Διοικητικό Δίκαιο

Αλλαγές στον Κώδικα Μετανάστευσης και στην Ιθαγένεια έρχεται με νομοσχέδιο που θα κατατεθεί προσεχώς

Τις επόμενες ημέρες κατατίθεται στη Βουλή νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών που αφορά τους εποχικά εργαζόμενους, την ιθαγένεια των παιδιών μεταναστών, την προστασία μαρτύρων ή θυμάτων ρατσιστικών εγκλημάτων, αλλά και την απλοποίηση της διαδικασίας πολιτογράφησης ομογενών κυρίως από την πρώην ΕΣΣΔ. Σημειώνεται ότι η διαβούλευση του νομοσχεδίου τελείωσε στις 10 Σεπτεμβρίου 2014.

Το νομοσχέδιο έλκει τον τίτλο του από την ενσωμάτωση στο ελληνικό Δίκαιο των κοινοτικών οδηγιών (2011/98/ΕΕ και 2014/36/ΕΕ) για την ενιαία άδεια διαμονής και εργασίας υπηκόων τρίτων χωρών και για τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής όσων έρχονται στη χώρα για εποχική εργασία. Σε ό,τι αφορά την ιθαγένεια των παιδιών μεταναστών, συμπεριλαμβάνει διατάξεις που έρχονται να καλύψουν εν μέρει το κενό που είχε δημιουργηθεί μετά την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ.

Σχετικά με την προστασία θυμάτων εμπορίας μαρτύρων και κυρίως των θυμάτων ή ουσιωδών μαρτύρων σε ρατσιστικά εγκλήματα επαναφέρεται το αρχικό σκεπτικό του Νομοθέτη, όπως είχε αποτυπωθεί στο νομοσχέδιο για τον Κώδικα Μετανάστευσης.

Στο ίδιο νομοσχέδιο ρυθμίζονται τα θέματα ιθαγένειας των μεταναστών δεύτερης γενιάς και των κατόχων ΕΔΤΟ (Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς). Επίσης, στο ίδιο νομοθέτημα ορίζεται η σύσταση Επιτροπής για τη σύνταξη νέου Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, στην οποία θα συμμετέχουν εκτός από τον Γενικό Γραμματέα Κοινωνικής Συνοχής, νομικούς και καθηγητές, Ειδικός Επιστήμονας από τον Συνήγορο του Πολίτη και εκπρόσωπος από την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Τέλος, με το σ/ν το υπουργείο Εσωτερικών δεσμεύεται ότι από φέτος και κάθε χρόνο έως τις 25 Δεκεμβρίου θα αποστέλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στατιστικά στοιχεία για τη μετανάστευση, τους αριθμούς των ενιαίων αδειών διαμονής και εργασίας και τη διεθνή προστασία.

Ουσιαστικά, το νομοσχέδιο έρχεται να συμπληρώσει τον Κώδικα Μετανάστευσης, ενσωματώνοντας τις δυο κοινοτικές οδηγίες. Έρχεται να επιλύσει εν μέρει το κενό νόμου που είχε δημιουργηθεί μετά την απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας να κρίνει ως αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις που προέβλεπαν στο Ν. 3838/2010 (νόμος Ραγκούση) για αυτόματη χορήγηση ιθαγένειας στα παιδιά -των νομίμως διαμενόντων για μια 5ετια αλλοδαπών γονέων- που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και σε όσα παιδιά έχουν συμπληρώσει 6ετή φοίτηση σε ελληνικό σχολείο. Της απόφασης (460/2013) είχε προηγηθεί έντονη πολιτική διαμάχη μεταξύ των κομμάτων που σήμερα συγκυβερνούν.

Επαναφέρει τις διατάξεις για τα θύματα εμπορίας ανθρώπων και τα θύματα ή ουσιώδεις μάρτυρες σε ρατσιστικά εγκλήματα, μετά την απόσυρση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 19 του αρχικού νομοσχεδίου του Μεταναστευτικού Κώδικα. Πρόκειται για τη διάταξη που είχε επιφέρει ενδοκυβερνητικές τριβές, είχε αποσυρθεί μέσω της γνωστής «τροπολογίας Μπαλτάκου» και της οποίας η απόσυρση είχε γίνει απόπειρα να θεραπευθεί μέσω ΚΥΑ τον περασμένο Ιούνιο με πρωτοβουλία του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Χ. Αθανασίου. Τόσο οι διατάξεις για την ιθαγένεια των παιδιών μεταναστών, όσο και η διάταξη για τη δίωξη των ρατσιστικών εγκλημάτων φαίνεται να συνιστούν προϊόν κοπιωδών διαβουλεύσεων και συνεργασίας των δυο κομμάτων που συγκυβερνούν στο υπουργείο Εσωτερικών.

Άδεια διαμονής ενιαίου τύπου

Σε ό,τι αφορά την άδεια διαμονής ενιαίου τύπου για υπηκόους τρίτων χωρών, το σ/ν ολοκληρώνει τη νομοθετική εργασία που έχει ήδη ξεκινήσει με τον Κώδικα Μετανάστευσης για τις άδειες ενιαίου τύπου, όπως έχουν θεσπισθεί στον Κανονισμό 1030/2012 της ΕΕ, που επιτρέπουν στους πολίτες τρίτων χωρών να διαμένουν στην Ελλάδα με σκοπό την εργασία.

Σε μια προσπάθεια συρρίκνωσης της γραφειοκρατικής ταλαιπωρίας και σοβαρών καθυστερήσεων στην έκδοση αδειών διαμονής, το σ/ν ορίζει ότι η ενιαία άδεια διαμονής θα εκδίδεται ή θα ανανεώνεται σε 4 μήνες το αργότερο από την ημέρα υποβολής της αίτησης, εκτός εάν υπάρχει ανάγκη προσκόμισης επιπλέον δικαιολογητικών οπότε το χρονικό περιθώριο αυξάνεται κατά 2 μήνες και σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά 3 μήνες.

Στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης της Κοινοτικής Οδηγίας, προστίθενται στον Κώδικα Μετανάστευσης διατάξεις που αφορούν την ίση μεταχείριση εργαζομένων κατόχων ενιαίας άδειας, με τους ημεδαπούς εργαζόμενους. Τα δικαιώματα αυτά σχετίζονται με τη διαμονή τους, τους όρους απασχόλησης, τις συνθήκες εργασίας -συμπεριλαμβανομένων των όρων αμοιβής, απόλυσης, ωραρίου κ.λπ..

Επίσης, διασφαλίζεται το δικαίωμα στην απεργία και την ανάληψη συνδικαλιστικής δράσης, σύμφωνα με το Εθνικό Δίκαιο, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και της συμμετοχής σε επαγγελματικές οργανώσεις, το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας, το δικαίωμα στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση κ.α.. Δεν έχουν, όμως, δικαίωμα υποτροφιών και σπουδαστικών δανείων.

Εποχική εργασία

Το σ/ν έρχεται να καλύψει με σειρά άρθρων την έλλειψη σαφούς νομοθετικού πλαισίου όσον αφορά στους όρους απασχόλησης των εποχικά εργαζομένων.

Σε μια προσπάθεια να ελεγχθούν φαινόμενα «τύπου Μανωλάδας» ορίζεται ότι ο εποχικός εργάτης θα δικαιολογείται, όταν «το αναγκαίο επίπεδο εργατικού δυναμικού είναι σημαντικά υψηλότερο από αυτό που απαιτείται για τις συνήθεις δραστηριότητες». Επίσης, προσδιορίζεται ότι για την μετάκληση εποχικά εργαζόμενων στην αγροτική οικονομία «μπορεί με υπουργική απόφαση να καθορίζεται ανώτατος αριθμός θέσεων εργασίας ανά χώρα προέλευσης».

Συγχρόνως, αίτηση για χορήγηση άδειας «θεωρείται απαράδεκτη εάν εφαρμόζονται όγκοι εισδοχής και έχει συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος ανώτατος αριθμός θέσεων εργασίας» (όπως ορίζεται από την ΚΥΑ για τον ανώτατο αριθμό θέσεων για εποχική, εξαρτημένη εργασία ανά Περιφέρεια).

Ο εργοδότης (πέρα από τη λεπτομερή καταγραφή του χρόνου, του τόπου και του αντικειμένου απασχόλησης του εποχικά εργαζόμενου) πρέπει να αποδεικνύει στην αρμόδια Γ. Γρ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης ότι παρέχει στον εργαζόμενο κατάλληλο κατάλυμα με προδιαγραφές υγείας και ασφάλειας.

Εάν ο εργοδότης δεν ενημερώσει την Αποκεντρωμένη Διοίκηση για τους εποχικούς εργάτες ή παραβεί τις υποχρεώσεις του (λειτουργώντας είτε ως εργολάβος, είτε ως υπεργολάβος) πληρώνει πρόστιμο 500 ευρώ και αποκλείεται από τη δυνατότητα μετάκλησης εργατών για 5 έτη. Εάν για οποιοδήποτε λόγο ο εποχικά εργαζόμενος δεν έρθει για εργασία, επιστρέφονται στον εργοδότη οι ασφαλιστικές εισφορές που έχει προκαταβάλει.

Άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους

Το σ/ν διευκρινίζει ότι στις άδειες διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους συμπεριλαμβάνονται όλα οι υπήκοοι τρίτων χωρών που έχουν χαρακτηρισθεί από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών θύματα εμπορίας ανθρώπων. Η αρχική άδεια ισχύει για ένα χρόνο, παρέχει δικαίωμα εξαρτημένης εργασίας-παροχής υπηρεσιών και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά για δύο έτη μόνο με την προϋπόθεση ότι συνεχίζεται η διερεύνηση της ποινικής διαδικασίας. Μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας ή της παρέλευσης του χρόνου ανανέωσης, η άδεια μπορεί να ανανεωθεί εφόσον κρίνεται σκόπιμο από τις περιστάσεις.

Επίσης, άδεια για ανθρωπιστικούς λόγους λαμβάνουν τα θύματα και οι ουσιώδεις μάρτυρες σε μια σειρά κακουργημάτων και στα ρατσιστικά εγκλήματα. Συγκεκριμένα, ο νόμος προσφέρει προστασία στους υπηκόους τρίτων χωρών που είναι θύματα ή ουσιώδεις μάρτυρες σε περιστατικά που έχουν ως συνέπεια επικίνδυνες σωματικές βλάβες (άρθρα 309 και 310 ΠΚ) και στα αδικήματα που προσδιορίζονται από τα άρθρα 1 και 2 του Ν.927/1979 (όπου τιμωρείται «όστις δημοσίως η προφορικώς, είτε δια μέσου του Τύπου ή δια γραπτών κειμένων ή εικονογραφήσεων ή παντός ετέρου μέσου εκ προθέσεως προτρέπει εις πράξεις ή ενεργείας δυναμένας να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βίαν κατά προσώπων ή ομάδας προσώπων εκ μόνου του λόγου της φυλετικής ή εθνικής καταγωγής των»).

Η προστασία προσφέρεται, εφόσον έχει διαπιστωθεί η ανάγκη της από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών και εφόσον έχει διαταχθεί προκαταρκτική εξέταση ή έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και μέχρι να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι ετήσια, παρέχεται δικαίωμα εξαρτημένης εργασίας-παροχής υπηρεσιών ή έργου και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις.

Επίσης, άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους λαμβάνουν τα θύματα ενδο-οικογενειακής βίας, τα ανήλικα τέκνα θυμάτων ενδο-οικογενειακής βίας και τα θύματα εργασιακής εμπορίας (εργασιακό τράφικιγκ).

Επίσης, άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους λαμβάνουν οι αιτούντες, των οποίων η αίτηση για διεθνή προστασία έχει απορριφθεί, αλλά παραμένουν στη χώρα διότι υπάρχει αντικειμενική αδυναμία απομάκρυνσης ή επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής για λόγους ανωτέρας βίας ( σοβαροί λόγοι υγείας των ιδίων ή μελών της οικογένειας τους, διεθνής αποκλεισμός της χώρας καταγωγής, εμφύλιες συρράξεις συνοδευόμενες από μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνδρομή στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου της ρήτρας μη επαναπροώθησης διότι υπάρχει κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή ταπεινωτικής συμπεριφοράς). Το σχετικό αίτημα εξετάζεται από το υπουργείο Εσωτερικών εφόσον έχει παραπεμφθεί από τις αρμόδιες αρχές. Η άδεια διαμονής χορηγείται, για δύο έτη, παρέχει πρόσβαση στη μισθωτή απασχόληση και μπορεί να ανανεώνεται για ισόχρονο διάστημα, εφόσον εξακολουθούν να ισχύουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις.

Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους χορηγείται σε ενηλίκους που είναι ανίκανοι να επιμεληθούν των υποθέσεών τους εξαιτίας λόγων υγείας ή ανηλίκους που αποδεδειγμένα χρήζουν προστατευτικών μέτρων και φιλοξενούνται από ιδρύματα ή άλλα νομικά πρόσωπα κοινωφελούς σκοπού, εφόσον η επιστροφή τους σε ασφαλές περιβάλλον είναι αδύνατη. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη. Επίσης, χορηγείται σε ανηλίκους, η επιμέλεια των οποίων έχει ανατεθεί με απόφαση ελληνικού δικαστηρίου ή αλλοδαπού δικαστηρίου που αναγνωρίζεται από τις ελληνικές αρχές, σε οικογένειες Ελλήνων ή οικογένειες πολιτών τρίτων χωρών με νόμιμη διαμονή στη χώρα ή για τα οποία είναι εκκρεμής διαδικασία υιοθεσίας ενώπιον των ελληνικών αρχών. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις.

Επίσης, χορηγείται σε ανηλίκους που φιλοξενούνται σε οικοτροφεία που λειτουργούν υπό την εποπτεία υπουργείων και σε πάσχοντες από σοβαρά προβλήματα υγείας.

Σε μια προσπάθεια να επιλυθεί το πρόβλημα νομιμότητας όσων παιδιών μεταναστών έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και δεν πληρούν τις προδιαγραφές που θέτει το σ/ν για ιθαγένεια, ορίζεται ότι ενήλικοι που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και έχουν φοιτήσει για έξι τουλάχιστον έτη σε ελληνικό σχολείο μέχρι τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους, λαμβάνουν άδεια για ανθρωπιστικούς λόγους εφόσον η φοίτησή τους ήταν επαρκής και εξακολουθούν να διαμένουν μόνιμα στη χώρα. Οι συγκεκριμένοι θα πρέπει να καταβάλλουν παράβολο αξίας 150 ευρώ.

Άδεια διαμονής για επενδυτική δραστηριότητα

Επίσης, στο σ/ν διευκολύνεται περαιτέρω η είσοδος και διαμονή των υπηκόων τρίτων χωρών που έρχονται στη χώρα για να πραγματοποιήσουν επενδύσεις που θα έχουν θετικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία. Προϋπόθεση για την είσοδο και διαμονή τους αποτελεί η εισήγηση της Γενικής Δ/νσης Ανάπτυξης της Περιφέρειας. Η αίτηση και τα δικαιολογητικά υποβάλλονται στην ελληνική προξενική αρχή του τόπου διαμονής τους και διαβιβάζονται στην οικεία Περιφέρεια. Η άδεια διαμονής ισχύει για πέντε έτη και ανανεώνεται για άλλα πέντε έτη. Διαστήματα απουσίας από τη χώρα δεν αποτελούν παρακωλυτικό λόγο για την ανανέωση της άδειας διαμονής.

Σε ό,τι αφορά τους ιδιοκτήτες ακινήτων στην Ελλάδα, η μεταπώληση της ακίνητης περιουσίας κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής σε άλλο πολίτη τρίτης χώρα παρέχει δικαίωμα χορήγησης άδειας διαμονής στο νέο αγοραστή με ταυτόχρονη ανάκληση της άδειας διαμονής του πωλητή.

Ρυθμίσεις ιθαγένειας

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, την ελληνική ιθαγένεια αποκτούν όσοι/όσες έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς την παρακολούθηση εννέα τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα ή έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς την παρακολούθηση των έξι τάξεων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία τις σπουδές τους σε Πανεπιστήμια ή ΤΕΙ. Η δήλωση και η αίτηση εγγραφής υποβάλλονται μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους. Χρειάζεται παράβολο 100 ευρώ. Η αρμόδια υπηρεσία αναζητεί αυτεπαγγέλτως τη βεβαίωση φοίτησης από την Περιφερειακή δ/νση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ή από το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα. Η αίτηση απορρίπτεται εάν συντρέχουν ποινικό κώλυμα ή λόγοι δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία πολιτογράφησης για τους αιτούντες ενήλικες (που δεν ανήκουν στη λεγόμενη «2η γενιά») έχουν πλέον να επιλέξουν μεταξύ της διαδικασίας συνέντευξης στην Επιτροπή Πολιτογράφησης στην οικεία Περιφέρεια (όπως ορίζεται από το Ν.3838/10) και ειδικής γραπτής διαδικασίας. Οι προδιαγραφές της γραπτής διαδικασίας, το ύψος του παραβόλου, η διενέργεια και οι όροι συμμετοχής στις εξετάσεις θα ρυθμισθούν με ΚΥΑ των υπουργείων Εσωτερικών, Οικονομικών και Παιδείας.

Ομογενείς

Με το σ/ν απλοποιούνται οι διαδικασίες πολιτογράφησης των ομογενών, όπως αυτές προβλέπονται στο «νόμο Ραγκούση» (Ν.3838/10) και στον Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (2004). Συγκεκριμένα, οι ομογενείς αλλοδαποί, μη κάτοχοι Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς, δεν καλούνται πλέον σε συνέντευξη ενώπιον της Επιτροπής Πολιτογράφησης. Υποβάλλουν αίτηση. Στην περίπτωση αμφιβολιών ως προς τη συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την πολιτογράφηση τους, ο Γενικός Γραμματέας της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης παραπέμπει τον σχετικό φάκελο στην Επιτροπή Πολιτογράφησης για τη διενέργεια συνέντευξης και τη διατύπωση γνώμης.

Ομογενείς από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι οποίοι κατοικούν στην Ελλάδα ανεξαρτήτως της λήξης ή μη της θεώρησης εισόδου ή του διαβατηρίου τους και είναι συγγενείς εξ αίματος α΄ και β΄ βαθμού ομογενών οι οποίοι απέκτησαν Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς ή Ελληνική Ιθαγένεια ως ομογενείς, αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης μετά από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του δήμου κατοικίας τους.

Σε ό,τι αφορά αυτούς που είναι συγγενείς εξ αίματος γ΄ και δ΄ βαθμού, μπορούν και πάλι να αποκτήσουν την Ελληνική Ιθαγένεια με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Στην περίπτωσή τους, η απόφαση εκδίδεται κατόπιν γνωμοδότησης της Επιτροπής Πολιτογράφησης ως προς την προσαρμογή του αιτούντος στην κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή της χώρας. Στη σύνθεση της Επιτροπής Πολιτογράφησης για την εξέταση των αιτήσεων της παρούσας παραγράφου αντί του εκπροσώπου της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μετέχει ως τακτικό μέλος εκπρόσωπος της αντιπροσωπευτικότερης οργάνωσης των ομογενών της αρμόδιας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, που ορίζεται από τον Γ. Γραμματέα.

Σε όλες τις περιπτώσεις, η αρμόδια υπηρεσία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης αναζητεί αυτεπαγγέλτως πιστοποιητικό ποινικού μητρώου για δικαστική χρήση και υποβάλλει ερώτημα σχετικά με τη συνδρομή λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

[gview file="http://armoutsis.com/wp-content/uploads/rytmiseis-metanasteftikis-prostasias.pdf" save="0"]
πηγή:n
0

Αντισυνταγματική η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών από το Δημόσιο

Με απόφαση της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απεφάνθη ότι το μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου

Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005. Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου».

Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου.

Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεωςτης δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα,η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

 

ΣτΕ  3316/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Νικ. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Κ. Μαρίνου, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι.

Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008.

Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτηση: του .. του .., κατοίκου … των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους : α. Αριστέα Ράγια (Α.Μ. 255 Δ.Σ. Καρδίτσας) και β. Ανδρέα Τσουρουφλή (Α.Μ. 18061), που τους διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Ψυχογιό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. Στη δίκη παρεμβαίνει η … του …, κάτοικος Αθηνών (… ..), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Μιχάλη Παλάρα (Α.Μ. 25822), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1032/2013 αποφάσεως του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διευθύνσεως Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.). Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέσει εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο, Κ. Πισπιρίγκο. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους του αιτούντος οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 3091384 – 6/2011 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), με την οποία αποφασίσθηκε η δέσμευση πάσης φύσεως τραπεζικών λογαριασμών, τραπεζικών προϊόντων, στοιχείων και θυρίδων του αιτούντος. 3. Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 18.9.2012 ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Δ΄ Τμήμα έκρινε, με την 1032/2013 απόφαση, ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, διότι ερείδεται επί της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Δεδομένου, όμως, ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως με τo ως άνω αιτιολογικό συνδέεται και με κρίση περί αντισυνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, το Δ΄ Τμήμα δεν απεφάνθη οριστικώς και με την ως άνω 1032/2013 απόφαση παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, προς επίλυση, το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής.

4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67), σε δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομελείας του Συμβουλίου Επικρατείας, της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ή της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση, πλην άλλων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφ’ όσον το ίδιο ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου Δικαιοσύνης, στην οποία είναι διάδικοι. Με την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση προβάλλονται ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά στα τιθέμενα ζητήματα συνταγματικότητας, η δε δικαστική απόφαση δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον παρεμβαίνοντα. Εν προκειμένω, παραδεκτώς άσκησε παρέμβαση, προβάλλοντας ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα περί αντιθέσεως της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 προς τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 του Συντάγματος και προς την αρχή της αναλογικότητας, η …., η οποία έχει ασκήσει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την Ε. 3733/2013 αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως που εκδόθηκε βάσει της ως άνω διατάξεως, ήτοι κατά της ΕΜΠ 8486/20.12.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών του Σ.Δ.Ο.Ε. που αφορά δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της.

5. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη», στο άρθρο 17 παρ.1 ότι «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 25 παρ.1 ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

Εξ άλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (E.Σ.Δ.Α. – ν.δ. 53/1974, Α΄ 256), ορίζονται τα ακόλουθα : «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».

6. Επειδή, με το άρθρο 30 του ν. 3296/2004 (Α΄253) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών συνιστάται νέα υπηρεσία με τον τίτλο “Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων” (ΥΠ.Ε.Ε.) υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την έναρξη λειτουργίας της οποίας παύει η λειτουργία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) … 2. Κύριο έργο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων είναι η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, ο έλεγχος της διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και της κατοχής και διακίνησης απαγορευμένων ή υπό ειδικό καθεστώς ειδών και ουσιών, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, καθώς επίσης και των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας. Ειδικότερα : α. Η έρευνα, ο εντοπισμός και η καταστολή οικονομικών παραβάσεων ιδιαίτερης βαρύτητας και σημασίας … β. Ο προληπτικός έλεγχος εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και ο προσωρινός φορολογικός έλεγχος … καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας γ. … 3. … 5.

Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων προβαίνει σε : α. Ελέγχους των μεταφορικών μέσων, καταστημάτων, αποθηκών και άλλων χώρων, όπου βρίσκονται αγαθά, … β. Έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων, ως και έρευνες σε άλλους χώρους που δεν αφορούν την επαγγελματική απασχόληση του ελεγχομένου, … γ. Συλλήψεις και ανακρίσεις προσώπων και έρευνες μεταφορικών μέσων, αγαθών, προσώπων, καταστημάτων, αποθηκών, οικιών και λοιπών χώρων, ως και στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, … δ. Κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων, αγαθών, μέσων μεταφοράς και άλλων στοιχείων, … ε. Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα. 6. … 7.

H οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών που συγκροτούν την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων, καθώς και τα θέματα λειτουργίας αυτών καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών … 10. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων λειτουργεί με βάση ειδικό κανονισμό λειτουργίας, που εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών». Κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 εξεδόθη το π.δ. 85/2005 «Οργάνωση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών» (Α΄ 122), στο άρθρο 2 του οποίου επαναλαμβάνονται τα ως άνω οριζόμενα στο νόμο σχετικά με την αποστολή και τις αρμοδιότητες της εν λόγω Υπηρεσίας. Τέλος, η Υπηρεσία αυτή ονομάσθηκε «Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος» (Σ.Δ.Ο.Ε.) με το άρθρο 88 παρ. 1 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58).

7. Επειδή, με διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 παρέχονται στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών [ήδη Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.)] ευρείες εξουσίες για την αποκάλυψη διαφόρων παραβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και σοβαρές παραβάσεις οικονομικής φύσεως, προκειμένου στη συνέχεια να επιλαμβάνονται τα αρμόδια όργανα και να επιβάλλουν τις κυρώσεις της οικείας νομοθεσίας ή να λαμβάνουν άλλα τυχόν προβλεπόμενα μέτρα, τα οποία ενδέχεται να μην είναι αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως. Μεταξύ των εξουσιών αυτών περιλαμβάνεται και εκείνη της επιβολής του μέτρου της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχομένων προσώπων, το οποίο αναφέρεται στη διάταξη της 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 και επαναλαμβάνεται, χωρίς να εξειδικεύεται, στην παρ. 2 εδ. ι΄ του άρθρου 2 του π.δ. 85/2005.

