Αποφάσεις Νομολογίας

ΣτΕ: Συνταγματικό το πρόστιμο των 10.549,44 ευρώ που επιβάλλεται στον εργοδότη για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο

ΣτΕ 2151/2017 (Δ’) Συνταγματικό το πρόστιμο των 10.549,44 ευρώ που επιβάλλεται στον εργοδότη για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο. (αντίθετη μειοψηφία) Περισσότερα →

0

Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας σε διορισμό διερμηνέα σε κατηγορούμενο εκτός του οικείου πίνακα. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης

Άρειος Πάγος αρ. απόφασης 75/2017 (ποιν.): Διορισμός διερμηνέα σε κατηγορούμενο που δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ’ αυτόν. Εν προκειμένω, η διάταξη της Προέδρου για το διορισμό διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα, εκδόθηκε, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο εισαγγελέας της έδρας και δίχως να πάρει το λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του ο κατηγορούμενος, με αποτέλεσμα να προκληθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης.

Περισσότερα →

0

Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο: Οι τράπεζες οφείλουν να ενημερώνουν τους δανειολήπτες για τους κινδύνους που ενέχουν τα δάνεια σε ξένο νόμισμα

Απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-186/16 Ruxandra Paula Andriciuc κ.λπ. κατά Banca Românească SAΌταν ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα χορηγεί δάνειο σε ξένο νόμισμα, πρέπει να παρέχει στον δανειολήπτη επαρκή πληροφόρηση ώστε αυτός να είναι σε θέση να λάβει συνετή και εμπεριστατωμένη απόφαση. Επομένως, ο επαγγελματίας οφείλει να παρέχει στον καταναλωτή κάθε πληροφορία που του είναι αναγκαία για να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες ρήτρας στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Περισσότερα →

0

Εφαρμοστέο δίκαιο σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

Όταν μία έννομη σχέση μεταξύ ιδιωτών, έχει στοιχεία που τη συνδέουν με περισσότερα από ένα κράτη (στοιχείο αλλοδαπότητας), τότε, σε περίπτωση που θα προκύψει μία διαφορά, ο Έλληνας Δικαστής δεν θα εφαρμόσει υποχρεωτικά το ελληνικό δίκαιο, αλλά θα ερευνήσει, μέσω του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, για το ποιο δίκαιο πρέπει να εφαρμοστεί (εφαρμοστέο δίκαιο).

Περισσότερα →

0

Αντισυνταγματική η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών από το Δημόσιο

Με απόφαση της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απεφάνθη ότι το μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου

Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005. Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου».

Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου.

Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεωςτης δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα,η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

 

ΣτΕ  3316/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Νικ. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Φ. Ντζίμας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Κ. Μαρίνου, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι.

Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Β. Ραφτοπούλου καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008.

Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτηση: του .. του .., κατοίκου … των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους : α. Αριστέα Ράγια (Α.Μ. 255 Δ.Σ. Καρδίτσας) και β. Ανδρέα Τσουρουφλή (Α.Μ. 18061), που τους διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Ψυχογιό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. Στη δίκη παρεμβαίνει η … του …, κάτοικος Αθηνών (… ..), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Μιχάλη Παλάρα (Α.Μ. 25822), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1032/2013 αποφάσεως του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διευθύνσεως Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.). Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέσει εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο, Κ. Πισπιρίγκο. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους του αιτούντος οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της παρεμβαίνουσας, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 3091384 – 6/2011 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), με την οποία αποφασίσθηκε η δέσμευση πάσης φύσεως τραπεζικών λογαριασμών, τραπεζικών προϊόντων, στοιχείων και θυρίδων του αιτούντος. 3. Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 18.9.2012 ενώπιον του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Δ΄ Τμήμα έκρινε, με την 1032/2013 απόφαση, ότι πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, διότι ερείδεται επί της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Δεδομένου, όμως, ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως με τo ως άνω αιτιολογικό συνδέεται και με κρίση περί αντισυνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, το Δ΄ Τμήμα δεν απεφάνθη οριστικώς και με την ως άνω 1032/2013 απόφαση παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, προς επίλυση, το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής.

4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67), σε δίκη ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, της Ολομελείας του Συμβουλίου Επικρατείας, της Ολομελείας του Αρείου Πάγου ή της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στην οποία τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας διατάξεως τυπικού νόμου, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση, πλην άλλων, φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφ’ όσον το ίδιο ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον του ίδιου ή άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου Δικαιοσύνης, στην οποία είναι διάδικοι. Με την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση προβάλλονται ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά στα τιθέμενα ζητήματα συνταγματικότητας, η δε δικαστική απόφαση δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τον παρεμβαίνοντα. Εν προκειμένω, παραδεκτώς άσκησε παρέμβαση, προβάλλοντας ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα περί αντιθέσεως της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 προς τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 του Συντάγματος και προς την αρχή της αναλογικότητας, η …., η οποία έχει ασκήσει ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την Ε. 3733/2013 αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως που εκδόθηκε βάσει της ως άνω διατάξεως, ήτοι κατά της ΕΜΠ 8486/20.12.2011 πράξεως του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Αθηνών του Σ.Δ.Ο.Ε. που αφορά δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της.

5. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη», στο άρθρο 17 παρ.1 ότι «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 25 παρ.1 ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

Εξ άλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (E.Σ.Δ.Α. – ν.δ. 53/1974, Α΄ 256), ορίζονται τα ακόλουθα : «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».

6. Επειδή, με το άρθρο 30 του ν. 3296/2004 (Α΄253) ορίσθηκαν τα εξής : «1. Στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών συνιστάται νέα υπηρεσία με τον τίτλο “Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων” (ΥΠ.Ε.Ε.) υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με την έναρξη λειτουργίας της οποίας παύει η λειτουργία του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) … 2. Κύριο έργο της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων είναι η αποκάλυψη και καταπολέμηση εστιών οικονομικού εγκλήματος, μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας, ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων, ο έλεγχος της διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και της κατοχής και διακίνησης απαγορευμένων ή υπό ειδικό καθεστώς ειδών και ουσιών, ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που σχετίζονται με τις εθνικές και κοινοτικές επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις, καθώς επίσης και των διατάξεων που αναφέρονται στην προστασία της δημόσιας περιουσίας. Ειδικότερα : α. Η έρευνα, ο εντοπισμός και η καταστολή οικονομικών παραβάσεων ιδιαίτερης βαρύτητας και σημασίας … β. Ο προληπτικός έλεγχος εφαρμογής της φορολογικής νομοθεσίας και ο προσωρινός φορολογικός έλεγχος … καθώς και ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας γ. … 3. … 5.

Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων προβαίνει σε : α. Ελέγχους των μεταφορικών μέσων, καταστημάτων, αποθηκών και άλλων χώρων, όπου βρίσκονται αγαθά, … β. Έρευνες εγγράφων και λοιπών στοιχείων, ως και έρευνες σε άλλους χώρους που δεν αφορούν την επαγγελματική απασχόληση του ελεγχομένου, … γ. Συλλήψεις και ανακρίσεις προσώπων και έρευνες μεταφορικών μέσων, αγαθών, προσώπων, καταστημάτων, αποθηκών, οικιών και λοιπών χώρων, ως και στη διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων, … δ. Κατασχέσεις βιβλίων, εγγράφων, αγαθών, μέσων μεταφοράς και άλλων στοιχείων, … ε. Δεσμεύσεις, σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου, τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ενημερώνοντας για την ενέργεια αυτή, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών, τον αρμόδιο εισαγγελέα. 6. … 7.

H οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών που συγκροτούν την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων, καθώς και τα θέματα λειτουργίας αυτών καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών … 10. Η Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων λειτουργεί με βάση ειδικό κανονισμό λειτουργίας, που εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών». Κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 7 του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 εξεδόθη το π.δ. 85/2005 «Οργάνωση της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών» (Α΄ 122), στο άρθρο 2 του οποίου επαναλαμβάνονται τα ως άνω οριζόμενα στο νόμο σχετικά με την αποστολή και τις αρμοδιότητες της εν λόγω Υπηρεσίας. Τέλος, η Υπηρεσία αυτή ονομάσθηκε «Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος» (Σ.Δ.Ο.Ε.) με το άρθρο 88 παρ. 1 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58).

7. Επειδή, με διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3296/2004 παρέχονται στην Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠ.Ε.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών [ήδη Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.)] ευρείες εξουσίες για την αποκάλυψη διαφόρων παραβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και σοβαρές παραβάσεις οικονομικής φύσεως, προκειμένου στη συνέχεια να επιλαμβάνονται τα αρμόδια όργανα και να επιβάλλουν τις κυρώσεις της οικείας νομοθεσίας ή να λαμβάνουν άλλα τυχόν προβλεπόμενα μέτρα, τα οποία ενδέχεται να μην είναι αποκλειστικώς διοικητικής φύσεως. Μεταξύ των εξουσιών αυτών περιλαμβάνεται και εκείνη της επιβολής του μέτρου της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων των ελεγχομένων προσώπων, το οποίο αναφέρεται στη διάταξη της 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 και επαναλαμβάνεται, χωρίς να εξειδικεύεται, στην παρ. 2 εδ. ι΄ του άρθρου 2 του π.δ. 85/2005.

Το εν λόγω μέτρο έχει προληπτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί κύρωση για παράβαση της φορολογικής ή άλλης νομοθεσίας. Δεδομένου δε ότι η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην προστασία γενικότερου δημοσίου συμφέροντος – κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα – και προβλέπεται έκδοση πράξεως διοικητικού οργάνου για την επιβολή του, από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της πράξεως αυτής γεννάται ακυρωτική διαφορά, υπαγομένη στην αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα των ελεγχομένων παραβάσεων και της φύσεως της νομοθεσίας που τις διέπει.

