Ποινικό Δίκαιο

Αντισυνταγματικός ο χαρακτηρισμός ως διαρκούς εγκλήματος, των χρεών προς το δημόσιο

Άλλη μία απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, βάζει τα θεμέλια στην προστασία των φορολογουμένων που πλήττονται από τα βάναυσα μέτρα του κρατικού μηχανισμού και της υπερφορολόγησης, καθώς αποφαίνεται επί της αντισυνταγματικότητας του «διαρκούς» εγκλήματος ,της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο που ορίζεται στο άρθρο 3 του νόμου 3943/2011, .

Συγκεκριμένα αρχή έκανε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης με την απόφαση 1410/2013, όπου υπό τη διαδικασία του αυτοφώρου, απεφάνθη ότι το συγκεκριμένο αδίκημα πρέπει να δικασθεί σε τακτικό ποινικό δικαστήριο και όχι υπό την αυτόφωρη διαδικασία, κρίνοντας το άρθρο 3 του νόμου 3943/2011, που ορίζει το εν λόγω αδίκημα ως αντισυνταγματικό.

Με την υπ’ αρ. 196/2014 απόφαση του το ίδιο Δικαστήριο, παρέμεινε στη θέση του, κρίνοντας εκ νέου το χαρακτήρα του «διαρκούς» εγκλήματος του άρθρου 3 του νόμου 3943/2011 ως αντισυνταγματικό, παραπέμποντας πάλι την εκδίκαση παρόμοιας υποθέσεως για χρέη προς το Δημόσιο στο τακτικό Δικαστήριο.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ
0

Απόφαση 2/2014 ΑΠ (ολ. Ποιν.) – Επίδοση ως Αγνώστου Διαμονής

Σύμφωνα και με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε. Περισσότερα →

0

Απόφαση 2 / 2014 ολομέλειας ΑΠ – Ποινικό Τμήμα

Αριθμός 2/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σιδερή, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπροέδρους, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Αργύριο Σταυράκη, Ιωάννα Πετροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Μαρία Βασιλάκη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία Προγάκη, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Μαρία Βαρελά, Γεώργιο Κοντό, Γεώργιο Κριμπά, Αριστείδη Πελεκάνο, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη, Δημήτριο Βόσκα, Γρηγόριο Λαπατά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ν. Τ. του Σ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 42137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εισάγεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατόπιν εκδόσεως της 455/2013 αποφάσεως του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται νόμιμα, στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η υπ’ αριθμό 43/2-4-2012, αίτηση αναίρεσης του Ν. Τ. του Σ., κατά της υπ’ αριθ. 42137/2011, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μόνον ως προς τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Δ’ και Α’ ΚΠΔ, πρώτο δεύτερο κατά το ένα σκέλος του και τρίτο λόγους της, περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αντίστοιχα, και συγκεκριμένα γιατί το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, καίτοι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε γνωστή διαμονή, χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός δεν είχε δηλώσει τη νέα διεύθυνσή του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, και, στη συνέχεια, να απορρίψει την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, υπέπεσε στις παραπάνω αναιρετικές πλημμέλειες, μετά από παραπομπή της σ’ αυτήν, με την υπ’ αριθμό 455/2013 απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκρινε ομόφωνα ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον. Η παραπομπή, των ως άνω, λόγων αναιρέσεως, στην προκειμένη Πλήρη Ολομέλεια, γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.2β του ν. 1756/1988, όπως ισχύει, και το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 3810/1957, το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις (άρθρο 111 παρ.1 περ.θ’ του ν. 1756/1988). Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι «Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε …, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως”. Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακρόασης. Το ίδιο δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται, τόσο από το άρθρο 2 περ.1 του έβδομου Πρωτοκόλλου της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, το οποίο ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε ποινή”, όσο και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει”. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε να αναιρείται η ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ., εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ’ ΚΠΔ όπως το στοιχ. δ’ της παρ. 1 αντικατ. από την παρ. 2 του άρθρου 11, του Ν. 3904/23.12.2010.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ’ του ΚΠΔ, όπως η περ.δ’ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.2 του Ν. 3904/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν «α) … δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)”. Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο ασκήσεως της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση κα επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε «γνωστή διαμονή”. Κατά την μέχρι τούδε νομολογία του Αρείου Πάγου, ως άγνωστης διαμονής πρόσωπο θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Κατ’ ορθή όμως ερμηνεία των διατάξεων αυτών, του ΚΠΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι, όπως προεκτέθηκε, η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν, και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν δήλωσε στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε. Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και ως εκ τούτου η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ’ ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της απόφασης. Η θέση αυτή συμπορεύεται και προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), το οποίο με τις από 14.1.2010 και 28.5.2009 αποφάσεις του, στις υποθέσεις Popovitsi κατά Ελλάδας και Elyasin κατά Ελλάδας, αντίστοιχα, αποφάνθηκε ότι, εφόσον το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου, ως εκπρόθεσμη, βασίστηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα ενώπιον του στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ενόψει μάλιστα του ότι, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 8736/6-6-2008 του ήδη αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορο του, κατά της υπ’ αριθ. 51959/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα οκτώ (48) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων (1.250.000) δραχμών. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι «ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής, ως τις 28-5-08 οπότε και συνελήφθη, καθώς αναζητήθηκε στην οδό …, από όπου είχε μετοικήσει, με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό … στην …, η οποία ήταν γνωστή στην Εισ. Πλημ. Αθηνών, καθώς προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα”, δηλαδή είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως «άγνωστης διαμονής”. Κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, ο εκκαλών – κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, είχε προτείνει, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι η επίδοση σ’ αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, γιατί, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως, είχε γνωστή διαμονή (επί της οδού … αριθ. 25 στην …), προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού είχε προσκομίσει αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων των οικονομικών ετών 2001, 2003 και 2007, αντίγραφο αποδείξεως βεβαιώσεως φόρου οικονομικού έτους 2002, κ.λπ., καθώς και την από 30-11-2001 προανακριτική του κατάθεση (επί άλλης υποθέσεως) ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς, όπου είχε δηλώσει την ως άνω διεύθυνσή του, η οποία αναγράφεται και στην έκθεση εφέσεως και στην οποία του επιδόθηκε το υπ’ αριθ. 6243/23-11-2002 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς για να παραστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στις 4-3-2003. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό του και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι: «… προκύπτει ότι η υπ’ αριθμό 51959/2001 ερήμην απόφαση … επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής την 24-6-2004 στην αρμόδια δημοτική υπάλληλο Ε. Λ., που είχε ορίσει ο Δήμαρχος Αθηνών (ως τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου), την οποία τοιχοκόλλησε αυθημερόν στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου Αθηναίων, διότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την Εισαγγελία Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α’ προσώπων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Βαλάση, άσκησε την από 6-6-2008 έφεση του, η οποία ενεγράφη στα βιβλία εφέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό έκθεσης εφέσεως 8736/2008, στην οποία ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «|… την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής έως τις 28.5.2008 οπότε συνελήφθη καθώς αναζητήθηκε στην οδό …, απ’ όπου είχε μετοικήσει με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό … στην …, η οποία ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών καθώς προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα”. Ομοίως, η ίδια δήλωση επαναλήφθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου. Προβάλλει συνεπώς ο κατηγορούμενος με την έφεσή του σε συνδυασμό με τους δια πληρεξουσίου ισχυρισμούς του στο ακροατήριο, ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής ενόψει του ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης … . Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθότι από την αποδεικτική διαδικασία … και ειδικότερα από τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης … και από την υπόλοιπη συζήτηση, ανεξαρτήτως του ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν διατηρούσε πλέον κατοικία επί της οδού … στην …, δεν προέκυψε ότι αυτό ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος ουδόλως είχε καταστήσει γνωστή στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού …, αρ. 25 στην …, ούτε αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση. Βέβαια ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποδείξει ότι ήταν γνωστής διαμονής επικαλείται και προσκομίζει κατ’ αρχήν έγγραφα συναλλαγών του με διάφορες δημόσιες αρχές [Δ.Ο.Υ. κ.λπ.], πλην όμως, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος πού απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για την επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους. Ομοίως, η από τον εκκαλούντα προσκομιδή του με αρ. 6243/23-11-2002 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά καθώς και της από 30-11-2001 αίτησής του προς την Πταισματοδίκη Πειραιά δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον, σύμφωνα με όσα επίσης εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί, προκειμένου να θεωρηθεί γνωστής διαμονής, η κατοικία του να είναι γνωστή σε άλλη Εισαγγελική Αρχή, όπως εν προκειμένω είναι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά, ή σε άλλη Αστυνομική Αρχή. Γνωστής διαμονής θα ήταν ο κατηγορούμενος και η επίδοση θα έπασχε ακυρότητα, μόνον εάν η κατοικία του ήταν γνωστή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της απόφασης, ήτοι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά τον τρόπο αυτό η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη, ορθά δε αυτός αναζητήθηκε στην διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση, και επομένως από τότε άρχιζε η πιο πάνω προθεσμία άσκησης της έφεσης. Σημειωτέον ότι ενόψει του ότι η επίδοση της εκκαλουμένης έγινε πριν από μια επταετία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψη ότι η Εισαγγελία Αθηνών όφειλε να γνωρίζει τη νέα διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος από άλλες εισαγγελικές ή δημόσιες αρχές της χώρας, αφού δεν υπήρχε τέτοια εξέλιξη της μηχανογράφησης ούτε on-line σύνδεση υπηρεσιών. Κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠΔ …”.

Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιον του, δεν προέκυπτε ότι ο εκκαλών – κατηγορούμενος είχε δηλώσει οποιαδήποτε μεταβολή της κατοικίας του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, χωρίς να αξιολογήσει, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αν, από τα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα από τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο ίδιος, (έγγραφα συναλλαγών με ΔΟΥ, αίτησή του προς τον Πταισματοδίκη Πειραιά, επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος της Εισαγγελίας Πειραιά κ.λ.π.) προέκυπτε ή όχι ότι αυτός, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, είχε γνωστή διαμονή διάφορη από εκείνη, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, αρκεσθέν στην αιτιολογία ότι η Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, δεν γνώριζε την επικαλούμενη από αυτόν ως γνωστή κατοικία του, στην οδό …, επειδή ο ίδιος δεν την είχε γνωστοποιήσει, ενώ η αιτιολογία αυτή δεν αρκεί, ενόψει του ότι, σ’ αυτήν, δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος, γνώριζε ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, ή ότι έχει εκδοθεί σε βάρος του καταδικαστική απόφαση, ώστε να έχει υποχρέωση να προβεί σε γνωστοποίηση της διεύθυνσης της κατοικίας του στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή. Να σημειωθεί ότι, η κατά τα άνω, αναιρετική πλημμέλεια, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, γνώριζε, ότι εκκρεμούσε η υπόθεσή του στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, λόγω της επανειλημμένης εμφανίσεώς του σε αυτό, καίτοι είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής, κατά τις δικασίμους 23-2-1999, 18-2-2000, 16-5-2000 και 1-11-2000, κατά τις οποίες αναβλήθηκε η υπόθεσή του, και συνεπώς είχε υποχρέωση να δηλώσει την πραγματική του διεύθυνση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αφού έλαβε γνώση ότι εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορία, οπότε θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι η δικονομική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσείων οφείλεται σε δικές του παραλείψεις και όχι παραλείψεις της Εισαγγελίας ή του Δικαστηρίου, διότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες και δεν επιτρέπεται να συμπληρωθούν από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Συνακόλουθα, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, με το να θεωρήσει, η προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την επίδοση στον κατηγορούμενο της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής έγκυρη και να προχωρήσει, μετά από αυτά, στην απόρριψη της εφέσεως αυτού ως εκπρόθεσμης, αφενός υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και αφετέρου προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνιστάμενη στη στέρηση από τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, που του παρέχεται από το υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Κατά τη γνώμη τεσσάρων μελών, και δη, του Αντιπροέδρου Γεωργίου Χρυσικού και των Αρεοπαγιτών Ανδρέα Ξένου, Ευφημίας Λαμπροπούλου και Αθανασίου Καγκάνη, οι λόγοι αναίρεσης έπρεπε να απορριφθούν για τους ακόλουθους λόγους:
Ι. Η αίτηση αναιρέσεως κατά της αριθμ. 42137/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της αριθμ. 51959/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτη, ως προς τους πρώτο, δεύτερο κατά το ένα σκέλος του και τρίτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η, Δ και Α του ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας από την παραβίαση του υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ) αντιστοίχως, εισήχθη στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μετά από την παραπομπή τους σ’ αυτήν με την υπ’ αριθμ. 455/2013 απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκρινε ομόφωνα ότι από τους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους προκύπτουν ζητήματα που παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον, «τοσούτω μάλλον καθόσον όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή διεύθυνσης”.