Το εν λόγω μέτρο έχει προληπτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κύρωση για παράβαση της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας. Δεδομένου δε ότι η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην προστασία γενικότερου δημοσίου συμφέροντος – κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα – και προβλέπεται έκδοση πράξεως διοικητικού οργάνου για την επιβολή του, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξεως αυτής γεννάται ακυρωτική διαφορά, υπαγομένη στην αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα των ελεγχομένων παραβάσεων και της φύσεως της νομοθεσίας που τις διέπει.

8. Επειδή, το κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 μέτρο της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου.

Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005. Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις τηςδεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου».

Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου.

 

Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεωςτης δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα,η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Κατά τη γνώμη, όμως, του Αντιπροέδρου Ν. Ρόζου και των Συμβούλων Μ. Βηλαρά, Γ. Τσιμέκα, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Δ. Μακρή, το επίδικο μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων που αποσκοπεί στην αποτελεσματική πάταξη της μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας και της συναφούς με αυτές εγκληματικότητας και, γενικότερα, στην προστασία της δημόσιας περιουσίας, ήτοι στην διασφάλιση υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγεται μεν σοβαρή, πράγματι, επέμβαση στα ως άνω συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά.

Η επέμβαση, όμως, αυτή δικαιολογείται εκ του ότι χωρίς την άμεση λήψη του εν λόγω μέτρου η υλοποίηση των ανωτέρω σκοπών θα κινδύνευε να ματαιωθεί. Και τούτο διότι, χωρίς τη λήψη του μέτρου, δεν θα διασφαλίζονταν στοιχεία αναγκαία προς έρευνα της πιθανής διάπραξης των ανωτέρω σοβαρότατων παραβάσεων ούτε θα διατηρούντοπεριουσιακά στοιχεία του ελεγχόμενου προσώπου ώστε να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του Δημοσίου, σε περίπτωση που διαπιστώνετο πράγματι, εκ των υστέρων, η εκ μέρους του τελέση των παραβάσεων αυτών.

Το μέτρο έχει, εξάλλου, από τη φύση του προσωρινό χαρακτήρα, όπως τούτο σαφώς συνάγεται εκ του ότι με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας υπηρεσίας ενημερώνεται, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών ο αρμόδιος εισαγγελέας ο οποίος, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, δύναται να προβεί στις αναγκαίες περαιτέρω ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της ολικής ή μερικής άρσης του μέτρου, ενώ και ο βαρυνόμενος με το μέτρο δύναται, εφόσον τίθεται σε κίνδυνο η κάλυψη των βιοτικών και άλλων επιτακτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, να απευθυνθεί στη αρμόδια φορολογική ή δικαστική αρχή και να ζητήσει, ενόψει των περιστάσεων, την μερική ή και, ενδεχομένως, ολική άρση ή αναστολή εκτελέσεως του εν λόγω μέτρου.

Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα γνώμη, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την οποία εισάγεται το εν λόγω μέτρο, δεν αντίκειται σε καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

9. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής : Ο αιτών διατηρεί ατομική επιχείρηση με έδρα την Κομοτηνή και αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και πώληση στην Ελλάδα βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών. Από διενεργηθέντα έλεγχο οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. προέκυψαν ενδείξεις για τέλεση, εκ μέρους του αιτούντος, των αδικημάτων της φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας μεγάλης εκτάσεως με χρήση υποτιμολογήσεων κατά την εισαγωγή και πώληση των εν λόγω γεωργικών μηχανημάτων. Κατόπιν αυτού, αποφασίσθηκε η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του αιτούντος, βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία κοινοποιήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ροδόπης. Με την Γ 11/ 148α΄ /4.7.2011 παραγγελία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ροδόπης ζητήθηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. να διεξαγάγει προκαταρκτική εξέταση για την υπόθεση, η οποία δεν έχει περαιωθεί [βλ. το 2852/29.5.2013 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. προς το Συμβούλιο της Επικρατείας].

10. Επειδή, σύμφωνα με εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη πράξη στερείται νομίμου ερείσματος, διότι εξεδόθη βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία είναι ανεφάρμοστη, διότι αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως και είναι, άλλωστε, εξεταστέος και αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, αλυσιτελούς καθισταμένης της εξετάσεως των λοιπών προβαλλομένων λόγων. Ομοίως, πρέπει να γίνει δεκτή και η ασκηθείσα παρέμβαση.

Διά ταύτα Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.). Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Δέχεται την παρέμβαση. Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τα ποσά: α)των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1.380) ως δικαστική δαπάνη του αιτούντος και β) των εξακοσίων σαράντα(640) ως δικαστική δαπάνη της παρεμβαίνουσας. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

Ο Πρόεδρος

Η Γραμματέας

0

Αντισυνταγματικοί οι έφοδοι εφοριακών στα σπίτια με γνωμοδότηση του Αρείου Πάγου

Με την από 13-10-2014 γνωμοδότηση προς το Υπουργείο Οικονομικών και τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κατέστησε σαφές ότι «για οποιονδήποτε λόγο και αν γίνονται   οι κατ΄ οίκον έρευνες χωρίς εισαγγελικό λειτουργό και οποιονδήποτε σκοπό και αν εξυπηρετούν, κείνται εκτός του πλαισίου της συνταγματικής μας τάξης».

Η γνωμοδότηση έρχεται σε αντίθεση με την σχετική προγενέστερη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (με ψήφους 14-10) η οποία και έδινε το πράσινο φως στις αρχές να διενεργούν ελέγχους – έρευνες που αποσκοπούν στην είσπραξη φόρων και λοιπών εσόδων.

Το σκεπτικό του Αρείου Πάγου εδράζεται στο γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση ανάμεσα στις έρευνες για φορολογικούς λόγους και στις ανακριτικές έρευνες, για τις οποίες δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι διενεργούνται πάντοτε με την παρουσία δικαστικού λειτουργού, ενώ οποιαδήποτε αλλαγή στα ισχύοντα μπορεί να γίνει εφικτή μόνο με αναθεώρηση του Συντάγματος.

[gview file=”http://armoutsis.com/wp-content/uploads/GNOMODOTISI-AP-ASYLO-KATOIKIAS.pdf” save=”0″ cache=”0″]
0

Πορεία φακέλου πολίτη τρίτης Χώρας

Σε μία κίνηση προοδευτική, για την ενημέρωση των αλλοδαπών, που έχουν υποβάλλει αίτημα για χορήγηση ή ανανέωση της άδειας διαμονής τους, προέβη το Υπουργείο Εσωτερικών.

Συγκεκριμένα, κοινοποίησε διεύθυνση ιστοσελίδας, από την οποία ο αλλοδαπός, με μόνα στοιχεία, το επώνυμο του και τον αριθμό του διαβατηρίου του, τον οποίο έχει δηλώσει στην αρμόδια αρχή (ΥΠΕΣ, Αποκεντρωμένη Διοίκηση), δύναται να λάβει άμεσα γνώση για την εξέλιξη του αιτήματός του, και να δει την απόφαση όταν αυτή εκδοθεί.

Με τον τρόπο αυτό, ουσιαστικά λύνεται ο γόρδιος δεσμός, που ταλαιπωρούσε τη Διοίκηση,  άλλα και τους υπηκόους τρίτης χώρας, οι οποίοι πολλές φορές δεν λάμβαναν γνώση στο παρελθόν για την έκβαση της αιτήσεως τους , με συνέπεια να χάνουν τις προθεσμίες επίδοσης των αποφάσεων, και να μην δύνανται να ανανεώσουν την άδεια διαμονής τους, ή να προσφύγουν στα εξώδικα και ένδικα μέσα που δικαιούνται από  το νόμο.

Ο τρόπος αυτός πληροφόρησης των αλλοδαπών, έρχεται να προστεθεί στην αποστολή γραπτών μηνυμάτων (sms), από την εκάστοτε διοικητική αρχή προς τον ενδιαφερόμενο αλλοδαπό, για την ενημέρωση του.

ΠΟΡΕΙΑ ΦΑΚΕΛΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΤΡΙΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
0

Νέα προθεσμία για δήλωση συνέχισης αιτήσεως ακύρωσης από αλλοδαπούς.

Με τροπολογία που εισήχθη εντός του νόμου για την Καταπολέµηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας, δίδεται σε αλλοδαπούς που είχαν καταθέσει αίτημα ακυρώσεως ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων της χώρας, νέα τρίμηνη προθεσμία, προκειμένω να δηλώσουν ότι επιθυμούν να εκδικασθεί η υπόθεσή τους.

Συγκεκριμένα με το άρθρο 19 παρ. 10 του Νόμου 4267/12-06-2014 ” Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6.α. του άρθρου 8 του Ν. 4198/2013 (Α΄ 215), χορηγείται νέα προθεσμία τριών (3) μηνών, που αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εντός της οποίας οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, οι οποίοι υπογράφουν τις σχετικές αιτήσεις ακυρώσεως, οφείλουν να καταθέσουν στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου εξουσιοδότηση του αλλοδαπού διαδίκου, θεωρημένη ως προς το γνήσιο της υπογραφής του, στην οποία να δηλώνεται ότι επιθυμεί τη συζήτηση της υποθέσεως. Η δήλωση αυτή μπορεί να γίνει και με αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου στη γραμματεία του δικαστηρίου. Δίκες, που έχουν κηρυχθεί καταργημένες κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 6.α. του άρθρου 8 του Ν. 4198/2013, θεωρούνται ως μηδέποτε καταργηθείσες και καθίστανται εκ νέου εκκρεμείς, εφόσον υποβληθεί η κατά τα ανωτέρω δήλωση«.

Στην ουσία θεραπεύεται η μη δήλωση συνέχισης που έπρεπε να υποβάλει ο αλλοδαπός έως την 11-01-2014 με το νόμο 4198/2013, και για το λόγο αυτό η υπόθεση του μπήκε στο αρχείο ως καταργημένη. Πλέον η προθεσμία που λήγει την 12-09-2014 θα δώσει το δικαίωμα σε πολλούς αλλοδαπούς, που για οποιονδήποτε λόγο δεν είχαν κάνει τη δήλωση συνέχισης έως το Γενάρη και «χάσανε” την αίτηση ακυρώσεως τους και συνάμα τη δυνατότητα εκδίκασης της υπόθεσής τους, ώστε να ακυρωθεί τρόπον τινά η απορριπτική απόφαση της άλλοτε Περιφέρειας για την χορήγηση και ανανέωση της άδειας διαμονής τους.

δείτε εδώ το νόμο 4267/2014
0

ΣτΕ ΟΛΟΜ 987/2014 Αντισυνταγματικότητα διάταξης περί εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πολύτεκνων

ΣτΕ ΟΛΟΜ 987/2014 (όμοια η 988/2014) Αντισυνταγματικότητα διάταξης περί εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πολύτεκνων (ακαδημαϊκό έτος 2012-2013). 

Αριθμός 987/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Π. Καρλή, Φ. Ντζίμας,  Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου,  Β. Αραβαντινός, Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Σύμβουλοι, Ηλ. Μάζος, Χρ. Σιταρά, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ο. Ζύγουρα και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή καθώς και η Πάρεδρος Αικ. Ρωξάνα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 8 Οκτωβρίου 2012 αίτηση:

της .. ……… του ……,κατοίκου …. …. Αττικής (….. …), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Βλαχόπουλο (Α.Μ. 17001), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ο οποίος παρέστη με τον Ηλία Ψώνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν οι: 1) υπ’ αριθ. Φ.253.4/96738/Β6/27.8.2012, 2) υπ’ αριθ. Φ.253.4/96739/Β6/27.8.2012 αποφάσεις του Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 23 Οκτωβρίου 2012 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και της από 6 Νοεμβρίου 2012 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Κ. Πισπιρίγκου. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσης, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κα ι

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, με την οποία προσβάλλονται πράξεις εφαρμογής της εκπαιδευτικής νομοθεσίας που υπάγονται στον ακυρωτικό έλεγχο του διοικητικού εφετείου σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 δ΄ του ν. 702/1977 (Α΄268), όπως ισχύει, κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 3369904, 1285058/2012 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση των πράξεων του Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού: α) Φ 253.4/96738/Β6/27.8.2012 και β) Φ 253.4./96739/Β6/27.8.2012, με τις οποίες κυρώθηκαν οι πίνακες των εισαγομένων στα τμήματα και στις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για το ακαδημαϊκό έτος 2012 – 2013, κατά το μέρος της παράλειψης εγγραφής της αιτούσης, η οποία διαγωνίσθηκε ως υποψήφια της γενικής κατηγορίας, στους πίνακες των εισαγομένων στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η παράλειψη αυτή προσβάλλεται ως εκδηλωθείσα με την εγγραφή στους ίδιους πίνακες δεκατριών (13) υποψηφίων, οι οποίοι εμπίπτουν στην ειδική κατηγορία των μελών πολύτεκνων οικογενειών και συγκέντρωσαν σύνολο μορίων χαμηλότερο εκείνου της αιτούσης.

