείσματος, διότι εξεδόθη βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία είναι ανεφάρμοστη, διότι αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως και είναι, άλλωστε, εξεταστέος και αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, αλυσιτελούς καθισταμένης της εξετάσεως των λοιπών προβαλλομένων λόγων. Ομοίως, πρέπει να γίνει δεκτή και η ασκηθείσα παρέμβαση.

Διά ταύτα Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.). Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Δέχεται την παρέμβαση. Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τα ποσά: α)των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1.380) ως δικαστική δαπάνη του αιτούντος και β) των εξακοσίων σαράντα(640) ως δικαστική δαπάνη της παρεμβαίνουσας. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

Ο Πρόεδρος

Η Γραμματέας

0
Page 1 of 3 123