II. Με τους ως άνω λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός δεν είχε δηλώσει ποτέ τη διεύθυνση του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση και στη συνέχεια να απορρίψει την έφεση του ως εκπρόθεσμη, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, παραβιάζοντας συγχρόνως και τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως αυτές προδιαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού μεταφέρεται στους ώμους του πολίτη το βάρος να ημερώνει την (ορισμένη) Εισαγγελία για όποια μεταβολή της κατοικίας του, όταν μάλιστα αγνοεί την εκκρεμούσα σε βάρος του κατηγορία.

III. Τόπος κατοικίας στον οποίο γίνονται οι επιδόσεις των εγγράφων που αφορούν τον κατηγορούμενο θεωρείται εκείνος που ο ίδιος (κατηγορούμενος) έχει δηλώσει σύμφωνα με τα άρθρα 273 παρ. 1 και 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ κατά την κυρία ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση (ως ύποπτος) και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Αν δεν έχει ενεργηθεί κυρία ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ’ αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην έγκληση ή στη μήνυση. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 428, 320 και 321 του ΚΠΔ για την κλήτευση προσώπου ως αγνώστου διαμονής, 429 παρ.2 ΚΠΔ για την υποχρέωση κατηγορουμένου που κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, εάν εκπροσωπηθεί από συγγενή του να δηλώσει το γνωστό και ορισμένο τόπο διαμονής, και 430 ΚΠΔ με την οποία ο ασκών την αίτηση ακύρωσης απόφασης που δικάσθηκε ως αγνώστου διαμονής, υποχρεούται να προσδιορίσει τη γνωστή διαμονή του, προκύπτει ότι έχει υποχρέωση γνωστοποίησης της ακριβούς διεύθυνσης κατοικίας του στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που εκκρεμεί η υπόθεση του, σε περίπτωση αλλαγής της, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και ο κατηγορούμενος ο οποίος έλαβε γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της εκκρεμότητας της σε βάρος του κατηγορίας (π.χ. κλήτευση του στη διεύθυνση κατοικίας, η οποία προέκυπτε από τη μήνυση ή έγκληση και στην οποία δεν διέμενε πλέον, εμφάνιση του στο ακροατήριο πεντάκις και λήψη αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως του σε ρητή κάθε φορά δικάσιμο) ώστε να αποφευχθεί η τυχόν κλήτευση του στο μέλλον ως αγνώστου διαμονής. Τα προαναφερθέντα είναι σύμφωνα και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ειδικότερα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Υπόθεση Popovitsi κατά Ελλάδας -αριθμ. προσφυγής 53451/2007-απόφαση από 14-1-2010, υπόθεση Elyasin κατά Ελλάδας -αριθμ. προσφυγής 46929/2006 δέχθηκε (απόφαση από 28-5-2009) ότι δικαστήριο στο οποίο ο κατηγορούμενος προβάλλει ότι κακώς κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής πρέπει: α) να αξιολογεί εκτός από το αποδεικτικό επιδόσεως και άλλα στοιχεία που προσκομίζει αυτός για την κατοικία του, όπως μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα άλλων αρχών κλπ. και β) να ερευνά αν η Εισαγγελία εξάντλησε τις προσπάθειες της να εντοπίσει και να ανεύρει αυτόν. Αν δεν τηρηθεί η στάση αυτή και το δικαστήριο απορρίψει την έφεση του κλητευθέντος ως αγνώστου διαμονής κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμη τότε αυτό παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, «αφού οι πολίτες που δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών δεν έχουν καμία υποχρέωση να ενημερώνουν από μόνοι τους την Εισαγγελία για κάθε αλλαγή διευθύνσεως όταν αγνοούν τη σε βάρος τους κατηγορία και ποινική δίκη”. Από τα προαναφερθέντα προκύπτουν τα εξής: α) Η Εισαγγελική Αρχή στις υποθέσεις που οδηγούνται στο ακροατήριο χωρίς προδικασία έχει υποχρέωση να αναζητήσει και να κλητεύσει τον κατηγορούμενο στη διεύθυνση κατοικίας που αναγράφεται στην έγκληση ή την μήνυση, ενώ αν αυτός στη διεύθυνση αυτή είναι άγνωστος υποχρεούται να τον αναζητήσει και σε άλλη διεύθυνση που ενδεχομένως προκύπτει από τον οικείο φάκελο της δικογραφίας ή στη διεύθυνση κατοικίας που προκύπτει, με αφορμή άλλες υποθέσεις του κατηγορουμένου, από το αρχείο της ίδιας εισαγγελικής αρχής ή και άλλης.

β) Όταν μετά τις παραπάνω αναζητήσεις ο κατηγορούμενος δεν εντοπισθεί σε συγκεκριμένη διεύθυνση κλητεύεται ως άγνωστου διαμονής. Σε περίπτωση που ο κλητευθείς ως αγνώστου διαμονής κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο, αφού έλαβε γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της σε βάρος του κατηγορίας, υποχρεούται να δηλώσει την πραγματική του κατοικία, ενώ αν δεν προβεί στη δήλωση αυτή τότε νόμιμα η εισαγγελική αρχή τον κλητεύει στη συνέχεια ή του επιδίδει την καταδικαστική απόφαση ως αγνώστου διαμονής, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο ίδιος γνώριζε τη δικάσιμο κατά την οποία εκδόθηκε η σε βάρος του ερήμην καταδικαστική απόφαση, και την εκκρεμούσα σε βάρος του κατηγορία.
γ) Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση εφέσεως κατηγορουμένου, στον οποίο η απόφαση επεδόθη ως αγνώστου διαμονής και λόγω τούτου η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, έχει υποχρέωση να ερευνήσει τον προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της αποφάσεως ήταν γνωστής διαμονής και όχι αγνώστου και ως εκ τούτου ακύρως επεδόθη η απόφαση ως αγνώστου διαμονής, κατά την έρευνα δε του ισχυρισμού αυτού και ιδιαίτερα περί του κατά πόσο δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα να συνεκτιμήσει όχι μόνον το αποδεικτικό επιδόσεως αλλά και όλα τα στοιχεία του φακέλου καθώς και όλα τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα άλλων αρχών κλπ) από τα οποία προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου για την σε εξέλιξη σε βάρος του ποινική διαδικασία.

IV. Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως (άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Εξάλλου η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία άλλως ιδρύεται ο κατ’ άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ λόγος αναιρέσεως. Απόλυτη δε ακυρότητα κατά τη διάταξη του αρθρ.171 Κ.Π.Δ. όπως αντικ. με το άρθρο 11 παρ.2 του Ν. 3904/2010, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται μεταξύ των άλλων και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν «την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα”. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου όταν εκδικάζει αίτηση αναίρεσης κατά ποινικής απόφασης, με λόγους που αφορούν απόλυτη ακυρότητα κατά την προαναφερθείσα έννοια κατά την άσκηση της προαναφερθείσας και αυτεπαγγέλτως δικαιοδοσίας του, επισκοπεί επιτρεπτά όλα τα στοιχεία της ποινικής δικογραφίας, για να καταλήξει τελικά στην κρίση εάν, από τις διαπιστούμενες συνθήκες, όπως προκύπτουν από τον έλεγχο της δικογραφίας, συντελέσθηκε πράγματι παραβίαση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά την προαναφερθείσα έννοια.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτώς, κατά την προαναφερθείσα έννοια από το Δικαστήριο της ολομέλειας για την έρευνα των αναιρετικών λόγων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ύστερα από την από 14-4-1997 μήνυση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αθηνών, παραπέμφθηκε με απευθείας κλήση ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκειμένου να δικασθεί για το αδίκημα της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Πρώτη δικάσιμος εκδίκασης της ως άνω κατηγορίας ορίσθηκε η 23-2-1999. Κατ’ αυτήν κλητεύθηκε στις 20-1-1999 για να εμφανιστεί στο ως άνω Δικαστήριο ως αγνώστου διαμονής, επειδή αναζητήθηκε στην οδό …, που αναφερόταν ως κατοικία του στη μήνυση του Διευθυντή του ΙΚΑ, αλλά ήταν άγνωστος. Ωστόσο, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κατόπιν αιτήματος αυτού και των λοιπών συγκατηγορουμένων του η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε αορίστως προκειμένου να προσκομισθεί επιμέλεια των κατηγορουμένων βεβαίωση ρύθμισης οφειλής (βλ. αριθμ. 23947/23-2-1999 απόφαση Μον. Πλημ. Αθηνών), όμως ο ήδη αναιρεσείων – κατηγορούμενος, παρά την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής, δεν δήλωσε κατά την εμφάνιση του στο ακροατήριο για πρώτη φορά τη διεύθυνση της πραγματικής του κατοικίας, καίτοι παρά την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής είχε λάβει γνώση την σε βάρος του εκκρεμούσα κατηγορία και την δικάσιμο και προσήλθε στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο χωρίς να αντιλέξει για την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής. Ορίσθηκε νέα δικάσιμος εκδίκασης της ως άνω κατηγορίας η 18-2-2000 και κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών στις 2-11-1999, για να εμφανιστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στη νέα δικάσιμο της 18-2-2000, πάλι ως αγνώστου διαμονής, επειδή αναζητήθηκε και πάλι στην οδό … αριθμ. 15, η οποία αναγραφόταν ως κατοικία του στη μήνυση του ΙΚΑ, αλλά ήταν άγνωστος. Κατά τη δικάσιμο αυτή εμφανίσθηκε ξανά στο Δικαστήριο για δεύτερο φορά και εκδόθηκε παρόντος αυτού η αριθμ. 21039/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, κατ’ άρθρο 349 ΚΠοινΔ, για τον απόντα συγκατηγορούμενο του Κ. Π. και για το ενιαίο της κρίσης για τους λοιπούς παρόντες κατηγορούμενους σε ρητή δικάσιμο, την 16-5-2000. Όμως και πάλι, παρά την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής δεν δήλωσε τη διεύθυνση της πραγματικής του κατοικίας. Στη νέα δικάσιμο της 16-5-2000 ο αναιρεσείων είναι παρών για τρίτη φορά και εκδίδεται η αριθμ. 507116/2000 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, επίσης αναβλητική σε ρητή δικάσιμο την 1-11-2000. Στη δικάσιμο της 1-11-2000 εμφανίσθηκε ξανά ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος για τέταρτη φορά και εκδόθηκε η αριθμ. 102457/2000 αναβλητική απόφαση σε ρητή δικάσιμο την 16-2-2001. Στη δικάσιμο αυτή, παρόντος του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου για πέμπτη φορά αναβλήθηκε για μια ακόμη φορά η υπόθεση σε ρητή δικάσιμο την 30-4-2001, προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση περί ρυθμίσεως του χρέους. Στην τελευταία αυτή δικάσιμο, της 30-4-2001, δεν εμφανίσθηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος και οι συγκατηγορούμενοι του και εκδόθηκε η αριθμ. 51959/2001 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία καταδικάστηκε αυτός, ερήμην, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα οκτώ (48) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και χρηματική ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων (1.250.000) δραχμών. Η αριθμ. 51959/2001 καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο την 24-6-2004, ως αγνώστου διαμονής, επειδή δεν ανευρέθη στην από το φάκελο και τη μήνυση προκύπτουσα διεύθυνση κατοικίας του στην οδό … αριθμ. 15, ενώ εξάλλου ο ίδιος δεν είχε δηλώσει ποτέ στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών τη νέα του διεύθυνση, μολονότι γνώριζε πλέον την εκκρεμούσα σε βάρος του κατηγορία κατά τις διαδοχικές (πέντε) εμφανίσεις του στο ακροατήριο. Κατ’ αυτής άσκησε την 6-6-2008, ήτοι εκπροθέσμως, την αριθμ. 8736/6-6-2008 έφεση του. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, με την αριθμ. 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Στη ρηθείσα έφεση του ο αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι «ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής ως τις 28-5-2008 οπότε και συνελήφθη, καθώς αναζητήθηκε στην οδό …, από όπου είχε μετοικήσει με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό … στην …, η οποία ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα”. Εξάλλου, κατά την εκδίκαση της εφέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών, είχε προτείνει, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι η επίδοση σ’ αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, γιατί, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως, είχε γνωστή διαμονή (επί της οδού … στην …), προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού είχε προσκομίσει αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων των οικονομικών ετών 2001, 2003 και 2007, αντίγραφο αποδείξεως βεβαιώσεως φόρου οικονομικού έτους 2002, κλπ., καθώς και την από 30-11-2001 προανακριτική του κατάθεση (επί άλλης υποθέσεως) ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς, όπου είχε δηλώσει την ως άνω διεύθυνση του, η οποία αναγράφεται και στην έκθεση εφέσεως και στην οποία του επιδόθηκε το υπ’ αριθ. 6243/23-11-2002 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς για να παραστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στις 4-3-2003.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό του και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: «… προκύπτει ότι η υπ’ αριθμ. 51959/2001 ερήμην απόφαση … επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής την 24-6-2004 στην αρμόδια δημοτική υπάλληλο Ε. Α., που είχε ορίσει ο Δήμαρχος … (ως τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου), την οποία τοιχοκόλλησε αυθημερόν στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου …, διότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την Εισαγγελία Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α’ προσώπων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Βαλάση, άσκησε την από 6-6-2008 έφεση του, η οποία ενεγράφη στα βιβλία εφέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό έκθεσης εφέσεως …/2008, στην οποία ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «…”. Ομοίως, η ίδια δήλωση επαναλήφθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου. Προβάλλει συνεπώς ο κατηγορούμενος με την έφεση του σε συνδυασμό με τους δια πληρεξουσίου ισχυρισμούς του στο ακροατήριο, ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής, ενόψει του ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης […]. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθότι … ανεξαρτήτως του ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν διατηρούσε πλέον κατοικία επί της οδού … στην …, δεν προέκυψε ότι αυτό ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος ουδόλως είχε καταστήσει γνωστή στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού … στην …, ούτε αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση. Βέβαια ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποδείξει ότι ούτε ήταν γνωστής διαμονής επικαλείται και προσκομίζει κατ’ αρχήν έγγραφα συναλλαγών του με διάφορες δημόσιες αρχές [Δ.Ο.Υ. κλπ.], πλην όμως, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για την επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους. Ομοίως, η από τον εκκαλούντα προσκομιδή του με αρ. …/23-11-2002 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά καθώς και της από 30-11-2001 αίτησης του προς την Πταισματοδίκη Πειραιά δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον, σύμφωνα με όσα επίσης εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί, προκειμένου να θεωρηθεί γνωστής διαμονής, η κατοικία του να είναι γνωστή σε άλλη Εισαγγελική Αρχή, όπως εν προκειμένω είναι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά ή σε άλλη Αστυνομική Αρχή. Γνωστής διαμονής θα ήταν ο κατηγορούμενος και η επίδοση θα έπασχε ακυρότητας, μόνον εάν η κατοικία του ήταν γνωστή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της απόφασης, ήτοι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών. Κατά τον τρόπο αυτό η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη, ορθά δε αυτός αναζητήθηκε στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση, και επομένως από τότε άρχιζε η πιο πάνω προθεσμία άσκησης της έφεσης. Σημειωτέον ότι ενόψει του ότι η επίδοση της εκκαλουμένης έγινε πριν από μια επταετία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψη ότι η Εισαγγελία Αθηνών όφειλε να γνωρίζει τη νέα διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος από άλλες εισαγγελικές ή δημόσιες αρχές της χώρας, αφού δεν υπήρχε τέτοια εξέλιξη της μηχανογράφησης ούτε on-line σύνδεση υπηρεσιών. Κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 εδ.β’ ΠΔ …”.

Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα προκύπτουν κατά τη γνώμη της μειοψηφίας τα ακόλουθα: α) Ορθώς και εγκύρως επιδόθηκε καταδικαστική απόφαση στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής, αφού για την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η επί της οδού … στην … διεύθυνση κατοικίας του ήταν άγνωστη, ο ίδιος δε (αναιρεσείων) ο οποίος εγνώριζε ότι εκκρεμούσε η υπόθεση του στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, λόγω της επανειλημμένης εμφανίσεως του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, δεν εδήλωσε την πραγματική του διεύθυνση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ώστε τα αφορώντα την πιο πάνω υπόθεση έγγραφα να επιδίδονται σ’ αυτή, και συνεπώς η δικονομική βλάβη που υπέστη οφείλεται σε δικές του παραλείψεις και όχι της Εισαγγελίας ή του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να προταθεί από τον ίδιο (άρθρο 173 παρ.3 Κ.Π.Δ.), αλλά ούτε και να κηρυχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έστω και στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας.

β) Δεν δύναται να τεθεί θέμα απολύτου ακυρότητας αφ ενός λόγω «ακύρου επιδόσεως” της αποφάσεως και αφ’ ετέρου λόγω παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ επειδή δήθεν λόγω της ακύρου επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, δεν έλαβε γνώση της καταδικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε εναντίον του, ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το νόμο, να εμφανισθεί στο Δικαστήριο προκειμένου να αντιτάξει τους ισχυρισμούς του σχετικά με τη βασιμότητα της κατηγορίας, για την οποία καταδικάσθηκε ερήμην πρωτοδίκως και να τύχει έτσι δίκαιης δίκης, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, τελούσε σε γνώσει του ότι εκκρεμούσε η υπόθεση σε βάρος του, όπως επίσης τελούσε σε γνώσει του ότι η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών δεν γνώριζε τη νέα διεύθυνση κατοικίας του, την οποία αυτός ουδέποτε γνωστοποίησε, καίτοι είχε υποχρέωση, καίτοι κάθε φορά επληροφορείτο τη δικάσιμο παρά την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του αιτιολόγησε πλήρως την απόρριψη της εφέσεως αξιολογώντας όλο το αποδεικτικό υλικό που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ήδη αναιρεσείων-εκκαλών, ρητά δε δέχθηκε ως αποδεικτέο και το κρίσιμο γεγονός ότι η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο Δ/νση (…) δεν περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο σε γνώση της Εισαγγελέως που παρήγγειλε την επίδοση, ενώ ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος σε κανένα σημείο της διαδικασίας δεν επικαλέσθηκε ακυρότητα της κλητεύσεώς του ως αγνώστου διαμονής.

Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, κατά το ένα σκέλος του, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, οι οποίοι παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια ως ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Επομένως, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η, Δ και Α, του ΚΠΔ, παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια, πρώτος, δεύτερος, κατά το ένα σκέλος του, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά ταύτα, και ενόψει του ότι, ο δεύτερος, κατά το άλλο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως έχει, απορριφθεί, με την υπ’ αριθμό 455/2013, παραπεμπτική απόφαση, του Ζ’ Τμήματος, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, (δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτής), και αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι την έφεση ως εκπρόθεσμη, είτε να την κρίνει παραδεκτή και να προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμό 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύτηκε στη Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2014.

πηγή: areiospagos.gr

0

Αδειάζουν πάλι τις φυλακές… μέχρι να τις ξαναγεμίσουν!

Ψηφίσθηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο ο νόμος 4198/11-10-2013 (ΦΕΚ Α 215 11-10-2013) για την «Πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και προστασία των θυμάτων αυτής και άλλες διατάξεις”. Στο άρθρο 8 του νόμου ορίζονται διατάξεις 1- για την παραγραφή και παύση ποινικής δίωξης αξιόποινων πράξεων, πταισμάτων και πλημμελημάτων που έχουν τελεστεί έως την 31-08-2013 (παρ.3), 2- για την παραγραφή καταδικαστικών αποφάσεων έως έξι μηνών που δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες έως την 11-10-2013 (παρ. 4), 3- για την εφαρμογή του νόμου 4043/2012 άρθρο 1(απόλυση κρατουμένων υπό τον όρο της ανάκλησης) σε αυτούς που πληρούν τις προϋποθέσεις του έως την 11-10-2013 (παρ. 5), 4- για την απόλυση καταδικασθέντων με το νόμος περί ναρκωτικών που έχουν εκτίσει το 1/3 της ποινής τους (παρ. 9).

Ειδικότερα το άρθρο 8 του νόμου 4198/2013 έχει ως εξής:

Παράγραφος 3

α. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι 31.8.2013: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση των πλημμελημάτων, εάν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, συνεχίζεται η κατ’ αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.

β. Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή  δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης.

γ. Οι αστικές αξιώσεις που τυχόν απορρέουν από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.

δ. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τις παραβάσεις: α) του άρθρου 358 και του άρθρου 377 του Ποινικού Κώδικα για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, β) του ν. 690/1945, γ) του άρθρου 28 του ν. 3996/2011, δ) του άρθρου 29 του ν. 703/1977 και του άρθρου 44 του ν. 3959/2011, ε) του ν. 2168/1993, στ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 593), ζ) του άρθρου 6 του ν. 456/1976 και η) του άρθρου 41 ΣΤ΄ του ν. 2725/1999.

Παράγραφος 4

α. Ποινές στερητικές της ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη.

β. Οι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές.
γ. Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 167, 189, 235, 236, 237, 242, 256, 258, 259, 292, 309, 334 παράγραφος 3, 372, 382 και 390 του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως εξαιρούνται αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις: α) του ν. 2168/1993, β) του άρθρου 6 του ν. 456/1976, γ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 593) και δ) του άρθρου 41 ΣΤ΄ του ν. 2725/1999.

Παράγραφος 5

Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4043/2012 εφαρμόζονται και στους κρατουμένους που εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας και πληρούν τις τασσόμενες με αυτό προϋποθέσεις κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος νόμου. Το ίδιο ισχύει και για τους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις αυτές: α) μέχρι τις 30.6.2014 και β) μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου
ύστερα από άσκηση ενδίκου μέσου και εφόσον η έκτιση της ποινής τους έχει αρχίσει κατά τη δημοσίευσή του.

Παράγραφος 9

Όσοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον ν. 3459/2006, απολύονται υφ’ όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Την απόλυση διατάσσει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής.

0

Ηλεκτρονική επιτήρηση υποδίκων, καταδίκων και κρατουμένων σε άδεια. Μέρος Β’ – Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Οι τροποποιήσεις του νόμου 4205/2013 (άρθρο 2) στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας:

1. Με το υπό στοιχείο Α. κεφάλαιο προστίθεται στον ενδεικτικό κατάλογο των περιοριστικών όρων , που προβλέπονται στο άρθρο 282 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας , ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση .
2. Με το υπό στοιχείο Β. κεφάλαιο μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται νέα παράγραφος 3 και αναριθμούνται οι παράγραφοι 3,4 και 5 σε 4, 5 και 6 αντιστοίχως. Με το νέο σύνολο ρυθμίσεων ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση τίθεται ανάμεσα στους λοιπούς περιοριστικούς όρους και στο μέτρο της προσωρινής κράτησης ως εξής : Πρώτα εξετάζεται η δυνατότητα να εξυπηρετηθούν οι σκοποί του άρθρου 296 Κ.Π.Δ. με την επιβολή κάποιου από τους υπόλοιπους περιοριστικούς όρους , αν αυτό βέβαια κριθεί απαραίτητο . Στην περίπτωση, και μόνο τότε, που κριθεί αιτιολογημένα ότι οι υπόλοιποι περιοριστικοί όροι δεν επαρκούν και εφόσον συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες σήμερα προϋποθέσεις και περιπτώσεις επιβολής της προσωρινής κράτησης, οι οποίες δεν μεταβάλλονται , τότε αντί για προσωρινή κράτηση επιβάλλεται ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, μόνο εφόσον ο κατηγορούμενος έχει γνωστή διαμονή και εφόσον συναινεί σε αυτό. Ωστόσο, ρητά αποκλείεται η δυνατότητα επιβολής του όρου του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση στις περιπτώσεις υποδίκων για τα κακουργήματα του άρθρου 23 του ν.4139/2013, των άρθρων 187, 187 Α, 336, 338, 339 παράγραφος 1, περίπτωση α’ και β’, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348 Α παράγραφος 4 , 351 Α παράγραφοι 1, περίπτωση α’ και β’ και 3, 380 παράγραφοι 1 εδάφιο δεύτερο και 2 και 299 παράγραφος 1, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση , δεν αναγνωρίστηκαν , κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, ελαφρυντικές περιστάσεις, λόγω της ιδιαίτερα μεγάλης κοινωνικής απαξίας και σοβαρότητας των συγκεκριμένων εγκλημάτων.