3. Επειδή, με την πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012, Α΄51) υπ’ αριθμ. ΠΑ 31/23.10.2012, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «…..» στις 7.11.2012 και στην εφημερίδα «…..» στις 9.11.2012, έγινε δεκτό σχετικό αίτημα της αιτούσης και αποφασίσθηκε να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, διότι θέτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος για τη συνταγματικότητα ορισμένων διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 2525/1997, όπως ισχύει, που εφαρμόσθηκαν με τις προσβαλλόμενες πράξεις.

4. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2525/1997 «Ενιαίο Λύκειο, πρόσβαση των αποφοίτων του στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση κ.λπ.» (Α΄188) ορίζεται ότι «Στους αποφοίτους του Ενιαίου Λυκείου χορηγείται Απολυτήριο Ενιαίου Λυκείου, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα α) εγγραφής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση β) …» , στη δε παράγραφο 13 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2909/2001 (Α΄90), ορίζεται ότι «Στους αποφοίτους του Ενιαίου Λυκείου, εκτός του απολυτηρίου της παραγράφου 5, χορηγείται και «Βεβαίωση”, στην οποία αναφέρονται οι βαθμοί του αποφοίτου στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα που λαμβάνονται υπόψη για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση». Η πρόσβαση των κατόχων απολυτηρίου λυκείου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ρυθμίσθηκε περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2525/1997, στην παράγραφο 2 του οποίου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2909/2001 (Α΄98), ορίσθηκαν τα εξής: «α. Οι υποψήφιοι για εισαγωγή, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων απόλυσης από το Λύκειο, καταθέτουν δήλωση προτίμησης για δύο κατ’ ανώτατο όριο επιστημονικά πεδία και για συγκεκριμένα τμήματα ή σχολές των πεδίων αυτών … β) Η επιλογή των υποψηφίων για τα τμήματα που δήλωσαν προτίμηση γίνεται με βάση το σύνολο των μορίων που προκύπτουν από το άθροισμα των γινομένων του γενικού βαθμού πρόσβασης της Βεβαίωσης, των βαθμών πρόσβασης των δύο μαθημάτων αυξημένης βαρύτητας και του βαθμού της δοκιμασίας δεξιοτήτων, εφόσον διεξάγεται, με τους αντίστοιχους συντελεστές βαρύτητας και κατά φθίνουσα σειρά μέχρι να καλυφθεί ο αριθμός θέσεων κάθε τμήματος που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 1351/1983 … Για τα τμήματα ή τις σχολές για τις οποίες απαιτείται εξέταση σε ένα ή περισσότερα ειδικά μαθήματα ή πρακτικές δοκιμασίες, στο ανωτέρω σύνολο μορίων προστίθενται και τα μόρια που προκύπτουν από το γινόμενο του βαθμού των ειδικών μαθημάτων ή πρακτικών δοκιμασιών με τον αντίστοιχο συντελεστή». Ακολούθως, με το άρθρο 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 (Α΄118) τροποποιήθηκε το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2525/1997 ως εξής: «α. … β. Η επιλογή των υποψηφίων για τις σχολές και τα τμήματα, που δήλωσαν προτίμηση, γίνεται με βάση το σύνολο των μορίων που προκύπτουν από το άθροισμα των γινομένων του γενικού βαθμού πρόσβασης της βεβαίωσης, των βαθμών πρόσβασης των δύο μαθημάτων αυξημένης βαρύτητας με τους αντίστοιχους συντελεστές βαρύτητας και κατά φθίνουσα σειρά μέχρι να καλυφθεί ο αριθμός θέσεων κάθε σχολής ή τμήματος. Για τις σχολές ή τα τμήματα που απαιτείται εξέταση σε ένα ή περισσότερα ειδικά μαθήματα ή πρακτικές δοκιμασίες στο ανωτέρω σύνολο μορίων προστίθενται και τα μόρια που προκύπτουν από το γινόμενο του βαθμού των ειδικών μαθημάτων ή πρακτικών δοκιμασιών με τον αντίστοιχο συντελεστή. γ. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, καθορίζονται μία φορά το χρόνο, ένα τουλάχιστον μήνα πριν την υποβολή των μηχανογραφικών δελτίων των υποψηφίων: i. Ο αριθμός των θέσεων εισακτέων στα Τμήματα και τις Σχολές των Πανεπιστημίων, των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) … Η απόφαση αυτή εκδίδεται μετά από γνώμη της Συγκλήτου κάθε Πανεπιστημίου, του Συμβουλίου κάθε Τ.Ε.Ι. … που υποβάλλονται στο Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. ii. Ο αριθμός των θέσεων εισακτέων των κατόχων απολυτηρίου Γενικού ή Επαγγελματικού Λυκείου, πέραν του καθορισθέντος αριθμού στην περίπτωση i, στα Τμήματα και τις Σχολές της ίδιας περίπτωσης, ως ακολούθως: αα) Υποψηφίων που είναι πολύτεκνοι, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1910/1944 (Α΄229), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006 (Α΄75), καθώς και υποψηφίων τέκνων των ανωτέρω πολυτέκνων, ββ) Υποψήφιων γονέων και τέκνων πολυμελών οικογενειών με τρία ζώντα τέκνα από νόμιμο γάμο ή νομιμοποιηθέντα ή νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα, εφόσον κανένα από αυτά δεν υπερβαίνει το 26ο έτος της ηλικίας του, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων άγαμων μητέρων με τρία μη αναγνωρισθέντα ζώντα τέκνα, που δεν υπερβαίνουν το ανωτέρω όριο ηλικίας. γγ) Υποψηφίων: α) με αδελφό ή αδελφή που φοιτά σε Πανεπιστήμιο ή Τ.Ε.Ι. … β) ορφανών από τον ένα ή και από τους δύο γονείς ή τέκνων άγαμης μητέρας με ένα ή δύο μη αναγνωρισθέντα τέκνα, γ) με γονείς, τέκνα, αδέλφια, συζύγους που είναι τυφλοί ή κωφάλαλοι ή νεφροπαθείς … δ) τέκνων των θυμάτων της τρομοκρατίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 1897/1990 (Α΄120) … Ο συνολικός αριθμός των θέσεων εισακτέων της περίπτωσης ii δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) των θέσεων εισακτέων της περίπτωσης i. iii. … Κατά τη διαδικασία επιλογής, κάθε υποψήφιος των ειδικών περιπτώσεων αα΄ έως και γγ΄ της περίπτωσης ii κρίνεται για επιλογή για τις προβλεπόμενες θέσεις, που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης i του παρόντος άρθρου για κάθε τμήμα ή σχολή, με βάση το σύνολο των μορίων κατά φθίνουσα σειρά μορίων και τη δήλωση προτίμησής του στο μηχανογραφικό δελτίο, κατά πρώτον, ως υποψήφιος της γενικής σειράς. Εάν δεν εισάγεται στη σχολή ή το τμήμα που έχει δηλώσει πρώτο στις προτιμήσεις του, κρίνεται για επιλογή για τις ειδικές θέσεις της ίδιας σχολής ή τμήματος ως υποψήφιος μιας εκ των ειδικών περιπτώσεων. Αν δεν εισάγεται ούτε με το ειδικό ποσοστό στο συγκεκριμένο τμήμα ή σχολή, η διαδικασία συνεχίζεται με την επόμενη προτίμηση του υποψηφίου, τόσο στη γενική σειρά όσο και στην ειδική. Αν δεν εισαχθεί και σε αυτό  το τμήμα ή σχολή με τη γενική σειρά και την ειδική που έχει δηλώσει, η διαδικασία συνεχίζεται με τις επόμενες κατά σειρά προτίμησης του υποψηφίου στο μηχανογραφικό του δελτίο. Εάν ο υποψήφιος ανήκει σε περισσότερες από μία των ειδικών περιπτώσεων επιλέγει μόνο μία. Εάν με το σύνολο των μορίων που έχει επιτύχει ο υποψήφιος μπορεί να εισαχθεί σε περισσότερες από μία σχολές ή τμήματα εισάγεται τελικά μόνο σε εκείνη τη σχολή ή τμήμα που προσδιόρισε στη δήλωση του με σειρά προτίμησης υψηλότερη σε σχέση με τις άλλες σχολές ή τμήματα που έχει δηλώσει. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, καθορίζονται τα αναγκαία δικαιολογητικά, η διαδικασία κατάθεσης, ο τόπος και ο χρόνος υποβολής και τα όργανα ελέγχου των δικαιολογητικών, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την ένταξη των υποψηφίων στις κατηγορίες της περίπτωσης ii. Εάν μετά την εισαγωγή, με οποιονδήποτε τρόπο διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις υπαγωγής στις περιπτώσεις αα΄ έως και γγ΄ της περίπτωσης ii …, οι εισαχθέντες διαγράφονται από τα τμήματα εισαγωγής … Οι θέσεις των διαγραφέντων δεν αναπληρώνονται ούτε μεταφέρονται». Με το άρθρο 60 παρ. 4 περ. ια΄ του ίδιου νόμου (ν. 3966/2011) καταργήθηκαν οι διατάξεις περί μετεγγραφών των φοιτητών (άρθρα 3 του ν. 860/1979 και 1 του ν. 3282/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 παρ. 9 του ν. 3879/2010), κατά τον κρίσιμο δε χρόνο το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ του ν. 2525/1997 είχε ήδη τροποποιηθεί, ως προς τις ειδικές περιπτώσεις αα΄ – γγ΄ της περίπτωσης ii, με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85) ως εξής: «αα) Υποψηφίων που είναι πολύτεκνοι, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1910/1944 (Α΄229), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006 (Α΄75), καθώς και υποψηφίων τέκνων των ανωτέρω πολυτέκνων. Η πολυτεκνική ιδιότητα διατηρείται ισοβίως σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006. ββ) Υποψηφίων γονέων και τέκνων πολυμελών οικογενειών με τρία ζώντα τέκνα από νόμιμο γάμο ή νομιμοποιηθέντα ή νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων άγαμων μητέρων με τρία μη αναγνωρισθέντα ζώντα τέκνα. γγ) Υποψηφίων: α) με αδελφό ή αδελφή, ενεργό φοιτητή του πρώτου κύκλου σπουδών, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 4009/2011 (Α΄195), εφόσον δεν είναι ήδη κάτοχος πτυχίου, μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου …, β) ορφανών από τον ένα ή και από τους δύο γονείς ή τέκνων άγαμης μητέρας με ένα ή δύο μη αναγνωρισθέντα τέκνα, γ) με γονείς, τέκνα, αδέλφια, συζύγους που είναι τυφλοί, κωφάλαλοι ή νεφροπαθείς …, δ) τέκνων των θυμάτων της τρομοκρατίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 1897/1990 (Α΄120), ε) πολύδυμων τέκνων, εφόσον συμμετέχουν στις πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση το ίδιο έτος». Τέλος, το ως άνω άρθρο 44 του ν. 4071/2012 όρισε, στην παράγραφο 3, τα εξής: «3. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2012 – 2013, για την εισαγωγή των αποφοίτων Γενικών ή άλλου τύπου Λυκείων, σε κάθε σχολή ή τμήμα που προβλέπονται στην υποπερίπτωση i της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 2525/1997, πρόσθετο ποσοστό 3% επί των θέσεων εισακτέων καταλαμβάνεται, αποκλειστικά, από όσους αποφοίτησαν το έτος 2011, συμμετείχαν στις πανελλαδικές εξετάσεις του ίδιου έτους και για τους οποίους ίσχυαν κατά την αποφοίτησή τους ή ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τα κριτήρια που αναφέρονται στις κατηγορίες της υποπερίπτωσης ii της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 2525/1997, όπως αντικαθίσταται …».

