Τράπεζες – Δάνεια

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Οι τράπεζες οφείλουν να ενημερώνουν τους δανειολήπτες για τους κινδύνους που ενέχουν τα δάνεια σε ξένο νόμισμα

Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-186/16 Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ. κατά Banca Românească SAΌταν ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα χορηγεί δάνειο σε ξένο νόμισμα, πρέπει να παρέχει στον δανειολήπτη επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτός να είναι σε θέση να λάβει συνετή και εμπεριστατωμένη απόφαση. Επομένως, ο επαγγελματίας οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή κάθε πληροφορία που του είναι αναγκαία για να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Περισσότερα →

0

«Κόκκινα» επιχειρηματικά δάνεια – Διάσωση ή λουκέτο

Θερμό αναμένεται το φθινόπωρο για τα «κόκκινα» δάνεια χιλιάδων ελληνικών επιχειρήσεων, καθώς τους επόμενους μήνες θα κριθεί η βιωσιμότητα μέρους αυτών. Άλλες θα διασωθούν και θα συνεχίσουν να λειτουργούν διατηρώντας τις θέσεις εργασίας, άλλες θα αγοραστούν από ξένα funds σε χαμηλές τιμές κι άλλες θα βάλουν λουκέτο, καθώς δεν θα πληρούν τις προϋποθέσεις της βιωσιμότητας που θέτουν οι κανόνες.

Περισσότερα →

0

Τι ισχύει για κόκκινα δάνεια και πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας

Καμία επίσπευση των διαδικασιών για κατάσχεση ακινήτων δεν συνεπάγονται οι αλλαγές στον Κώδικα Δεοντολογίας για τα κόκκινα δάνεια, που εφάρμοσε η Τράπεζα της Ελλάδος.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.

Σε καμία περίπτωση η προθεσμία – διατήρηση στην πραγματικότητα – των 30 ημερών δεν συνεπάγεται επίσπευση αναγκαστικών μέτρων, καθώς ούτως ή άλλως το χρονικό διάστημα που θα απαιτείται για την ολοκλήρωση όλων των σταδίων του Κώδικα είναι περίπου 9 μήνες. Περισσότερα →

0

Η ρύθμιση για τις 100 δόσεις

Την Πέμπτη 12-03-2015 δημοσιεύθηκε προς διαβούλευση το σχέδιο νόμου για την υπαγωγή οφειλετών σε ρύθμιση χρεών τους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, έως 100 δόσεις.

Με το σχέδιο νόμου προτείνονται ρυθμίσεις για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση και ρυθμίσεις ασφαλιστικών θεμάτων για ζητήματα επείγοντος χαρακτήρα.

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου,

Επισημαίνεται ότι λόγω της επιδεινούμενης κρίσης στην οποία έχει περιέλθει η χώρα τα τελευταία χρόνια, της διαρκούς μείωσης μισθών, της έκρηξης της ανεργίας, της μείωσης των εισοδημάτων, της πραγματικής αδυναμίας των πολιτών και των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στο σύνολο των υποχρεώσεων τους και της συσσώρευσης ανείσπρακτων βεβαιωμένων οφειλών, προτείνεται το σχετικό σχέδιο νόμου για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Η ρύθμιση αυτή είναι μέρος μιας πολιτικής αναγκαίας και μη επιδεχόμενης αναβολής, η οποία στοχεύει στην προσπάθεια ανάκαμψης της χώρας και των πολιτών.

Με τις διατάξεις του δευτέρου κεφαλαίου προτείνεται η αντιμετώπιση των ασφαλιστικών οφειλών που έχουν σωρευτεί τα τελευταία έτη λόγω της οικονομικής κρίσης και των υφεσιακών πολιτικών και η σταδιακή αποπληρωμή αυτών από τους οφειλέτες γεγονός που αποτελεί προτεραιότητα για την ενίσχυση των εσόδων των ασφαλιστικών ταμείων με ταυτόχρονη μέριμνα για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των επιχειρήσεων κυρίως των μικρομεσαίων, τη συντήρηση των επαγγελματιών και των αυτοαπασχολούμενων αλλά και την ανάσχεση του υφεσιακού κλίματος της οικονομίας και την επανεκκίνησή της.

Β. Επί των άρθρων :

Κεφάλαιο πρώτο

Με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου δίνεται η δυνατότητα να ρυθμιστούν, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση. Συγκεκριμένα προβλέπονται απαλλαγές από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, που φτάνουν έως 100% κατά την εφάπαξ καταβολή, ενώ ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων τμηματικής καταβολής κυμαίνεται από 2 έως 100. Με την υπαγωγή στη ρύθμιση δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του ν. 4174/2013 και του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974.

Επισημαίνεται ότι βασικές συνολικές οφειλές μέχρι 5.000 ευρώ που υπάγονται σε πρόγραμμα της παρούσας ρύθμισης, από την υπαγωγή τους στη ρύθμιση δεν επιβαρύνονται πλέον με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, ενώ βασικές συνολικές οφειλές άνω των 5.000 ευρώ που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος άρθρου, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής από την υπαγωγή στη ρύθμισηεπιβαρύνονται με τόκο που ανέρχεται στο 3% ετησίως.

Σημειώνεται ότι η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση μόνο 0,25%.

Με τις διατάξεις του άρθρου 3 δύνανται, επίσης, εκτός του υποχρεωτικά υπαγόμενου συνόλου των ληξιπροθέσμων μη τακτοποιημένων κατά νόμιμο τρόπο οφειλών, να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, και ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές, που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση, και οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης:

α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου ή

β) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 4 προβλέπεται ότι κατ’ εξαίρεση, δύνανται να υπαχθούν στη ρύθμιση του άρθρου 1, οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής, και έως 26.5.2015, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας που οι οφειλές αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες. Εφόσον πρόκειται για υπαγόμενες υποθέσεις, που εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων, μαζί με την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκομίζεται και βεβαίωση από το αρμόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμα συζητηθεί, προκειμένου να βεβαιωθεί η οφειλή. Επίσης, στη ρύθμιση του άρθρου 1, δύνανται να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση και θα αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών περιόδων μέχρι και 31.12.2014.

Με τις διατάξεις του άρθρου 6 προβλέπεται ότι η αίτηση για την υπαγωγή σε πρόγραμμα της παρούσας ρύθμισης υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση μέχρι την 26η Μαΐου 2015 και μόνο σε περιπτώσεις που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης, ο προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δίνεται η δυνατότητα μέσα σε ένα (1) μήνα από το τέλος της ρύθμισης να παραταθεί η ανωτέρω ημερομηνία υπαγωγής των οφειλών στη ρύθμιση για χρονικό διάστημα μέχρι ένα (1) μήνα.

Με τις διατάξεις του άρθρου 8 προβλέπεται ότι η ρύθμιση απόλλυται στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης ή μετά την πάροδο του οκταμήνου δεν καταβάλει τρεις (3) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή των τριών τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους.

Με τις διατάξεις του άρθρου 9 προβλέπεται ότι σε περίπτωση εξόφλησης των εναπομεινασών δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών με οποιοδήποτε τρόπο και σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης, ο οφειλέτης τυγχάνει απαλλαγής επί των εναπομεινασών ποσών των προσαυξήσεων και των τόκων εκπρόθεσμης καταβολής σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται με την εξόφληση.

Με τις διατάξεις του άρθρου 10 προβλέπεται ότι ο οφειλέτης, που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης του άρθρου 1, δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης του ίδιου άρθρου με διαφορετικό αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή δικαιούται απαλλαγή από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για το εναπομείναν ποσό σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή ο συνολικός αριθμός μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό, υπολογιζόμενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράμματος ρύθμισης.

Με τις διατάξεις του άρθρου 11 προβλέπεται ότι μετά την υπαγωγή και τη συμμόρφωση στη ρύθμιση χορηγείται στον οφειλέτη αποδεικτικό ενημερότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει .

Επιπλέον, οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων αίρονται ύστερα από αίτηση του οφειλέτη εφόσον καταβληθεί ποσοστό είκοσι πέντε (25) τοις εκατό της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής. Με τη σχετική διάταξη ελαχιστοποιείται το απαιτούμενο ποσοστό καταβολής της αρχικής βασικής ρυθμιζόμενης οφειλής που ίσχυε σε προγενέστερες ρυθμίσεις από 100% ή 50% σε 25% λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της αναγκαιότητας να δοθεί δυνατότητα μεγαλύτερης ρευστότητας κυρίως στις επιχειρήσεις.

Σε κάθε περίπτωση για τους οφειλέτες που αδυνατούν να καταβάλλουν το ως άνω ελάχιστο απαιτούμενο ποσοστό καταβολής της αρχικής, βασικής, ρυθμιζόμενης οφειλή, υφίσταται ηδυνατότητα περιορισμού των κατασχέσεων εις χείρας τρίτων από την Φορολογική Διοίκηση, μετά από σχετικό αίτημα του φορολογούμενου σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε..

Με τις διατάξεις του άρθρου15 προβλέπεται ότι εφόσον καταβληθεί ως προκαταβολή ποσό βασικής οφειλής τουλάχιστον το δεκαπλάσιο της ελάχιστης δόσης της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος κεφαλαίου, έως και τις 27 Απριλίου 2015, χορηγείται στον οφειλέτη ισόποση απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής του προγράμματος ρύθμισης που θα επιλέξει. Το ανωτέρω πρέπει να δηλώνεται ως προκαταβολή από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήματος υπαγωγής και να καταβάλλεται εντός τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης. Οι δόσεις της ρύθμισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επομένων μηνών από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση. Η πληρωμή της προκαταβολής και των δόσεων ρύθμισης διενεργείται με τη χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής των δέκα πρώτων δόσεων της ρύθμισης, εφόσον οι δόσεις είναι περισσότερες από δέκα (10) ή όλων των υπολειπόμενων δόσεων εφόσον οι δόσεις είναι λιγότερες από δέκα (10), βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο σε βάρος του οφειλέτη ποσό ίσο με το ποσό απαλλαγής κατά το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Επί της κύρωσης του προηγουμένου εδαφίου δεν υπολογίζονται επιβαρύνσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά την κείμενη νομοθεσία.

Με τις διατάξεις του άρθρου 16 προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας ρύθμισης και δύνανται να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υπαγωγή σε αυτήν.

Με τις διατάξεις του άρθρου 18 προβλέπεται η κατάργηση της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του ν. 2859/2000 (Κώδικας ΦΠΑ), όπως προστέθηκαν με τις περ. 4 και 5 της υποπαραγράφου Α.6 της παρ. Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2003 (Α’ 107) αντιστοίχως και πλέον δύνανται να υπάγονται στη ρύθμιση όλες οι οφειλές που προέρχονται από ΦΠΑ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 19 προβλέπεται ότι τα πρόστιμα εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 57 του ν. 4174/2013 (Α’ 170) και του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 (Α’ 90) καταργούνται. Η κατάργηση των προστίμων της προηγούμενης παραγράφου καταλαμβάνει οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης από τη δημοσίευση του παρόντος. Επίσης με την προτεινόμενη διάταξη επιδιώκεται η αποφυγή της υπέρμετρης επιβάρυνσης του οφειλέτη με πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής πλέον του τόκου εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 53 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., κατά περίπτωση, η οποία οδηγεί αφενός σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και αφετέρου σε επιβάρυνση του χαρτοφυλακίου των ληξιπροθέσμων οφειλών με υπέρογκα πρόστιμα. Επιπλέον, η επιβολή στις εκπρόθεσμα καταβαλλόμενες οφειλές, αφενός του τόκου του άρθρου 51 και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., και αφετέρου του προστίμου του άρθρου 57 του ΚΦΔ (10%, 20%,30%), στο οποίο παραπέμπουν και οι διατάξεις του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε., αποτελεί κατ’ ουσία διπλή χρηματική κύρωση.