 Σκοπός της νέας ρύθμισης

Σκοπός της νέας ρύθμισης είναι να επιβάλλεται προσωρινή κράτηση ως το απολύτως έσχατο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού, μόνο εφόσον ήδη συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες σήμερα προϋποθέσεις και περιπτώσεις επιβολής της και επιπρόσθετα εφόσον είτε κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκεί κανένας περιοριστικός όρος , συμπεριλαμβανομένου πλέον σε αυτούς και του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση , για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296, είτε επαρκεί μεν, αλλά δεν μπορεί να διαταχθεί ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση λόγω έλλειψης συναίνεσης του κατηγορούμενου ή λόγω έλλειψης γνωστής διαμονής του στη χώρα.

Καθίσταται έτσι σαφές ότι ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση είναι μέτρο αποκλειστικά εναλλακτικό προς την προσωρινή κράτηση και επιβάλλεται μόνο αντ’ αυτής και μόνο εφόσον συντρέχουν όλες οι μέχρι σήμερα προϋποθέσεις της και κρίνεται εφικτή η επιβολή του. Πρόκειται για τον πλέον επαχθή περιοριστικό όρο , με τον οποίο περιορίζονται ουσιωδώς μια σειρά από ελευθερίες του κατηγορούμενου και κατά τούτο προσομοιάζει έντονα προς την προσωρινή κράτηση. Σε καμία περίπτωση, επομένως, δεν πρέπει να επιβάλλεται στις περιπτώσεις εκείνες, που θα επαρκούσε κάποιος από τους ήδη προβλεπόμενους ελαφρύτερους περιοριστικούς όρους για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ούτε να επιβάλλεται επιπρόσθετα προς αυτούς.
Κατά τα λοιπά επαναλαμβάνεται ρητά ότι η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί από μόνη της για την επιβολή του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αλλά και της προσωρινής κράτησης, ενώ ορίζεται, στην ίδια δικαιολογητική βάση, ότι μόνη η άρνηση του κατηγορουμένου να συναινέσει στην υποβολή του σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση (που αποτελεί προαπαιτούμενο επιβολής του όρου) δεν τον καθιστά ύποπτο φυγής ή διάπραξης νέων εγκλημάτων και δεν αρκεί για την επιβολή της προσωρινής κράτησης.
Επαναλαμβάνεται επίσης ότι εάν ο κατηγορούμενος παραβιάσει τους περιοριστικούς όρους που του επιβλήθηκαν και τις; σχετικές υποχρεώσεις του , συμπεριλαμβανομένου πλέον και του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και νοούμενων ως συναφών υποχρεώσεών του και το να αποφεύγει κάθε επέμβαση, καταστροφή ή έστω φθορά του σχετικού εξοπλισμού και αλλοίωση των συλλεγόμενων δεδομένων, είναι δυνατή η αντικατάσταση του περιοριστικού όρου με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 298 Κ.Π.Δ.

Εφαρμογή στους Ανήλικους

Ορίζεται ότι οι ως άνω ρυθμίσεις αφορούν και ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορούνται απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Στην περίπτωση αυτή η έγγραφη συναίνεση πρέπει να δοθεί και από τους ασκούντες την επιμέλεια του ανηλίκου και από τον ίδιο. Ορίζονται επίσης τα χρονικά όρια, καθώς και τίθεται η γενική αρχή ότι εφόσον παραβιαστεί από τον ανήλικο ο όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, τότε επιβάλλεται, ως μόνο εναπομείναν μέσο, η προσωρινή κράτηση.

Νομοθετικός Ορισμός

Με το υπό στοιχείο Ε. κεφάλαιο διορθώνεται ο τίτλος του άρθρου 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας από το σημερινό «Ένταλμα προσωρινής κράτησης» στο συνεπέστερο με το περιεχόμενο του άρθρου «Διαδικασία μετά την απολογία» , ενώ, με το υπό στοιχείο ΣΤ. κεφάλαιο προστίθεται νέο άρθρο αριθμούμενο μετά το άρθρο 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως άρθρο 283Α με τίτλο «Άρθρο 283Α. Κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση». Το νέο άρθρο τίθεται μετά από το άρθρο 283 που περιγράφει τι ακολουθεί την απολογία του κατηγορουμένου και ορίζει την πιθανή αντιμετώπισή του και πριν από το άρθρο 284 που ορίζει τη διαδικασία και τις λεπτομέρειες της προσωρινής κράτησης. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται και πάλι σαφές ότι ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση έπεται των λοιπών όρων στη σειρά αντιμετώπισής τους ως ενδεχόμενων, αλλά προηγείται πάντα της εξέτασης του ενδεχομένου επιβολής προσωρινής κράτησης.
Κρίθηκε απαραίτητο να δοθεί νομοθετικός ορισμός του εν λόγω περιοριστικού όρου και των σχετικών με αυτό υποχρεώσεων του κατηγορούμενου, ήτοι να παραμένει αυτός διαρκώς στην κατοικία του όπως αυτή ορίστηκε στην ανακριτική διάταξη, να αποφεύγει οποιαδήποτε επέμβαση στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται από την αρμόδια αρχή για να παρακολουθεί την θέση του και να τηρεί σχετικό αρχείο, όπως και οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση των συλλεγόμενων συναφών δεδομένων. Η τήρηση του αρχείου γίνεται με σκοπό αφενός να διασφαλίζεται η τήρηση των υποχρεώσεων του , επιτηρούμενου και αφετέρου για την αποτροπή τέλεσης νέων εγκλημάτων και για την εξιχνίασή τους, εφόσον τελεστούν από τον ίδιο τον επιτηρούμενο ή τρίτον συμμέτοχο. Η χρήση των όρων «όργανο» και «υπηρεσία» έχει ως σκοπό και τον τονισμό του δημόσιου χαρακτήρα τους, ενώ οι ειδικότερες λεπτομέρειες θα οριστούν με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως προβλέπεται σε άλλο άρθρο του παρόντος νομοσχεδίου.
Περαιτέρω, ορίζεται ότι ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αντιμετωπίζεται όπως ακριβώς η προσωρινή κράτηση σε σχέση με την διάρκεια, τα ανώτατα όρια, την εξακολούθηση ή διακοπή του και την επανεξέτασή του στα προβλεπόμενα χρονικά διαστήματα, με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 287 και 288 του Κ.Π.Δ .. Κατά συνέπεια και οι σχετικές υποθέσεις πρέπει να προσδιορίζονται και να εκδικάζονται κατά προτεραιότητα, όπως των προσωρινά κρατουμένων.

Κόστος της επιτήρησης 

Ορίζεται ως κανόνας ότι το κόστος της επιτήρησης επιβάλλεται στον επιτηρούμενο και προκαταβάλλεται για χρονικό διάστημα μέχρι έξι μήνες, καθώς τότε προβλέπεται η επανεκτίμηση από το αρμόδιο Συμβούλιο ως προς την συνέχιση του μέτρου. Μέχρι να προκαταβληθούν τα έξοδα, τα οποία θα καθοριστούν ειδικότερα με το ως άνω εκδοθησόμενο προεδρικό διάταγμα, δεν τοποθετείται ο εξοπλισμός και ο κατηγορούμενος κρατείται, ενώ αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία επιβάλλεται πλέον προσωρινή κράτηση ως μόνη εναλλακτική λύση, καθώς για να επιβληθεί ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση έχει ήδη κριθεί ότι δεν επαρκούν οι λοιποί λιγότερο επαχθείς περιοριστικοί όροι. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μπορούν κατ’ εξαίρεση να επιβληθούν τα σχετικά έξοδα στο Δημόσιο αν κριθεί αιτιολογημένα ότι ο επιτηρούμενος αδυνατεί να τα καταβάλει. Προς τούτο πρέπει να χρησιμοποιούνται σχετικά εισοδηματικά, περιουσιακά και οικογενειακά κριτήρια και κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. Προβλέπεται επίσης η απόδοση της διαφοράς σε εκείνον που προκατέβαλε τα έξοδα αν για οποιοδήποτε λόγο δεν συμπληρώσει το προβλεπόμενο διάστημα επιτήρησης.
Αφού καταβληθούν τα έξοδα ή απαλλαγεί από αυτά ο επιτηρούμενος, προβλέπεται να οδηγηθεί χωρίς αναβολή στο πλησιέστερο αρμόδιο όργανο για την προσαρμογή και ενεργοποίηση του τεχνικού μέσου επιτήρησης, για την οποία συντάσσεται έκθεση και στη συνέχεια οδηγείται στο προκαθορισμένο μέρος της οικίας του. Πάντως, η διάρκεια του κατ’ οίκον περιορισμού θεωρείται ότι έχει αρχίσει από την ημέρα έκδοσης της διάταξης επιβολής του.

Κατ’ οίκον περιορισμός κατά τη διάρκεια αναστολής της έφεσης

Τέλος , τροποποιείται η παράγραφος 7 του άρθρου 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ώστε εάν στο δικονομικό αυτό στάδιο
(ανασταλτική δύναμη της έφεσης, με επιβολή περιοριστικών όρων) επιβληθεί στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο ο όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, να εφαρμόζονται ως προς τα, πρακτικά ζητήματα της εφαρμογής του αντίστοιχα και τα οριζόμενα στο άρθρο 283Α, με την εξαίρεση της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, που ορίζει την διάρκεια, τα ανώτατα όρια, την εξακολούθηση ή διακοπή του και την επανεξέτασή του στα προβλεπόμενα χρονικά διαστήματα με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 287 και 288 του Κ.Π.Δ., που όμως μπορούν να έχουν εφαρμογή μόνο στην προδικασία και όχι στο παρόν στάδιο. Κατά τα λοιπά ισχύει ό,τι θα ίσχυε και για τους λοιπούς τυχόν επιβαλλόμενους από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο περιοριστικούς όρους.

Νομοθετική Επιτροπή για την ηλεκτρονική επιτήρηση

Η Επιτροπή αποφάσισε το άρθρο 2 κατά πλειοψηφία. Η άποψη της μειοψηφίας ήταν ότι η ηλεκτρονική επιτήρηση με τη μορφή μιας πρόσθετης, ενδιάμεσης επιλογής μεταξύ προσωρινής κράτησης και περιοριστικών όρων ή εναλλακτικής της προσωρινής κράτησης πρέπει να αποκρουσθεί με επιχειρηματολογία που παραπέμπει σε γενικές γραμμές και τηρουμένων των αναλογιών σε όσα αναφέρθηκαν και κατά τη συζήτηση για την απόλυση υπό όρο, στο άρθρο 1 του παρόντος. Αντί αυτών πρότεινε να θεωρήσουμε ότι η ηλεκτρονική επιτήρηση είναι μέτρο λειτουργικά ισοδύναμο με την προσωρινή κράτηση, οπότε πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για να την αντικαθιστά όπου δεν τίθεται ζήτημα επιβολής περιοριστικών όρων. Κατά τα λοιπά, η μειοψηφία επανέλαβε τις απόψεις που διατύπωσε και κατά τη συζήτηση για την απόλυση υπό όρο όσον αφορά την επέκταση του ιστού του ποινικού ελέγχου και την περαιτέρω επιβάρυνση του συστήματος της ποινικής καταστολής.