5. Επειδή, με τις μεταβολές, τις οποίες επέφερε στο άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2525/1997 το άρθρο 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και, στη συνέχεια, το άρθρο 44 παρ. 2 του ν 4071/2012, θεσπίσθηκε σύστημα εισαγωγής, σε τμήματα και σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, υποψηφίων που εμπίπτουν σε κατηγορίες ειδικών περιπτώσεων, καθοριζόμενες επί τη βάσει κοινωνικών κριτηρίων, καθ’ υπέρβαση (μέχρι 20% συνολικά) του αριθμού των θέσεων των εισακτέων κάθε τμήματος και σχολής που καλύπτονται από τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας. Παράλληλα, με το άρθρο 60 παρ. 4 περ. ια΄ του ίδιου νόμου, καταργήθηκαν οι διατάξεις που παρείχαν τη δυνατότητα (ομοίως επί τη βάσει κοινωνικών κριτηρίων, αλλά μετά την εισαγωγή και εγγραφή σε συγκεκριμένο τμήμα ή σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επί τη βάσει κριτηρίων κοινών για όλους τους υποψηφίους) να μετεγγράφονται ορισμένοι φοιτητές σε αντίστοιχο τμήμα ή σχολή με έδρα πλησιέστερη προς τον τόπο της κατοικίας τους. Σύμφωνα με το νέο σύστημα εισαγωγής, οι υποψήφιοι που έχουν δηλώσει στο μηχανογραφικό δελτίο ότι εμπίπτουν σε μια από τις ως άνω κατηγορίες ειδικών περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων η κατηγορία των μελών πολύτεκνων οικογενειών, κρίνονται για εισαγωγή στο τμήμα ή στη σχολή της πρώτης προτίμησής τους συγκρινόμενοι, με βάση το σύνολο των μορίων που συγκεντρώνουν, κατά πρώτον με τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας που έχουν δηλώσει την ίδια με αυτούς προτίμηση. Εάν ύστερα από αυτή τη σύγκριση δεν εισάγονται στο εν λόγω τμήμα ή σχολή, συγκρίνονται (ομοίως με βάση το σύνολο των μορίων που συγκεντρώνουν) με τους υποψήφιους της ίδιας με αυτούς κατηγορίας ειδικής περίπτωσης για εισαγωγή στις οριζόμενες πρόσθετες θέσεις του ίδιου τμήματος ή σχολής. Εάν και πάλι δεν εισάγονται, η ίδια διαδικασία με τα δύο στάδια σύγκρισης συνεχίζεται, για να κριθεί η εισαγωγή τους στη σχολή ή στο τμήμα της επόμενης προτίμησής τους. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3966/2011, με τις ως άνω ρυθμίσεις επιδιώχθηκε να δοθεί η δυνατότητα «… σε όσους αντιμετωπίζουν οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα και αδυνατούν ή δυσκολεύονται να φοιτήσουν σε σχολές ή τμήματα που βρίσκονται μακριά από τη μόνιμη κατοικία τους, να επιλέξουν να φοιτήσουν σε σχολές ή τμήματα της περιοχής κατοικίας τους από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους και να μην τελούν σε αναμονή των αποτελεσμάτων των μετεγγραφών …». Στην ίδια αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι με τις νέες ρυθμίσεις, οι οποίες θεσπίζονται για όσους υποψήφιους αντιμετωπίζουν οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα, «…εξαλείφεται το φαινόμενο φοίτησης σε σχολή για την οποία το σύνολο των μορίων τους δεν επέτρεπε την εισαγωγή παρά μόνον μέσω της μετεγγραφής. Εναπόκειται πλέον στους ίδιους τους υποψηφίους να διαμορφώσουν την επιλογή τους ως προς την τελική εισαγωγή τους δηλώνοντας τις σχολές ή τμήματα, στα οποία θα παραμείνουν προς φοίτηση …», καθώς και ότι εξαλείφονται οι γραφειοκρατικές διαδικασίες των μετεγγραφών και προωθείται η «… ομαλή λειτουργία των πανεπιστημίων από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους, αφού η εισαγωγή και των υποψηφίων των περιπτώσεων αυτών θα έχει ολοκληρωθεί πριν την έναρξη των μαθημάτων … ώστε να υπάρχει καλύτερος προγραμματισμός και τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ να γνωρίζουν εκ των προτέρων τον αριθμό των εισαγομένων για κάθε περίπτωση και στο σύνολό τους». Τέλος, αναφέρεται και ότι «… ουδεμία οικονομική επιβάρυνση υφίσταται το Δημόσιο από τις ανωτέρω ρυθμίσεις, δεδομένου ότι αντικαθίστανται οι διατάξεις των μετεγγραφών. Αντίθετα θα υπάρξει μείωση των δαπανών διότι θεσμοθετείται περιορισμός στον αριθμό εισακτέων στις κατ’ εξαίρεση περιπτώσεις …».

6. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Η αιτούσα, η οποία υπέβαλε μηχανογραφικό δελτίο για την εισαγωγή της στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατά το ακαδημαϊκό 2012 – 2013, ως απόφοιτος ημερησίου λυκείου και υποψήφια της γενικής κατηγορίας, ήτοι ως διαγωνιζόμενη για τις θέσεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση i του ν. 2525/1997, συγκέντρωσε σύνολο 18.981 μορίων και, βάσει αυτής της βαθμολογίας και της δηλώσεως των προτιμήσεών της, ύστερα από τη σύγκρισή της με τους υποψήφιους της ίδιας κατηγορίας, εισήχθη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών 62η κατά σειρά επιτυχίας και όχι στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.), την οποία είχε δηλώσει ως πρώτη προτίμησή της. Σύμφωνα με τους πίνακες των εισαγομένων που κυρώθηκαν με τις δύο προσβαλλόμενες πράξεις, στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. εισήχθησαν εκατόν εξήντα (160) υποψήφιοι για την πλήρωση των ισάριθμων θέσεων εισακτέων από τη γενική κατηγορία υποψηφίων που είχαν ορισθεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση i του ν. 2525/1997, με την Φ 253.1/54697/Β6/15.5.212 απόφαση της Υφυπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (B΄1653), η δε τελευταία εισαχθείσα κατά σειρά επιτυχίας συγκέντρωσε 19.170 μόρια. Με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη κυρώθηκαν και οι πίνακες των εισαγομένων στην εν λόγω Ιατρική Σχολή για την πλήρωση των θέσεων του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997 που είχαν ορισθεί με την ως άνω απόφαση της Υφυπουργού, ήτοι των θέσεων των μελών πολύτεκνων οικογενειών που είναι απόφοιτοι ημερησίων λυκείων, από τους οποίους οι δώδεκα (12) συγκέντρωσαν λιγότερα μόρια από την αιτούσα (18968 – 18578). Με άλλους δε πίνακες, οι οποίοι κυρώθηκαν με τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, εισήχθησαν στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. και υποψήφιοι για την πλήρωση των θέσεων που είχαν ορισθεί με την ίδια απόφαση της Υφυπουργού βάσει του άρθρου 44 παρ. 3 του ν. 4071/2012, από τους οποίους η μία (1) εμπίπτει στο άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997 (κατηγορία μελών πολύτεκνων οικογενειών που είναι απόφοιτοι ημερησίων λυκείων) και συγκέντρωσε λιγότερα μόρια από την αιτούσα (18.972). Ήδη με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κύρωση, με τις προσβαλλόμενες πράξεις, των πινάκων που συμπεριλαμβάνουν τους ως άνω δεκατρείς (12+1=13) υποψήφιους στους εισαγόμενους στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. εμπόδισε την εισαγωγή της αιτούσης στην ίδια Ιατρική Σχολή (αν και συγκέντρωσε περισσότερα από αυτούς μόρια) χωρίς νόμιμο έρεισμα, διότι στηρίζεται στην αδικαιολόγητα ευνοϊκή για τα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, η οποία αντιβαίνει στις συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας (γενικώς ενώπιον του νόμου και ειδικώς κατά την πρόσβαση στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα) και είναι, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστη.

7. Επειδή, αν και η αιτούσα διαγωνίσθηκε για να εισαχθεί στην εν λόγω Ιατρική Σχολή ως υποψήφια της γενικής κατηγορίας, ο ως άνω λόγος ακυρώσεως προβάλλεται με έννομο συμφέρον. Τούτο, διότι οι θέσεις των εισακτέων αυτής της κατηγορίας καθορίσθηκαν με την Φ 253.1/54697/Β6/15.5.2012 απόφαση από την Υφυπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, δυνάμει των διατάξεων της περίπτωσης i του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ του ν. 2525/1997, παράλληλα με τον καθορισμό πρόσθετων θέσεων δυνάμει των διατάξεων της επόμενης περίπτωσης ii αα΄ και του άρθρου 44 παρ. 3 του ν. 4071/2012, ο οποίος έγινε με την ίδια απόφαση της Υφυπουργού. Ο αριθμός δε των πρόσθετων αυτών θέσεων προδήλως καθορίστηκε σε συσχέτιση με τον αριθμό των θέσεων των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας, κατ’ εκτίμηση και των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων της Ιατρικής Σχολής και, ως εκ τούτου, η Διοίκηση θα είχε αυξήσει τις θέσεις των εισακτέων από τη γενική κατηγορία υποψηφίων σε περίπτωση μη εφαρμογής των διατάξεων, των οποίων αμφισβητείται η συνταγματικότητα. Συνεπώς,  άν το Δικαστήριο κρίνει ότι αντιβαίνει στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας ο γενόμενος καθορισμός των πρόσθετων θέσεων για τα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών, όπως προβάλλει η αιτούσα, η Διοίκηση θα κληθεί να εξετάσει, σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου, τη δυνατότητα νόμιμης εισαγωγής της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. ως υπεράριθμης σε σχέση με τις θέσεις των εισακτέων που ήδη πληρώθηκαν από τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας. Αν και κατά τη γνώμη του Αντιπροέδρου Αθ. Ράντου και των Σύμβουλων Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρή, Δ. Σκαλτσούνη, Γ. Ποταμιά, Ε. Αντωνόπουλου, Π. Καρλή, Β. Καλαντζή και Κ. Πισπιρίγκου, με τους οποίους συνάχθηκαν οι Πάρεδροι Η. Μάζος και Χ. Σιταρά, ο λόγος αυτός προβάλλεται χωρίς άμεσο και  ενεστώς έννομο συμφέρον, διότι ακόμη και αν κριθεί ότι είναι ανεφάρμοστες, ως αντιβαίνουσες στο Σύνταγμα, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997 που ευνοούν τα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών, δεν θα καταστεί δυνατή η εισαγωγή της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. καθ’ υπέρβαση του αριθμού των θέσεων των εισακτέων από τη γενική κατηγορία υποψηφίων. Τούτο, διότι ο αριθμός αυτός, ο οποίος καθορίσθηκε με την Φ 253.1/54697/Β6/15.5.2012 απόφαση της Υφυπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων με ειδική διοικητική διαδικασία εκτιμήσεως των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων του Πανεπιστημίου, ήτοι κατόπιν γνώμης της Συγκλήτου που εκφέρεται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση i του ν. 2525/1997, μόνο για τις θέσεις των εισακτέων από τη γενική κατηγορία υποψηφίων, δεν είναι βέβαιο ότι θα είχε αυξηθεί από τη Διοίκηση σε περίπτωση μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και, πάντως, δεν δύναται πλέον να αυξηθεί, ώστε να καταστεί νόμιμη η εισαγωγή και της αιτούσης στην εν λόγω Ιατρική Σχολή.

8. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 4 παρ. 1 ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στο δε άρθρο 5 παρ. 1 ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφ’ όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. …, 2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους … 3. … 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητες τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που  αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση …». Εξ άλλου, στο άρθρο 21 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους,  καθώς και ο γάμος και η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. Πολύτεκνες οικογένειες, … έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος. 3. … 5. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους». Τέλος, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

9. Επειδή, η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και αποκλείει τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια είτε με την μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια. Περαιτέρω, το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας κατά λόγο της προσωπικής του αξίας (βλ. ΣτΕ 2738/2010 κ.ά.). Τέλος, οι προστατευτικές της παιδείας διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος ανάγουν την παιδεία σε αποστολή του κράτους και κατοχυρώνουν, μεταξύ άλλων, αφ’ ενός μεν τη θεσμική εγγύηση της παροχής ανώτατης εκπαίδευσης από πλήρως αυτοδιοικούμενα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (βλ. ΣτΕ 982/2012 Ολ., 4009/2000, 411/2008), αφ’ ετέρου δε το δικαίωμα στην παιδεία (ΣτΕ 1582/1992) που περιλαμβάνει και το δικαίωμα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εφ’ όσον συγκεντρώνουν τις νόμιμες προϋποθέσεις.

Από τον συνδυασμό αυτών των συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να εξασφαλίζει την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προσώπων κεκτημένων τα αναγκαία εφόδια για την ενεργό παρακολούθηση της θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας μέσω συστήματος εισαγωγής, το οποίο στηρίζεται σε γενικά, αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια και είναι σύμφωνο με τις αρχές της ισότητας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της σταδιοδρομίας εκάστου ανάλογα με την προσωπική αξία και ικανότητά του (βλ. ΣτΕ 3351/2000 Ολ., ΣτΕ 2411/2012 Ολ., 673/1987), δεδομένου, άλλωστε, και ότι μόνο υπό αυτούς τους όρους είναι δυνατή η επίτευξη της αποστολής των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΣτΕ 3328/2000 Ολ., 2467/2001) και η εύρυθμη λειτουργία τους (ΣτΕ 673/1987, 4137/1990). Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται από τις διατάξεις αυτές να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν, προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντά τους, αρκεί η εκάστοτε επιχειρούμενη νέα ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό. Όταν επιχειρείται νέα ρύθμιση για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο νομοθέτης δύναται να θεσπίζει, να τροποποιεί και να μεταρρυθμίζει το σύστημα επιλογής των υποψηφίων καθιστώντας ακόμη και αυστηρότερες τις προϋποθέσεις εισαγωγής, εφ’ όσον σε κάθε περίπτωση διασφαλίζονται η ισότητα των ευκαιριών και ο αξιοκρατικός τρόπος επιλογής (βλ. ΣτΕ 2811 – 27/2002 Ολ., 681/2008). Ένα σύστημα εισαγωγής, σύμφωνα με το οποίο οι υποψήφιοι παράλληλα με την ολοκλήρωση του κύκλου των σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αξιολογούνται, υποβαλλόμενοι σε δοκιμασία εξετάσεων και βαθμολόγηση, για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι συμβατό προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, εφ’ όσον τα κριτήρια της αξιολόγησης είναι αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι εφ’ όσον οι υποψήφιοι εξετάζονται μόνο ως προς την ικανότητά τους σε μαθήματα και δεξιότητες συναφείς προς το γνωστικό αντικείμενο του τμήματος ή της σχολής, όπου επιθυμεί καθένας να εισαχθεί, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν και άλλης φύσεως κριτήρια, μη ακαδημαϊκά (πρβλ. ΣτΕ 2820, 2962, 2967/1999 7μ., 673/1987).