Με τις διατάξεις του άρθρου 20 προβλέπεται η τροποποίηση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Ν 1882/1990 και ειδικότερα:

-αυξάνεται το κατώτερο ποσό συνολικής ληξιπρόθεσμης οφειλής , συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων, προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων, άνω του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη των υπευθύνων για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του δημοσίου τομέα από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ σε πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.

– Ο προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης του ανωτέρω εγκλήματος αφήνεται στη γενική διάταξη του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα. Επομένως δεν αφήνονται περιθώρια για «διαρκές αυτόφωρο».

Με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 προβλέπονται ο ευνοϊκότερος τρόπος φορολόγησης του τεκμαρτού εισοδήματος που προκύπτει για φορολογούμενους χωρίς εισόδημα και η κατάργηση της ελάχιστης ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης σε περίπτωση απόκτησης εισοδήματος μόνο από τόκους και ακίνητα.

Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 22 προβλέπεται ότι ο χρόνος κατά τον οποίον εκπίπτει ή αποδίδεται ο φόρος που προκύπτει από τον διακανονισμό του δικαιώματος έκπτωσης που έχει διενεργηθεί σε μία διαχειριστή περίοδο. Ο διακανονισμός περιλαμβανόταν στην εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ, η οποία καταργήθηκε με το ν. 4281/2014 (ΦΕΚ Α 160/8-8-2014) χωρίς να υπάρχει έως σήμερα αντίστοιχη νομοθετική πρόβλεψη για τον ορισμό του χρόνου που προκύπτει η υποχρέωση αυτή. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 22 προβλέπεται ότι :

α) καταργείται η εξάμηνη φορολογική περίοδος και η δήλωση απόδοσης φόρου για τους υπόχρεους σε κατ’ αποκοπή καταβολή, ορίζεται ως έκτακτη.

Έτσι αποφεύγεται η ύπαρξη δύο διαφορετικών φορολογικών περιόδων για τον ίδιο υπόχρεο, δεδομένου ότι η οικονομική δραστηριότητα θεωρείται ενιαία.

β) καταργείται η ετήσια φορολογική περίοδος για υποβολή δήλωσης ΦΠΑ από τους αγρότες του κανονικού καθεστώτος οι οποίοι δεν ασκούν άλλη δραστηριότητα για την οποία υποχρεούνται στην τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων. Αντιμετωπίζεται έτσι η πολυπλοκότητα και η ασάφεια που δημιουργήθηκε αναφορικά με τις δηλωτικές υποχρεώσεις των συγκεκριμένων υπόχρεων, στις περιπτώσεις μεταβολής (προσθήκης ή αφαίρεσης δραστηριότητας) στην διάρκεια του έτους, καθώς και ως προς τον χαρακτηρισμό της “άλλης δραστηριότητας” σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 42 του ίδιου κώδικα. Επιπλέον, με την τροποποίηση υπάρχει ομοιόμορφη αντιμετώπιση ως προς την υποβολή αιτημάτων επιστροφής, σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση, όπως ισχύει για όλους τους υποκείμενους του κανονικού καθεστώτος, αίροντας την διαφοροποίηση που ισχύει σήμερα για τους συγκεκριμένους αγρότες οι οποίοι μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις τους μόνο άπαξ ετησίως.

Με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 προβλέπεται ότι δίνεται η δυνατότητα στους συγκεκριμένους αγρότες φυσικά πρόσωπα, να εκπληρώνουν τις δηλωτικές τους υποχρεώσεις σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 38 του Κώδικα ΦΠΑ, όπως αυτό αντικαθίσταται με τα προτεινόμενα στην Παράγραφο 2, για τις οποίες η σχετική προθεσμία υποβολής και καταβολής λήγει πριν τη δημοσίευση του νόμου με τον οποίο θεσπίζονται τα ανωτέρω. Τέλος ορίζεται η έναρξη ισχύος των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Με τις διατάξεις του άρθρου 23 προβλέπεται ότι παρατείνεται έως την 31-12-2015 η ισχύς του Πίνακα Κατάταξης των υποψηφίων του διαγωνισμού, για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, δοκίμων Δικαστικών Πληρεξουσίων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και αποτρέπεται μια νέα χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία, που θα σήμαινε η διενέργεια νέου διαγωνισμού, ενώ διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσληψης των 33 αδιόριστων επιτυχόντων, προκειμένου να καλυφθούν άμεσες υπηρεσιακές ανάγκες του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως υπαγορεύονται από τις αρχές της ισότητας, της αξιοκρατίας και της χρηστής διοίκησης.

Με τις διατάξεις του άρθρου 24 προβλέπεται ότι το «ΤΑΜΕΙΟ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ» θα συγκεντρώσει το σύνολο των ακινήτων του Δημοσίου και των δημοσίων επιχειρήσεων με σκοπό την καλύτερη οργάνωση και τον ενιαίο στρατηγικό σχεδιασμό της αξιοποίησής τους.

Με τις διατάξεις του άρθρου 25 επανέρχεται και μάλιστα αναδρομικά το καθεστώς που ίσχυε έως 31.12.2013 για τις εκθέσεις του ΣΔΟΕ, έτσι ώστε να μην αποτελούν μετά από μήνες ενδελεχούς ελέγχου, απλά δελτία πληροφοριών προς τις ΔΟΥ, αλλά να παράγουν άμεσα όλα τα έννομα αποτελέσματα που επιτρέπουν τον καταλογισμό φόρων και προστίμων. Αυτή η ρύθμιση θα διευκολύνει σημαντικά την επιτάχυνση περάτωσης των ελέγχων από τις ελεγκτικές αρχές, ώστε με στοχευμένους ελέγχους να διευκολυνθεί η ύπαρξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων στη σύλληψη της μεγάλης φοροδιαφυγής.

Κεφάλαιο δεύτερο

Με τις διατάξεις του άρθρου 26 προβλέπεται τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα καταβολής αυτών, σε όσους δεν παρεχόταν η δυνατότητα μέχρι σήμερα αλλά και ταυτόχρονα στην πρόβλεψη ευνοϊκότερων όρων αποπληρωμής των οφειλών αυτών προκειμένου αφενός να αποτραπεί το φαινόμενο της σταδιακής εξόδου των οφειλετών από τη ρύθμιση στην οποία θα υπαχθούν, αφετέρου να διατηρηθούν στην ενεργό οικονομία επιχειρήσεις και επαγγελματίες.

Ειδικότερα θεσπίζεται μεταβατικό πλαίσιο ρύθμισης οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του ΝΑΤ, για ασφαλιστικές οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες την 1η/2ου/2015. Πρόκειται για μια περιορισμένης χρονικής ισχύος ρύθμιση, καθώς η αίτηση υπαγωγής δύναται να υποβληθεί το αργότερο μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Απριλίου του έτους 2015, με στόχο την εκλογίκευση των πληρωμών δόσεων, την επανένταξη των οφειλετών στην ενεργό οικονομία και τη στήριξη της λειτουργίας των επιχειρήσεων κυρίως των μικρομεσαίων και των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοπασχολούμενων και κατ’ επέκταση τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.

Με το προτεινόμενο πλαίσιο ρύθμισης προβλέπονται ευνοϊκότεροι όροι αποπληρωμής των ασφαλιστικών οφειλών. Ειδικότερα προβλέπεται η δυνατότητα να ρυθμιστούν όλες οι οφειλές ανεξαρτήτου ύψους, είτε εφάπαξ, είτε έως 50 δόσεις, είτε έως 100 δόσεις, με αντιστρόφως ανάλογη έκπτωση επί των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων, η οποία έκπτωση άρχεται από ποσοστό 100% για εφάπαξ καταβολή, 70% έως 50 δόσεις, μέχρι ποσοστό 50% για την περίπτωση εξόφλησης σε 100 δόσεις. Το επιτόκιο αποπληρωμής των οφειλών, το οποίο επιβάλλεται για ποσόν οφειλής άνω των 5.000 ευρώ ανέρχεται σε 3% ετησίως, ενώ συγχωρείται η καθυστέρηση πληρωμής μιας δόσης μέχρι του ενός μηνός ανά 12μηνο πρόγραμμα ρύθμισης. Για ποσά οφειλής έως 5.000 ευρώ δεν επιβάλλεται ετήσια προσαύξηση, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους οι μικροεπαγγελματίες που εθίγησαν περισσότερο από την κρίση των τελευταίων ετών. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οφειλές έως 5.000 ευρώ έχει το 25% των ενεργών οφειλετών ασφαλισμένων στον ΟΑΕΕ (89.700 ασφαλισμένοι).

Η διαδικασία ένταξης στη ρύθμιση είναι ευέλικτη και απλή, άνευ γραφειοκρατικών αγκυλώσεων, καθιστώντας τη ρύθμιση προσβάσιμη στο σύνολο των οφειλετών.

Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι η πληρωμή των τρεχουσών εισφορών από την 1η/2ου/2015. Στην προτεινόμενη ρύθμιση δύναται επίσης να ενταχθούν οφειλέτες που έχουν ήδη υπαχθεί σε άλλες υφιστάμενες ρυθμίσεις.

Παράλληλα, με τη νέα διάταξη, λαμβάνεται μέριμνα για την προστασία οφειλετών, ασφαλισμένων φυσικών προσώπων, οι οποίοι αποδεδειγμένα είχαν μηδενικό εισόδημα κατά το έτος χρήσης 2014, ώστε να ανασταλούν τα εισπρακτικά μέτρα και οι διώξεις για περίοδο 12 μηνών ενώ παρέχεται η δυνατότητα να ενταχθούν στην παρούσα ρύθμιση με τους όρους αυτής, μεχρι την 31η/3ου/2016. Η διάταξη αυτή έχει ως στόχο την προστασία και οικονομική ανακούφιση των οφειλετών ασφαλισμένων που η τρέχουσα οικονομική κρίση και οι υφεσιακές πολιτικές, τους οδήγησαν σε πραγματική και αντικειμενική αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους και αποτελεί την αυτονόητη παρέμβαση της πολιτείας για την προστασία και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Τέλος προβλέπονται ακόμη ευνοϊκότεροι όροι για ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ του δημοσίου και των ΟΤΑ που επιδιώκουν κοινωφελείς και άλλους δημόσιους σκοπούς, Ενώσεις Γεωργικών Συνεταιρισμών κλπ με δυνατότητα αποπληρωμής έως 150 δόσεων με έκπτωση επί των προσαυξήσεων κατά 50% με την ασφαλιστική δικλείδα της απόφασης του ΔΣ του ΙΚΑ_ΕΤΑΜ.

Με τις διατάξεις του άρθρου 27 προβλέπεται η δυνατότητα επιλογής κατώτερης ασφαλιστικής κατηγορίας στον ΟΑΕΕ. Με την παρ.5 του άρθρου 32 του ν.4075/2012 δόθηκε η δυνατότητα στους ασφαλισμένους του ΟΑΕΕ να ζητήσουν την υπαγωγή τους στην αμέσως κατώτερη ή και στην δεύτερη κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία, προκειμένου να μειωθεί προσωρινά, μέχρι 31-12-2014 το ποσό των καταβλητέων ασφαλιστικών εισφορών τους και να επιτευχθεί η, κατά το δυνατόν οικονομική τους ανακούφιση. Η ανωτέρω δυνατότητα παρατάθηκε μέχρι 31-12-2016 με τις διατάξεις της παρ.7 του άρθρου 55 του ν. 4310/2014.

Επειδή στη δύσκολη οικονομική συγκυρία στην οποία βρίσκεται η χώρα μας, οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ δυσκολεύονται και σε πολλές περιπτώσεις αδυνατούν να ανταποκριθούν εγκαίρως και με συνέπεια στην καταβολή των εισφορών τους και με δεδομένο ότι η επιβίωση των επιχειρήσεών τους εξαρτάται άμεσα από τις επικρατούσες στην αγορά συνθήκες, τους δίνεται με την παρούσα διάταξη η δυνατότητα να ζητήσουν την υπαγωγή τους και στην τρίτη κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία του ΟΑΕΕ, και να παραμείνουν στην κατηγορία επιλογής τους μέχρι 31-12-2016, προκειμένου να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τον ασφαλιστικό τους Οργανισμό.