Κατ’ άρθρο νομοθετικές διατάξεις:

Άρθρο 2
Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Α. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται η φράση «και ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση».

Β. Στο άρθρο 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μετά την παράγραφο 2 προστίθεται νέα παράγραφος με αριθμό 3 ως εξής, αναριθμουμένων των λοιπών παραγράφων σε 4, 5 και 6 αντιστοίχως :
«3. α) Κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση , όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 283 Α. , επιβάλλεται μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 και κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι άλλοι περιοριστικοί όροι δεν επαρκούν για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296, υπό την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα, έχει γνωστή διαμονή στη χώρα και:
αα) έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή για παραβίαση περιορισμών διαμονής και από την συνδρομή ενός εκ των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του, ή
ββ) κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη του για ομοειδή αξιόποινη πράξη, να διαπράξει και
άλλα εγκλήματα.
β) Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στον νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή εάν το έγκλημα τελέσθηκε κατ• εξακολούθηση ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, μπορεί να διαταχθεί ο κατ’ οίκον περιορισμός του με ηλεκτρονική επιτήρηση και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης και την εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου, κρίνεται αιτιολογημένα, ότι το μέτρο αυτό παρέχει βάσιμα την προσδοκία ότι ο τελευταίος δεν θα διαπράξει άλλα εγκλήματα. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε καταδίκους για τα κακουργήματα του άρθρου 23 του ν.4139/2013, των άρθρων 187, 187 Α, 336, 338, 339 παράγραφος 1, περίπτωση α’ και β’, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348 Α παράγραφος 4 , 351 Α παράγραφοι 1, περίπτωση α’ και β’ και 3, 380 παράγραφοι 1 εδάφιο δεύτερο και 2 και 299 παράγραφος 1, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση , δεν αναγνωρίστηκαν κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, ελαφρυντικές περιστάσεις.
γ) Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιβληθεί κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση του κατηγορουμένου και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στην περίπτωση α’ και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο διάρκειας του περιοριστικού όρου είναι έξι, μήνες.
δ) Μόνο η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση . Κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ‘δεν διατάσσεται χωρίς να προηγηθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου . Μόνο το γεγονός της μη υποβολής τέτοιου αιτήματος από τον τελευταίο δεν τον καθιστά δίχως άλλο ύποπτο φυγής ή διάπραξης νέων εγκλημάτων και αυτό δεν αρκεί για την επιβολή της προσωρινής κράτησης.
ε) Εάν ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν σχετικά με τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση , είναι δυνατή η αντικατάστασή τους με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 298. Σε περίπτωση όμως τέλεσης από τον κατηγορούμενο του εγκλήματος του άρθρου 173 Α., ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση αντικαθίσταται με προσωρινή κράτηση.
στ) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορείται, όταν τελείται από ενήλικο, απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Στην περίπτωση αυτή ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες και μπορεί να παρατείνεται μόνο για τρεις μήνες από το δικαστήριο, στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 291. Το αίτημα για κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση υποβάλλεται σωρευτικά από τον ανήλικο κατηγορούμενο και από εκείνον που έχει την επιμέλειά του. Εάν ο ανήλικος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν σχετικά με τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή τελέσει το έγκλημα του άρθρου 173 Α. , είναι δυνατή η αντικατάστασή του με προσωρινή κράτηση».

Γ. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής :
«Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί : α) για κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση , όταν το μέτρο αυτό δεν επαρκεί ή δεν μπορεί να επιβληθεί λόγω έλλειψης γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου στη χώρα ή λόγω μη υποβολής από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος να υποβληθεί σ’ αυτό και β) για περιοριστικούς όρους – εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι τα υπό στοιχεία α και β μέτρα δεν επαρκούν – εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού , μόνον αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή για παραβίαση περιορισμών διαμονής και από την συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα».

 

Δ. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής :
«6. Η παράγραφος 4 εφαρμόζεται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορείται απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών».

 

Ε. 1. Ο τίτλος του άρθρου 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται με τον τίτλο:

«Διαδικασία μετά την απολογία».
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής :
«1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 282 ο ανακριτής , αμέσως μετά την απολογία του κατηγορουμένου , μπορεί να τον αφήσει ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη που να του θέτει περιοριστικούς όρους ή , αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου , να εκδώσει διάταξη επιβολής κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση ή, αν τα ανωτέρω μέτρα δεν επαρκούν , να εκδώσει ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα προσωρινής κράτησης , αφού προηγουμένως και σε κάθε περίπτωση λάβει τη γραπτή σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα».

 

ΣΤ. Μετά το άρθρο 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 283Α ως εξής:

«Άρθρο 283Α
Κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση
1. Ως «κατ’ οίκον περιορισμός» νοείται η επιβολή στον κατηγορούμενο της υποχρέωσης να μην εξέρχεται από συγκεκριμένο και ειδικά ορισμένο στην διάταξη του ανακριτή κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων, που αποδεδειγμένα συνιστά τον τόπο διαμονής ή κατοικίας του. Για τον σκοπό αυτό ο κατηγορούμενος επιτηρείται με την χρήση πρόσφορων ηλεκτρονικών μέσων. Ο κατηγορούμενος υποχρεούται να μην επεμβαίνει ή επιδρά καθ’ οιονδήποτε τρόπο στα ηλεκτρονικά μέσα και στα συναφή με την επιτήρηση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Αρμόδια υπηρεσία παρακολουθεί και καταγράφει μέσω συστήματος γεωεντοπισμού μόνο την γεωγραφική θέση του κατηγορούμενου και τηρεί σχετικό αρχείο.
2. Ως προς την διάρκεια ισχύος του μέτρου του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και τη διαδικασία άρσης, εξακολούθησης ή παράτασής της εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στα άρθρα 287 και 288 ΚΠΔ .
3. Το κόστος των ηλεκτρονικών μέσων επιτήρησης φέρει ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4. Για τον σκοπό αυτό με την διάταξη του ανακριτή επιβάλλεται η υποχρέωση προκαταβολής των εξόδων επιτήρησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Σε περίπτωση παράτασης της διάρκειας του μέτρου κατά το άρθρο 287, επιβάλλεται με το σχετικό βούλευμα η προκαταβολή των επιπλέον εξόδων. Αν για οποιονδήποτε λόγο αρθεί ή αντικατασταθεί το μέτρο πριν από την συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος για το οποίο έχουν προκαταβληθεί τα έξοδα, τότε με τη σχετική απόφαση, διάταξη ή βούλευμα διατάσσεται η απόδοση της διαφοράς σε εκείνον που τα προκατέβαλε. Αν ο κατηγορούμενος αθωωθεί, καταδικασθεί ή παύσει η εναντίον του ποινική δίωξη, εφαρμόζεται ως προς την διαφορά αντίστοιχα το άρθρο 303.
Σε περίπτωση μη προκαταβολής των εξόδων εντός της χορηγηθείσας από τον ανακριτή προθεσμίας, ο τελευταίος, μετά από πρόταση του εισαγγελέα, επιβάλλει προσωρινή κράτηση, εκτός εάν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος στερείται την οικονομική δυνατότητα να τα καταβάλει, οπότε τα έξοδα επιβάλλονται στο Δημόσιο.
Εκείνος σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε το μέτρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση κρατείται μέχρι να προκαταβληθούν τα σχετικά έξοδα που του επιβλήθηκαν. Αφού καταβληθούν αυτά, οδηγείται στο αρμόδιο όργανο για την προσαρμογή του τεχνικού μέσου επιτήρησης, μαζί με την σχετική διάταξη του ανακριτή. Εάν στη δικαστική περιφέρεια, στην οποία επιβλήθηκε το μέτρο , δεν είναι αυτό δυνατόν, ο κατηγορούμενος οδηγείται χωρίς αναβολή στην πλησιέστερη δικαστική περιφέρεια, στην οποία λειτουργεί αρμόδιο όργανο. Αφού προσαρμοσθεί και ενεργοποιηθεί ο τεχνικός εξοπλισμός για την ηλεκτρονική επιτήρηση, οδηγείται στο προκαθορισμένο κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων και συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο της οποίας εντάσσεται στην δικογραφία. Η διάρκεια του κατ’ οίκον περιορισμού αρχίζει από την ημέρα έκδοσης της διάταξης επιβολής του.»

Στην παράγραφο 7 του άρθρου 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται εδάφιο τελευταίο ως εξής:

«Εάν στον κατηγορούμενο επιβληθεί ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση , εφαρμόζονται αντίστοιχα και τα οριζόμενα στο άρθρο 283 Α. , με την εξαίρεση της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου».

Ενημέρωση 08-10-2013:

Το κάτωθι νομοσχέδιο βρίσκεται στη διαδικασία της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, στο στάδιο της δεύτερης ανάγνωσης, όπου θα συνεδριάσει την 10-10-2013

0

Ηλεκτρονική επιτήρηση υποδίκων, καταδίκων και κρατουμένων σε άδεια. Μέρος Α’ – Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα

Δημοσιοποιήθηκε ο νόμος 4205/2013 (ΦΕΚ Α 242/06-11-2013) για την ηλεκτρονική επιτήρηση.

Νωρίτερα, με την  αριθ.  64062/27.9.2012  απόφαση  του Υπουργού  Δικαιοσύνης,  Διαφάνειας  και ‘Ανθρωπίνων  Δικαιωμάτων συνεστήθη ειδική  νομοπαρασκευαστική  επιτροπή  για  την επεξεργασία  σχεδίου  νόμου  για  τα  μέσα  ηλεκτρονικής επιτήρησης σε υπόδικους, κατάδικους και κρατούμενους σε άδεια.

Το πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε η Επιτροπή, όπως καθορίστηκε με τη σχετική υπουργική απόφαση, περιλάμβανε τρία πεδία αναφοράς, ένα από τον χώρο της ποινικής δικονομίας, ένα από τον χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και ένα από τον χώρο του σωφρονιστικού δικαίου. Ζητούμενο για την Επιτροπή ήταν να  εισηγηθεί τρόπους εφαρμογής της ηλεκτρονικής επιτήρησης στο πλαίσιο των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού,  της  απόλυσης  υπό όρο  και των αδειών κρατουμένων  με σκοπό την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης.

Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στο Κοινοβούλιο την 13-09-2013 προέβλεπε την δυνατότητα έκτισης της ποινής κατ’ οίκον και με ηλεκτρονική παρακολούθηση του κρατούμενου, εφ΄όσον έχει εκτίσει τα 2/5 της ποινής ή (για περιπτώσεις ισόβιας κάθειρξης) τουλάχιστον 14 χρόνια. Σε περίπτωση που εκτίει πολλαπλές ποινές, το ελάχιστο όριο κάθειρξης εντός σωφρονιστικού καταστήματος είναι τα 17 χρόνια. Του ευεργετήματος εξαιρούνται οι κατάδικοι για κακουργήματα ιδιαίτερα ειδεχθή και επιβλαβή για τη δημόσια ασφάλεια – η μεγαλεμπορία ναρκωτικών, η εσχάτη προδοσία, η σύσταση συμμορίας και η τρομοκρατική δράση, ο βιασμός, η κατάχρηση σε ασέλγεια, η παιδεραστία, η κατ’ επάγγελμα ή συνήθεια παιδική πορνογραφία, η εκπόρνευση ανηλίκου, η ένοπλη ληστεία και η ανθρωποκτονία από πρόθεση (εφ’ όσον στην περίπτωση αυτή επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη).
Ειδικότερα σύμφωνα με το νόμο 4205/2013:

Άρθρο 1
Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα

  • άρθρο 110Β - Απόλυση καταδίκων υπό τον όρο του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση

    Με την προσθήκη στον Ποινικό Κώδικα του άρθρου 110 Β εισάγεται ο θεσμός της απόλυσης καταδίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 283Α ΚΠΔ. Σκοπός του θεσμού αυτού είναι να συμβάλει στην αποσυμφόρηση των φυλακών από ήδη κρατούμενους σε αυτές καταδίκους χωρίς κινδύνους για τη δημόσια ασφάλεια.