8. Επειδή, το κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 μέτρο της δεσμεύσεως των τραπεζικών λογαριασμών και οιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων συνεπάγεται σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχομένου προσώπου.

Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι καθ’ όσον χρόνο διαρκεί η δέσμευση το ελεγχόμενο πρόσωπο στερείται της δυνατότητας χρήσεως και διαθέσεως των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων του (και δη ρευστού χρήματος και κινητών αξιών φυλασσομένων σε πιστωτικά ιδρύματα), το πρόσωπο αυτό υφίσταται σοβαρό περιορισμό των περιουσιακών δικαιωμάτων του και της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας του, ήτοι αγαθών, των οποίων η προστασία κατοχυρώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος. Και ναι μεν η θέσπιση του μέτρου αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος [ήτοι, στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως – βάσει του πορίσματος της σχετικής έρευνας – της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς επίσης και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα], αλλά ο ως άνω σκοπός του νομοθέτη – και μόνον αυτός – δεν εξαρκεί για να καταστήσει συνταγματικώς ανεκτή τη ρύθμιση, εφ’ όσον μάλιστα αυτή δεν έτυχε περαιτέρω εξειδικεύσεως με το π.δ. 85/2005. Επεβάλλετο, επί πλέον, εν όψει επεμβάσεως του κοινού νομοθέτη σε συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα, αφ’ ενός μεν να διαγράφονται οι προϋποθέσεις τηςδεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων στον ίδιο τον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής του κράτους δικαίου, αφ’ ετέρου δε η ρύθμιση να κινείται εντός των ορίων που τάσσει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας. Όμως, η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004 ορίζει ότι η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων επιβάλλεται «σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου».

Με τη χρήση αυτών των αορίστων εννοιών καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση, χωρίς να καθορίζονται από τον ίδιο τον νομοθέτη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συγκεκριμένο, οι προϋποθέσεις της επιβολής του μέτρου.

 

Περαιτέρω, ο νομοθέτης δεν θέτει περιορισμό ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, τα οποία επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε – κυρίως – ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως. Τέλος, δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσεωςτης δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με σχετική νομοθετική πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων, ανάλογων προς τη σοβαρότητα του κατά περίπτωση λαμβανόμενου μέτρου.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα,η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, ως έχει, αντίκειται στα άρθρα 5 παρ.1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και δεν δύναται να προσλάβει άλλο περιεχόμενο, ώστε να καταστεί συνταγματικώς ανεκτή, με ερμηνεία της από τον δικαστή, διότι το έργο τούτο θα υπερέβαινε τα όρια της ερμηνείας και θα ισοδυναμούσε με θέσπιση νέας διατάξεως, ήτοι με άσκηση νομοθετικής εξουσίας. Για τους εκτεθέντες δε λόγους η διάταξη αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Κατά τη γνώμη, όμως, του Αντιπροέδρου Ν. Ρόζου και των Συμβούλων Μ. Βηλαρά, Γ. Τσιμέκα, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Δ. Μακρή, το επίδικο μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων που αποσκοπεί στην αποτελεσματική πάταξη της μεγάλης φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας και της συναφούς με αυτές εγκληματικότητας και, γενικότερα, στην προστασία της δημόσιας περιουσίας, ήτοι στην διασφάλιση υπερτέρου δημοσίου συμφέροντος, συνεπάγεται μεν σοβαρή, πράγματι, επέμβαση στα ως άνω συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά.

Η επέμβαση, όμως, αυτή δικαιολογείται εκ του ότι χωρίς την άμεση λήψη του εν λόγω μέτρου η υλοποίηση των ανωτέρω σκοπών θα κινδύνευε να ματαιωθεί. Και τούτο διότι, χωρίς τη λήψη του μέτρου, δεν θα διασφαλίζονταν στοιχεία αναγκαία προς έρευνα της πιθανής διάπραξης των ανωτέρω σοβαρότατων παραβάσεων ούτε θα διατηρούντοπεριουσιακά στοιχεία του ελεγχόμενου προσώπου ώστε να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις του Δημοσίου, σε περίπτωση που διαπιστώνετο πράγματι, εκ των υστέρων, η εκ μέρους του τελέση των παραβάσεων αυτών.

Το μέτρο έχει, εξάλλου, από τη φύση του προσωρινό χαρακτήρα, όπως τούτο σαφώς συνάγεται εκ του ότι με έγγραφο του Προϊσταμένου της αρμόδιας υπηρεσίας ενημερώνεται, εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών ο αρμόδιος εισαγγελέας ο οποίος, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, δύναται να προβεί στις αναγκαίες περαιτέρω ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της ολικής ή μερικής άρσης του μέτρου, ενώ και ο βαρυνόμενος με το μέτρο δύναται, εφόσον τίθεται σε κίνδυνο η κάλυψη των βιοτικών και άλλων επιτακτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, να απευθυνθεί στη αρμόδια φορολογική ή δικαστική αρχή και να ζητήσει, ενόψει των περιστάσεων, την μερική ή και, ενδεχομένως, ολική άρση ή αναστολή εκτελέσεως του εν λόγω μέτρου.

Με τα δεδομένα αυτά, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα γνώμη, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την οποία εισάγεται το εν λόγω μέτρο, δεν αντίκειται σε καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

9. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής : Ο αιτών διατηρεί ατομική επιχείρηση με έδρα την Κομοτηνή και αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και πώληση στην Ελλάδα βαμβακοσυλλεκτικών μηχανών. Από διενεργηθέντα έλεγχο οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. προέκυψαν ενδείξεις για τέλεση, εκ μέρους του αιτούντος, των αδικημάτων της φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίας μεγάλης εκτάσεως με χρήση υποτιμολογήσεων κατά την εισαγωγή και πώληση των εν λόγω γεωργικών μηχανημάτων. Κατόπιν αυτού, αποφασίσθηκε η δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών του αιτούντος, βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, με την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία κοινοποιήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ροδόπης. Με την Γ 11/ 148α΄ /4.7.2011 παραγγελία της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ροδόπης ζητήθηκε από την Περιφερειακή Διεύθυνση Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. να διεξαγάγει προκαταρκτική εξέταση για την υπόθεση, η οποία δεν έχει περαιωθεί [βλ. το 2852/29.5.2013 έγγραφο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης του Σ.Δ.Ο.Ε. προς το Συμβούλιο της Επικρατείας].

10. Επειδή, σύμφωνα με εκτεθέντα, η προσβαλλόμενη πράξη στερείται νομίμου ερείσματος, διότι εξεδόθη βάσει της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε΄ του ν. 3296/2004, η οποία είναι ανεφάρμοστη, διότι αντίκειται στα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ.1 και 25 παρ.1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως και είναι, άλλωστε, εξεταστέος και αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, αλυσιτελούς καθισταμένης της εξετάσεως των λοιπών προβαλλομένων λόγων. Ομοίως, πρέπει να γίνει δεκτή και η ασκηθείσα παρέμβαση.

Διά ταύτα Δέχεται την αίτηση. Ακυρώνει την ΕΜΠ 25/24.5.2011 πράξη του Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.). Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Δέχεται την παρέμβαση. Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τα ποσά: α)των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1.380) ως δικαστική δαπάνη του αιτούντος και β) των εξακοσίων σαράντα(640) ως δικαστική δαπάνη της παρεμβαίνουσας. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

Ο Πρόεδρος

Η Γραμματέας

0

ΣτΕ ΟΛΟΜ 987/2014 Αντισυνταγματικότητα διάταξης περί εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πολύτεκνων

ΣτΕ ΟΛΟΜ 987/2014 (όμοια η 988/2014) Αντισυνταγματικότητα διάταξης περί εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πολύτεκνων (ακαδημαϊκό έτος 2012-2013). 

Αριθμός 987/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Φεβρουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Π. Καρλή, Φ. Ντζίμας,  Ηρ. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου,  Β. Αραβαντινός, Ο. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Σύμβουλοι, Ηλ. Μάζος, Χρ. Σιταρά, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ο. Ζύγουρα και Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή καθώς και η Πάρεδρος Αικ. Ρωξάνα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 8 Οκτωβρίου 2012 αίτηση:

της .. ……… του ……,κατοίκου …. …. Αττικής (….. …), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Βλαχόπουλο (Α.Μ. 17001), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ο οποίος παρέστη με τον Ηλία Ψώνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν οι: 1) υπ’ αριθ. Φ.253.4/96738/Β6/27.8.2012, 2) υπ’ αριθ. Φ.253.4/96739/Β6/27.8.2012 αποφάσεις του Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 23 Οκτωβρίου 2012 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και της από 6 Νοεμβρίου 2012 πράξεως του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Κ. Πισπιρίγκου. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσης, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κα ι

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά   έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο ν   Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, με την οποία προσβάλλονται πράξεις εφαρμογής της εκπαιδευτικής νομοθεσίας που υπάγονται στον ακυρωτικό έλεγχο του διοικητικού εφετείου σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 δ΄ του ν. 702/1977 (Α΄268), όπως ισχύει, κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 3369904, 1285058/2012 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση των πράξεων του Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού: α) Φ 253.4/96738/Β6/27.8.2012 και β) Φ 253.4./96739/Β6/27.8.2012, με τις οποίες κυρώθηκαν οι πίνακες των εισαγομένων στα τμήματα και στις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για το ακαδημαϊκό έτος 2012 – 2013, κατά το μέρος της παράλειψης εγγραφής της αιτούσης, η οποία διαγωνίσθηκε ως υποψήφια της γενικής κατηγορίας, στους πίνακες των εισαγομένων στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η παράλειψη αυτή προσβάλλεται ως εκδηλωθείσα με την εγγραφή στους ίδιους πίνακες δεκατριών (13) υποψηφίων, οι οποίοι εμπίπτουν στην ειδική κατηγορία των μελών πολύτεκνων οικογενειών και συγκέντρωσαν σύνολο μορίων χαμηλότερο εκείνου της αιτούσης.