10. Επειδή, εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, οι οποίες έχουν κατά βάση κατευθυντήριο χαρακτήρα, αφήνουν στον νομοθέτη την ευχέρεια να προσδιορίσει κατά την εκτίμησή του το είδος και την έκταση της ειδικής φροντίδας για τους πολύτεκνους και τα μέλη των οικογενειών τους. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, της οποίας η θέσπιση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της Χώρας (Πρακτικά Βουλής επί του Συντάγματος, Συνεδρίαση ΟΘ/26.4.1975, σελ. 479 και 486), το Σύνταγμα απευθύνει στον κοινό νομοθέτη έντονη υπόδειξη για τη λήψη κατάλληλων μέτρων φροντίδας υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών επί τη βάσει των κρατουσών συνθηκών και εντός των ορίων που διαγράφουν οι άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές (βλ. ΣτΕ 12 /1999 7μ., 4237/2005). Η εκτίμηση του νομοθέτη υπόκειται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια, οι δε εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις περί κοινωνικής προστασίας ελέγχονται ως προς την τήρηση της αρχής της ισότητας σε συνδυασμό προς την απορρέουσα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά  τον λόγο της προσωπικής του αξίας (βλ. ΣτΕ 2738/2010, 2016/2007, 1141/1999 κ.ά.).

11. Επειδή, το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1995, όπως ισχύει μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 2 του ν. 4071/1012, το οποίο εισήγαγε παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την πρόβλεψη της σύστασης θέσεων, οι οποίες  καταλαμβάνονται μόνο από υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας, αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με κριτήρια αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι βάσει των ικανοτήτων και δεξιοτήτων των υποψηφίων, διότι η ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας δεν συνδέεται με ικανότητες ή δεξιότητες του υποψηφίου και δεν αποτελεί κριτήριο που πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις. Η αντίθεση του νέου συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται με την επίκληση από τον νομοθέτη λόγων αναγομένων στην εύρυθμη λειτουργία των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της παράλληλης κατάργησης του συστήματος μετεγγραφών. Τούτο, διότι οι μετεγγραφές προϋποθέτουν, πάντως, την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση βάσει συνταγματικώς έγκυρου από την ανωτέρω άποψη συστήματος. Περαιτέρω, η αντίθεση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται εκ του ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει τις θέσεις που διαθέτει στα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών ως «επιπλέον» και ορίζει, περαιτέρω, ότι ο αριθμός των θέσεων αυτών καθορίζεται με υπουργική απόφαση χωρίς προηγούμενη γνώμη των οργάνων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι αρμόδια για την εκτίμηση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των οικείων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και ότι οι ίδιες θέσεις δεν διατίθενται στους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας υποψηφίων αν δεν πληρωθούν από μέλη πολύτεκνων οικογενειών. Τούτο δε υπό πάσα εκδοχή, διότι α) εάν αυτές οι θέσεις διατίθενται καθ’ υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των ιδρυμάτων, προκαλείται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δυσλειτουργία που δεν γίνεται ανεκτή από το άρθρο 16 του Συντάγματος και β) στην αντίθετη περίπτωση αφαιρούνται θέσεις από τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από την εισαγωγή στο τμήμα ή στη σχολή της προτίμησής τους ή ακόμη και από την πρόσβασή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υποψήφιοι με συγκριτικά πληρέστερες ικανότητες και δεξιότητες κατά παράβαση των δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 16 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν να εισάγονται στις πεπερασμένου αριθμού θέσεις των οικείων ιδρυμάτων οι υποψήφιοι, οι οποίοι υπερτερούν σε διαγωνιστικές δοκιμασίες που βασίζονται σε αμιγώς ακαδημαϊκά κριτήρια, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα. Τέλος, ο περιορισμός των ως άνω δικαιωμάτων των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 και 5 του Συντάγματος που επιβάλλουν τη λήψη μέτρων προστασίας των πολυμελών οικογενειών και μέτρων δημογραφικής πολιτικής. Τούτο, διότι επιβάλλεται μεν, βάσει αυτών των συνταγματικών διατάξεων, να ενισχύονται οι πολύτεκνες οικογένειες για την αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων που απαιτούνται για τη συντήρησή τους, καθώς και για την ανατροφή, την οικονομική εξασφάλιση των πάσης φύσεως σπουδών και την επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων τους, αλλά δεν είναι επιτρεπτό να παρέχονται στα μέλη των οικογενειών αυτών και διευκολύνσεις για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι οποίες υπερακοντίζουν την προστασία που τους παρέχει το Σύνταγμα λόγω αφ’ ενός μεν του περιορισμού των αντίστοιχων δικαιωμάτων πρόσβασης των λοιπών πολιτών, αφ’ ετέρου δε της υποχώρησης των ακαδημαϊκών κριτηρίων πρόσβασης.

12. Επειδή, μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Π. Καρλή, Ηρ. Τσακόπουλος και Β. Καλαντζή, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ισχύουν μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 3 του ν. 4071/2012, σύμφωνα με τις οποίες οι υποψήφιοι πολύτεκνοι και τέκνα πολυτέκνων, μετά την αποτυχία τους να εισαχθούν σε τμήμα ή σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ως υποψήφιοι της γενικής κατηγορίας, μπορούν να καταλάβουν με την ίδια διαδικασία και αξιολογικά κριτήρια εισαγωγής, όπως οι υποψήφιοι της γενικής κατηγορίας, κάποια από τις επιπλέον θέσεις, οι οποίες διαφυλάσσονται, αποκλειστικά, υπέρ των υποψηφίων αυτών, έστω και αν υπολείπονται βαθμολογικώς του τελευταίου εισακτέου στο ίδιο τμήμα ή σχολή από την γενική κατηγορία, εισάγει μεν διάκριση υπέρ της ανωτέρω κοινωνικής κατηγορίας υποψηφίων, η διάκριση όμως αυτή είναι συνταγματικώς θεμιτή, ενόψει των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 2 και 5 του Συντάγματος που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της χώρας, επιτρέπουν δε την θέσπιση ευεργετικών διατάξεων υπέρ των πολυτέκνων και των τέκνων πολυτέκνων ακόμη και κατά την πρόσβαση των υποψηφίων αυτών στα τμήματα και τις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πρβλ. ΣτΕ 2860/1993 7μ., 744, 870/1995, 3675/1996, 2998/2005, 2462/2010 κ.ά), ενόψει της ευχέρειας που το Σύνταγμα παρέχει στον κοινό νομοθέτη να σταθμίζει τις εκάστοτε κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και με βάση αυτές να προσδιορίζει το είδος και την έκταση της ειδικής φροντίδας των μελών των πολυτέκνων οικογενειών (πρβλ. ΣτΕ 2717/1994). Οι διατάξεις δε με τις οποίες χορηγούνται, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, είτε χρηματικές παροχές είτε άλλης φύσεως ευεργετήματα υπόκεινται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια. Κατόπιν των ανωτέρω, οι μεταβολές που έγιναν με τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 43 παρ. 3 του ν. 4071/2012 δεν προσκρούουν, όσον αφορά, πάντως, την εν λόγω ειδική κατηγορία υποψηφίων, προς την συνταγματική αρχή της ισότητας και την απορρέουσα από αυτήν αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας, ούτε στο άρθρο 16 του Συντάγματος, εφόσον η ευνοούμενη από τον νόμο κατηγορία υποψηφίων πολυτέκνων και τέκνων αυτών τελεί, κατά την εκτίμηση του συνταγματικού νομοθέτη λόγω της συνεισφοράς τους στην επίλυση του δημογραφικού προβλήματος, υπό διαφορετικές νομικές και πραγματικές συνθήκες σε σχέση προς τους λοιπούς υποψηφίους, ενώ παρέχεται η δυνατότητα σε όλες τις κατηγορίες υποψηφίων να έχουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την συμμετοχή τους σε κοινές εξετάσεις πανελλαδικού επιπέδου και την, με ίσους όρους, βαθμολόγησή τους. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται  εν υπάρχει, δηλαδή, αντίθεση προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις από το γεγονός ότι το σύστημα αυτό παρέχει περισσότερες πιθανότητες υπέρ των υποψηφίων πολυτέκνων και τέκνων αυτών να εισαχθούν στη σχολή ή το τμήμα της προτίμησής τους εφόσον, πάντως, εκ του λόγου τούτου, δεν μειώνονται οι πιθανότητες επιτυχίας των λοιπών υποψηφίων. Και τούτο διότι οι επιπλέον αυτές θέσεις, ορίζονται καθ’ υπέρβαση του συνολικού αριθμού εισακτέων, δηλαδή δεν μειώνουν τις θέσεις που αντιστοιχούν στον συνολικό αριθμό εισακτέων, διαφυλάσσονται, όπως προαναφέρθηκε, αποκλειστικώς υπέρ των υποψηφίων της εν λόγω ειδικής κατηγορίας, ως εκδήλωση της μέριμνας του νομοθέτη προς αυτούς για λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος, ενώ δεν προβλέπεται δυνατότητα μεταφοράς των εν λόγω θέσεων υπέρ των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας σε περίπτωση που αυτές μείνουν κενές (πρβλ. ΣτΕ 2860/1993 7μ., 774, 870/1995 κ.ά.). Τέλος, και το προηγούμενο σύστημα των μετεγγραφών, κατ’ ουσίαν, κατέληγε στην εγγραφή και φοίτηση των μελών των πολυτέκνων οικογενειών σε τμήμα ή σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την οποία υπελείποντο βαθμολογικώς του τελευταίου εισακτέου της γενικής κατηγορίας. Η πρόκριση δε του συστήματος της εξ αρχής εγγραφής σε τμήμα ή σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αντί αυτού της μετεγγραφής πολυτέκνων και τέκνων αυτών, αναγόμενη στην ουσιαστική εκτίμηση του κοινού νομοθέτη να επιλέξει την βέλτιστη για το δημόσιο συμφέρον  λύση μετά την λήψη υπόψη και άλλων νομίμων κριτηρίων, όπως η εύρυθμη λειτουργία των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ο εξορθολογισμός των δαπανών, εκφεύγει των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου, εφόσον, πάντως, κατά την γνώμη αυτή, αμφότερα τα ανωτέρω συστήματα, όσον αφορά την ειδική κατηγορία των πολυτέκνων και των τέκνων αυτών, κινούνται εντός των συνταγματικών ορίων. Μειοψήφησαν, επίσης, ο Αντιπρόεδρος Αθ. Ράντος και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου και Κ. Φιλοπούλου, οι οποίοι διετύπωσαν την γνώμη ότι οι εμπίπτουσες στην προστασία της ειδικής διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος κατηγορίες προσώπων, που έχουν «δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος», δεν είναι απλώς κατηγορίες αναξιοπαθούντων, τις οποίες οφείλει, κατά το δυνατόν, να στηρίξει οικονομικά το Κράτος. Τέτοιες κατηγορίες απαριθμούνται στις λοιπές παραγράφους του άρθρου αυτού. Οι περιπτώσεις του άρθρου 21 παρ.2 αφορούν, κυρίως, κατηγορίες πολιτών, που κατά την εκτίμηση του συντακτικού νομοθέτη, λόγω της ιδιαίτερης συνεισφοράς τους στην εξυπηρέτηση σκοπών ομοίως θαλπομένων από το Σύνταγμα, όπως είναι η προάσπιση της χώρας (ανάπηροι, θύματα πολέμου και οι οικογένειές τους) ή η αντιμετώπιση του δημογραφικού της προβλήματος (πολύτεκνες οικογένειες), πρέπει να τυγχάνουν ιδιαίτερης μέριμνας από την Πολιτεία. Η μέριμνα αυτή, που σκοπό έχει να αντισταθμίσει την εξ ορισμού μειονεκτική θέση στην οποία περιήλθαν ή ευρίσκονται τα πρόσωπα αυτά στο πλαίσιο της ανωτέρω συνεισφοράς τους, δεν αποσκοπεί μόνον στην κάλυψη οικονομικών, εν στενή εννοία αναγκών τους. Αποσκοπεί, περαιτέρω, στην παροχή διευκολύνσεων προκειμένου να αποκατασταθεί, κατά το δυνατόν , ως προς αυτούς, η ισότητα ευκαιριών, την οποία αποστερήθηκαν συνεπεία της συνεισφοράς τους αυτής. Επομένως, η προς αυτούς ειδική φροντίδα του Κράτους μπορεί, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, να συνίσταται στην παροχή άλλων διευκολύνσεων, που θεμιτώς κατατείνουν στον ανωτέρω σκοπό, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι είναι συναφείς και πρόσφορες προς τούτο. Οι διευκολύνσεις αυτές, όταν συνίστανται στην διευκόλυνση προσβάσεως σε θέσεις, για τις οποίες υπάρχει αριθμητικός περιορισμός, μπορεί να συνιστούν, από την φύση τους, περιορισμό ή και απόκλιση από την πλήρη εφαρμογή της, συνταγματικώς επίσης κατοχυρούμενης, αρχής της αξιοκρατίας, δεδομένου ότι η εφαρμογή αυτής ακριβώς της αρχής είναι εκείνη, η οποία, ενδεχομένως, παρεμποδίζει τα ανωτέρω υπό ειδική προστασία τελούντα άτομα να απολαύσουν πλεονεκτημάτων, τα οποία άλλως, αν, δηλαδή, δεν είχαν περιέλθει στην μειονεκτική αυτή θέση, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν με ίσους όρους. Η απόκλιση αυτή, που χωρίς τις προβλέψεις της εν λόγω ειδικής διατάξεως δεν θα ήταν ανεκτή, συγχωρείται ακριβώς λόγω της υπάρξεώς της. Με διαφορετική ερμηνεία, η διάταξη θα παρέμενε χωρίς εννοιολογικό περιεχόμενο. Ειδικώς, όταν πρόκειται για πολύτεκνες οικογένειες που, ως εκ της διατυπώσεως της συνταγματικής διατάξεως, προστατεύονται ενιαία, με κάλυψη, δηλαδή τόσο του πολύτεκνου γονέα όσο και των τέκνων του, η κύρια μη οικονομικού εν στενή εννοία χαρακτήρα, διευκόλυνση είναι η δυνατότητα προσβάσεως σε σχολές όλων των βαθμίδων, είτε με την μορφή της διευκολύνσεως εισόδου σε σχολή της προτιμήσεως του προστατευομένου προσώπου είτε με την μορφή της επιλογής του τόπου σπουδών. Επομένως,  διατάξεις νόμου με το περιεχόμενο αυτό όχι μόνον δεν παραβιάζουν τις γενικές συνταγματικές  διατάξεις για την αρχή της αξιοκρατίας και την οργάνωση της εκπαιδεύσεως (άρθρο 16 του Συντάγματος) αλλά τελούν σε αρμονία και εφαρμόζουν την ειδική συνταγματική πρόβλεψη του άρθρου 21 παρ. 2. Εννοείται, βεβαίως ότι και οι διατάξεις με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι συνταγματικώς ελεγκτές από τα δικαστήρια, στο μέτρο που τυχόν υπερακοντίζουν τον σκοπό του συντακτικού νομοθέτη ή εισάγουν προνόμια που δεν δικαιολογούνται για την εξυπηρέτηση του εν λόγω σκοπού, ή σε κάθε περίπτωση παραβιάζουν την αναγκαία ισορροπία μεταξύ των σκοπών της αξιοκρατίας και της ορθολογικής οργανώσεως της παροχής εκπαιδεύσεως αφ’ ενός και της προστασίας των πολυτέκνων αφ’ ετέρου. Οι διατάξεις αυτές είναι, επίσης, συνταγματικώς ελεγκτές και από την αντίθετη άποψη, μήπως, δηλαδή, διεπόμενες από την αντίληψη ότι οι παρεχόμενες διευκολύνσεις μπορεί να έχουν μόνο αμιγώς οικονομικό περιεχόμενο, εισάγουν περιορισμούς οικονομικούς, ηλικιακούς ή χωρικούς, που, ως εκ του συγκεκριμένου εκάστοτε περιεχομένου τους, αντιστρατεύονται τους σκοπούς της ειδικής συνταγματικής φροντίδας.

13. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η παράλειψη εισαγωγής της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α., η οποία εκδηλώθηκε με τις προσβαλλόμενες πράξεις, πρέπει να ακυρωθεί διότι δεν έχει νόμιμο έρεισμα, αφού οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ήδη ισχύει, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι πράξεις αυτές, είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές. Περαιτέρω, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση προκειμένου: α) να εκτιμήσει τον αριθμό, στον οποίο θα είχαν ανέλθει οι θέσεις των εισακτέων από τους υποψηφίους της γενικής κατηγορίας, εάν κατά την έκδοση της Φ 253.1/54697/Β6/15.5.2012 αποφάσεως της Υφυπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων δεν είχε καθοριστεί, κατά παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αριθμός θέσεων προοριζομένων για υποψηφίους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας και β) να διαπιστώσει αν η αιτούσα, συγκρινόμενη με κριτήριο τη βαθμολογία της (18.981 μόρια) με τους άλλους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας που δεν εισήχθησαν στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. παρά τη σχετική προτίμησή τους θα είχε περιληφθεί, κατά την κύρωση των σχετικών πινάκων, στον αριθμό των εισαγομένων στην εν λόγω Ιατρική Σχολή, με συνυπολογισμό των εκτιμώμενων, κατά τα προαναφερόμενα, πρόσθετων θέσεων εισαγομένων κατά το γενικό σύστημα. Εάν συντρέχουν δε αυτές οι προϋποθέσεις, οι οποίες επιβάλλονται για λόγους αξιοκρατίας και εύρυθμης λειτουργίας της Ιατρικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α., και ανεξαρτήτως του ότι η παρούσα απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον υπέρ της αιτούσης, ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης να περιλάβει την ανωτέρω μεταξύ των εισαγομένων στην εν λόγω Ιατρική Σχολή. Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη του Προέδρου του Δικαστηρίου και των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρή, Γ. Ποταμιά και Α. Χλαμπέα, με τους οποίους συντάχθηκε η Πάρεδρος Χ. Σιταρά, για τη νόμιμη εισαγωγή της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. αρκεί να διαπιστωθεί ότι με βάση τη βαθμολογία της θα είχε εισαχθεί στην ανωτέρω Ιατρική Σχολή εάν κατά την έκδοση της Φ 253.1/54697/Β6/15.5.2012 αποφάσεως της Υφυπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων στον αριθμό εισαγομένων μεταξύ των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας είχε προστεθεί ο αριθμός που καθορίστηκε για τους υποψηφίους που ανήκουν στην ειδική κατηγορία των μελών πολύτεκνης οικογένειας. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ν. Μαρκουλάκης, Φ. Ντζίμας,Β. Αραβαντινός, Κ. Φιλοπούλου, Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί προς επανεξέταση χωρίς να τίθενται στη Διοίκηση οι ανωτέρω προϋποθέσεις.

Δ ι ά  τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Ακυρώνει την παράλειψη εισαγωγής της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία εκδηλώθηκε με τις πράξεις του Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού: α) Φ 253.4/96738/Β6/27.8.2012 και β) Φ 253.4/96739/Β6/27.8.2012.

Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.

Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αιτούσης, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των εννεακοσίων είκοσι(920)ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2013.

Ο Πρόεδρος                                     Η Γραμματέας

Κ. Μενουδάκος                            Μ. Παπασαράντη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 2014.

Ο Πρόεδρος                                        Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος                                Μ. Παπασαράντη

 

0

Αντισυνταγματική η πρόβλεψη θέσεων στα πανεπιστήμια για τους πολύτεκνους

ΣτΕ 987 – 88/2014 (Ολομ.): Αντισυνταγματικότητα παρέκκλισης από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμιο εκπαίδευση με την πρόβλεψη θέσεων που καταλαμβάνονται μόνο από μέλη πολύτεκνης οικογένειας.

Με τις 987 – 88/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ισχύει μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 2 του ν. 4071/1012, οι οποίες εισήγαγαν παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την πρόβλεψη της σύστασης θέσεων, οι οποίες καταλαμβάνονται μόνο από υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας.

Με τις ανωτέρω αποφάσεις κρίθηκαν, ειδικότερα, τα εξής: Από τον συνδυασμό της καθιερωμένης με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας με τις προστατευτικές της παιδείας διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να εξασφαλίζει την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προσώπων κεκτημένων τα αναγκαία εφόδια για την ενεργό παρακολούθηση της θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας μέσω συστήματος εισαγωγής, το οποίο στηρίζεται σε γενικά, αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια και είναι σύμφωνο με τις αρχές της ισότητας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της σταδιοδρομίας εκάστου ανάλογα με την προσωπική αξία και ικανότητά του, δεδομένου, άλλωστε, και ότι μόνο υπό αυτούς τους όρους είναι δυνατή η επίτευξη της αποστολής των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η εύρυθμη λειτουργία τους.

Όταν δε επιχειρείται νέα ρύθμιση για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο νομοθέτης δύναται να θεσπίζει, να τροποποιεί και να μεταρρυθμίζει το σύστημα επιλογής των υποψηφίων καθιστώντας ακόμη και αυστηρότερες τις προϋποθέσεις εισαγωγής, εφ’ όσον σε κάθε περίπτωση διασφαλίζονται η ισότητα των ευκαιριών και ο αξιοκρατικός τρόπος επιλογής.

Ένα σύστημα εισαγωγής, σύμφωνα με το οποίο οι υποψήφιοι παράλληλα με την ολοκλήρωση του κύκλου των σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αξιολογούνται, υποβαλλόμενοι σε δοκιμασία εξετάσεων και βαθμολόγηση, για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι συμβατό προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, εφ’ όσον τα κριτήρια της αξιολόγησης είναι αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι εφ’ όσον οι υποψήφιοι εξετάζονται μόνο ως προς την ικανότητά τους σε μαθήματα και δεξιότητες συναφείς προς το γνωστικό αντικείμενο του τμήματος ή της σχολής, όπου επιθυμεί καθένας να εισαχθεί, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν και άλλης φύσεως κριτήρια, μη ακαδημαϊκά.

Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 21 του Συντάγματος, της οποίας η θέσπιση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της Χώρας, το Σύνταγμα απευθύνει στον κοινό νομοθέτη έντονη υπόδειξη για τη λήψη κατάλληλων μέτρων φροντίδας υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών επί τη βάσει των κρατουσών συνθηκών και εντός των ορίων που διαγράφουν οι άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Η εκτίμηση του νομοθέτη υπόκειται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια, οι δε εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις περί κοινωνικής προστασίας ελέγχονται ως προς την τήρηση της αρχής της ισότητας σε συνδυασμό προς την απορρέουσα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας.

Ενόψει των ανωτέρω, το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ισχύει μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 2 του ν. 4071/1012, το οποίο εισήγαγε παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την πρόβλεψη της σύστασης θέσεων, οι οποίες καταλαμβάνονται μόνο από υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας, αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με κριτήρια αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι βάσει των ικανοτήτων και δεξιοτήτων των υποψηφίων, διότι η ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας δεν συνδέεται με ικανότητες ή δεξιότητες του υποψηφίου και δεν αποτελεί κριτήριο που πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις.

Η αντίθεση του νέου συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται με την επίκληση από τον νομοθέτη λόγων αναγομένων στην εύρυθμη λειτουργία των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της παράλληλης κατάργησης του συστήματος μετεγγραφών. Τούτο, διότι οι μετεγγραφές προϋποθέτουν, πάντως, την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση βάσει συνταγματικώς έγκυρου από την ανωτέρω άποψη συστήματος.

Περαιτέρω, η αντίθεση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται εκ του ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει τις θέσεις που διαθέτει στα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών ως «επιπλέον» και ορίζει, περαιτέρω, ότι ο αριθμός των θέσεων αυτών καθορίζεται με υπουργική απόφαση χωρίς προηγούμενη γνώμη των οργάνων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι αρμόδια για την εκτίμηση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των οικείων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και ότι οι ίδιες θέσεις δεν διατίθενται στους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας υποψηφίων αν δεν πληρωθούν από μέλη πολύτεκνων οικογενειών. Τούτο δε υπό πάσα εκδοχή, διότι α) εάν αυτές οι θέσεις διατίθενται καθ’ υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των ιδρυμάτων, προκαλείται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δυσλειτουργία που δεν γίνεται ανεκτή από το άρθρο 16 του Συντάγματος και β) στην αντίθετη περίπτωση αφαιρούνται θέσεις από τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από την εισαγωγή στο τμήμα ή στη σχολή της προτίμησής τους ή ακόμη και από την πρόσβασή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υποψήφιοι με συγκριτικά πληρέστερες ικανότητες και δεξιότητες κατά παράβαση των δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 16 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν να εισάγονται στις πεπερασμένου αριθμού θέσεις των οικείων ιδρυμάτων οι υποψήφιοι, οι οποίοι υπερτερούν σε διαγωνιστικές δοκιμασίες που βασίζονται σε αμιγώς ακαδημαϊκά κριτήρια, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα.