    Κατά τα οριζόμενα στην πρώτη παράγραφο η απόλυση του παρόντος άρθρου δύναται να χορηγηθεί μόνο σε κατάδικο που εκτίει ποινή πρόσκαιρης ή ισόβιας κάθειρξης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα. Το δικαίωμα για χορήγηση της απόλυσης του παρόντος άρθρου προηγείται   χρονικά σημαντικά σε σχέση με την απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 105. Επίσης, σε αντίθεση με την απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 105, η απόλυση του άρθρου αυτού προϋποθέτει προηγούμενη αίτηση του καταδίκου και δεν εξετάζεται από το Δικαστικό Συμβούλιο αυτεπαγγέλτως. Ωστόσο , ρητά αποκλείεται η απόλυση καταδίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, στις περιπτώσεις των κακουργημάτων του άρθρου 23 του ν.4139/2013, των άρθρων 187, 187 Α, 336, 338, 339 παράγραφος  1, περίπτωση α’ και β’ , 342 παράγραφοι  1 και 2, 348 Α παράγραφος 4 , 351 Α Παράγραφοι  1, περίπτωση  α’ και β’ και 3, 380 παράγραφοι  1 εδάφιο δεύτερο και 2 και 299 παράγραφος 1, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη.

    Άρθρο 110Β – Απόλυση καταδίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση.

     

    1. Όσοι καταδικάσθηκαν σε ποινή στερητική της ελευθερίας, μπορούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, να απολυθούν υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 283Α ΚΠΔ, εφ όσον έχουν εκτίσει:

    α) προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη, τα 2/5 της ποινής τους,

    β) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον 14 έτη.

    Στην περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά περισσότερες ποινές, ο κατάδικος πρέπει να έχει εκτίσει το άθροισμα των τμημάτων των ποινών που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’. Σε κάθε περίπτωση ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί, εάν έχει εκτίσει 17 έτη , ακόμη και όταν το παραπάνω άθροισμα υπερβαίνει το όριο αυτό. Ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά το ν. 2058/1952. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε καταδίκους για τα κακουργήματα του άρθρου 23 του ν.4139/2013, των άρθρων 187, 187 Α, 336, 338, 339 παράγραφος 1, περίπτωση α’ και β’, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348 Α παράγραφος 4, 351 Α παράγραφοι 1, περίπτωση α’ και β’ και 3, 380 παράγραφοι 1 εδάφιο δεύτερο και 2 και 299 παράγραφος 1, εφόσον, στην τελευταία  περίπτωση  , δεν  αναγνωρίστηκαν  ,  κατά  την  επιμέτρηση  της  επιβληθείσας ποινής, ελαφρυντικές περιστάσεις.]

     

    Στη  δεύτερη  παράγραφο  ορίζεται  ο  ελάχιστος  πραγματικός  χρόνος  παραμονής  του καταδίκου στο κατάστημα κράτησης, προκειμένου ο κατάδικος να αποκτήσει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για την απόλυση του παρόντος άρθρου. Οι χρονικές προϋποθέσεις έκτισης (παρ. 1) και ο ελάχιστος πραγματικός χρόνος παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα (παρ. 2) πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.

    [2. Στην περίπτωση της πρόσκαιρης κάθειρξης ο κατάδικος θα πρέπει να έχει παραµείνει στο σωφρονιστικό κατάστηµα για χρονικό διάστηµα ίσο µε το ένα πέµπτο (1/5 ) της ποινής που του επιβλήθηκε, στη δε περίπτωση της ισόβιας κάθειρξης για χρονικό διάστηµα ίσο µε δώδεκα (12) έτη. Το χρονικό διάστηµα του ενός πέµπτου (1/5) ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης των δώδεκα (12) ετών, προσαυξάνεται κατά το ένα πέµπτο των λοιπών ποινών, που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση, όµως, ο κατάδικος µπορεί να απολυθεί, εάν έχει εκτίσει πραγµατικά στο σωφρονιστικό κατάστηµα δεκατέσσερα (14) έτη. Για την απόλυση του κρατουµένου κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν απαιτείται να έχει καταστεί η καταδίκη αµετάκλητη. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρµόζονται σε καταδίκους για το έγκληµα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 5 του ν. 2058/1952 ή για το έγκληµα της ανθρωποκτονίας µε πρόθεση της παραγράφου 1 του άρθρου 299 Π.Κ., εφόσον η πράξη αυτή τελέσθηκε εναντίον υπαλλήλου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του.]

     

    Στην τρίτη παράγραφο  ορίζεται  ότι ο απολυθείς  κατ’ άρθρο  110  έχει το δικαίωμα να εξέρχεται της  οικίας του προκειμένου να εργάζεται, να εκπαιδεύεται, να καταρτίζεται επαγγελματικά, να συμμετέχει σε προγράμματα συντήρησης ή απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ ή και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που του έχουν υποβληθεί. Οι προαναφερόμενες έννοιες θα πρέπει να ερμηνεύονται με ευρύτητα έτσι ώστε να εντάσσονται σε αυτές όλες εκείνες οι δραστηριότητες που δύνανται να συνιστούν μία επωφελή για τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του καταδίκου ενασχόληση. Επίσης ορίζονται οι διαδικασίες και τα αρμόδια όργανα για τον προσδιορισμό, την τροποποίηση του προγράμματος απουσίας από την οικία και την επιβολή και τροποποίηση λοιπών υποχρεώσεων. Δεν τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της απόλυσης του παρόντος άρθρου η προηγούμενη εύρεση εργασίας, η ένταξη σε πρόγραμμα εκπαίδευσης κλπ. Μετά από τη χορήγηση της απόλυσης, όλα τα παραπάνω θέματα ρυθμίζονται με εισαγγελική διάταξη προκειμένου να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ευέλικτης προσαρμογής στις ανάγκες του εκάστοτε απολυθέντος καταδίκου.

    Παράλληλα, με την εργασία, την εκπαίδευση κ.λ.π. και τον προκαθορισμό (με βούλευμα ή διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών) του ημερήσιου και εβδομαδιαίου προγράμματός του, ο κατάδικος αποκτά μια ζωή δομημένη σε δικαιώματα και υποχρεώσεις σε καθεστώς ελευθερίας.

     

    [3. Ο απολυθείς σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου επιτρέπεται να ευρίσκεται προκαθορισμένες ώρες της ημέρας εκτός του τόπου του κατ’ οίκον περιορισμού του αποκλειστικά για λόγους εργασίας, εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης, συμμετοχής του σε εγκεκριμένο πρόγραμμα συντήρησης ή απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ ή και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που του έχουν επιβληθεί. Οι ώρες απουσίας του καταδίκου από τον τόπο του κατ’ οίκον περιορισμού του και το σύνολο των υποχρεώσεών του καθορίζονται είτε με το βούλευμα που διέταξε την απόλυσή του είτε μετά τη χορηγηθείσα απόλυση, με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Με διάταξή του, ο ίδιος Εισαγγελέας είτε κατόπιν αίτησης του καταδίκου είτε αυτεπάγγελτα, αποφασίζει για την αλλαγή του τόπου του κατ’ οίκον περιορισμού, την τροποποίηση του προγράμματος των ωρών απουσίας του καταδίκου από αυτόν και την επιβολή ή τροποποίηση των υποχρεώσεων του τελευταίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 106 παράγραφος 2.]

     

    Στις παραγράφους 4 και 5 ορίζονται οι λόγοι δυνητικής ανάκλησης και υποχρεωτικής άρσης της χορηγηθείσας απόλυσης του παρόντος άρθρου. Δυνητικοί λόγοι ανάκλησης είναι οι αναφερόμενοι  στην  παράγραφο  4  και  υποχρεωτικοί  λόγοι  άρσης  της  απόλυσης  οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 5 , οι οποίοι προϋποθέτουν την αμετάκλητη καταδίκη για ποινικά αδικήματα. Το Συμβούλιο, στην περίπτωση των δυνητικών λόγων ανάκλησης, οφείλει κατ’ αρχάς να εξετάζει τη δυνατότητα μη ανάκλησης της χορηγηθείσας απόλυσης διά της επιβολής πρόσθετων υποχρεώσεων στο κατάδικο, την τροποποίηση των υφιστάμενων υποχρεώσεών του και του προγράμματος απουσίας του από τον τόπο περιορισμού του, την αλλαγή αυτού κ.λπ. Μόνο εάν πιθανολογείται ότι ο κρατούμενος δεν θα τηρήσει εκ νέου τις υποχρεώσεις του ανακαλείται η χορηγηθείσα απόλυση.

    [4. Η απόλυση του καταδίκου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορεί να ανακληθεί, όταν ο κατάδικος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν και πιθανολογείται ότι ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των υποχρεώσεών του, του τρόπου και των εν γένει συνθηκών που αυτή συντελέστηκε, δεν παρέχει την προσδοκία ότι θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο μέλλον. Σε περίπτωση ανάκλησης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο κατάδικος διατηρεί, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105.]

     

    Στην παράγραφο  5 ορίζεται  η υποχρεωτική άρση της απόλυσης, ενόψει των σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται για την εκτιόμενη ποινή η τέλεση των παραπάνω πράξεων, προκρίνεται οι συνέπειες να επέρχονται μετά τη νέα αμετάκλητη καταδίκη, παρά το ενδεχόμενο να δημιουργείται «χρονική ασυνέχεια» μεταξύ της απόλυσης κατ’ άρθρο 1108 και της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105.

    Ο κατάδικος έχει υψηλό κίνητρο να τηρήσει τις υποχρεώσεις του και να συμπεριφέρεται νόμιμα, σε διαφορετική περίπτωση ο κατάδικος διατρέχει τον κίνδυνο να επιστρέψει στο κατάστημα κράτησης με δυσμενείς για τον ίδιο συνέπειες . Ταυτόχρονα ο κατάδικος αναμένει – σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα – την κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη χορήγηση της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105 , η οποία σε σημαντικό βαθμό θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά που επέδειξε κατά το χρόνο δοκιμασίας του.

    Σε κάθε περίπτωση η εν γένει διαγωγή του καταδίκου λαμβάνεται υπ’ όψιν, ανεξαρτήτως αμετάκλητης ή μη καταδίκης, από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατά την έκδοση βουλεύματος για τη χορήγηση ή μη της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105.

    [5. Η απόλυση του καταδίκου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αίρεται, όταν ο κατάδικος, κατά το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παράγραφο 6, τελέσει: α) κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης  τουλάχιστον έξι (6) μηνών, για το οποίο καταδικάστηκε αμετακλήτως ή β) το αδίκημα του άρθρου 173Α. Σε περίπτωση άρσης της απόλυσης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο κατάδικος στην περίπτωση αυτή δικαιούται να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105, αφού παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 105 παράγραφος 1 περιπτώσεις β΄ και γ΄. Δεν εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, εάν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί στον κατάδικο η απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 105, χωρίς να έχει ανακληθεί, με αποτέλεσμα η ποινή για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση να θεωρείται ότι έχει ήδη εκτιθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 109. Εάν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση κατ’ άρθρο 105, χωρίς όμως να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο άρθρο 109, τότε αίρεται η χορηγηθείσα απόλυση του άρθρου 105 και ο κατάδικος αποκτά το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105, αφού παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 105 παράγραφος 1 περιπτώσεις β΄ και γ΄. ]

     

    Με την παράγραφο 6 ρητά ορίζεται ότι η απόλυση του παρόντος άρθρου δεν παρατείνεται πέραν του χρόνου ενεργοποίησης του δικαιώματος του καταδίκου να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105. Η απόλυση συνεπώς του παρόντος άρθρου συνιστά ενδιάμεσο στάδιο έκτισης της ποινής. Προηγείται αυτής ο εγκλεισμός και έπεται αυτής η απόλυση κατ’ άρθρο 105 επ. Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχής έκτιση του χρονικού διαστήματος της απόλυσης του παρόντος άρθρου λαμβάνεται υπ’ όψιν από το Δικαστικό Συμβούλιο προς όφελος του καταδίκου κατά τη λήψη της απόφασης περί χορήγησης ή μη της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105.