Με τις διατάξεις του άρθρου 28 προβλέπεται η κατάργηση ποινών για οφειλέτες ατομικής εισφοράς στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΑ. Ειδικότερα από τις διατάξεις του α.ν. 86/1967 προβλέπεται η επιβολή ποινών σε περίπτωση μη καταβολής και απόδοσης ασφαλιστικών εισφορών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση οι ως άνω επιβαλλόμενες ποινές παύουν να ισχύουν για τις περιπτώσεις ασφαλισμένων του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) και του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) μόνο για την ατομική τους ασφαλιστική εισφορά και εξακολουθούν να ισχύουν για οφειλές που προκύπτουν για την ασφάλιση εμμίσθων εργαζομένων, καθώς αυτή παρακρατείται από τον εργοδότη και ως εκ τούτου διατηρούνται οι από το νόμο προβλεπόμενες ποινές.

Με τις διατάξεις του άρθρου 29 προβλέπεται ότι με τις διατάξεις του άρθρου 115 του ν. 2238/1994- Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος – ΦΕΚ Α 151 θεσπίστηκε για πρώτη φορά η ευθύνη των εκπροσώπων των ΑΕ, ΕΠΕ καθώς και των λοιπών νομικών προσώπων με την ατομική τους περιουσία, για την πληρωμή οφειλών προς το Δημόσιο. Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997 ΦΕΚ Α 270, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου 69 του ν. 2676/1999 ΦΕΚ Α 1, προβλέφθηκε αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 και για τις οφειλόμενες στο Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ ασφαλιστικές εισφορές αρχικά κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσης των νομικών προσώπων και στη συνέχεια και κατά τη λειτουργία τους.

Με το ν. 4172/2013-ΦΕΚ Α 167, θεσπίστηκε νέος Κώδικας φορολογίας εισοδήματος, στον οποίο δεν περιλήφθηκε διάταξη αντίστοιχη με αυτήν του άρθρου 115 του ν. 2238/1994. Τα θέματα της ευθύνης των διοικούντων ρυθμίστηκαν μεταγενέστερα με το άρθρο 50 του ν. 4174/2013- ΦΕΚ Α 170 Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας στο οποίο, μεταξύ άλλων προβλέφθηκε η αλληλέγγυα ευθύνη προσώπων που συμμετέχουν στη διοίκηση νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, τόσο κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσης, όσο και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας και καθορίστηκαν οι ιδιότητες των ευθυνόμενων προσώπων. Η έννοια της νομικής οντότητας προσδιορίστηκε στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου.

Η διάταξη του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 παρέμενε τυπικά σε ισχύ μέχρι τη θέσπιση του άρθρου 26 παρ.11 Ν.4223/2013, ΦΕΚ Α 287/31.12.2013 με το οποίο έγινε η ρητή κατάργηση των διατάξεων του ν. 2238/1994 αναδρομικά από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013, δηλ από 23-7-2013, με συνέπεια από την ημερομηνία αυτή να μη μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997 που προέβλεπε αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 για τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Για να καλυφθεί το κενό που δημιουργήθηκε, αλλά και με σκοπό να εναρμονιστούν οι σχετικές ρυθμίσεις με τα ισχύοντα στη φορολογική διοίκηση, με την προτεινόμενη διάταξη, θεσπίζεται ρητά η αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες για την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς τους ΦΚΑ. Οι ιδιότητες των διοικούντων που ευθύνονται, καθώς και οι μορφές των νομικών προσώπων καθορίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Η διάταξη έχει εφαρμογή από την ημερομηνία κατάργησης του άρθρου 115 του ν.2238/1994, προκειμένου να μην υπάρξει διακοπή της ευθύνης κατά το ενδιάμεσο διάστημα.

Με τις διατάξεις του άρθρου 30 προβλέπεται η ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης. Κατά την παράγραφο 1 του 58 του ν.δ. 356/1974 – ΚΕΔΕ αν ασκηθεί ανακοπή κατά της κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να προβεί σε καταβολή προς δανειστή του οποίου η κατάταξη έχει προσβληθεί με ανακοπή προ της τελεσιδικίας του πίνακα κατάταξης.

Επειδή η διαδικασία αυτή επέφερε σημαντικές καθυστερήσεις στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ.3 του ν. 4141/2013 (ΦΕΚ 81 Α’), (με την οποία προστέθηκαν εδάφια στη θέση του καταργηθέντος δεύτερου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 58 του ν.δ. 356/1974 – ΚΕΔΕ) θεσμοθετήθηκε εξαίρεση για κάθε διαδικασία κατάταξης δανειστών στην οποία δικαιούχος των αμφισβητούμενων απαιτήσεων είναι το Δημόσιο.

Συγκεκριμένα προβλέφθηκε η άμεση καταβολή στο Δημόσιο του συνόλου των απαιτήσεών του που έχουν καταταγεί ως εισπρακτέες, ανεξάρτητα από τη δικαστική προσβολή της κατάταξης αυτών. Αν στη συνέχεια εκδοθεί επί της ανακοπής τελεσίδικη απόφαση που αποβάλει από τον πίνακα την εισπραχθείσα απαίτηση του Δημοσίου, αυτή επιστέφεται ατόκως στον υπάλληλο του πλειστηριασμού εντός δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης.

Ο νόμος αναφέρεται μόνο στις απαιτήσεις του Δημοσίου, με αποτέλεσμα να ερμηνεύεται στενά και να μην καταλαμβάνει τις απαιτήσεις των ασφαλιστικών οργανισμών από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές και λοιπές οφειλές, για την είσπραξη των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 356/1974- ΚΕΔΕ.

Όμως η καθυστέρηση στην είσπραξη των απαιτήσεων των ΦΚΑ των οποίων η κατάταξη έχει προσβληθεί με ανακοπή είναι εξίσου επιζήμια με την καθυστέρηση στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Η εισφοροδιαφυγή έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις και η ενδυνάμωση των διαδικασιών είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και γενικότερα των οφειλών προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης συνιστά κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Για τους λόγους αυτούς και προκειμένου να αποτραπεί περαιτέρω καθυστέρηση στο στάδιο της αναγκαστικής είσπραξης, της απόδοσης των οφειλομένων ποσών στους οργανισμούς και φορείς κοινωνικής ασφάλισης οι απαιτήσεις των οποίων εισπράττονται κατά τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974-ΚΕΔΕ, προτείνεται η αναλογική εφαρμογή στους τελευταίους των διατάξεων της παρ.3 του άρθρου 33 του ν. 4141/2013 (ΦΕΚ 81 Α’), όπως ισχύουν για το Δημόσιο.

Με τις διατάξεις του άρθρου 31 προβλέπεται ότι κατά τις διατάξεις της Φ.80000/οικ.25379/312/29.8.2013 απόφασης Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με την οποία καθορίζεται η διαδικασία είσπραξης και ηλεκτρονικής διαχείρισης των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών εντός του ΚΕΑΟ, στον οφειλέτη παρέχεται αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Ατομικής Ειδοποίησης, προκειμένου να εξοφλήσει ή να ρυθμίσει την οφειλή του.

Η Ατομική Ειδοποίηση αποστέλλεται είτε ηλεκτρονικά κατά τις διατάξεις του ν.3979/2011 είτε εγγράφως.

Η έγγραφη διαδικασία υλοποιείται με αποστολή συστημένης επιστολής ή με επίδοση από υπάλληλο του ΚΕΑΟ ή δικαστικό επιμελητή.

Επειδή από την ημερομηνία παραλαβής της ατομικής ειδοποίησης παράγονται έννομες συνέπειες σημαντικές για τον οφειλέτη, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί αφετηρία της εικοσαήμερης προθεσμίας, μετά την οποία μπορούν να ληφθούν αναγκαστικά μέτρα, είναι αναγκαίος ο σαφής προσδιορισμός της, στις περιπτώσεις αποστολής με συστημένη επιστολή.

Για το λόγο αυτό, με την προτεινόμενη διάταξη προσδιορίζεται με σαφήνεια η ημερομηνία κατά την οποία η ατομική ειδοποίηση θεωρείται κοινοποιηθείσα και καθορίζεται η διαδικασία επιστροφής στην υπηρεσία των ειδοποιήσεων που δεν παραδόθηκαν στον οφειλέτη ή τον εκπρόσωπό του, καθώς και της αναφοράς της αιτίας για τη μη παράδοση. Η προτεινόμενη διαδικασία είναι πλήρως εναρμονισμένη με τα ισχύοντα για τις επιδόσεις από τη φορολογική διοίκηση προς τους φορολογούμενους κατά το άρθρο 5 του ν. 4174/2013 (170 Α’), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Με τις διατάξεις του άρθρου 32 προβλέπεται η κατάργηση της διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 55 του Ν.4310/2014 (ΦΕΚ Α 258/ 8.12.2014). Με την διάταξη αυτή θεσπίστηκαν τα ακόλουθα:

Α) Επαναλαμβάνεται το ήδη ισχύον σύμφωνα με την παρ 2 του άρθρου 2 Α.Ν. 1846/1951 ότι οι μισθοί υπερημερίας υπόκεινται σε ασφαλιστικές εισφορές. Η ρύθμιση αυτή μπορεί να δημιουργήσει ερμηνευτικά ζητήματα δημιουργώντας την εντύπωση ότι εισάγει νέο δίκαιο και πρέπει να απαλειφθεί.

Β) Περιορίζεται η επιβολή εισφορών από το Ι.Κ.Α. μόνο στους επιδικασθέντες με τελεσίδικη δικαστική απόφαση μισθούς περιορίζοντας την δυνατότητα και υποχρέωση του Ι.Κ.Α. να επιβάλλει αυτεπάγγελτα εισφορές χρησιμοποιώντας κάθε διαθέσιμο στοιχείο που έχει στη διάθεση του των δικαστικών αποφάσεων συμπεριλαμβανόμενων και επιβάλλεται καθυστέρηση στην είσπραξη των εισφορών με κίνδυνο ματαίωσης της επιβολής και είσπραξης των εισφορών που αντιστοιχούν σε μισθούς υπερημερίας. Επί πλέον δημιουργεί ένα καινοφανές «οιονεί έμμεσο δεδικασμένο» εις βάρος του Ι.Κ.Α. από υποθέσεις στις οποίες δεν ήταν διάδικος το Ταμείο και μάλιστα εν όψει αποφάσεων που εκδίδονται από τα πολιτικά δικαστήρια τα οποία δεν είναι αρμόδια να κρίνουν διαφορές δημοσίου δικαίου και να δημιουργούν δεδικασμένο.

Γ) Θεσπίζεται ότι «λογίζονται» ως μισθοί υπερημερίας εκτός των τελεσίδικα επιδικασθέντων οι μισθοί που συμφωνήθηκαν με δικαστικό ή εξώδικο συμβιβασμό και μάλιστα ανακαλούνται ακόμα και Πράξεις Επιβολής Εισφορών που έχουν ήδη εκδοθεί και εκδίδονται νέες τροποποιημένες σύμφωνα με το περιεχόμενο του συμβιβασμού ή της απόφασης. Με την παραπάνω εξάρτηση του ύψους των οφειλομένων εισφορών από εξώδικες και δικαστικές ενέργειες ιδιωτών διαδίκων πλήττεται το ελάχιστο συνταγματικά κατοχυρωμένο θεσμικό περιεχόμενο της κοινωνικής ασφάλισης, αφού ενοχή δημοσίου δικαίου του Ι.Κ.Α κατά του εργοδότη ρυθμιζόμενη από διατάξεις δημοσίας τάξεως μετατρέπεται σε παρακολούθημα της βούλησης και των ενεργειών ιδιωτών λειτουργούντων στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου εννοώ καταστρατηγείται και η αρχή της υποχρεωτικής και αυτοδίκαιης υπαγωγής των μισθωτών στην ασφάλιση του Ιδρύματος. Επιπλέον δημιουργείται έδαφος για καταστρατηγήσεις με στόχο την εισφοροδιαφυγή και για συμπαιγνία εργαζόμενου και εργοδότη εις βάρος του ιδρύματος είτε με δικαστικές είτε με εξώδικες ενέργειες τους, ενώ επιβαρύνονται διοικητικά οι υπηρεσίες του Ιδρύματος με την υποχρέωση να κρίνουν το κύρος τυχόν εγγράφων συμβιβασμών, αρμοδιότητα που ανήκει στις υπηρεσίες επιβολής της εργασιακής νομοθεσίας και στα πολιτικά δικαστήρια. Για το λόγο αυτό η διάταξη καταργείται από τότε που ίσχυσε.