3. Επειδή, με την πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012, Α΄51) υπ’ αριθμ. ΠΑ 31/23.10.2012, η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «…..» στις 7.11.2012 και στην εφημερίδα «…..» στις 9.11.2012, έγινε δεκτό σχετικό αίτημα της αιτούσης και αποφασίσθηκε να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, διότι θέτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος για τη συνταγματικότητα ορισμένων διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 2525/1997, όπως ισχύει, που εφαρμόσθηκαν με τις προσβαλλόμενες πράξεις.

4. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2525/1997 «Ενιαίο Λύκειο, πρόσβαση των αποφοίτων του στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση κ.λπ.» (Α΄188) ορίζεται ότι «Στους αποφοίτους του Ενιαίου Λυκείου χορηγείται Απολυτήριο Ενιαίου Λυκείου, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα α) εγγραφής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση β) …» , στη δε παράγραφο 13 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2909/2001 (Α΄90), ορίζεται ότι «Στους αποφοίτους του Ενιαίου Λυκείου, εκτός του απολυτηρίου της παραγράφου 5, χορηγείται και «Βεβαίωση», στην οποία αναφέρονται οι βαθμοί του αποφοίτου στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα που λαμβάνονται υπόψη για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση». Η πρόσβαση των κατόχων απολυτηρίου λυκείου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ρυθμίσθηκε περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2525/1997, στην παράγραφο 2 του οποίου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2909/2001 (Α΄98), ορίσθηκαν τα εξής: «α. Οι υποψήφιοι για εισαγωγή, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων απόλυσης από το Λύκειο, καταθέτουν δήλωση προτίμησης για δύο κατ’ ανώτατο όριο επιστημονικά πεδία και για συγκεκριμένα τμήματα ή σχολές των πεδίων αυτών … β) Η επιλογή των υποψηφίων για τα τμήματα που δήλωσαν προτίμηση γίνεται με βάση το σύνολο των μορίων που προκύπτουν από το άθροισμα των γινομένων του γενικού βαθμού πρόσβασης της Βεβαίωσης, των βαθμών πρόσβασης των δύο μαθημάτων αυξημένης βαρύτητας και του βαθμού της δοκιμασίας δεξιοτήτων, εφόσον διεξάγεται, με τους αντίστοιχους συντελεστές βαρύτητας και κατά φθίνουσα σειρά μέχρι να καλυφθεί ο αριθμός θέσεων κάθε τμήματος που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του ν. 1351/1983 … Για τα τμήματα ή τις σχολές για τις οποίες απαιτείται εξέταση σε ένα ή περισσότερα ειδικά μαθήματα ή πρακτικές δοκιμασίες, στο ανωτέρω σύνολο μορίων προστίθενται και τα μόρια που προκύπτουν από το γινόμενο του βαθμού των ειδικών μαθημάτων ή πρακτικών δοκιμασιών με τον αντίστοιχο συντελεστή». Ακολούθως, με το άρθρο 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 (Α΄118) τροποποιήθηκε το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2525/1997 ως εξής: «α. … β. Η επιλογή των υποψηφίων για τις σχολές και τα τμήματα, που δήλωσαν προτίμηση, γίνεται με βάση το σύνολο των μορίων που προκύπτουν από το άθροισμα των γινομένων του γενικού βαθμού πρόσβασης της βεβαίωσης, των βαθμών πρόσβασης των δύο μαθημάτων αυξημένης βαρύτητας με τους αντίστοιχους συντελεστές βαρύτητας και κατά φθίνουσα σειρά μέχρι να καλυφθεί ο αριθμός θέσεων κάθε σχολής ή τμήματος. Για τις σχολές ή τα τμήματα που απαιτείται εξέταση σε ένα ή περισσότερα ειδικά μαθήματα ή πρακτικές δοκιμασίες στο ανωτέρω σύνολο μορίων προστίθενται και τα μόρια που προκύπτουν από το γινόμενο του βαθμού των ειδικών μαθημάτων ή πρακτικών δοκιμασιών με τον αντίστοιχο συντελεστή. γ. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, καθορίζονται μία φορά το χρόνο, ένα τουλάχιστον μήνα πριν την υποβολή των μηχανογραφικών δελτίων των υποψηφίων: i. Ο αριθμός των θέσεων εισακτέων στα Τμήματα και τις Σχολές των Πανεπιστημίων, των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) … Η απόφαση αυτή εκδίδεται μετά από γνώμη της Συγκλήτου κάθε Πανεπιστημίου, του Συμβουλίου κάθε Τ.Ε.Ι. … που υποβάλλονται στο Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. ii. Ο αριθμός των θέσεων εισακτέων των κατόχων απολυτηρίου Γενικού ή Επαγγελματικού Λυκείου, πέραν του καθορισθέντος αριθμού στην περίπτωση i, στα Τμήματα και τις Σχολές της ίδιας περίπτωσης, ως ακολούθως: αα) Υποψηφίων που είναι πολύτεκνοι, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1910/1944 (Α΄229), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006 (Α΄75), καθώς και υποψηφίων τέκνων των ανωτέρω πολυτέκνων, ββ) Υποψήφιων γονέων και τέκνων πολυμελών οικογενειών με τρία ζώντα τέκνα από νόμιμο γάμο ή νομιμοποιηθέντα ή νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα, εφόσον κανένα από αυτά δεν υπερβαίνει το 26ο έτος της ηλικίας του, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων άγαμων μητέρων με τρία μη αναγνωρισθέντα ζώντα τέκνα, που δεν υπερβαίνουν το ανωτέρω όριο ηλικίας. γγ) Υποψηφίων: α) με αδελφό ή αδελφή που φοιτά σε Πανεπιστήμιο ή Τ.Ε.Ι. … β) ορφανών από τον ένα ή και από τους δύο γονείς ή τέκνων άγαμης μητέρας με ένα ή δύο μη αναγνωρισθέντα τέκνα, γ) με γονείς, τέκνα, αδέλφια, συζύγους που είναι τυφλοί ή κωφάλαλοι ή νεφροπαθείς … δ) τέκνων των θυμάτων της τρομοκρατίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 1897/1990 (Α΄120) … Ο συνολικός αριθμός των θέσεων εισακτέων της περίπτωσης ii δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) των θέσεων εισακτέων της περίπτωσης i. iii. … Κατά τη διαδικασία επιλογής, κάθε υποψήφιος των ειδικών περιπτώσεων αα΄ έως και γγ΄ της περίπτωσης ii κρίνεται για επιλογή για τις προβλεπόμενες θέσεις, που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης i του παρόντος άρθρου για κάθε τμήμα ή σχολή, με βάση το σύνολο των μορίων κατά φθίνουσα σειρά μορίων και τη δήλωση προτίμησής του στο μηχανογραφικό δελτίο, κατά πρώτον, ως υποψήφιος της γενικής σειράς. Εάν δεν εισάγεται στη σχολή ή το τμήμα που έχει δηλώσει πρώτο στις προτιμήσεις του, κρίνεται για επιλογή για τις ειδικές θέσεις της ίδιας σχολής ή τμήματος ως υποψήφιος μιας εκ των ειδικών περιπτώσεων. Αν δεν εισάγεται ούτε με το ειδικό ποσοστό στο συγκεκριμένο τμήμα ή σχολή, η διαδικασία συνεχίζεται με την επόμενη προτίμηση του υποψηφίου, τόσο στη γενική σειρά όσο και στην ειδική. Αν δεν εισαχθεί και σε αυτό  το τμήμα ή σχολή με τη γενική σειρά και την ειδική που έχει δηλώσει, η διαδικασία συνεχίζεται με τις επόμενες κατά σειρά προτίμησης του υποψηφίου στο μηχανογραφικό του δελτίο. Εάν ο υποψήφιος ανήκει σε περισσότερες από μία των ειδικών περιπτώσεων επιλέγει μόνο μία. Εάν με το σύνολο των μορίων που έχει επιτύχει ο υποψήφιος μπορεί να εισαχθεί σε περισσότερες από μία σχολές ή τμήματα εισάγεται τελικά μόνο σε εκείνη τη σχολή ή τμήμα που προσδιόρισε στη δήλωση του με σειρά προτίμησης υψηλότερη σε σχέση με τις άλλες σχολές ή τμήματα που έχει δηλώσει. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, καθορίζονται τα αναγκαία δικαιολογητικά, η διαδικασία κατάθεσης, ο τόπος και ο χρόνος υποβολής και τα όργανα ελέγχου των δικαιολογητικών, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την ένταξη των υποψηφίων στις κατηγορίες της περίπτωσης ii. Εάν μετά την εισαγωγή, με οποιονδήποτε τρόπο διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις υπαγωγής στις περιπτώσεις αα΄ έως και γγ΄ της περίπτωσης ii …, οι εισαχθέντες διαγράφονται από τα τμήματα εισαγωγής … Οι θέσεις των διαγραφέντων δεν αναπληρώνονται ούτε μεταφέρονται». Με το άρθρο 60 παρ. 4 περ. ια΄ του ίδιου νόμου (ν. 3966/2011) καταργήθηκαν οι διατάξεις περί μετεγγραφών των φοιτητών (άρθρα 3 του ν. 860/1979 και 1 του ν. 3282/2004, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 παρ. 9 του ν. 3879/2010), κατά τον κρίσιμο δε χρόνο το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ του ν. 2525/1997 είχε ήδη τροποποιηθεί, ως προς τις ειδικές περιπτώσεις αα΄ – γγ΄ της περίπτωσης ii, με το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85) ως εξής: «αα) Υποψηφίων που είναι πολύτεκνοι, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 1910/1944 (Α΄229), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006 (Α΄75), καθώς και υποψηφίων τέκνων των ανωτέρω πολυτέκνων. Η πολυτεκνική ιδιότητα διατηρείται ισοβίως σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ν. 3454/2006. ββ) Υποψηφίων γονέων και τέκνων πολυμελών οικογενειών με τρία ζώντα τέκνα από νόμιμο γάμο ή νομιμοποιηθέντα ή νομίμως αναγνωρισθέντα ή υιοθετηθέντα, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων άγαμων μητέρων με τρία μη αναγνωρισθέντα ζώντα τέκνα. γγ) Υποψηφίων: α) με αδελφό ή αδελφή, ενεργό φοιτητή του πρώτου κύκλου σπουδών, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 4009/2011 (Α΄195), εφόσον δεν είναι ήδη κάτοχος πτυχίου, μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου …, β) ορφανών από τον ένα ή και από τους δύο γονείς ή τέκνων άγαμης μητέρας με ένα ή δύο μη αναγνωρισθέντα τέκνα, γ) με γονείς, τέκνα, αδέλφια, συζύγους που είναι τυφλοί, κωφάλαλοι ή νεφροπαθείς …, δ) τέκνων των θυμάτων της τρομοκρατίας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 1897/1990 (Α΄120), ε) πολύδυμων τέκνων, εφόσον συμμετέχουν στις πανελλαδικές εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση το ίδιο έτος». Τέλος, το ως άνω άρθρο 44 του ν. 4071/2012 όρισε, στην παράγραφο 3, τα εξής: «3. Κατά το ακαδημαϊκό έτος 2012 – 2013, για την εισαγωγή των αποφοίτων Γενικών ή άλλου τύπου Λυκείων, σε κάθε σχολή ή τμήμα που προβλέπονται στην υποπερίπτωση i της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 2525/1997, πρόσθετο ποσοστό 3% επί των θέσεων εισακτέων καταλαμβάνεται, αποκλειστικά, από όσους αποφοίτησαν το έτος 2011, συμμετείχαν στις πανελλαδικές εξετάσεις του ίδιου έτους και για τους οποίους ίσχυαν κατά την αποφοίτησή τους ή ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου τα κριτήρια που αναφέρονται στις κατηγορίες της υποπερίπτωσης ii της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 2525/1997, όπως αντικαθίσταται …».