    Επιπλέον  με  την  εισαγωγή  αυτού  του  ενδιάμεσου  σταδίου  διευκολύνεται  και  γίνεται ασφαλέστερη η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου που διατάσσει την απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 105 επ., καθόσον δίνεται η δυνατότητα να διαπιστωθεί και να εκτιμηθεί η συμπεριφορά του καταδίκου σε συνθήκες δοκιμασίας εκτός καταστήματος κράτησης.

    [6. Η με το παρόν άρθρο χορηγούμενη απόλυση εκτείνεται μέχρι του χρονικού σημείου της χορήγησης στον κατάδικο της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105. ]

     

    Με την παράγραφο 7 τίθεται η υποχρέωση της κατ’ απόλυτη προτεραιότητα εκδίκασης των  αξιόποινων  πράξεων  που  τελέσθηκαν  από  τους  απολυθέντες,  προκειμένου  να εξασφαλίζεται κατά το δυνατόν χρονική συνέχεια κατά την έκτιση των ποινών.

    [7. Οι υποθέσεις οι οποίες αφορούν την τέλεση αδικημάτων των απολυθέντων υπό τον όρο του   κατ’  οίκον  περιορισμού   με  ηλεκτρονική   επιτήρηση   εκδικάζονται   κατά  απόλυτη προτεραιότητα.]

  • άρθρο 110Γ - Προϋποθέσεις και διαδικασία για την απόλυση υπό τον όρο του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση καταδίκων και την ανάκληση αυτής

    Στο  άρθρο  110  Γ  ρυθμίζεται  η  διαδικασία  για  τη  χορήγηση  και  την  ανάκληση  της απόλυσης  κατ’ άρθρο  110 Β. Αρμόδιο είναι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής.

    Οι προϋποθέσεις χορήγησης της απόλυσης κατ’ άρθρο 110Β είναι οι ίδιες με εκείνες της απόλυσης  κατ’  άρθρο  105  (βλ.  παρ.  1 εδ.  3).  Ως  κανόνας  τίθεται  η χορήγηση  της απόλυσης κι ως εξαίρεση η, με ειδική αιτιολογία αναφερόμενη στη διαγωγή του καταδίκου και τον κίνδυνο τέλεσης νέων αξιόποινων πράξεων, απόρριψη της αίτησης. Στην παράγραφο 3 αναγνωρίζεται υποχρέωση προηγούμενης κλήτευσης του κατάδικου πριν από τη συνεδρίαση του δικαστικού συμβουλίου , που θα αποφασίσει για την ανάκληση της απόλυσης .

    [Άρθρο 110 Γ – Προϋποθέσεις και διαδικασία για την απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση καταδίκων και την ανάκληση αυτής .

     

    [1. Για την απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αποφασίζει κατόπιν αιτήσεως του καταδίκου, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Ο κατάδικος δεν κλητεύεται ούτε εμφανίζεται ενώπιον του Συμβουλίου, μπορεί όμως να υποβάλει έγγραφο υπόμνημα. Εάν το Συμβούλιο κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του καταδίκου. Η απόλυση χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός εάν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Η αίτηση του καταδίκου συνοδεύεται από αναφορά της διεύθυνσης του καταστήματος κράτησης και έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήματος, οι οποίες εισάγονται στο συμβούλιο από
    τον εισαγγελέα των πλημμελειοδικών. Στην έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας γίνεται ειδική μνεία στο οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του καταδίκου, με ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις του με τα πρόσωπα με τα οποία ενδέχεται να συνοικήσει εάν του χορηγηθεί η απόλυση αυτή.

    2. Αν η αίτηση για απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν γίνει δεκτή, νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί τέσσερις (4) μήνες μετά από την απόρριψη. 

    3. Για την ανάκληση αποφασίζει το ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Ο κατάδικος κλητεύεται υποχρεωτικά δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Δικαστικού Συμβουλίου. Η απόλυση κατ’ άρθρο 110Β ανακαλείται οποτεδήποτε με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου έκτι-
    σης της ποινής κατόπιν αιτήσεως του καταδίκου.

    4. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, για να προληφθεί κίνδυνος της δημόσιας τάξης, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών του τόπου διαμονής εκείνου που απολύθηκε, μπορεί να διατάξει την προσωρινή σύλληψή του, ύστερα από την οποία προκαλείται αμέσως, με τη νόμιμη διαδικασία, η απόφαση για την ανάκληση. Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης, θεωρείται ότι αυτή επήλθε από την ημέρα της σύλληψης.]

  • άρθρο 129Α - Απόλυση ανηλίκων υπό τον όρο του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση

    Ο  θεσμός  της  απόλυσης  υπό  τον  όρο  του  κατ’  οίκον  περιορισμού  με  ηλεκτρονική επιτήρηση εισάγεται και στο δίκαιο ανηλίκων. Λόγω της ανηλικότητας των δραστών, το σύνολο των ρυθμίσεων διέπεται από την αρχή της επιείκειας. Ο ανήλικος έχει το δικαίωμα να απολυθεί υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση νωρίτερα σε σχέση με τους ενηλίκους. Η υποχρεωτική έκθεση τόσο της κοινωνικής υπηρεσίας του ειδικού καταστήματος κράτησης νέων όσο και της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων στοχεύει στο να θέσει στη διάθεση του Δικαστηρίου Ανηλίκων  όσο  το  δυνατό πληρέστερες πληροφορίες για τον ανήλικο. Επίσης με τις εκθέσεις τους οι αρμόδιες υπηρεσίες δύνανται να προτείνουν στο Δικαστήριο Ανηλίκων περιορισμούς και υποχρεώσεις που θα πρέπει να υποβληθούν στον συγκεκριμένο απολυόμενο ανήλικο κατά την απόλυσή του, προκειμένου να μην τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η συστηματικότερη ενασχόληση των αρμόδιων υπηρεσιών με τους ανήλικους κρατουμένους ήδη από τις πρώτες ημέρες του εγκλεισμού τους.

    Κατά τα λοιπά οι διατάξεις εναρμονίζονται με τη λογική των διατάξεων της απόλυσης υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού των ενηλίκων και της απόλυσης υπό όρο για ανήλικους κατ’ άρθρο 129.

     

    Β.  Στον Ποινικό Κώδικα μετά το άρθρο 129 προστίθεται άρθρο 129 Α ως εξής:

     

    [«Άρθρο 129 Α. – Απόλυση ανηλίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση

     

    [1. Ανήλικοι οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, μπορούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, να απολυθούν υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 283Α Κ.Π.Δ., εφόσον έχουν εκτίσει το 1/3 της ποινής τους. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με έκθεση της Κοινωνικής Υπηρεσίας του καταστήματος κράτησης και έκθεση της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων. Στις εκθέσεις αυτές γίνεται ειδική μνεία στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του καταδίκου, με ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις του με τα πρόσωπα με τα οποία ενδέχεται να συνοικήσει εάν του χορηγηθεί η απόλυση αυτή. Ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά τις ισχύουσες διατάξεις.

    2. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν μπορεί να χορηγηθεί, αν ο ανήλικος δεν έχει παραμείνει σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα πέμπτο (1/5 ) της ποινής του.

    3. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση μπορεί να ανακληθεί, όταν ο ανήλικος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν και πιθανολογείται ότι ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των υποχρεώσεών του, του τρόπου και των εν γένει συνθηκών που αυτή συντελέσθηκε, δεν παρέχει την προσδοκία ότι στο μέλλον θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του. Σε περίπτωση ανάκλησης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο ανήλικος διατηρεί το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129. 

    4. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αίρεται, όταν ο ανήλικος, κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εν λόγω απόλυση, τελέσει από δόλο πράξη – που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν πλημμέλημα – για την οποία καταδικάστηκε οποτεδήποτε αμετακλήτως. Σε περίπτωση άρσης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο ανήλικος διατηρεί το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129.

    5. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αίρεται, όταν ο ανήλικος, κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εν λόγω απόλυση τελέσει πράξη – που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα- για την οποία καταδικάστηκε οποτεδήποτε αμετακλήτως. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν  υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή και ο ανήλικος αποκτά το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129, αφού παραμείνει στο ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 129 παράγραφοι 1 και 4. Δεν εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, εάν κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 129 χωρίς να έχει ανακληθεί, με αποτέλεσμα να θεωρείται η ποινή για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση ήδη εκτιθείσα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 129 παράγραφος 7. Εάν κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 129, χωρίς όμως να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 7, τότε αίρεται η χορηγηθείσα απόλυση κατ’ άρθρο 129 και ο κατάδικος αποκτά το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129, αφού παραμείνει στο ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 129 παράγραφοι 1 και 4.

    6. Αντίστοιχα ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 110Β παράγραφοι 3 και 7, 110Γ παράγραφος 1 εδάφιο τρίτο και παράγραφος 3 εδάφιο τρίτο, 129 παράγραφος 2 εδάφιο πρώτο και τρίτο, παράγραφος 4 εδάφιο πρώτο, παράγραφος 5 εδάφιο πρώτο, παράγραφοι 8 και 10. ]

  • άρθρο 173Α - Παραβίαση περιορισμού κατ' οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση.

    Με το άρθρο  173 Α  εισάγεται νέα ποινική  διάταξη  που  καθιστά αξιόποινη  πράξη  την παραβίαση του περιορισμού κατ’ οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση, σε αντιστοιχία με την ισχύουσα για την απόδραση διάταξη του άρθρου  173. Κρίθηκε, όμως σκόπιμο, εν όψει του  αποσπασματικού   χαρακτήρα   του  ποινικού   δικαίου   και  της   απαγόρευσης   της αναλογικής  εφαρμογής  διατάξεων  προς  θεμελίωση  του αξιοποίνου  να  διατυπωθεί  μία ειδική ποινική διάταξη προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες της ηλεκτρονικής επιτήρησης. Καθίστανται  αξιόποινες   τόσο  η  με  πρόθεση   κάθε  είδους  επέμβαση   στο  σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης,  όσο και η ίδια η διαφυγή  του καταδίκου που εκμεταλλεύεται τυχόν τεχνικές βλάβες και προβλήματα της ηλεκτρονικής συσκευής  ή του ηλεκτρονικού συστήματος επιτήρησης. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται: α) στον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, ως περιοριστικό όρο , β) στην απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και γ) στη χορήγηση άδειας από κατάστημα κράτησης με τον όρο της ηλεκτρονικής επιτήρησης των κινήσεων. Η βαρύτητα των προβλεπόμενων ποινών είναι η ίδια με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 173.

    «Άρθρο 173 Α – Παραβίαση περιορισμού κατ’ οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση.

    [1. Όποιος, κατά το χρόνο που τελεί υπό ηλεκτρονική επιτήρηση, με πρόθεση: α) αφαιρεί, καταστρέφει, φθείρει ή με οποιονδήποτε τρόπο επεμβαίνει στη συσκευή ή στο σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης ή β) με οποιονδήποτε τρόπο αλλοιώνει τα συναφή με την επιτήρηση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται
    όποιος, κατά το χρόνο που τελεί υπό ηλεκτρονική επιτήρηση, εκμεταλλευόμενος βλάβη ή μη ορθή λειτουργία της συσκευής ή του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης, διαφεύγει από την επιτήρηση των αρμοδίων αρχών. Η ποινή των παραπάνω αδικημάτων εκτελείται ολόκληρη μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ο ηλεκτρονικά επιτηρούμενος ήταν κρατούμενος.

    2. Οποιοσδήποτε συμμετέχει στις παραπάνω πράξεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν ο συμμετέχων έχει την ιδιότητα του σωφρονιστικού ή αστυνομικού υπαλλήλου ή του αρμόδιου για την ηλεκτρονική επιτήρηση υπαλλήλου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι οκτώ ετών.]