Το νομοσχέδιο έχει ως εξής:

[gview file=»http://armoutsis.com/wp-content/uploads/SXEDIO_NOMOU_NEW.pdf» ]
0

Ξεκίνησε την 01-01-2015 η εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών

Από 01 Ιανουαρίου 2015 είναι σε ισχύ ο Κώδικας Δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος για τη διαχείριση των μη καταγγελμένων δανείων από τις τράπεζες. Ο Κώδικας Δεοντολογίας θεσπίστηκε με το νόμο 4224/2013 και δημοσιεύθηκε στο υπ’ αρ. 2289 ΦΕΚ Β την 27 Αυγούστου 2014.
Σημειώνεται ότι αφορά μόνο οφειλές που παρουσιάζουν καθυστέρηση τόσο για τους ιδιώτες όσο και τους επιτηδευματίες, ενώ οφειλές που έχουν ήδη καταγγελθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα ΔΕΝ υπάγονται στον Κώδικα αυτό. Επίσης, σε περίπτωση που ο οφειλέτης χαρακτηριστεί ως «μη συνεργάσιμος» δεν μπορεί να υπαχθεί στη συγκεκριμένη ρύθμιση.
Μη συνεργάσιμος χαρακτηρίζεται ο οφειλέτης, ο οποίος μετά από επικοινωνία της τράπεζας ή άλλου εξουσιοδοτημένου οργάνου της, δεν αποδίδει τις πληροφορίες που αναζητούνται από το πιστωτικό ίδρυμα. Όποιος ενδιαφέρεται να μπει στον Κώδικα, πλέον οφείλει να προσκομίζει τις απαραίτητες πληροφορίες που του ζητούν οι τράπεζες. Εάν κάποιος χαρακτηριστεί «μη συνεργάσιμος», τότε η τράπεζα μπορεί να ξεκινήσει τις νόμιμες διαδικασίες, δηλαδή έκδοση διαταγής πληρωμής, πρόγραμμα πλειστηριασμού κλπ.
Πολλοί οφειλέτες θα λάβουν ειδοποιήσεις από την τράπεζά τους σχετικά με τον Κώδικα και θα πρέπει να ενεργήσουν άμεσα, καθώς αν περάσουν οι προθεσμίες απάντησης, θα κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν ως μη συνεργάσιμοι δανειολήπτες.

Διαδικασία Κώδικα Δεοντολογίας:
Στάδιο 1 – Επικοινωνία της τράπεζας με τον δανειολήπτη
Στάδιο 2 – Προσκόμιση δικαιολογητικών από τον δανειολήπτη
Στάδιο 3 – Αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων από την τράπεζα
Στάδιο 4 – Υποβολή προτάσεων για ρύθμιση οφειλών από την τράπεζα
Στάδιο 5 – Υποβολή ένστασης από τον δανειολήπτη

ΣΤΑΔΙΟ 1
kodikas-stadio1
Ο Δανειολήπτης προσκομίζει, μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της επιστολής:

  1. Την «Τυποποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης»
  2. Τα επιπλέον δικαιολογητικά που ζητάει η τράπεζα

Τα έγγραφα αυτά τα παραλαμβάνει ειδικό τμήμα/γραφείο της τράπεζας, για τα στοιχεία επικοινωνίας του οποίου θα πρέπει να έχει ενημερωθεί.

ΣΤΑΔΙΟ 3 & 4
Η τράπεζα αξιολογεί τις πληροφορίες και τα δικαιολογητικά του δανειολήπτη και προτείνει μια ή περισσότερες λύσεις.
Καταθέτει τις προτάσεις της μέσω ενός «Τυποποιημένου Εγγράφου Πρότασης» σε εύλογο χρονικό διάστημα αλλά όχι περισσότερο από 6 μήνες.
Αφού ο δανειολήπτης ενημερωθεί για τις προτάσεις τις τράπεζας, έχει προθεσμία 15 εργάσιμων ημερών, για να:

  1. Να αποδεχτεί την πρόταση
  2. Να αντιπροτείνει γραπτώς
  3. Να αρνηθεί την πρόταση γραπτώς

 

ΣΤΑΔΙΟ 5 – ΕΝΣΤΑΣΗ

  • Εάν ο δανειολήπτης δεν συμφωνεί με τις προτάσεις της τράπεζας, μπορεί να προσφύγει στην Επιτροπή Ενστάσεων της Τράπεζας.
  • Η τελευταία έχει 3 μήνες για να αποφασίσει εάν θα αποδεχτεί την ένσταση και παρέχει την απαραίτητη δικαιολόγηση.
  • Εάν γίνει αποδεκτή η ένσταση, η τράπεζα:

– Γνωστοποιεί τις διαρθρωτικές ενέργειες ή την αναθεωρημένη λύση.
– Παραπέμπει εκ νέου την περίπτωση στο Στάδιο 3 ή Στάδιο 4, ώστε οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας να επαναξιολογήσουν την υπόθεση και να κάνουν εκ νέου πρόταση.

  • Κάθε δανειολήπτης μπορεί να κάνει ένσταση μόνο μια φορά, οπότε δεν μπορεί να επανέλθει στην Επιτροπή Ενστάσεων εάν δεν συμφωνεί με την νέα πρόταση της τράπεζας.

ΑΠΟΤΥΧΙΑ/ΑΡΝΗΣΗ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥ

  • Ο δανειολήπτης μπορεί να επιλέξει είτε να μην ακολουθήσει τη διαδικασία του Κώδικα, είτε αφού την ακολουθήσει να μην συμφωνήσει με την πρόταση της τράπεζας.
  • Ο δανειολήπτης, μπορεί να προσπαθήσει να βρει λύση μέσω διαμεσολάβησης (Συνήγορος Καταναλωτή), ή με τη χρήση άλλων νομικών διατάξεων (π.χ. Ν.3869/10)

Εγγυητής
Εάν ολοκληρωθούν όλα τα στάδια μαζί με αυτό της ένστασης και δεν υπάρξει συμφωνία, τότε η τράπεζα έχει δικαίωμα να στραφεί εναντίον του εγγυητή και να εφαρμόσει τα αντίστοιχα στάδια. Αυτό στην περίπτωση που από τη σύμβαση προβλέπεται ότι ο εγγυητής υποκαθιστά τον δανειολήπτη στις υποχρεώσεις του.
πηγή: εκποιζώ

Δείτε το ΦΕΚ:
[gview file=»http://armoutsis.com/wp-content/uploads/ΚΩΔΙΚΑΣ-ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ-ΤΡΑΠΕΖΩΝ.pdf» save=»0″]

1

Αντισυνταγματική η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών από το Δημόσιο

Με απόφαση της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απεφάνθη ότι το μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου

Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005. Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου».

Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου.

Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεωςτης δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα,η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

 

ΣτΕ  3316/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Νικ. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Κ. Μαρίνου, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι.

Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008.

Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτηση: του .. του .., κατοίκου … των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους : α. Αριστέα Ράγια (Α.Μ. 255 Δ.Σ. Καρδίτσας) και β. Ανδρέα Τσουρουφλή (Α.Μ. 18061), που τους διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Ψυχογιό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. Στη δίκη παρεμβαίνει η … του …, κάτοικος Αθηνών (… ..), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Μιχάλη Παλάρα (Α.Μ. 25822), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1032/2013 αποφάσεως του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διευθύνσεως Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.). Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέσει εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο, Κ. Πισπιρίγκο. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους του αιτούντος οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 3091384 – 6/2011 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), με την οποία αποφασίσθηκε η δέσμευση πάσης φύσεως τραπεζικών λογαριασμών, τραπεζικών προϊόντων, στοιχείων και θυρίδων του αιτούντος. 3. Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 18.9.2012 ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Δ΄ Τμήμα έκρινε, με την 1032/2013 απόφαση, ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, διότι ερείδεται επί της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Δεδομένου, όμως, ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως με τo ως άνω αιτιολογικό συνδέεται και με κρίση περί αντισυνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, το Δ΄ Τμήμα δεν απεφάνθη οριστικώς και με την ως άνω 1032/2013 απόφαση παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, προς επίλυση, το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής.

4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67), σε δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομελείας του Συμβουλίου Επικρατείας, της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ή της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση, πλην άλλων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφ’ όσον το ίδιο ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου Δικαιοσύνης, στην οποία είναι διάδικοι. Με την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση προβάλλονται ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά στα τιθέμενα ζητήματα συνταγματικότητας, η δε δικαστική απόφαση δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον παρεμβαίνοντα. Εν προκειμένω, παραδεκτώς άσκησε παρέμβαση, προβάλλοντας ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα περί αντιθέσεως της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 προς τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 του Συντάγματος και προς την αρχή της αναλογικότητας, η …., η οποία έχει ασκήσει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την Ε. 3733/2013 αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως που εκδόθηκε βάσει της ως άνω διατάξεως, ήτοι κατά της ΕΜΠ 8486/20.12.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών του Σ.Δ.Ο.Ε. που αφορά δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της.

5. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη», στο άρθρο 17 παρ.1 ότι «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 25 παρ.1 ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

Εξ άλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (E.Σ.Δ.Α. – ν.δ. 53/1974, Α΄ 256), ορίζονται τα ακόλουθα : «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».

6. Επειδή, με το άρθρο 30 του ν. 3296/2004 (Α΄253) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών συνιστάται νέα υπηρεσία με τον τίτλο “Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων” (ΥΠ.Ε.Ε.) υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την έναρξη λειτουργίας της οποίας παύει η λειτουργία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) … 2. Κύριο έργο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων είναι η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, ο έλεγχος της διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και της κατοχής και διακίνησης απαγορευμένων ή υπό ειδικό καθεστώς ειδών και ουσιών, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, καθώς επίσης και των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας. Ειδικότερα : α. Η έρευνα, ο εντοπισμός και η καταστολή οικονομικών παραβάσεων ιδιαίτερης βαρύτητας και σημασίας … β. Ο προληπτικός έλεγχος εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και ο προσωρινός φορολογικός έλεγχος … καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας γ. … 3. … 5.

Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων προβαίνει σε : α. Ελέγχους των μεταφορικών μέσων, καταστημάτων, αποθηκών και άλλων χώρων, όπου βρίσκονται αγαθά, … β. Έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων, ως και έρευνες σε άλλους χώρους που δεν αφορούν την επαγγελματική απασχόληση του ελεγχομένου, … γ. Συλλήψεις και ανακρίσεις προσώπων και έρευνες μεταφορικών μέσων, αγαθών, προσώπων, καταστημάτων, αποθηκών, οικιών και λοιπών χώρων, ως και στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, … δ. Κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων, αγαθών, μέσων μεταφοράς και άλλων στοιχείων, … ε. Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα. 6. … 7.

H οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών που συγκροτούν την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων, καθώς και τα θέματα λειτουργίας αυτών καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών … 10. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων λειτουργεί με βάση ειδικό κανονισμό λειτουργίας, που εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών». Κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 εξεδόθη το π.δ. 85/2005 «Οργάνωση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών» (Α΄ 122), στο άρθρο 2 του οποίου επαναλαμβάνονται τα ως άνω οριζόμενα στο νόμο σχετικά με την αποστολή και τις αρμοδιότητες της εν λόγω Υπηρεσίας. Τέλος, η Υπηρεσία αυτή ονομάσθηκε «Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος» (Σ.Δ.Ο.Ε.) με το άρθρο 88 παρ. 1 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58).