5. Επειδή, με τις μεταβολές, τις οποίες επέφερε στο άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2525/1997 το άρθρο 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και, στη συνέχεια, το άρθρο 44 παρ. 2 του ν 4071/2012, θεσπίσθηκε σύστημα εισαγωγής, σε τμήματα και σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, υποψηφίων που εμπίπτουν σε κατηγορίες ειδικών περιπτώσεων, καθοριζόμενες επί τη βάσει κοινωνικών κριτηρίων, καθ’ υπέρβαση (μέχρι 20% συνολικά) του αριθμού των θέσεων των εισακτέων κάθε τμήματος και σχολής που καλύπτονται από τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας. Παράλληλα, με το άρθρο 60 παρ. 4 περ. ια΄ του ίδιου νόμου, καταργήθηκαν οι διατάξεις που παρείχαν τη δυνατότητα (ομοίως επί τη βάσει κοινωνικών κριτηρίων, αλλά μετά την εισαγωγή και εγγραφή σε συγκεκριμένο τμήμα ή σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επί τη βάσει κριτηρίων κοινών για όλους τους υποψηφίους) να μετεγγράφονται ορισμένοι φοιτητές σε αντίστοιχο τμήμα ή σχολή με έδρα πλησιέστερη προς τον τόπο της κατοικίας τους. Σύμφωνα με το νέο σύστημα εισαγωγής, οι υποψήφιοι που έχουν δηλώσει στο μηχανογραφικό δελτίο ότι εμπίπτουν σε μια από τις ως άνω κατηγορίες ειδικών περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων η κατηγορία των μελών πολύτεκνων οικογενειών, κρίνονται για εισαγωγή στο τμήμα ή στη σχολή της πρώτης προτίμησής τους συγκρινόμενοι, με βάση το σύνολο των μορίων που συγκεντρώνουν, κατά πρώτον με τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας που έχουν δηλώσει την ίδια με αυτούς προτίμηση. Εάν ύστερα από αυτή τη σύγκριση δεν εισάγονται στο εν λόγω τμήμα ή σχολή, συγκρίνονται (ομοίως με βάση το σύνολο των μορίων που συγκεντρώνουν) με τους υποψήφιους της ίδιας με αυτούς κατηγορίας ειδικής περίπτωσης για εισαγωγή στις οριζόμενες πρόσθετες θέσεις του ίδιου τμήματος ή σχολής. Εάν και πάλι δεν εισάγονται, η ίδια διαδικασία με τα δύο στάδια σύγκρισης συνεχίζεται, για να κριθεί η εισαγωγή τους στη σχολή ή στο τμήμα της επόμενης προτίμησής τους. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3966/2011, με τις ως άνω ρυθμίσεις επιδιώχθηκε να δοθεί η δυνατότητα «… σε όσους αντιμετωπίζουν οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα και αδυνατούν ή δυσκολεύονται να φοιτήσουν σε σχολές ή τμήματα που βρίσκονται μακριά από τη μόνιμη κατοικία τους, να επιλέξουν να φοιτήσουν σε σχολές ή τμήματα της περιοχής κατοικίας τους από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους και να μην τελούν σε αναμονή των αποτελεσμάτων των μετεγγραφών …». Στην ίδια αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι με τις νέες ρυθμίσεις, οι οποίες θεσπίζονται για όσους υποψήφιους αντιμετωπίζουν οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα, «…εξαλείφεται το φαινόμενο φοίτησης σε σχολή για την οποία το σύνολο των μορίων τους δεν επέτρεπε την εισαγωγή παρά μόνον μέσω της μετεγγραφής. Εναπόκειται πλέον στους ίδιους τους υποψηφίους να διαμορφώσουν την επιλογή τους ως προς την τελική εισαγωγή τους δηλώνοντας τις σχολές ή τμήματα, στα οποία θα παραμείνουν προς φοίτηση …», καθώς και ότι εξαλείφονται οι γραφειοκρατικές διαδικασίες των μετεγγραφών και προωθείται η «… ομαλή λειτουργία των πανεπιστημίων από την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους, αφού η εισαγωγή και των υποψηφίων των περιπτώσεων αυτών θα έχει ολοκληρωθεί πριν την έναρξη των μαθημάτων … ώστε να υπάρχει καλύτερος προγραμματισμός και τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ να γνωρίζουν εκ των προτέρων τον αριθμό των εισαγομένων για κάθε περίπτωση και στο σύνολό τους». Τέλος, αναφέρεται και ότι «… ουδεμία οικονομική επιβάρυνση υφίσταται το Δημόσιο από τις ανωτέρω ρυθμίσεις, δεδομένου ότι αντικαθίστανται οι διατάξεις των μετεγγραφών. Αντίθετα θα υπάρξει μείωση των δαπανών διότι θεσμοθετείται περιορισμός στον αριθμό εισακτέων στις κατ’ εξαίρεση περιπτώσεις …».

6. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Η αιτούσα, η οποία υπέβαλε μηχανογραφικό δελτίο για την εισαγωγή της στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατά το ακαδημαϊκό 2012 – 2013, ως απόφοιτος ημερησίου λυκείου και υποψήφια της γενικής κατηγορίας, ήτοι ως διαγωνιζόμενη για τις θέσεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση i του ν. 2525/1997, συγκέντρωσε σύνολο 18.981 μορίων και, βάσει αυτής της βαθμολογίας και της δηλώσεως των προτιμήσεών της, ύστερα από τη σύγκρισή της με τους υποψήφιους της ίδιας κατηγορίας, εισήχθη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών 62η κατά σειρά επιτυχίας και όχι στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.), την οποία είχε δηλώσει ως πρώτη προτίμησή της. Σύμφωνα με τους πίνακες των εισαγομένων που κυρώθηκαν με τις δύο προσβαλλόμενες πράξεις, στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. εισήχθησαν εκατόν εξήντα (160) υποψήφιοι για την πλήρωση των ισάριθμων θέσεων εισακτέων από τη γενική κατηγορία υποψηφίων που είχαν ορισθεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση i του ν. 2525/1997, με την Φ 253.1/54697/Β6/15.5.212 απόφαση της Υφυπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων (B΄1653), η δε τελευταία εισαχθείσα κατά σειρά επιτυχίας συγκέντρωσε 19.170 μόρια. Με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη κυρώθηκαν και οι πίνακες των εισαγομένων στην εν λόγω Ιατρική Σχολή για την πλήρωση των θέσεων του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997 που είχαν ορισθεί με την ως άνω απόφαση της Υφυπουργού, ήτοι των θέσεων των μελών πολύτεκνων οικογενειών που είναι απόφοιτοι ημερησίων λυκείων, από τους οποίους οι δώδεκα (12) συγκέντρωσαν λιγότερα μόρια από την αιτούσα (18968 – 18578). Με άλλους δε πίνακες, οι οποίοι κυρώθηκαν με τη δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, εισήχθησαν στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. και υποψήφιοι για την πλήρωση των θέσεων που είχαν ορισθεί με την ίδια απόφαση της Υφυπουργού βάσει του άρθρου 44 παρ. 3 του ν. 4071/2012, από τους οποίους η μία (1) εμπίπτει στο άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997 (κατηγορία μελών πολύτεκνων οικογενειών που είναι απόφοιτοι ημερησίων λυκείων) και συγκέντρωσε λιγότερα μόρια από την αιτούσα (18.972). Ήδη με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η κύρωση, με τις προσβαλλόμενες πράξεις, των πινάκων που συμπεριλαμβάνουν τους ως άνω δεκατρείς (12+1=13) υποψήφιους στους εισαγόμενους στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. εμπόδισε την εισαγωγή της αιτούσης στην ίδια Ιατρική Σχολή (αν και συγκέντρωσε περισσότερα από αυτούς μόρια) χωρίς νόμιμο έρεισμα, διότι στηρίζεται στην αδικαιολόγητα ευνοϊκή για τα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, η οποία αντιβαίνει στις συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας (γενικώς ενώπιον του νόμου και ειδικώς κατά την πρόσβαση στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα) και είναι, ως εκ τούτου, ανεφάρμοστη.