  • άρθρο 182 παρ. 3 - Ποινή παραβίασης περιορισμού κατ' οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση

    Στην περίπτωση του άρθρου 182 παρ. 3 η ποινική αντιμετώπιση είναι ηπιότερη σε σχέση με αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 173 Α, διότι εν προκειμένω ο δράστης δεν επιδεικνύει συμπεριφορά που στοχεύει στη διαφυγή από την ηλεκτρονική επιτήρηση. Η βαρύτητα  των  προβλεπόμενων  ποινών  είναι  η ίδια  με αυτές  που  προβλέπονται  στο άρθρο 182 παρ. 1 , ήτοι φυλάκιση μέχρι έξι μηνών.

    Σύμφωνα   με  τη  διεθνή  εγκληματολογική βιβλιογραφία   η  προσθήκη   νέων   ποινικών   μέτρων  συνεπάγεται   το  φαινόμενο   της επέκτασης  του  ιστού   του ποινικού  ελέγχου  («net widening”).  Αυτό  αποτελεί  κατά μια άποψη ανεπιθύμητο αποτέλεσμα ή παρενέργεια των πολιτικών για αποσυμφόρηση των φυλακών  και μείωση της  χρήσης  της  φυλάκισης  και κατά άλλη άποψη  -ενδεχομένως σκόπιμο-   αποτέλεσμα   εκ   φύσεως   συνυφασμένο   με  τις   ίδιες   πολιτικές.   Σε   κάθε περίπτωση,  εν  ολίγοις  σημαίνει  ότι  τα  νέα  μέτρα  αντί  να  διεκδικούν  ένα  μέρος  του πληθυσμού που βρίσκεται στις φυλακές, επιβάλλονται σε πρόσωπα που, αν τα μέτρα αυτά δεν υπήρχαν, δεν θα κατέληγαν σ’ αυτές (ενώ με τα ίδια μέτρα αυξάνεται η πιθανότητα να οδηγηθούν και αυτά εκεί). Συνεπώς, συνολικά το σύστημα όχι μόνο δεν ελαφρύνεται, αλλά αντιθέτως επιβαρύνεται.

    [3. Με την ποινή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τιμωρείται όποιος, κατόπιν υποβολής του σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, παραβιάζει περιορισμούς που του έχουν επιβληθεί νόμιμα στην ελευθερία της διαμονής του και τις σχετικές υποχρεώσεις του].

0

Προσμέτρηση της «Διαγωγής” των καταδίκων για την αποφυλάκιση υφ΄ όρων της παρ. 4 του α. 97 Νόμου 4139/13.

Την 7η Αυγούστου 2013 εκδόθηκε η υπ’ αρ. 7 και με αριθμό πρωτοκόλλου 3522 γνωμοδότηση του κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προοριζόμενη προς όλες τις Εισαγγελίες της χώρας, με την οποία απαντούσε στο υπ’ αρ. 595α από 25-07-2013 ερώτημα του  Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, με το οποίο ζητούσε διευκρινήσεις περί του αν η χορήγηση απόλυσης υφ’ όρο κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παρ. 4 του α. 97 Νόμου 4139/13, πέραν της έκτισης του προβλεπόμενου από αυτήν ελάχιστου ορίου της ποινής, πρέπει να λαμβάνεται παράλληλα υπόψη και η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 106 παρ. 1 Π.Κ., δηλαδή η διαγωγή που επέδειξε ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια της κράτησης του.

δειτε σχετικο αρθρο της παρ. 4 του α. 97 Νoμου 4139/13

Στο ανωτέρω άρθρο μας είχαμε αναφέρει τη σχετική διάταξη του νόμου καθώς και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτή, προκειμένω, «όσοι καταδικάστηκαν τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα (περί Ναρκωτικών) να απολύονται υφ’ όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε”. 

Δεν πέρασαν πέντε μήνες από την εφαρμογή του Νόμου και της συγκεκριμένης διάταξης, κατά την οποία πολλοί ήταν οι βαρυποινίτες που αφέθηκαν υφ’ όρων ελεύθεροι, ώστε να έλθει κατόπιν ερωτήματος η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και «να θέσει” ως επιπρόσθετη προϋπόθεση υπαγωγής στην εν λόγω διάταξη την «καλή διαγωγή» του κρατουμένου.

Τίθεται πλέον το απλό ερώτημα, πόσοι ήταν εκείνοι που αφέθηκαν μέχρι και σήμερα ελεύθεροι κατόπιν της ανωτέρω μεταβατικής διατάξεως του Κώδικα περί Ναρκωτικών (Ν. 4139/13 άρθρο 97 παρ. 4) και κατά πόσο ελέγχθηκε η διαγωγή τους για την αποφυλάκιση τους υφ’ όρων. Διότι, πλέον καθίσταται σαφές η πιθανή αντισυνταγματικότητα της εν λόγω γνωμοδοτήσεως, τη στιγμή δε μάλιστα που μέχρι και σήμερα αφέθηκαν ελεύθεροι βαρυποινίτες κρατούμενοι για πρόσκαιρη κάθειρξη, βάσει της ανωτέρω διατάξεως, δίχως να λογίζεται η διαγωγή τους κατά την κράτηση τους στα σωφρονιστικά ιδρύματα ως προϋπόθεση για την ελευθερία τους, σε αντίθεση με αυτούς που δεν έχουν κάνει μέχρι σήμερα χρήση της μεταβατικής διάταξης του νόμου, για οιονδήποτε λόγο, με συνέπεια να κρίνεται πλέον η αποφυλάκιση με «δυσμενέστερους όρους», και κατά του άρθρου 4 του Συντάγματος περί ισότητας.

Περαιτέρω, η κρίση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, για την τελολογική ερμηνεία της μεταβατικής διατάξεως του ά. 97 παρ. 4 Ν. 4139/13, θεωρείται κατά τρόπον τινά ελλιπής, διότι σαφώς δεν γίνεται μνεία στην εν λόγω γνωμοδότηση «της θελήσεως του Νομοθέτη για την αποσυμφόρηση των φυλακών», και για ότι συνεπάγεται μετά αυτού, άλλα αναλύει την αιτιολογική έκθεση του Νομοθέτη, που κύριο σκοπό έχει να αιτιολογήσει «νομικά» την αποσυμφόρηση των φυλακών, που πολλές φορές επεδίωξε, δίχως όμως τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Συνεπώς, θα έπρεπε στην παρούσα φάση το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης, να εκδώσει μία εγκύκλιο, άλλως Υπουργική Απόφαση, ως το πλέον αρμόδιο όργανο και να αποσαφηνίσει, αν πέρα της συντακτικής ερμηνείας της μεταβατικής διατάξεως του α. 97, παρ. 4 Ν. 4139/13, χωρούν επιπρόσθετες προϋποθέσεις, όπως αυτή της διαγωγής του κρατουμένου, που εύλογα έκρινε πως υπάρχει η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, προκειμένω να αποφευχθούν παρερμηνείες, άλλα και αντισυνταγματικότητα στην εφαρμογή του.

δειτε αυτουσιο το εγγραφο της εισαγγελικης γνωμοδοτησης

 

0

Άμεση αποφυλάκιση βαρυποινιτών που σχετίζονται με Ναρκωτικά.

Σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 4 του Νόμου 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74 20-03-2013) περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών και άλλων Διατάξεων,  «Όσοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα απολύονται υφ’ όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Την απόλυσή τους διατάσσει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής».
Με τη διάταξη αυτή προτίθεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης να απαλλάξει από τα δεσμά της φυλακής πολλούς, οι οποίοι κατηγορήθηκαν και φυλακίστηκαν για θέματα ναρκωτικών. Όχι όμως για πλημμελήματα, άλλα για κακουργηματικές πράξεις. Η διάταξη αυτή έχει ήδη μπει σε εφαρμογή και πολλοί είναι εκείνοι που έχουν αποφυλακιστεί με περιοριστικούς όρους.
Αρχικώς, οι προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης με την εν λόγω διάταξη είναι  οι εξής:
1)     Να πρόκειται για αδίκημα που τιμωρείται με βάσει τις διατάξεις «του νόμου περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών (ναρκωτικών)»
2)    Ο Κατάδικος να εκτίει ποινή πρόσκαιρης καθείρξεως.
Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα (Π.Κ.) α. 51, «ποινές στερητικές της ελευθερίας είναι η κάθειρξη, η φυλάκιση, ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα …». Κατά το άρθρο 52 του Π.Κ. «Η ποινή της καθείρξεως είναι ισόβια ή πρόσκαιρη και εκτελείται σε καταστήματα ή τμήματα καταστημάτων που προορίζονται αποκλειστικά γι’ αυτήν» (παρ. 1). «Όταν ο νόμος δεν ορίζει ρητά ότι η επιβαλλόμενη κάθειρξη είναι ισόβια, αυτή είναι πρόσκαιρη» (παρ. 2). «Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη….» (παρ. 3). Συνεπώς, το ποινικό δικαστήριο με την απόφασή του  πρέπει να έχει επιβάλει ποινή καθείρξεως μεταξύ πέντε με είκοσι έτη.
3)    Η καταδίκη να έχει τελεσιδικήσει ή καταστεί αμετάκλητη.
Τελεσίδικη ποινική απόφαση έχουμε όταν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης τους ένδικου μέσου της έφεσης, άλλως, όταν εκδόθηκε απόφαση επί δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της έφεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 473 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) «όπου ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων (έφεση, αναίρεση βλ. α. 462 ΚΠΔ) είναι δέκα μέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρόν κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτό διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διεύθυνση του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης..».
Αμετάκλητη απόφαση έχουμε, όταν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης τους ένδικου μέσου της αναίρεσης, άλλως, όταν εκδόθηκε απόφαση του Άρειου Πάγου, που είναι αρμόδιο για εκδίκαση αναιρετικών υποθέσεων. Για την προθεσμία της αναίρεσης ισχύει ότι και για την έφεση. Κατά την παρ. 3 α. 473 ΚΠΔ, «η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου. Η καθαρογράφηση πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες….».
4)    Ο κατάδικος να έχει συμπληρώσει το 1/3 της πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε.
Ο ορισμός της πραγματικής έκτισης της ποινής έγκειται στο γεγονός, της προσαύξησης του χρόνου έκτισης ποινής με πλασματικό χρόνο, που απορρέει, από διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η εργασία του έγκλειστου εντός των φυλακών. Συνεπώς, το 1/3 του χρόνου έκτισης πρέπει να είναι πραγματικός χρόνος μην υπολογίζοντας τον χρόνο που έχει συνυπολογισθεί σε αυτόν ως πλασματικός.
5)    Τέλος, η μεταβατική αυτή διάταξη έχει αρχή και λήξη ισχύος. Στην ουσία αφορά μόνο εκείνους τους καταδίκους που πληρούν τα  ανωτέρω κριτήρια, έως και τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι την 20-03-2013. Συνεπώς, για αυτούς που έχουν μεν καταδικαστεί με πρόσκαιρη κάθειρξη για ναρκωτικά, άλλα δεν έχει τελεσιδικήσει η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή έχει μεν τελεσιδικήσει, άλλα δεν πρόλαβαν να εκτίσουν το 1/3 της ποινής τους, τότε δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή.   
Την απόλυση από τις φυλακές και τους όρους αυτής, τους καθορίζει ο εισαγγελέας του τόπου που βρίσκονται οι φυλακές.

Όσων δε αφορά τους όρους απόλυσης, αυτοί ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση του καταδικασθέντα. Έτσι, στους αλλοδαπούς κυρίως που αποφυλακίζονται, ως όρος είναι συνήθως η άμεση απέλαση τους στη χώρα προέλευσης έως το χρόνο λήξεως των όρων και σε πολλές περιπτώσεις ισοβίως. Σπανίως σε αυτούς, ορίζονται ως όροι αποφυλάκισης, όπως στους αποφυλακισθέντες Έλληνες, η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, η παρουσίαση σε αστυνομικό τμήμα της περιοχής του στις αρχές κάθε μήνα κλπ.
Αποτελεί σε όλους κοινό μυστικό, ότι οι μισοί και πλέον έγκλειστοι  των ελληνικών φυλακών καταδικάστηκαν για υποθέσεις που αφορούν τα ναρκωτικά. Συνεπώς, με την ανωτέρω μεταβατική διάταξη, πολλοί είναι εκείνοι οι «βαρυποινίτες» που θα δουν την ελευθερία τους. 

4