7. Επειδή, με διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 παρέχονται στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών [ήδη Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.)] ευρείες εξουσίες για την αποκάλυψη διαφόρων παραβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και σοβαρές παραβάσεις οικονομικής φύσεως, προκειμένου στη συνέχεια να επιλαμβάνονται τα αρμόδια όργανα και να επιβάλλουν τις κυρώσεις της οικείας νομοθεσίας ή να λαμβάνουν άλλα τυχόν προβλεπόμενα μέτρα, τα οποία ενδέχεται να μην είναι αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως. Μεταξύ των εξουσιών αυτών περιλαμβάνεται και εκείνη της επιβολής του μέτρου της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχομένων προσώπων, το οποίο αναφέρεται στη διάταξη της 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 και επαναλαμβάνεται, χωρίς να εξειδικεύεται, στην παρ. 2 εδ. ι΄ του άρθρου 2 του π.δ. 85/2005.

Το εν λόγω μέτρο έχει προληπτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κύρωση για παράβαση της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας. Δεδομένου δε ότι η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην προστασία γενικότερου δημοσίου συμφέροντος – κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα – και προβλέπεται έκδοση πράξεως διοικητικού οργάνου για την επιβολή του, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξεως αυτής γεννάται ακυρωτική διαφορά, υπαγομένη στην αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα των ελεγχομένων παραβάσεων και της φύσεως της νομοθεσίας που τις διέπει.

8. Επειδή, το κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 μέτρο της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου.

Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005. Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις τηςδεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου».

Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου.

 

Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεωςτης δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα,η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Κατά τη γνώμη, όμως, του Αντιπροέδρου Ν. Ρόζου και των Συμβούλων Μ. Βηλαρά, Γ. Τσιμέκα, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Δ. Μακρή, το επίδικο μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων που αποσκοπεί στην αποτελεσματική πάταξη της μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας και της συναφούς με αυτές εγκληματικότητας και, γενικότερα, στην προστασία της δημόσιας περιουσίας, ήτοι στην διασφάλιση υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγεται μεν σοβαρή, πράγματι, επέμβαση στα ως άνω συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά.

Η επέμβαση, όμως, αυτή δικαιολογείται εκ του ότι χωρίς την άμεση λήψη του εν λόγω μέτρου η υλοποίηση των ανωτέρω σκοπών θα κινδύνευε να ματαιωθεί. Και τούτο διότι, χωρίς τη λήψη του μέτρου, δεν θα διασφαλίζονταν στοιχεία αναγκαία προς έρευνα της πιθανής διάπραξης των ανωτέρω σοβαρότατων παραβάσεων ούτε θα διατηρούντοπεριουσιακά στοιχεία του ελεγχόμενου προσώπου ώστε να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του Δημοσίου, σε περίπτωση που διαπιστώνετο πράγματι, εκ των υστέρων, η εκ μέρους του τελέση των παραβάσεων αυτών.

Το μέτρο έχει, εξάλλου, από τη φύση του προσωρινό χαρακτήρα, όπως τούτο σαφώς συνάγεται εκ του ότι με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας υπηρεσίας ενημερώνεται, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών ο αρμόδιος εισαγγελέας ο οποίος, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, δύναται να προβεί στις αναγκαίες περαιτέρω ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της ολικής ή μερικής άρσης του μέτρου, ενώ και ο βαρυνόμενος με το μέτρο δύναται, εφόσον τίθεται σε κίνδυνο η κάλυψη των βιοτικών και άλλων επιτακτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, να απευθυνθεί στη αρμόδια φορολογική ή δικαστική αρχή και να ζητήσει, ενόψει των περιστάσεων, την μερική ή και, ενδεχομένως, ολική άρση ή αναστολή εκτελέσεως του εν λόγω μέτρου.

Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα γνώμη, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την οποία εισάγεται το εν λόγω μέτρο, δεν αντίκειται σε καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

9. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής : Ο αιτών διατηρεί ατομική επιχείρηση με έδρα την Κομοτηνή και αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και πώληση στην Ελλάδα βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών. Από διενεργηθέντα έλεγχο οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. προέκυψαν ενδείξεις για τέλεση, εκ μέρους του αιτούντος, των αδικημάτων της φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας μεγάλης εκτάσεως με χρήση υποτιμολογήσεων κατά την εισαγωγή και πώληση των εν λόγω γεωργικών μηχανημάτων. Κατόπιν αυτού, αποφασίσθηκε η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του αιτούντος, βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία κοινοποιήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ροδόπης. Με την Γ 11/ 148α΄ /4.7.2011 παραγγελία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ροδόπης ζητήθηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. να διεξαγάγει προκαταρκτική εξέταση για την υπόθεση, η οποία δεν έχει περαιωθεί [βλ. το 2852/29.5.2013 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. προς το Συμβούλιο της Επικρατείας].

10. Επειδή, σύμφωνα με εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη πράξη στερείται νομίμου ερείσματος, διότι εξεδόθη βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία είναι ανεφάρμοστη, διότι αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως και είναι, άλλωστε, εξεταστέος και αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, αλυσιτελούς καθισταμένης της εξετάσεως των λοιπών προβαλλομένων λόγων. Ομοίως, πρέπει να γίνει δεκτή και η ασκηθείσα παρέμβαση.

Διά ταύτα Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.). Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Δέχεται την παρέμβαση. Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τα ποσά: α)των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1.380) ως δικαστική δαπάνη του αιτούντος και β) των εξακοσίων σαράντα(640) ως δικαστική δαπάνη της παρεμβαίνουσας. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

Ο Πρόεδρος

Η Γραμματέας

0

Ο νόμος για την αναστολή πλειστηριασμών για το έτος 2014

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4224/2013 (ΦΕΚ Α’ 288/31-12-2013)

Άρθρο 2 – Αναστολή Πλειστηριασμών

1.α. Από 1.1.2014 και μέχρι 31.12.2014 απαγορεύονται οι πλειστηριασμοί ακινήτων οφειλετών, που χρησιμεύουν ως κύρια κατοικία τους δηλωθείσα ως τέτοια στην τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματός τους, εφόσον η αντικειμενική αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της υποπαραγράφου 1β. Το παρόν άρθρο δεν καταλαμβάνει τις οφειλές που: α) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε β) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α΄ 151).

β. Στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας εμπίπτουν οι οφειλέτες που πληρούν τις ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις: βα) το ετήσιο δηλωθέν οικογενειακό τους εισόδημα, όπως διαμορφώνεται κατόπιν της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης, είναι μικρότερο ή ίσο των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000) ευρώ, ββ) η συνολική αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους είναι μικρότερη ή ίση των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων (270.000) ευρώ και εξ αυτής το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό την 20ή Νοεμβρίου 2013, δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ, εξαιρουμένων περιοδικών παροχών από συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά προγράμματα.

Ειδικά για: i) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω και iii) όσους βαρύνονται φορολογικά με άτομα με αναπηρία 67% και άνω, όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, τα παραπάνω όρια των σωρευτικών προϋποθέσεων προσαυξάνονται έκαστο κατά ποσοστό 10%.

2.α. Κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού οι οφειλέτες έχουν υποχρέωση υποβολής στον δανειστή με κάθε πρόσφορο μέσο υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α΄ 75), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67), στην οποία αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του οφειλέτη, λεπτομερή και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας, περιγραφή της πλήρωσης των παραπάνω προϋποθέσεων και λεπτομερής αναγραφή των κινήσεων λογαριασμού που ξεπερνούν το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης.

Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης της παρούσας υποπαραγράφου μέχρι 31.1.2014, ή εντός δύο (2) μηνών από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού.

β. Ο δανειστής κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού μπορεί να καλεί τον οφειλέτη να προσκομίσει: βα) αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί μετά την 1.1.2007 και φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί πριν την 1.1.2007, ββ) βεβαίωση συγκριτικών στοιχείων της αρμόδιας φορολογικής αρχής με αναφορά επί του ποσού του ακινήτου για ακίνητα εκτός του αντικειμενικού προσδιορισμού, βγ) αντίγραφο τελευταίων δηλώσεων Ε1 και Ε9 και βδ) αποδεικτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας με ημερομηνία την 20ή Νοεμβρίου 2013 σχετικά με το ύψος των καταθέσεων και των κινητών αξιών και, όπου απαιτούνται, βε) βεβαίωση ανεργίας από τον ΟΑΕΔ είτε αντίγραφο της επικαιροποιημένης κάρτας ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, βστ) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, βζ) πιστοποιητικό Α΄/βάθμιας ή Β΄/βάθμιας Επιτροπής για την πιστοποίηση της αναπηρίας και του ποσοστού της (Νομαρχιακές Υγειονομικές Επιτροπές, Υγειονομικές Επιτροπές Ασφαλιστικών Ταμείων, Υγειονομικές Επιτροπές Ενόπλων Δυνάμεων, Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας).

Σε περίπτωση μη προσκόμισης από τον οφειλέτη των ανωτέρω εντός ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση του αιτήματος με απόδειξη, αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού.

3. Κατά τη διάρκεια απαγόρευσης πλειστηριασμού, οι οφειλέτες υποχρεούνται να καταβάλουν προς τους δανειστές μηνιαίως ποσοστό 10% επί του καθαρού μηνιαίου εισοδήματός τους, εφόσον το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν ξεπερνά τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Εφόσον το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα ξεπερνά τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ, οι οφειλέτες υποχρεούνται να καταβάλουν προς τους δανειστές μηνιαίως ποσοστό 10% στο ποσό μέχρι τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ και ποσοστό 20% στο υπερβάλλον εισόδημα. Ειδικά για: i) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω, και iii) όσους βαρύνονται φορολογικά με άτομα με αναπηρία 67% και άνω, όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, το όριο του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος των προηγούμενων εδαφίων της παρούσας παραγράφου είναι είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα υπολογίζεται κατά την περίπτωση βα΄ της υποπαραγράφου 1β του παρόντος άρθρου.

Για τους οφειλέτες που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. Β1 του ν. 4161/2013 (Α΄143) το κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμενο ποσό δεν μπορεί να είναι μικρότερο του είκοσι τοις εκατό (20%) της τελευταίας ενήμερης δόσης. Οι καταβολές κατά την περίοδο απαγόρευσης πλειστηριασμού αφαιρούνται από το ανεξόφλητο υπόλοιπο και καταλογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 423 του Αστικού Κώδικα. Ειδικά για τους οφειλέτες με μηδενικό εισόδημα ή εισόδημα που ισούται μέχρι του ποσού του επιδόματος ανεργίας, παρέχεται η δυνατότητα μηδενικών καταβολών.

Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων του ενός δανειστών, η ανωτέρω οριζόμενη μηνιαία καταβολή κατανέμεται συμμέτρως σύμφωνα με το ανεξόφλητο υπόλοιπο της κάθε οφειλής.

Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης της παρούσας παραγράφου για τρεις (3) μήνες συνολικά, αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού.

4. Κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης πλειστηριασμού της παραγράφου 1 και εφόσον η απαγόρευση δεν έχει αρθεί για τον πρωτοφειλέτη ως προς τη συγκεκριμένη οφειλή, απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτων των εγγυητών για τις συγκεκριμένες οφειλές.