7. Επειδή, αν και η αιτούσα διαγωνίσθηκε για να εισαχθεί στην εν λόγω Ιατρική Σχολή ως υποψήφια της γενικής κατηγορίας, ο ως άνω λόγος ακυρώσεως προβάλλεται με έννομο συμφέρον. Τούτο, διότι οι θέσεις των εισακτέων αυτής της κατηγορίας καθορίσθηκαν με την Φ 253.1/54697/Β6/15.5.2012 απόφαση από την Υφυπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, δυνάμει των διατάξεων της περίπτωσης i του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ του ν. 2525/1997, παράλληλα με τον καθορισμό πρόσθετων θέσεων δυνάμει των διατάξεων της επόμενης περίπτωσης ii αα΄ και του άρθρου 44 παρ. 3 του ν. 4071/2012, ο οποίος έγινε με την ίδια απόφαση της Υφυπουργού. Ο αριθμός δε των πρόσθετων αυτών θέσεων προδήλως καθορίστηκε σε συσχέτιση με τον αριθμό των θέσεων των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας, κατ’ εκτίμηση και των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων της Ιατρικής Σχολής και, ως εκ τούτου, η Διοίκηση θα είχε αυξήσει τις θέσεις των εισακτέων από τη γενική κατηγορία υποψηφίων σε περίπτωση μη εφαρμογής των διατάξεων, των οποίων αμφισβητείται η συνταγματικότητα. Συνεπώς,  άν το Δικαστήριο κρίνει ότι αντιβαίνει στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας ο γενόμενος καθορισμός των πρόσθετων θέσεων για τα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών, όπως προβάλλει η αιτούσα, η Διοίκηση θα κληθεί να εξετάσει, σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου, τη δυνατότητα νόμιμης εισαγωγής της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. ως υπεράριθμης σε σχέση με τις θέσεις των εισακτέων που ήδη πληρώθηκαν από τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας. Αν και κατά τη γνώμη του Αντιπροέδρου Αθ. Ράντου και των Σύμβουλων Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρή, Δ. Σκαλτσούνη, Γ. Ποταμιά, Ε. Αντωνόπουλου, Π. Καρλή, Β. Καλαντζή και Κ. Πισπιρίγκου, με τους οποίους συνάχθηκαν οι Πάρεδροι Η. Μάζος και Χ. Σιταρά, ο λόγος αυτός προβάλλεται χωρίς άμεσο και  ενεστώς έννομο συμφέρον, διότι ακόμη και αν κριθεί ότι είναι ανεφάρμοστες, ως αντιβαίνουσες στο Σύνταγμα, οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997 που ευνοούν τα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών, δεν θα καταστεί δυνατή η εισαγωγή της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. καθ’ υπέρβαση του αριθμού των θέσεων των εισακτέων από τη γενική κατηγορία υποψηφίων. Τούτο, διότι ο αριθμός αυτός, ο οποίος καθορίσθηκε με την Φ 253.1/54697/Β6/15.5.2012 απόφαση της Υφυπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων με ειδική διοικητική διαδικασία εκτιμήσεως των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων του Πανεπιστημίου, ήτοι κατόπιν γνώμης της Συγκλήτου που εκφέρεται, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση i του ν. 2525/1997, μόνο για τις θέσεις των εισακτέων από τη γενική κατηγορία υποψηφίων, δεν είναι βέβαιο ότι θα είχε αυξηθεί από τη Διοίκηση σε περίπτωση μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και, πάντως, δεν δύναται πλέον να αυξηθεί, ώστε να καταστεί νόμιμη η εισαγωγή και της αιτούσης στην εν λόγω Ιατρική Σχολή.

8. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 4 παρ. 1 ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στο δε άρθρο 5 παρ. 1 ότι «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφ’ όσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. …, 2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους … 3. … 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητες τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που  αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση …». Εξ άλλου, στο άρθρο 21 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους,  καθώς και ο γάμος και η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. Πολύτεκνες οικογένειες, … έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος. 3. … 5. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους». Τέλος, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

9. Επειδή, η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας αποτελεί νομικό κανόνα, ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες και αποκλείει τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια είτε με την μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια. Περαιτέρω, το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας κατά λόγο της προσωπικής του αξίας (βλ. ΣτΕ 2738/2010 κ.ά.). Τέλος, οι προστατευτικές της παιδείας διατάξεις του άρθρου 16 του Συντάγματος ανάγουν την παιδεία σε αποστολή του κράτους και κατοχυρώνουν, μεταξύ άλλων, αφ’ ενός μεν τη θεσμική εγγύηση της παροχής ανώτατης εκπαίδευσης από πλήρως αυτοδιοικούμενα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (βλ. ΣτΕ 982/2012 Ολ., 4009/2000, 411/2008), αφ’ ετέρου δε το δικαίωμα στην παιδεία (ΣτΕ 1582/1992) που περιλαμβάνει και το δικαίωμα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εφ’ όσον συγκεντρώνουν τις νόμιμες προϋποθέσεις.

Από τον συνδυασμό αυτών των συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να εξασφαλίζει την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προσώπων κεκτημένων τα αναγκαία εφόδια για την ενεργό παρακολούθηση της θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας μέσω συστήματος εισαγωγής, το οποίο στηρίζεται σε γενικά, αντικειμενικά και πρόσφορα κριτήρια και είναι σύμφωνο με τις αρχές της ισότητας, της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της σταδιοδρομίας εκάστου ανάλογα με την προσωπική αξία και ικανότητά του (βλ. ΣτΕ 3351/2000 Ολ., ΣτΕ 2411/2012 Ολ., 673/1987), δεδομένου, άλλωστε, και ότι μόνο υπό αυτούς τους όρους είναι δυνατή η επίτευξη της αποστολής των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΣτΕ 3328/2000 Ολ., 2467/2001) και η εύρυθμη λειτουργία τους (ΣτΕ 673/1987, 4137/1990). Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται από τις διατάξεις αυτές να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν, προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντά τους, αρκεί η εκάστοτε επιχειρούμενη νέα ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό. Όταν επιχειρείται νέα ρύθμιση για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο νομοθέτης δύναται να θεσπίζει, να τροποποιεί και να μεταρρυθμίζει το σύστημα επιλογής των υποψηφίων καθιστώντας ακόμη και αυστηρότερες τις προϋποθέσεις εισαγωγής, εφ’ όσον σε κάθε περίπτωση διασφαλίζονται η ισότητα των ευκαιριών και ο αξιοκρατικός τρόπος επιλογής (βλ. ΣτΕ 2811 – 27/2002 Ολ., 681/2008). Ένα σύστημα εισαγωγής, σύμφωνα με το οποίο οι υποψήφιοι παράλληλα με την ολοκλήρωση του κύκλου των σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αξιολογούνται, υποβαλλόμενοι σε δοκιμασία εξετάσεων και βαθμολόγηση, για την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι συμβατό προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, εφ’ όσον τα κριτήρια της αξιολόγησης είναι αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι εφ’ όσον οι υποψήφιοι εξετάζονται μόνο ως προς την ικανότητά τους σε μαθήματα και δεξιότητες συναφείς προς το γνωστικό αντικείμενο του τμήματος ή της σχολής, όπου επιθυμεί καθένας να εισαχθεί, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν και άλλης φύσεως κριτήρια, μη ακαδημαϊκά (πρβλ. ΣτΕ 2820, 2962, 2967/1999 7μ., 673/1987).

10. Επειδή, εξ άλλου, οι διατάξεις του άρθρου 21 του Συντάγματος, οι οποίες έχουν κατά βάση κατευθυντήριο χαρακτήρα, αφήνουν στον νομοθέτη την ευχέρεια να προσδιορίσει κατά την εκτίμησή του το είδος και την έκταση της ειδικής φροντίδας για τους πολύτεκνους και τα μέλη των οικογενειών τους. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, της οποίας η θέσπιση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της Χώρας (Πρακτικά Βουλής επί του Συντάγματος, Συνεδρίαση ΟΘ/26.4.1975, σελ. 479 και 486), το Σύνταγμα απευθύνει στον κοινό νομοθέτη έντονη υπόδειξη για τη λήψη κατάλληλων μέτρων φροντίδας υπέρ των πολύτεκνων οικογενειών επί τη βάσει των κρατουσών συνθηκών και εντός των ορίων που διαγράφουν οι άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές (βλ. ΣτΕ 12 /1999 7μ., 4237/2005). Η εκτίμηση του νομοθέτη υπόκειται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια, οι δε εκάστοτε νομοθετικές ρυθμίσεις περί κοινωνικής προστασίας ελέγχονται ως προς την τήρηση της αρχής της ισότητας σε συνδυασμό προς την απορρέουσα από τα άρθρα 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά  τον λόγο της προσωπικής του αξίας (βλ. ΣτΕ 2738/2010, 2016/2007, 1141/1999 κ.ά.).