Τέλος, ο περιορισμός των ως άνω δικαιωμάτων των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 και 5 του Συντάγματος που επιβάλλουν τη λήψη μέτρων προστασίας των πολυμελών οικογενειών και μέτρων δημογραφικής πολιτικής. Τούτο, διότι επιβάλλεται μεν, βάσει αυτών των συνταγματικών διατάξεων, να ενισχύονται οι πολύτεκνες οικογένειες για την αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων που απαιτούνται για τη συντήρησή τους, καθώς και για την ανατροφή, την οικονομική εξασφάλιση των πάσης φύσεως σπουδών και την επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων τους, αλλά δεν είναι επιτρεπτό να παρέχονται στα μέλη των οικογενειών αυτών και διευκολύνσεις για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι οποίες υπερακοντίζουν την προστασία που τους παρέχει το Σύνταγμα λόγω αφ’ ενός μεν του περιορισμού των αντίστοιχων δικαιωμάτων πρόσβασης των λοιπών πολιτών, αφ’ ετέρου δε της υποχώρησης των ακαδημαϊκών κριτηρίων πρόσβασης.

δειτε εδω την αποφαση στε ολ 987/2014
0

Τα παράλογα του Νέου Κώδικα Μετανάστευσης

Όπως είναι γνωστό ψηφίστηκε ήδη ο νέος Κώδικας Μετανάστευσης , σύμφωνα με το Νόμο 4251/2014 και δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) τεύχος Α με αριθμό 80 την 01-04-2014. Ο νόμος αυτός θα τεθεί σε ισχύ δύο μήνες μετά την δημοσίευσή του, ήτοι την 01-06-2014, με εξαίρεση των παραγράφων 11 και 12 του άρθρου 138 (μεταβατικές διατάξεις).

Το πρώτο που διαπιστώθηκε ήταν, ότι είχε εξαλειφθεί από το Νέο Νόμο το άρθρο 19 που υπήρχε στη δημόσια διαβούλευση, κατατέθηκε με νομοσχέδιο στη Βουλή και όριζε τη χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Στο άρθρο αυτό συμπεριλαμβανόταν περιπτώσεις, αρχικής χορήγησης άδειας διαμονής, όπως σε υπηκόους τρίτης χώρας που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή και που φοίτησαν επιτυχώς για έξι έτη στην Ελλάδα έως το 21ο έτος της ηλικίας τους, ή περιπτώσεις μελών οικογένειας Έλληνα πολίτη κλπ.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι παρόλο που το συγκεκριμένο άρθρο έγινε καθολικά αποδεκτό, τόσο από τη νομική κοινότητα που ασχολείται με το δίκαιο των αλλοδαπών, όσο και από τους ίδιους τους υπηκόους τρίτης χώρας, άλλα και από τους Βουλευτές όλων των κομμάτων, πάραυτα δεν συμπεριελήφθη στο νέο Κώδικα Μετανάστευσης.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι τους επόμενους δύο με τρεις μήνες θα κατατεθεί τροπολογία με την οποία θα συμπεριλαμβάνονται οι ανθρωπιστικοί λόγοι στο νέο Μεταναστευτικό Κώδικα.

Ένα άλλο παράλογο του Κώδικα Μετανάστευσης έχει να κάνει με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 138. Συγκεκριμένα, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 12 ορίζει ότι απορριπτικές αποφάσεις ετών 2010 έως 2013 για ελλείποντα ένσημα δύνανται να ανανεωθούν υπό την προϋπόθεση ύπαρξης βιβλιαρίου σε ισχύ και προσωρινής δικαστικής προστασίας κατόπιν αιτήματος ακύρωσης έως την 01-04-2014. Στις διατάξεις αυτές όμως δεν συμπεριλαμβάνονται οι περιπτώσεις απόρριψης αιτήματος μέσα στο διάστημα 01-01-2014 έως 31-03-2014, οι οποίες όμως πληρούν όλες τις άλλες προϋποθέσεις ένταξής τους στο άρθρο 138 παρ. 12, αφήνοντας στην ουσία ένα «κενό» σε αυτό το διάστημα, καθότι οι περιπτώσεις έως και το 2013 ρυθμίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 12, αφετέρου, οι αιτήσεις που έχουν κατατεθεί για άδεια διαμονής είτε πριν είτε μετά την 01-04-2014 και έως την 30-09-2014 δύνανται να ανανεωθούν με βάσει το εδάφιο α’, και σύμφωνα με την εγκύκλιο 12/2014 του ΥΠΕΣ.

Μετά από ερώτημα προς τις αρμόδιες Αρχές, ήδη το Υπουργείο Εσωτερικών έχει λάβει γνώση και από τις ίδιες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις Αττικής και Μακεδονίας Θράκης, και σκοπεύει να απαντήσει άμεσα, για την τύχη αυτών των περιπτώσεων. Μάλιστα, έχει εκφραστεί ήδη άποψη από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, πως πιθανότατα, θα μπορεί να διορθωθεί η «αδικία» αυτή και για λόγους Χρηστής Διοίκησης, μέσω αιτημάτων θεραπείας.

Τέλος, εύλογα ερωτήματα θέτουν πολλοί αλλοδαποί, οι οποίοι αν και κατέχουν σήμερα όλες τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στην παράγραφο 12 του άρθρου 138 του Κώδικα Μετανάστευσης, έχουν απορριπτικές αποφάσεις για χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής από τις τέως Περιφέρειες τους το 2009 ή και νωρίτερα, ενώ μέχρι και σήμερα κατείχαν προσωρινή δικαστική προστασία. Γιατί δηλαδή να μην μπορούν και αυτοί να ανανεώσουν την άδεια διαμονής τους, εφόσον οι περισσότεροι από αυτούς, από το 2009 που απορρίφθηκε το αίτημα τους, μέσω της προσωρινής δικαστικής προστασίας και τη χορήγηση ειδικής βεβαίωσης νόμιμης διαμονής, εργαζόταν μέχρι σήμερα και ζούσαν καθ’ όλα νόμιμα στην Ελλάδα με όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους. Με την υπάρχουσα κατάσταση, αυτοί θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη χώρα, αφήνοντας τις εργασίες τους, την ιατροφαρμακευτικής τους περίθαλψη και την επί πολλά χρόνια διαμονής τους στην Ελλάδα.

0

Δόθηκε στη δημοσιότητα το νομοσχέδιο του «Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης”

Δόθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2013 το σχέδιο νόμου του νέου Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης, προς δημόσια διαβούλευση. Το προτεινόμενο σχέδιο νόμου αποτελείται από 5 άρθρα εκ των οποίων το άρθρο πρώτο εισάγει για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη ένα Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης. Τα υπόλοιπα άρθρα περιέχουν ειδικότερες ρυθμίσεις μεταναστευτικής πολιτικής με σημαντικότερες τις ρυθμίσεις του άρθρου δεύτερου που ενσωματώνει την οδηγία 2011/98/ΕΕ για την ενιαία άδεια διαμονής και εργασίας πολιτών τρίτων χωρών.
Το παρόν σχέδιο νόμου καθορίζει το πλαίσιο μια συνεκτικής μεταναστευτικής πολιτικής για τη χώρα στο πεδίο της νόμιμης μετανάστευσης σε συμφωνία με τους ευρωπαϊκούς κανόνες, αλλά και αξιοποιώντας την μέχρι σήμερα εμπειρία σε εθνικό επίπεδο. Βασικό χαρακτηριστικό της νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι η κωδικοποίηση του υφιστάμενου δαιδαλώδους νομικού πλαισίου και η απλοποίηση των ακολουθούμενων διοικητικών διαδικασιών με σκοπό αφενός την εξυπηρέτηση των άμεσα ενδιαφερόμενων, αφετέρου την μείωση του διοικητικού φόρτου.
Ταυτόχρονα, με τον Κώδικα Μετανάστευσης και Ένταξης προωθούνται σημαντικές καινοτομίες σε ζητήματα όπως οι προϋποθέσεις ανανέωσης των αδειών διαμονής για λόγους εργασίας, η οικογενειακή επανένωση, οι άδειες διαμονής για τη δεύτερη γενιά και κυρίως η ουσιαστική προώθηση της ευρωπαϊκής άδειας του επί μακρόν διαμένοντος, με την οποία αναγνωρίζεται στους κατόχους της σειρά δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα μετακίνησης σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τον Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών  Λεωνίδα Γρηγοράκο η δημόσια διαβούλευση θα ολοκληρωθεί στις 24:00 της 29ης Οκτωβρίου 2013.

Πατηστε για να δειτε ολο το Νομοσχεδιο
Σύντομα νέα άρθρα με τις αλλαγές που επιφέρει ο νέος νόμος και τις ευνοϊκές διατάξεις για την ανανέωση και χορήγηση της άδειας διαμονής!

0

Σχέδιο εκκαθάρισης υποθέσεων των Διοικητικών Δικαστηρίων της χώρας που έχουν ανακύψει για θέματα αλλοδαπών

Με το άρθρο 8 παρ. 6 του νόμου 4198/11-10-2013 (ΦΕΚ Α 215 / 2013) θεσπίστηκε η υποχρέωση των συνηγόρων που κατέθεσαν έως και την 31-12-2010  αίτηση ακύρωσης ή αναστολής ενώπιον Διοικητικών Δικαστηρίων της χώρας κατά ατομικών διοικητικών πράξεων της Διοίκησης που άπτονται θεμάτων περί αλλοδαπών, όπως η απόρριψη χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής, ή η έκδοση απόφασης επιστροφής από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, να δηλώσουν την εξουσιοδότηση του αλλοδαπού εντολέα  τους, προς το πρόσωπο τους ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων που κατατέθηκαν οι εν λόγω αιτήσεις.

Με το μέτρο αυτό σκοπός είναι αφενός να γίνει μία εκκαθάριση στο αρχείο των συγκεκριμένων υποθέσεων, προκειμένω να απεμπλακούν τα πινάκια των δικασίμων από υποθέσεις αλλοδαπών που είτε δεν βρίσκονται πλέον στη χώρα, είτε αδυνατούν να επιστρέψουν, είτε η δικαστική τους υπόθεσή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου.

Τίθεται όμως το ερώτημα, αν παράλληλα με την δήλωση εξουσιοδοτήσεως του εντολέα, η οποία μπορεί να είναι είτε έγγραφη με επικυρωμένη την υπογραφή του εντολέα , ή αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου, οφείλει ο συνήγορος να καταθέσει και προείσπραξη της δικηγορικής του αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 61 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013). Σύμφωνα με τη γραμματεία του Ακυρωτικού τμήματος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αυτό δεν απαιτείται.

Ειδικότερα η παράγραφος 6 του άρθρου 8 του Νόμου 4198/2013 έχει ως εξής

α. Με πράξη του Προέδρου του αρμοδίου Δικαστηρίου ή του οικείου Τμήματος κηρύσσονται καταργημένες εκκρεμείς δίκες για αιτήσεις ακυρώσεως και απορρίπτονται αιτήσεις αναστολής που ασκήθηκαν μέχρι 31.12.2010 και αφορούν ακυρωτικές διαφορές, υπαγόμενες στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού πρωτοδικείου ή του τριμελούς διοικητικού εφετείου, οι οποίες δημιουργήθηκαν από την προσβολή ατομικών διοικητικών πράξεων, που εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών (άρθρο15 του ν. 3068/2002), εφόσον έχει παρέλθει άπρακτη η κατωτέρω, υπό στοιχείο β΄, οριζόμενη προθεσμία.

β. Οι πληρεξούσιοι που υπογράφουν τις παραπάνω αιτήσεις ακυρώσεως οφείλουν μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου να καταθέσουν στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου εξουσιοδότηση του αλλοδαπού διαδίκου θεωρημένη ως προς το γνήσιο της υπογραφής του, στην οποία να δηλώνεται ότι επιθυμεί τη συζήτηση της υποθέσεως. Η παραπάνω δήλωση μπορεί να γίνει και με αυτοπρόσωπη παράσταση του διαδίκου στη γραμματεία του δικαστηρίου.

γ. Τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται σε υποθέσεις των οποίων η αρχική η μετά από αναβολή δικάσιμος έχει ορισθεί.

0
Page 1 of 2 12