0

Προστασία από τους Πλειστηριασμούς για το 2014

Τα κριτήρια προστασίας δανειοληπτών από τους πλειστηριασμούς δημοσιοποίησε σήμερα ο υπουργός Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας Κωστής Χατζηδάκης παρουσιάζοντας το σχετικό νομοσχέδιο που κατατίθεται αύριο στη Βουλή.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του νομοσχεδίου, αναστέλλονται οι πλειστηριασμοί σε βάρος της πρώτης κατοικίας οφειλετών, έως την 31η Δεκεμβρίου 2014, εφόσον αυτοί πληρούν σωρευτικά (δηλαδή να ισχύουν όλα μαζί) τα εξής κριτήρια:

1ον: Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας να μην υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ.

2ον: Το καθαρό οικογενειακό εισόδημα (χωρίς κρατήσεις για ασφαλιστικά ταμεία, φόρο εισοδήματος και εισφορά αλληλεγγύης) να είναι έως 35.000 ευρώ. (δηλαδλή μεικτό περίπου στις 50.000)

3ον: Η συνολική αξία κινητής και ακίνητης περιουσίας να είναι μικρότερη ή ίση με 270.000 ευρώ. Από το ποσό αυτό το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών (μετοχές, ομόλογα κλπ) του οφειλέτη δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ.

Ειδικές προβλέψεις
Για οικογένειες με τρία και περισσότερα τέκνα, άτομα με αναπηρία άνω του 67% και όσους βαρύνονται φορολογικά από άτομα με αναπηρία άνω του 67%, τα παραπάνω όρια των προϋποθέσεων (αντικειμενική αξία πρώτης κατοικίας, εισόδημα, περιουσία, προσαυξάνονται κατά 10%. Δηλαδή σε αυτές τις περιτώσεις:

α)Το όριο της αντικειμενικής αξίας της πρώτης κατοικίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 220.000 ευρώ.

β)Το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα να είναι μικρότερο ή ίσο των 38.500 ευρώ.

γ) Η συνολική αξία κινητής και ακίνητης περιουσίας να είναι μικρότερη ή ίση με 297.000 ευρώ.

δ) Από το ποσό αυτό, το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών του οφειλέτη δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 16.500 ευρώ.

Στο 10% οι δόσεις
Κατά τη διάρκεια της αναστολής πλειστηριασμού, οι οφειλέτες μισθωτοί, συνταξιούχοι, άνεργοι με εισοδήματα πέραν του επιδόματος ανεργίας, θα πρέπει να καταβάλουν δόσεις ίσες με το 10% του καθαρού μηνιαίου εισοδήματός τους, όταν το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν ξεπερνά τις 15.000 ευρώ.

Για οικογενειακά εισοδήματα άνω των 15.000 ευρώ υπολογίζεται ποσοστό 10% μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ και ποσοστό 20% στο υπερβάλλον εισόδημα. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, έμποροι κλπ. θα πρέπει να καταβάλουν στην τράπεζα ποσό ίσο ή μεγαλύτερο του 30% της τελευταίας ενήμερης δόσης.

Μηδενικές καταβολές για ανέργους
Για ανέργους με μηδενικό εισόδημα ή μοναδικό εισόδημα το επίδομα ανεργίας παρέχεται η δυνατότητα μηδενικών καταβολών.

Ενδεικτικά για ετήσιο εισόδημα 10.000 ευρώ, δηλαδή περίπου 830 ευρώ τον μήνα, η δόση του δανείου διαμορφώνεται στα 83 ευρώ.

Παραμένει σε ισχύ ο νόμος Κατσέλη
Παράλληλα παραμένουν σε ισχύ οι νόμοι 3869/2010 («νόμος Κατσέλη») και 4161/ 2013 για τη δικαστική προστασία όσων αδυνατούν να εξοφλήσουν τα δάνειά τους, ενώ από το 2015 θα τεθεί σε εφαρμογή μόνιμο πλαίσιο διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων με τη σύσταση Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους.

Το νομοσχέδιο πρόκειται να συζητηθεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, την Παρασκευή στην αρμόδια Επιτροπή και το Σάββατο στην Ολομέλεια.

Κάθετα αρνητικός ο Τόμσεν, ανοχή από ΕΕ – ΕΚΤ
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου ο κ. Χατζηδάκης επισήμανε ότι παρά τις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις, δεν υπήρξε συμφωνία με την τρόικα για το περιεχόμενο των μεταβατικών ρυθμίσεων που θα ισχύσουν το 2014.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η πλευρά εκείνη που κάθετα διαφωνεί με τις προταθείσες ρυθμίσεις είναι το ΔΝΤ δια του Πολ Τόμσεν, ενώ Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Ευρωπαϊκή Ενωση εμφανίζονται να περιβάλλουν με ανοχή το συγκεκριμλένο σχέδιο.

«Εξηγήσαμε από την αρχή των διαπραγματεύσεων ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να δεχθεί γενική άρση της αναστολής των πλειστηριασμών, όπως ζητούσε η τρόικα», τόνισε ο υπουργός. «Παρά το γεγονός ότι το πλαίσιο προστασίας που ισχύει με τους νόμους 3869 και 4161 είναι το ισχυρότερο στην Ευρώπη, θεωρούμε ότι οι συνθήκες είναι τέτοιες που επιβάλουν ένα δεύτερο πλέγμα προστασίας, όχι κατ’ ανάγκην μέσω των Δικαστηρίων, για τα χαμηλά και μεσαία εισοδηματικά στρώματα που έχουν πληγεί από την κρίση».

Καλύπτουν το 90% των περιπτώσεων υποστηρίζει το υπουργείο

Από την άλλη πλευρά, τόνισε, δεν μπορεί να συνεχίζεται το καθεστώς προστασίας για όσους έχουν κατά τεκμήριο τη δυνατότητα να εξυπηρετούν τα δάνειά τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου οι μεταβατικές ρυθμίσεις καλύπτουν το 90% των περιπτώσεων, όχι μόνο χαμηλά αλλά και μεσαία στρώματα. «Το 90% προστατεύονται και στο 10% λέμε να πληρώσουν. Θα είναι ενδιαφέρον αν θα δούμε στην Ελλάδα την επανάσταση των πλουσίων και την Αριστερά του χαβιαριού», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Χατζηδάκης ενώ εκτίμησε ότι πρακτικά με το συνολικό πλαίσιο που ισχύει μπορεί να μην γίνει και κανένας πλειστηριασμός. Καθώς όσοι δεν καλύπτουν τις προϋποθέσεις και δεν έχουν τη δυνατότητα να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους, μπορούν να προσφύγουν στους νόμους 3869 και 4161. (πηγή: ethnos.gr)

Για το 2005:

Το πρόγραμμα μακροπρόθεσμης διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών που θα ισχύσει από το 2015 περιλαμβάνει τρία στοιχεία:

1. Σύσταση Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, στο οποίο μετέχουν οι υπουργοί Οικονομικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Δικαιοσύνης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το Συμβούλιο θα εποπτεύει τη μεταβατική διαδικασία, θα ορίσει με απόφαση του τις αρχές του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και θα προβαίνει ετησίως στην εκτίμηση των «απαραίτητων δαπανών διαβίωσης», με βάση τα ετήσια στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που θα ενσωματωθούν στον Κώδικα Δεοντολογίας προκειμένου να αποτελέσουν σημείο αναφοράς στις απόπειρες εξωδικαστικού συμβιβασμού και ενώπιον των δικαστηρίων.

2. Έκδοση Κώδικα Δεοντολογίας, με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ιδιωτικών οφειλών. Ο κώδικας δεοντολογίας θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου, διαδικασίες αξιολόγησης της δυνατότητας αποπληρωμής, δεσμευτικούς κανόνες με σαφή χρονοδιαγράμματα, προϋποθέσεις επικοινωνίας μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειστών, την εισαγωγή των ορισμών του «συνεργάσιμου δανειολήπτη» και «απαραίτητων δαπανών διαβίωσης» κ.α.

3. Διαμεσολάβηση Συνηγόρου του Καταναλωτή μεταξύ δανειστών και οφειλετών, με σκοπό τη ρύθμιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως αναφορικά με θέματα που άπτονται της εφαρμογής του Κώδικας Δεοντολογίας.

0

Εισπρακτικές εταιρείες συντάσσουν «πρακτικά» με τις ομιλίες που καταγράφουν

Σοβαρές καταγγελίες για τις μεθόδους που χρησιμοποιούν οι εισπρακτικές εταιρείες κατά οφειλετών, έκανε στη Βουλή η Ένωση Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης.

Σύμφωνα με την Ένωση, οι εισπρακτικές εταιρείες αφού καταγράφουν τις συνομιλίες με τους οφειλέτες στη συνέχεια συντάσσουν «πρακτικά» τα οποία εμφανίζουν ως απόδειξη νέας συμφωνίας για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμης οφειλής.

Μάλιστα στην αναφορά παρατίθεται και παράδειγμα «πρακτικού συμφωνίας», που επικαλούνται εισπρακτικές εταιρείες μετά από τηλεφωνικές επικοινωνίες με οφειλέτες.

Επίσης η Ένωση έχει προειδοποιήσει τα μέλη της να είναι πολύ προσεκτικά στις τηλεφωνικές επικοινωνίες, με τους υπαλλήλους των Εισπρακτικών Εταιρειών, όταν τηλεφωνικά τους ζητούν να ρυθμίσουν τα χρέη τους, διότι δημιουργούνται πρακτικά που απομαγνητοφωνούνται, αποτυπώνονται σε πρακτικά συμφωνίας και τελικά διεκδικούνται από τις τράπεζες.

Η αναφορά της Ένωσης Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης κατατέθηκε στη Βουλή από τον ανεξάρτητο βουλευτή Νότη Μαριά.

Ο υφυπουργός Ανάπτυξης Θανάσης Σκορδάς ανάφερε ότι με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, «οι εταιρείες ενημέρωσης καταγράφουν υποχρεωτικά το περιεχόμενο κάθε τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον οφειλέτη. Το περιεχόμενο δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του οφειλέτη, δικαστικώς ή εξωδίκως και διατηρείται από τις εταιρείες υποχρεωτικώς για ένα έτος. Κατά την έναρξη της επικοινωνίας ενημερώνεται ο οφειλέτης για την καταγραφή της συνομιλίας, τη διάρκεια τήρησής της και για το ότι η καταγραφή γίνεται για τη διασφάλιση των δικών του δικαιωμάτων».

Ο υφυπουργός Ανάπτυξης αναφέρει επίσης ότι οι εταιρείες ενημέρωσης οφείλουν να χορηγούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον ζητηθούν, στον οφειλέτη ή και στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή και αποκαλύπτει ότι στο πλαίσιο αυτό έχει κατατεθεί σημαντικός αριθμός καταγγελιών και διαμαρτυριών που ερευνώνται για τη βασιμότητά τους.

Ανάμεσα στα όσα επισημαίνει ο υφυπουργός Ανάπτυξης είναι ότι με βάση τον νόμο, «ο δανειστής (τράπεζα κλπ) δεν επιτρέπεται να αναθέτει εντολή για ενημέρωση οφειλετών για ληξιπρόθεσμες οφειλές που, μεταξύ άλλων, έχουν υποβληθεί σε ρύθμιση ή διακανονισμό που τηρείται ή έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής, ή απορρέουν από καταχρηστικούς γενικούς όρους συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις».

Τι συνιστά αθέμιτη και παραπλανητική πρακτική των Εταιρειών Ενημέρωσης Οφειλετών:

– Η κατά την επικοινωνία με τον οφειλέτη, εμφάνιση των υπαλλήλων τους υπό ιδιότητες που δεν διαθέτουν όπως υπαλλήλων των δανειστών, δικηγόρων ή δικαστικών επιμελητών.

– Η άσκηση σωματικής βίας, ψυχολογικής πίεσης περί διακινδύνευσης του επαγγέλματος, των περιουσιακών στοιχείων ή της ζωής του οφειλέτη ή των οικείων του.

– Η επίδειξη προσβλητικής συμπεριφοράς ή η χρήση προσβλητικών εκφράσεων εναντίον του οφειλέτη ή των οικείων του.