11. Επειδή, το άρθρο 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1995, όπως ισχύει μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 2 του ν. 4071/1012, το οποίο εισήγαγε παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την πρόβλεψη της σύστασης θέσεων, οι οποίες  καταλαμβάνονται μόνο από υποψήφιους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας, αντίκειται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με κριτήρια αμιγώς ακαδημαϊκά, ήτοι βάσει των ικανοτήτων και δεξιοτήτων των υποψηφίων, διότι η ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας δεν συνδέεται με ικανότητες ή δεξιότητες του υποψηφίου και δεν αποτελεί κριτήριο που πληροί τις ως άνω προϋποθέσεις. Η αντίθεση του νέου συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται με την επίκληση από τον νομοθέτη λόγων αναγομένων στην εύρυθμη λειτουργία των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της παράλληλης κατάργησης του συστήματος μετεγγραφών. Τούτο, διότι οι μετεγγραφές προϋποθέτουν, πάντως, την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση βάσει συνταγματικώς έγκυρου από την ανωτέρω άποψη συστήματος. Περαιτέρω, η αντίθεση προς το Σύνταγμα δεν αίρεται εκ του ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει τις θέσεις που διαθέτει στα μέλη των πολύτεκνων οικογενειών ως «επιπλέον» και ορίζει, περαιτέρω, ότι ο αριθμός των θέσεων αυτών καθορίζεται με υπουργική απόφαση χωρίς προηγούμενη γνώμη των οργάνων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι αρμόδια για την εκτίμηση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των οικείων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και ότι οι ίδιες θέσεις δεν διατίθενται στους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας υποψηφίων αν δεν πληρωθούν από μέλη πολύτεκνων οικογενειών. Τούτο δε υπό πάσα εκδοχή, διότι α) εάν αυτές οι θέσεις διατίθενται καθ’ υπέρβαση των εκπαιδευτικών δυνατοτήτων των ιδρυμάτων, προκαλείται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δυσλειτουργία που δεν γίνεται ανεκτή από το άρθρο 16 του Συντάγματος και β) στην αντίθετη περίπτωση αφαιρούνται θέσεις από τους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας, με αποτέλεσμα να αποκλείονται από την εισαγωγή στο τμήμα ή στη σχολή της προτίμησής τους ή ακόμη και από την πρόσβασή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση υποψήφιοι με συγκριτικά πληρέστερες ικανότητες και δεξιότητες κατά παράβαση των δικαιωμάτων τους που κατοχυρώνονται από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 16 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν να εισάγονται στις πεπερασμένου αριθμού θέσεις των οικείων ιδρυμάτων οι υποψήφιοι, οι οποίοι υπερτερούν σε διαγωνιστικές δοκιμασίες που βασίζονται σε αμιγώς ακαδημαϊκά κριτήρια, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα. Τέλος, ο περιορισμός των ως άνω δικαιωμάτων των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 και 5 του Συντάγματος που επιβάλλουν τη λήψη μέτρων προστασίας των πολυμελών οικογενειών και μέτρων δημογραφικής πολιτικής. Τούτο, διότι επιβάλλεται μεν, βάσει αυτών των συνταγματικών διατάξεων, να ενισχύονται οι πολύτεκνες οικογένειες για την αντιμετώπιση των αυξημένων εξόδων που απαιτούνται για τη συντήρησή τους, καθώς και για την ανατροφή, την οικονομική εξασφάλιση των πάσης φύσεως σπουδών και την επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων τους, αλλά δεν είναι επιτρεπτό να παρέχονται στα μέλη των οικογενειών αυτών και διευκολύνσεις για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι οποίες υπερακοντίζουν την προστασία που τους παρέχει το Σύνταγμα λόγω αφ’ ενός μεν του περιορισμού των αντίστοιχων δικαιωμάτων πρόσβασης των λοιπών πολιτών, αφ’ ετέρου δε της υποχώρησης των ακαδημαϊκών κριτηρίων πρόσβασης.