Επισημαίνεται ακόμη ότι πριν από κάθε ενέργεια ενημέρωσης, απαιτείται η, από τον δανειστή προς τον οφειλέτη, επιβεβαίωση των οφειλών του με κάθε διαθέσιμο τρόπο και η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωσή του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην εταιρεία.

Η επικοινωνία της Εταιρείας Ενημέρωσης με τον οφειλέτη πρέπει να γίνεται, εντός ευλόγου χρόνου και η συχνότητα οχλήσεων όχι πέραν της μιας ανά δεύτερη ημέρα, ενώ προσδιορίζεται συγκεκριμένο ωράριο για την επικοινωνία με τον οφειλέτη (9.00 με 20.00) που περιορίζεται στις εργάσιμες μόνο μέρες.

Η τηλεφωνική επικοινωνία στον χώρο εργασίας του οφειλέτη γίνεται, μόνο εφόσον ο συγκεκριμένος τηλεφωνικός αριθμός έχει δηλωθεί ως μοναδικός αριθμός επικοινωνίας από τον τελευταίο.

Ο κ. Σκορδάς ενημερώνει ότι στο αρμόδιο Τμήμα του υπουργείου έχει μέχρι σήμερα κατατεθεί σημαντικός αριθμός καταγγελιών και διαμαρτυριών καταναλωτών και προειδοποιεί ότι σε περίπτωση υποτροπής το πρόστιμο που προβλέπεται διπλασιάζεται ενώ μπορεί ο υπουργός Ανάπτυξης να διατάξει προσωρινή διαγραφή της εταιρείας από το Μητρώο και σε περίπτωση νέας υποτροπής ακόμα και οριστική διαγραφή.

Πρόστιμο σε έξι εισπρακτικές εταιρείες

Επίσης όπως έγινε γνωστό σήμερα στη Βουλή, με έγγραφο του υφυπουργού Ανάπτυξης Θανάση Σκορδά, η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή έχει προχωρήσει στην επιβολή προστίμων για καταχρηστικές πρακτικές,σε βάρος έξι εισπρακτικών εταιρειών.

Σύμφωνα με το έγγραφο, επιβλήθηκε, επίσης, πρόστιμο σε έναν δανειστή και μια εταιρεία, η οποία δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Μητρώο Εταιρειών Ενημέρωσης του άρθρου 7 του ν. 3758/2009.

πηγή: imerisia.gr

0

Διαδικασία Υπερχρεωμένων Νοικοκυριών

Δημοσιεύθηκε στο Curia.gr

Σκεπτόμενος κανείς την εφαρμογή του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, και ιδίως μετά την τροποποίηση του νόμου Κατσέλη (με το νόμο 4161/2013), είναι λογικό να αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα σε ένα λαβύρινθο με προϋποθέσεις, καταληκτικές προθεσμίες και ενέργειες που πρέπει να εφαρμόσει. Ποιες ενέργειες προηγούνται και με ποια σειρά, ποιες ημερομηνίες οφείλουν να  τηρηθούν και πως μπορεί να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, είναι στοιχεία που πρέπει ο οφειλέτης να γνωρίζει εκ των προτέρων, ώστε να αποφύγει δυσάρεστες εκπλήξεις.

ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ

Α) Πεδίο Εφαρμογής

Καταρχάς, αναγκαίο είναι να διαπιστωθεί εκ των προτέρων αν τυγχάνει εφαρμογή ο νόμος για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά στο πρόσωπό του.  Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου μόνο φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να λάβουν την προστασία του νόμου.

Φυσικά Πρόσωπα:

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω αποκλείονται αυτομάτως οι έχοντες εμπορική ιδιότητα. Εξαιρούνται όμως οι «μικροέμποροι» δηλαδή «εκείνοι των οποίων η άσκηση εμπορικών πράξεων συνδέεται προεχόντως και κατά κύριο λόγο προς τη σωματική τους καταπόνηση και το κέρδος που αποκομίζουν από αυτές αποτελεί αμοιβή της προσωπικής τους εργασίας» (5074/2011 ΕιρΘεσ). Επίσης, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα δικαιούνται να αιτηθούν δικαστική ρύθμιση των οφειλών τους βάσει των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

Ληξιπρόθεσμες οφειλές:

Τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα εν τέλει που υπάγονται στο νόμο πρέπει να έχουν από τις συνολικές οφειλές τους στις τράπεζες, τουλάχιστον μία ληξιπρόθεσμη οφειλή. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος που έχει για παράδειγμα λάβει 3 τραπεζικά δάνεια και το ένα έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ενώ στα άλλα δύο εξοφλεί τις δόσεις του εμπρόθεσμα και ολοσχερώς, εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου, λόγω της αδυναμίας εξυπηρέτησης του ή των ληξιπρόθεσμων, στη συνολική ρύθμιση των οφειλών, ακόμη και αυτών των οποίων δεν έληξε η προθεσμία εκπλήρωσης. Ληξιπρόθεσμη είναι η  οφειλή όταν έχει παρέλθει η προθεσμία πληρωμής έστω και μία δόσης.

Μόνιμη αδυναμία πληρωμής:

Επιπλέον, η αδυναμία πληρωμής της ή των ληξιπρόθεσμων οφειλών, πρέπει να είναι μόνιμη. Δηλαδή, όταν από τα μηνιαία έσοδα του οφειλέτη δεν μπορούν να εξοφληθούν επί μακράν οι μηνιαίες δόσεις των δανείων του, αφού αφαιρεθούν πρώτα τα αναγκαία έξοδα βιοπορισμού του, τότε ο οφειλέτης έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Δεν υπάγεται δηλαδή στο νόμο κάποιος που βραχέως για οποιοδήποτε λόγο, είτε κάποιου τυχαίου γεγονότος, είτε αμέλειας πληρωμής κάποιας δόσης, περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, ενώ βάσιμα, μπορεί σύμφωνα με τα εισοδήματα του να εξοφλεί τακτικά τις δόσεις των δανείων του.

Έλλειψη δόλου του δανειολήπτη:

Δεν νοείται δολιότητα του δανειολήπτη με μόνη την ανάληψη δανειακής υποχρεώσεως της οποίας η εξυπηρέτηση είναι επισφαλής, αλλά απαιτείται και η από πλευράς του πρόκληση άγνοιας της επισφάλειας στους πιστωτές. Για να έχουμε δόλο πρέπει οι συγκεκριμένες ενέργειες, με τις οποίες ο οφειλέτης απέκρυψε από τους πιστωτές την οικονομική του κατάσταση και το σύνολο των δανειακών της υποχρεώσεων, προκειμένου να τύχει περαιτέρω δανεισμού, να εξειδικεύονται, δεδομένου ότι οι πιστωτές (τράπεζες εν προκειμένω) έχουν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν την οικονομική συμπεριφορά και τις λοιπές δανειακές υποχρεώσεις των υποψηφίων πελατών τους (βλ. Ειρ.Αθ. 15/Φ1/2011 ΝΟΜΟΣ). Τέτοιες ενέργειας θα μπορούσαν να είναι για παράδειγμα, η απόκρυψη της γνώσης του οφειλέτη, ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα πρόκειται να χάσει την εργασία του, και παρά ταύτα αιτείται τη χορήγηση στεγαστικού ή άλλου καταναλωτικού δανείου, όπως για την αγορά μίας οικίας ή ενός αυτοκινήτου, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορέσει να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των δόσεων, για το λόγο ότι δεν θα  εργάζεται.

Σε περίπτωση που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με το πεδίο εφαρμογής, αφήνουμε το ερώτημα για το Δικηγόρο μας (βήμα Δ).

Β) Επιθυμητό Αποτέλεσμα

Αν πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις, τότε πρέπει να θέσουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή ποιος θα είναι ο σκοπός που θέλουμε να επιτύχουμε με την ένταξη μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί αφενός και ξεκινήσει η διαδικασία με μόνη τη γνωστοποίηση προς τους πιστωτές μας ότι επιθυμούμε την εφαρμογή του νόμου στο πρόσωπο μας (πχ με την αίτηση για βεβαίωση οφειλών), τότε θα πρέπει να προσμένουμε και αντίδραση από το δανειστή μας, όπως γρήγορη διαδικασία για έκδοση διαταγής πληρωμής, κατάσχεσης κλπ, «μαύρισμα» και κλείδωμα οποιονδήποτε δυνατοτήτων υπήρξαν για παροχή και πιθανή χορήγηση  άλλων δανείων. Σημειωτέον, ότι η προστασία του δανειολήπτη πλέον ξεκινά με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο ειρηνοδικείο. Συνεπώς, οποιαδήποτε ενέργεια της τράπεζας, όπως έκδοση διαταγής πληρωμής ή κατάσχεση πριν την κατάθεση της αίτησης μας, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με άλλα δικαστικά μέτρα, αυτά της ανακοπής και αναστολής. Για το λόγο αυτό όλες οι κινήσεις θα πρέπει να είναι συντονισμένες και οργανωμένες για να μην υπάρξουν απρόοπτα. Το επιθυμητό αποτέλεσμα ένταξης στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά μπορεί μόνο να βγει, αν συγκεντρώσουμε όλες τις οφειλές μας, καθώς και όλα τα περιουσιακά μας στοιχεία, σε συνάρτηση και με τυχόν μηνιαίο εισόδημα. Άρα, σκοπός μπορεί να είναι η μείωση της δόσης του δανείου, κάτι για το οποίο η τράπεζα δεν έδειχνε πρόθυμη, ή η επί μακρόν προστασία της κύριας κατοικίας μας με δικαστική απόφαση για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο, ή ακόμη και το κούρεμα των οφειλών μας. Όμως, οφείλουμε να γνωρίζουμε, ότι αν έχουμε κάποιο περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να εκποιηθεί για να εξοφληθεί κάποια οφειλή μας, πέραν της κύριας κατοικίας μας δεν τυγχάνει προστασίας. Άρα, είναι δυνατόν να πάμε για μαλλί και να βγούμε κουρεμένοι, για παράδειγμα χάνοντας ένα εξοχικό, ένα κατάστημα ή έναν εκμεταλλεύσιμο αγρό, προκειμένω να μειώσουμε μόνο τη δόση του δανείου μας. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα προς αποφυγή για αυτό και είναι σωστό πριν ξεκινήσουμε να προκαταβάλλουμε, όσο είναι αυτό δυνατόν το αποτέλεσμα, σε συνάρτηση με τις επιθυμίες μας.

Παράλληλα με τα ανωτέρω, πρέπει να έχουμε υπόψιν μας, και τους τυχόν εγγυητές που έχουν εγγυηθεί τα δάνεια μας, καθώς οι τράπεζες σε περίπτωση που υπαχθούμε στο νόμο περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών θα στραφούνε κατά αυτών και θα αξιώσουνε την ολοσχερή εξόφληση των δανείων μας. Άρα, αφενός θα πρέπει να γνωρίζουμε αν υφίστανται εγγυητές, και αφετέρου σε καταφατική περίπτωση αν είμαστε διατεθειμένοι να τους εκθέσουμε στον κίνδυνο των οφειλών μας.

Οτιδήποτε απορίες προκύψουν, τις γράφουμε σε ένα χαρτί για να τις συζητήσουμε με το Δικηγόρος μας (βήμα Δ).

Γ) Συγκέντρωση απαραίτητων εγγράφων

Γενικά τα έγγραφα που πρέπει να συγκεντρώσουμε είναι των εισοδημάτων, των οφειλών των περιουσιακών και προσωπικών στοιχείων, τόσο του αιτούντος όσο και του/της συζύγου του/της.

– Ξεκινάμε με ότι έχει να κάνει με τα δάνεια μας, ήτοι δανειακές μας συμβάσεις, μηνιαίοι λογαριασμοί, τυχόν εξώδικα για ληξιπρόθεσμες οφειλές ή καταγγελίες συμβάσεων. Προσοχή, όταν έχουμε λάβει καταγγελία, πολύ σύντομα ακολουθεί διαταγή πληρωμής ή και κατάσχεση, για αυτό ο χρόνος είναι περιορισμένος. (Τις βεβαιώσεις οφειλών τις αφήνουμε για το τέλος).

– Ακολουθούν συμβόλαια ακινήτων με τα στοιχεία από τυχόν βάρη των ακινήτων (υποθήκες, κατασχέσεις, προσημειώσεις..), καθώς και οι σχετικές δηλώσεις προς την εφορία (Ε9, ΕΤΑΚ) και κάθε λογής έγγραφα άλλης περιουσίας (κινητά, αυτοκίνητα, άυλες αξίες κλπ), όπως άδειες κυκλοφορίας, αξιόγραφα, κλπ. Δεν πρέπει να αφεθεί τίποτε εκτός, καθώς στο τέλος η αίτηση προς το Δικαστήριο θα πάσχει από ακυρότητα.

– Τα φορολογικά στοιχεία μας, όπως τα εκκαθαριστικά των τελευταίων 3-4 ετών και οι αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις (Ε1) και φυσικά αν υπάρχουν εκμισθώσεις ακινήτων οι αντίστοιχες δηλώσεις (Ε2). Αν δε το φυσικό πρόσωπο είναι ελεύθερος επαγγελματίας που εμπίπτει στο νόμο και τις δηλώσεις Ε3.

– Αν ο αιτών ή (και) ο/η σύζυγος του/της είναι άνεργος βεβαίωση -εις από τον ΟΑΕΔ για το συνολικό χρόνο ανεργίας τουλάχιστον για τα τελευταία τρία έτη.

– Αν υπάρχει εργασία, ετήσιες βεβαιώσεις αποδοχών τελευταίων τριών ετών, καθώς και μηνιαίες βεβαιώσεις αποδοχών τριών τελευταίων μηνών.

– Αν υπάρχει σύνταξη, βεβαιώσεις όπως ανωτέρω των συντάξεων, και τυχόν εφάπαξ.

– Οτιδήποτε άλλο συνεισφέρει στην αύξηση του εισοδήματος μας.

– Ιατρικά έγγραφα, γνωματεύσεις επιτροπών σε περίπτωση προβλήματος υγείας / αναπηρίας.

– Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης τελευταίου τριμήνου.

– Βεβαιώσεις σπουδών τέκνων μας.

– Αποδείξεις μηνιαίων εξόδων οικογενείας (ΔΕΚΟ, τηλεφωνία, θέρμανση, αγορές ρουχισμού/υποδημάτων, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καύσιμα/μεταφορές, φροντιστηρίων, ψυχαγωγίας κλπ), οι οποίες θα πρέπει να συλλέγονται και να οργανώνονται κατά μήνα, αρχής γενομένης τρεις μήνες πριν την κατάθεση της αίτησης προς το Δικαστήριο και έως την οριστική συζήτηση της αιτήσεως.

Δ) Ραντεβού με Δικηγόρο

Κλείνουμε ένα ραντεβού με το δικηγόρο μας, προκειμένω να συζητήσουμε την υπαγωγή μας στο νόμο των υπερχρεωμένων νοικοκυριών (βήμα Α). Κατά τη συνάντηση, του κοινοποιούμε τις προθέσεις μας (βήμα Β) και εμφανίζουμε όλα τα ανωτέρω παραστατικά/έγγραφα (βήμα Γ). Κατά τη συζήτηση πρέπει να είμαστε απόλυτα ειλικρινής σε ΟΛΑ, καθώς αν αποκρύψουμε οτιδήποτε ίσως να είναι μοιραίο για τη θετική έκβαση της αιτήσεως μας στο Δικαστήριο. Αφενός απαντάμε ειλικρινά στις ερωτήσεις, αφετέρου προσθέτουμε τυχόν στοιχεία που δεν έχουν αναφερθεί.

Ο Δικηγόρος εν τέλει θα μας ενημερώσει για τις δυνατότητες υπαγωγής μας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, τους κινδύνους που τυχόν προκύψουν, το ποσοστό επιτυχίας της αίτησης, κατ’ εκτίμηση και βάσει προγενέστερων δικαστικών αποφάσεων, τα στάδια υπαγωγής κατ’ εφαρμογή του νόμου  και τα χρήματα που θα κληθούμε να καταβάλουμε (αμοιβή/έξοδα).

Ε) Η απόφαση

Τέλος, ΜΟΝΟ αν πάρουμε τελικά την απόφαση να ενταχθούμε στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, υπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, τότε και μόνο συζητούμε με το Δικηγόρο για την αίτηση χορήγησης Βεβαιώσεων οφειλών από τις τράπεζες. Συνήθως, γίνεται το λάθος είτε οι οφειλέτες, άρα και ορισμένοι δικηγόροι να ζητούν να χορηγηθούν οι βεβαιώσεις οφειλών, πριν γίνει συζήτηση και εκτίμηση της κατάστασης του οφειλέτη. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, που οφειλέτες, είτε δεν μπορούσαν εκ του νόμου να υπαχθούν στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, (λόγω της ιδιότητας τους πχ εμπορική ιδιότητα, οφειλές που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες ή έχουν δημιουργηθεί μέσα στο τελευταίο έτος κλπ), είτε οι προθέσεις τους δεν συνέπιπταν με την κατάσταση τους και το εκτιμώμενο αποτέλεσμα, με συνέπεια να έχουν χορηγηθεί ήδη βεβαιώσεις οφειλών, και να μπουν στις μαύρες λίστες των τραπεζών κινδυνεύοντας άμεσα με καταγγελία των συμβάσεων τους, με διαταγές πληρωμής και κατασχέσεις. Βέβαια, αυτά μπορούν να συμβούν ανά πάσα στιγμή, όμως η αίτηση για χορήγηση βεβαίωσης οφειλών από μόνη της επιταχύνει τα αντανακλαστικά των τραπεζών.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΣΤΑΔΙΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ

Αφού λάβουμε την απόφαση μας να προχωρήσουμε, τότε εξουσιοδοτούμε το Δικηγόρο μας για τις απαραίτητες ενέργειες, υπογράφουμε την υπεύθυνη δήλωση περί ειλικρίνειας και αποφασίζουμε για το ποιος (δικηγόρος ή οφειλέτης) θα καταθέσει τις αιτήσεις για τις βεβαιώσεις οφειλών προς τις τράπεζες. Η ενέργεια αυτή είναι τυπική, συνήθως όμως οι τράπεζες ταλαιπωρούν τους οφειλέτες κατά τη διαδικασία της αίτησης.

Παράλληλα με την εκάστοτε αίτηση βεβαίωσης οφειλών, αποφασίζουμε αν θα συμπεριλάβουμε αίτημα για χορήγηση αντιγράφων των δανείων μας. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που δεν έχουμε αντίγραφο του δανείου μας, το οποίο μας χρησιμεύει αφενός για τη σύνταξη της αίτησης, για την έρευνα τυχόν καταχρηστικών όρων, άλλα και για να ενημερωθούμε για τυχόν εγγυητές που αμελήσαμε. Επίσης, ζητούμε στις βεβαιώσεις να αναφέρεται απαραιτήτως (κάτι που αμελούν ορισμένες τράπεζες) το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης.

Οι βεβαιώσεις οφειλών χορηγούνται το αργότερο δέκα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης προς τις τράπεζες. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, ο δικηγόρος έχει ήδη οργανώσει το φάκελο του οφειλέτη, και προσχεδιάσει την αίτηση προς το Δικαστήριο. Με τη χορήγηση των βεβαιώσεων οφειλών, οριστικοποιούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία της αίτησης και συμφωνείται ο τρόπος και ο χρόνος κατάθεσης της αίτησης προς το Δικαστήριο.  Η αίτηση μπορεί να κατατεθεί είτε από τον ίδιο τον οφειλέτη με τη σύμπραξη του Δικηγόρου είτε μόνο από το Δικηγόρο. Διαφορές υπάρχουν μόνο ως προς το οικονομικό.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Α) Κατάθεση αίτησης

Με την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο, ουσιαστικά ο οφειλέτης επέρχεται σε κατάσταση ασυλίας έναντι των τραπεζών. Ορίζεται ημερομηνία εντός δύο μηνών από την αίτηση, είτε επικύρωσης ενδεχόμενου προδικαστικού συμβιβασμού της τράπεζας με τον οφειλέτη, είτε συζήτησης προσωρινής διαταγής για τη λήψη προληπτικών μέτρων, καθώς και ημερομηνία δικασίμου της αίτησης. Μέχρι την ημερομηνία της επικύρωσης ή της προσωρινής διαταγής, δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του.

Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει σε μηνιαίες καταβολές προς τις τράπεζες, ποσού 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως, επιμερίζοντας αναλογικά και βάσει των οφειλών σε κάθε τράπεζα. Αυτό σημαίνει, ότι αν ο οφειλέτης έχει 3 τραπεζικά δάνεια της τάξης των μηνιαίων δόσεων 100€ στην πρώτη τράπεζα, 150€ στη δεύτερη και 250€ στην Τρίτη, τότε οφείλει από την κατάθεση της αίτησης να πληρώνει τις δόσεις του σε ποσοστό 10% αυτών, ήτοι 10€ στην πρώτη, 15€ στη δεύτερη και 25€ στην Τρίτη. Το άθροισμα δε των ποσών αυτών δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 40€.

Β) Επίδοση αίτησης

Αντίγραφο της κατατεθείσας αίτησης πρέπει να επιδοθεί με δικαστικό επιμελητή εντός 15 ημερών από την κατάθεση σε όλες τις τράπεζες, άλλα και τους εγγυητές.

Γ) Επικύρωση συμβιβασμού ή προσωρινή διαταγή

Κατά την ημερομηνία που ορίσθηκε  για επικύρωση του συμβιβασμού, ο Ειρηνοδίκης υπηρεσίας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, επικυρώνει τυχόν συμφωνία μας με τις τράπεζες, άλλος χορηγεί ή απορρίπτει αιτηθείσα προσωρινή διαταγή. Αν υπάρχει συμβιβασμός με τις τράπεζες, τότε ανακαλείτε η αίτηση, άλλως τηρείται η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης με ή χωρίς προσωρινή διαταγή που θα χορηγηθεί. Η τυχόν χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή αφενός θα προστατέψει τον οφειλέτη από την εκτελεστική διαδικασία εις βάρος του, αφετέρου υπάρχει περίπτωση να υποχρεωθεί στην καταβολή ορισμένης δόσης έως την εκδίκαση της αίτησης. Δύναται όμως υπό ορισμένες περιπτώσεις να ορισθεί καταβολή μηδενικής δόσης έως την έκδοση οριστικής απόφασης από το Δικαστήριο.

Δ) Συζήτηση στο ακροατήριο

Πρόκειται για το τελικό στάδιο, κατά το οποίο συζητείται η αίτηση του οφειλέτη. Το Δικαστήριο μπορεί να κάνει καθ’ όλη δεκτή την αίτηση και να ορίσει ως απόφαση αυτά που προτάθηκαν εξ’ αρχής από τον οφειλέτη κατά την κατάθεση της αίτησης, μπορεί να δεχθεί μερικώς την αίτηση και να ορίσει το ίδιο τη διαδικασία ρύθμισης και απαλλαγής της οφειλής του οφειλέτη, ή μπορεί και να απορρίψει την αίτηση. Σε κάθε δε περίπτωση υπάρχει το δικαίωμα στην έφεση τόσο του οφειλέτη όσο και των τραπεζών.

Πιθανή συμφωνία και συμβιβασμός του οφειλέτη με τις δανείστριες τράπεζές του μπορεί να επικυρωθεί από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας έως τη συζήτηση στο ακροατήριο. Το σχέδιο συμβιβασμού αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η συμφωνία είναι ισχυρή και πραγματοποιήσιμη όταν την αποδέχονται πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων,

Ο οφειλέτης, οφείλει είτε κατά τον δικαστικό συμβιβασμό είτε κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών να τηρεί τις υποχρεώσεις. Σε περίπτωση που καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στην τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του από τη ρύθμιση.

1
Page 1 of 2 12