12. Επειδή, μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Π. Καρλή, Ηρ. Τσακόπουλος και Β. Καλαντζή, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ισχύουν μετά τις μεταβολές που επέφεραν τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 44 παρ. 3 του ν. 4071/2012, σύμφωνα με τις οποίες οι υποψήφιοι πολύτεκνοι και τέκνα πολυτέκνων, μετά την αποτυχία τους να εισαχθούν σε τμήμα ή σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ως υποψήφιοι της γενικής κατηγορίας, μπορούν να καταλάβουν με την ίδια διαδικασία και αξιολογικά κριτήρια εισαγωγής, όπως οι υποψήφιοι της γενικής κατηγορίας, κάποια από τις επιπλέον θέσεις, οι οποίες διαφυλάσσονται, αποκλειστικά, υπέρ των υποψηφίων αυτών, έστω και αν υπολείπονται βαθμολογικώς του τελευταίου εισακτέου στο ίδιο τμήμα ή σχολή από την γενική κατηγορία, εισάγει μεν διάκριση υπέρ της ανωτέρω κοινωνικής κατηγορίας υποψηφίων, η διάκριση όμως αυτή είναι συνταγματικώς θεμιτή, ενόψει των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 21 παρ. 2 και 5 του Συντάγματος που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος της χώρας, επιτρέπουν δε την θέσπιση ευεργετικών διατάξεων υπέρ των πολυτέκνων και των τέκνων πολυτέκνων ακόμη και κατά την πρόσβαση των υποψηφίων αυτών στα τμήματα και τις σχολές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (πρβλ. ΣτΕ 2860/1993 7μ., 744, 870/1995, 3675/1996, 2998/2005, 2462/2010 κ.ά), ενόψει της ευχέρειας που το Σύνταγμα παρέχει στον κοινό νομοθέτη να σταθμίζει τις εκάστοτε κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και με βάση αυτές να προσδιορίζει το είδος και την έκταση της ειδικής φροντίδας των μελών των πολυτέκνων οικογενειών (πρβλ. ΣτΕ 2717/1994). Οι διατάξεις δε με τις οποίες χορηγούνται, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, είτε χρηματικές παροχές είτε άλλης φύσεως ευεργετήματα υπόκεινται σε έλεγχο ορίων από τα δικαστήρια. Κατόπιν των ανωτέρω, οι μεταβολές που έγιναν με τα άρθρα 59 παρ. 11 του ν. 3966/2011 και 43 παρ. 3 του ν. 4071/2012 δεν προσκρούουν, όσον αφορά, πάντως, την εν λόγω ειδική κατηγορία υποψηφίων, προς την συνταγματική αρχή της ισότητας και την απορρέουσα από αυτήν αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας, ούτε στο άρθρο 16 του Συντάγματος, εφόσον η ευνοούμενη από τον νόμο κατηγορία υποψηφίων πολυτέκνων και τέκνων αυτών τελεί, κατά την εκτίμηση του συνταγματικού νομοθέτη λόγω της συνεισφοράς τους στην επίλυση του δημογραφικού προβλήματος, υπό διαφορετικές νομικές και πραγματικές συνθήκες σε σχέση προς τους λοιπούς υποψηφίους, ενώ παρέχεται η δυνατότητα σε όλες τις κατηγορίες υποψηφίων να έχουν πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με την συμμετοχή τους σε κοινές εξετάσεις πανελλαδικού επιπέδου και την, με ίσους όρους, βαθμολόγησή τους. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται  εν υπάρχει, δηλαδή, αντίθεση προς τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις από το γεγονός ότι το σύστημα αυτό παρέχει περισσότερες πιθανότητες υπέρ των υποψηφίων πολυτέκνων και τέκνων αυτών να εισαχθούν στη σχολή ή το τμήμα της προτίμησής τους εφόσον, πάντως, εκ του λόγου τούτου, δεν μειώνονται οι πιθανότητες επιτυχίας των λοιπών υποψηφίων. Και τούτο διότι οι επιπλέον αυτές θέσεις, ορίζονται καθ’ υπέρβαση του συνολικού αριθμού εισακτέων, δηλαδή δεν μειώνουν τις θέσεις που αντιστοιχούν στον συνολικό αριθμό εισακτέων, διαφυλάσσονται, όπως προαναφέρθηκε, αποκλειστικώς υπέρ των υποψηφίων της εν λόγω ειδικής κατηγορίας, ως εκδήλωση της μέριμνας του νομοθέτη προς αυτούς για λόγους γενικοτέρου δημοσίου συμφέροντος, ενώ δεν προβλέπεται δυνατότητα μεταφοράς των εν λόγω θέσεων υπέρ των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας σε περίπτωση που αυτές μείνουν κενές (πρβλ. ΣτΕ 2860/1993 7μ., 774, 870/1995 κ.ά.). Τέλος, και το προηγούμενο σύστημα των μετεγγραφών, κατ’ ουσίαν, κατέληγε στην εγγραφή και φοίτηση των μελών των πολυτέκνων οικογενειών σε τμήμα ή σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την οποία υπελείποντο βαθμολογικώς του τελευταίου εισακτέου της γενικής κατηγορίας. Η πρόκριση δε του συστήματος της εξ αρχής εγγραφής σε τμήμα ή σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αντί αυτού της μετεγγραφής πολυτέκνων και τέκνων αυτών, αναγόμενη στην ουσιαστική εκτίμηση του κοινού νομοθέτη να επιλέξει την βέλτιστη για το δημόσιο συμφέρον  λύση μετά την λήψη υπόψη και άλλων νομίμων κριτηρίων, όπως η εύρυθμη λειτουργία των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ο εξορθολογισμός των δαπανών, εκφεύγει των ορίων του ακυρωτικού ελέγχου, εφόσον, πάντως, κατά την γνώμη αυτή, αμφότερα τα ανωτέρω συστήματα, όσον αφορά την ειδική κατηγορία των πολυτέκνων και των τέκνων αυτών, κινούνται εντός των συνταγματικών ορίων. Μειοψήφησαν, επίσης, ο Αντιπρόεδρος Αθ. Ράντος και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου και Κ. Φιλοπούλου, οι οποίοι διετύπωσαν την γνώμη ότι οι εμπίπτουσες στην προστασία της ειδικής διατάξεως του άρθρου 21 παρ. 2 του Συντάγματος κατηγορίες προσώπων, που έχουν «δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος», δεν είναι απλώς κατηγορίες αναξιοπαθούντων, τις οποίες οφείλει, κατά το δυνατόν, να στηρίξει οικονομικά το Κράτος. Τέτοιες κατηγορίες απαριθμούνται στις λοιπές παραγράφους του άρθρου αυτού. Οι περιπτώσεις του άρθρου 21 παρ.2 αφορούν, κυρίως, κατηγορίες πολιτών, που κατά την εκτίμηση του συντακτικού νομοθέτη, λόγω της ιδιαίτερης συνεισφοράς τους στην εξυπηρέτηση σκοπών ομοίως θαλπομένων από το Σύνταγμα, όπως είναι η προάσπιση της χώρας (ανάπηροι, θύματα πολέμου και οι οικογένειές τους) ή η αντιμετώπιση του δημογραφικού της προβλήματος (πολύτεκνες οικογένειες), πρέπει να τυγχάνουν ιδιαίτερης μέριμνας από την Πολιτεία. Η μέριμνα αυτή, που σκοπό έχει να αντισταθμίσει την εξ ορισμού μειονεκτική θέση στην οποία περιήλθαν ή ευρίσκονται τα πρόσωπα αυτά στο πλαίσιο της ανωτέρω συνεισφοράς τους, δεν αποσκοπεί μόνον στην κάλυψη οικονομικών, εν στενή εννοία αναγκών τους. Αποσκοπεί, περαιτέρω, στην παροχή διευκολύνσεων προκειμένου να αποκατασταθεί, κατά το δυνατόν , ως προς αυτούς, η ισότητα ευκαιριών, την οποία αποστερήθηκαν συνεπεία της συνεισφοράς τους αυτής. Επομένως, η προς αυτούς ειδική φροντίδα του Κράτους μπορεί, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, να συνίσταται στην παροχή άλλων διευκολύνσεων, που θεμιτώς κατατείνουν στον ανωτέρω σκοπό, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι είναι συναφείς και πρόσφορες προς τούτο. Οι διευκολύνσεις αυτές, όταν συνίστανται στην διευκόλυνση προσβάσεως σε θέσεις, για τις οποίες υπάρχει αριθμητικός περιορισμός, μπορεί να συνιστούν, από την φύση τους, περιορισμό ή και απόκλιση από την πλήρη εφαρμογή της, συνταγματικώς επίσης κατοχυρούμενης, αρχής της αξιοκρατίας, δεδομένου ότι η εφαρμογή αυτής ακριβώς της αρχής είναι εκείνη, η οποία, ενδεχομένως, παρεμποδίζει τα ανωτέρω υπό ειδική προστασία τελούντα άτομα να απολαύσουν πλεονεκτημάτων, τα οποία άλλως, αν, δηλαδή, δεν είχαν περιέλθει στην μειονεκτική αυτή θέση, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν με ίσους όρους. Η απόκλιση αυτή, που χωρίς τις προβλέψεις της εν λόγω ειδικής διατάξεως δεν θα ήταν ανεκτή, συγχωρείται ακριβώς λόγω της υπάρξεώς της. Με διαφορετική ερμηνεία, η διάταξη θα παρέμενε χωρίς εννοιολογικό περιεχόμενο. Ειδικώς, όταν πρόκειται για πολύτεκνες οικογένειες που, ως εκ της διατυπώσεως της συνταγματικής διατάξεως, προστατεύονται ενιαία, με κάλυψη, δηλαδή τόσο του πολύτεκνου γονέα όσο και των τέκνων του, η κύρια μη οικονομικού εν στενή εννοία χαρακτήρα, διευκόλυνση είναι η δυνατότητα προσβάσεως σε σχολές όλων των βαθμίδων, είτε με την μορφή της διευκολύνσεως εισόδου σε σχολή της προτιμήσεως του προστατευομένου προσώπου είτε με την μορφή της επιλογής του τόπου σπουδών. Επομένως,  διατάξεις νόμου με το περιεχόμενο αυτό όχι μόνον δεν παραβιάζουν τις γενικές συνταγματικές  διατάξεις για την αρχή της αξιοκρατίας και την οργάνωση της εκπαιδεύσεως (άρθρο 16 του Συντάγματος) αλλά τελούν σε αρμονία και εφαρμόζουν την ειδική συνταγματική πρόβλεψη του άρθρου 21 παρ. 2. Εννοείται, βεβαίως ότι και οι διατάξεις με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι συνταγματικώς ελεγκτές από τα δικαστήρια, στο μέτρο που τυχόν υπερακοντίζουν τον σκοπό του συντακτικού νομοθέτη ή εισάγουν προνόμια που δεν δικαιολογούνται για την εξυπηρέτηση του εν λόγω σκοπού, ή σε κάθε περίπτωση παραβιάζουν την αναγκαία ισορροπία μεταξύ των σκοπών της αξιοκρατίας και της ορθολογικής οργανώσεως της παροχής εκπαιδεύσεως αφ’ ενός και της προστασίας των πολυτέκνων αφ’ ετέρου. Οι διατάξεις αυτές είναι, επίσης, συνταγματικώς ελεγκτές και από την αντίθετη άποψη, μήπως, δηλαδή, διεπόμενες από την αντίληψη ότι οι παρεχόμενες διευκολύνσεις μπορεί να έχουν μόνο αμιγώς οικονομικό περιεχόμενο, εισάγουν περιορισμούς οικονομικούς, ηλικιακούς ή χωρικούς, που, ως εκ του συγκεκριμένου εκάστοτε περιεχομένου τους, αντιστρατεύονται τους σκοπούς της ειδικής συνταγματικής φροντίδας.

13. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η παράλειψη εισαγωγής της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α., η οποία εκδηλώθηκε με τις προσβαλλόμενες πράξεις, πρέπει να ακυρωθεί διότι δεν έχει νόμιμο έρεισμα, αφού οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 γ΄ περίπτωση ii αα΄ του ν. 2525/1997, όπως ήδη ισχύει, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι πράξεις αυτές, είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές. Περαιτέρω, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση προκειμένου: α) να εκτιμήσει τον αριθμό, στον οποίο θα είχαν ανέλθει οι θέσεις των εισακτέων από τους υποψηφίους της γενικής κατηγορίας, εάν κατά την έκδοση της Φ 253.1/54697/Β6/15.5.2012 αποφάσεως της Υφυπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων δεν είχε καθοριστεί, κατά παρέκκλιση από το γενικό σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αριθμός θέσεων προοριζομένων για υποψηφίους που έχουν την ιδιότητα του μέλους πολύτεκνης οικογένειας και β) να διαπιστώσει αν η αιτούσα, συγκρινόμενη με κριτήριο τη βαθμολογία της (18.981 μόρια) με τους άλλους υποψήφιους της γενικής κατηγορίας που δεν εισήχθησαν στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. παρά τη σχετική προτίμησή τους θα είχε περιληφθεί, κατά την κύρωση των σχετικών πινάκων, στον αριθμό των εισαγομένων στην εν λόγω Ιατρική Σχολή, με συνυπολογισμό των εκτιμώμενων, κατά τα προαναφερόμενα, πρόσθετων θέσεων εισαγομένων κατά το γενικό σύστημα. Εάν συντρέχουν δε αυτές οι προϋποθέσεις, οι οποίες επιβάλλονται για λόγους αξιοκρατίας και εύρυθμης λειτουργίας της Ιατρικής Σχολής του Ε.Κ.Π.Α., και ανεξαρτήτως του ότι η παρούσα απόφαση παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον υπέρ της αιτούσης, ανακύπτει υποχρέωση της Διοίκησης να περιλάβει την ανωτέρω μεταξύ των εισαγομένων στην εν λόγω Ιατρική Σχολή. Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη του Προέδρου του Δικαστηρίου και των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρή, Γ. Ποταμιά και Α. Χλαμπέα, με τους οποίους συντάχθηκε η Πάρεδρος Χ. Σιταρά, για τη νόμιμη εισαγωγή της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Ε.Κ.Π.Α. αρκεί να διαπιστωθεί ότι με βάση τη βαθμολογία της θα είχε εισαχθεί στην ανωτέρω Ιατρική Σχολή εάν κατά την έκδοση της Φ 253.1/54697/Β6/15.5.2012 αποφάσεως της Υφυπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων στον αριθμό εισαγομένων μεταξύ των υποψηφίων της γενικής κατηγορίας είχε προστεθεί ο αριθμός που καθορίστηκε για τους υποψηφίους που ανήκουν στην ειδική κατηγορία των μελών πολύτεκνης οικογένειας. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ν. Μαρκουλάκης, Φ. Ντζίμας,Β. Αραβαντινός, Κ. Φιλοπούλου, Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί προς επανεξέταση χωρίς να τίθενται στη Διοίκηση οι ανωτέρω προϋποθέσεις.

Δ ι ά  τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Ακυρώνει την παράλειψη εισαγωγής της αιτούσης στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, η οποία εκδηλώθηκε με τις πράξεις του Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού: α) Φ 253.4/96738/Β6/27.8.2012 και β) Φ 253.4/96739/Β6/27.8.2012.

Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.

Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αιτούσης, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των εννεακοσίων είκοσι(920)ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2013.

Ο Πρόεδρος                                     Η Γραμματέας

Κ. Μενουδάκος                            Μ. Παπασαράντη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 2014.

Ο Πρόεδρος                                        Η Γραμματέας

Σωτ. Αλ. Ρίζος                                Μ. Παπασαράντη

 

0

Απόφαση 196/2014 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Αριθμός: 196/2014

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Συνεδρίαση της 03ης Φεβρουάριου 2014

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Κασσιανή Μπουροδήμου Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης, Ιωάννης

Μαμαδάς Πλημμελειοδίκης, Μαρία Δουλάμη Πάρεδρος Πρωτοδικείου (Επειδή κωλύονται οι τακτικοί

δικαστές) Ορίστηκε με την αρ. 6/2014 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κατερίνης Δήμητρα

Τσιαρδακλή Αντεισαγγελέας (Επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) Βασιλική Χωρίκη Γραμματέας

Κατηγορούμενος: ….. ……. Κάτοικος: Κατερίνης Πιερίας Παρών

Πράξη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε δημόσια στο ακροατήριό του κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου ύστερα από αναβολή της υπόθεσης κατ` άρθρο 423 παρ. 1 ΚΠΔ, η Προεδρεύουσα εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου ο οποίος εμφανίστηκε, ρωτήθηκε από την Προεδρεύουσα για τα στοιχεία της ταυτότητάς του και είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται πιο πάνω και ότι διορίζει συνήγορο υπεράσπισης του τον παρόντα δικηγόρο Κατερίνης Εμμανουήλ Παπά.

Η Προεδρεύουσα είπε στον κατηγορούμενο ν` ακούσει με προσοχή την κατηγορία και να παρακολουθήσει τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επίσης του είπε ότι έχει δικαίωμα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα και την έρευνα κάθε αποδεικτικού μέσου.

Στη συνέχεια έλαβε το λόγο η Εισαγγελέας, η οποία συνοπτικά ανέφερε την πράξη για την οποία κατηγορεί ο κατηγορούμενος. Επίσης είπε, για να υποστηρίξει την κατηγορία να αναγνωστούν τα έγγραφα που αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου.

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ζήτησε την αναβολή της δίκης και είπε: Η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίζεται ότι χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής και στην ουσία χαρακτηρίζει διαρκές το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, είναι αντίθετη στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου. Στην υπ’αριθ. 1/2011 ερμηνευτική εγκύκλιο που είχε εκδώσει ο κ. αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου όταν θεσπίστηκε το αυτόφωρο αναφέρει ότι «η συμβατότητα της ρύθμισης με τα άρθρα του συντάγματος θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Ζητώ από το δικαστήριό σας α) να κρίνει την ως άνω διάταξη αντισυνταγματική και αντίθετη σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου, β) να κρίνει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, γ) να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία κατ’ άρθρο 424 ΚΠΔ άλλως να αναβληθεί η υπόθεση εντός δεκαπενθημέρου.

Στο σημείο αυτό πήρε το λόγο η Εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η δίκη για την 01-10-2014 και ώρα 09:00`.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παραβρέθηκε και η Γραμματέας, εξέδωσε την παρακάτω απόφαση την οποία η Προεδρεύουσα δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση :

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και 6 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης κατοχύρωσε την προστασία της προσωπικής ελευθερίας υπό την ειδικότερη μορφή της προσωπικής ασφάλειας (βλ. σχ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α’ ατομικές ελευθερίες-πανεπιστημιακές παραδόσεις, δ` έκδοση, σελ. 173). Στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης συνταγματικά αυτής προστασίας του ατόμου από αυθαίρετες καταδιώξεις, συλλήψεις και φυλακίσεις από μέρους της κρατικής εξουσίας, προκειμένου να λάβει νομότυπα χώρα η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η σύλληψη να βρίσκει έρεισμα σε διάταξη νόμου και (β) να εκτελείται με βάση δικαστικό ένταλμα, δηλαδή ένταλμα, το οποίο έχει εκδοθεί από κρατικό όργανο που κατά το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαστική αρχή και περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 87-91 του Συντάγματος (βλ. σχ. Χρυσόγονο, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελ. 216). Το ένταλμα αυτό πρέπει να είναι αιτιολογημένο, να μνημονεύει δηλαδή με ακρίβεια τα στοιχεία του προσώπου που πρόκειται να συλληφθεί (όνομα, επώνυμο, κατοικία, περιγραφή) και να επιδίδεται στο τελευταίο κατά τη στιγμή της σύλληψής του (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180).

Επομένως, τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας στερούνται της δυνατότητας να προβούν με δική τους πρωτοβουλία στη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά κάμπτεται στην περίπτωση του αυτόφωρου εγκλήματος (βλ. Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2008, άρθρο 242, αριθ. 2, σελ. 466). Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Συντάγματος δεν περιέχει αυθεντικό ορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, αλλά αντίθετα επαφίεται για αυτόν στον κοινό νομοθέτη (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180). Ήδη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα έγκλημα ως αυτόφωρο πρέπει να συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) να καταληφθεί κατά το χρονικό σημείο της διάπραξής του ή (β) να έχει τελεστεί πρόσφατα, περίπτωση η οποία συντρέχει, ιδίως όταν ο δράστης καταδιώκεται μετά τη διάπραξη του εγκλήματος από τη δημόσια δύναμη ή τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε κατέχοντας αντικείμενα ή φέροντας ίχνη, από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Η πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις αφορά το γνήσιο αυτόφωρο έγκλημα, ενώ στη δεύτερη από αυτές πρόκειται για την οιονεί ή καταχρηστική μορφή του, στην οποία όμως τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΔ συγκεκριμένο χρονικό όριο, το οποίο συμπίπτει με την παρέλευση της επομένης ημέρας από την τέλεση της πράξης (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., Ποινική Δικονομία-Ειδικές Διαδικασίες, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικασία-Αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως, 1998, σελ. 47επ. και 65επ.). Επομένως, ενόψει της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας αλλά και του τεκμηρίου αθωότητας ο νομοθέτης υπήγαγε στην έννοια του αυτόφωρου εγκλήματος μόνον εκείνες τις αξιόποινες πράξεις, το χρονικό σημείο της κατάληψης του δράστη των οποίων τελεί σε στενή εγγύτητα προς το χρονικό σημείο της διάπραξής τους, καθώς η χρονική αυτή εγγύτητα έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα ταχείας συλλογής των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων. Η αποδεικτική αυτή ευχέρεια απόδοσης της τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων στο πρόσωπο του δράστη τους, η οποία αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, δικαιολογεί την άρση της απαγόρευσης της σύλληψης του τελευταίου χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού εντάλματος και την κάμψη του τεκμηρίου της αθωότητάς του χάριν της ταχείας αποκατάστασης της έννομης τάξης και της αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών και συνιστά περιορισμό των σχετικών δικαιωμάτων του ο οποίος δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή ρητά κατοχυρώνεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση όσα εκτίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι στο πλαίσιο της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας του ατόμου και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, ο νομοθέτης πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη φειδώ ως προς τον καθορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, ώστε σε αυτή να περιλαμβάνονται μόνον οι περιπτώσεις εκείνες των αξιόποινων πράξεων, οι οποίες λόγω της κατάληψης του δράστη τους κατά τη διάρκεια της διάπραξής τους ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά από αυτήν δύνανται με ευχέρεια να αποδοθούν στον τελευταίο. Αντίθετα, οποιαδήποτε νομοθετική απόπειρα διεύρυνσης της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, με σκοπό να καταστεί δυνατή η χωρίς τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας σύλληψη του φερόμενου ως δράστη του, συνιστά ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3, 6 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, προσβάλλει δε παράλληλα και το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

II. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η βασική αρχή του ποινικού δικαίου «κανένα έγκλημα καμία ποινή χωρίς νόμο (nullum crimen nulla poena sine lege), προκύπτει η δέσμευση της κρατικής εξουσίας και στις τρεις λειτουργίες της (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) να διατηρεί διαρκώς τυποποιημένο το ποινικό φαινόμενο σε ολόκληρη την έκταση του τριπτύχου που το συνθέτει (έννομο αγαθό, έγκλημα, ποινή) (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο-Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 33επ.). Ειδικότερα, από την παραπάνω συνταγματική διάταξη απορρέει η υποχρέωση της νομοθετικής λειτουργίας στο πλαίσιο της τυποποίησης του ποινικού φαινομένου να ορίζει τα στοιχεία της πράξης που τυποποιείται ως αξιόποινη. Η υποχρέωση αυτή έχει μεταξύ άλλων ένα θετικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση ακριβούς προσδιορισμού των στοιχείων της αξιόποινης πράξης (nullum crimen nulla poena sine lege certa), και αφετέρου ένα αρνητικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην απαγόρευση επέκτασης του αξιόποινου χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς πέραν των στοιχείων που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του τυποποιούμενου εγκλήματος. Δηλαδή ο νομοθέτης υποχρεούται αφενός να προσδιορίζει με σαφήνεια τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής της προσβολής του εννόμου αγαθού, την οποία τυποποιεί ως αξιόποινη, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με το ακριβές περιεχόμενό της (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 38 και επίσης Ανδρουλάκη, Nullum crimen sine lege certa, ΠοινΧρ ΚΓ`. 513επ.) και αφετέρου να περιορίσει τον αξιόποινο χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς στην έκταση, η οποία προκύπτει από την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος. Από την άλλη η δικαστική λειτουργία έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος τυποποιεί ως έγκλημα μία συμπεριφορά, εφόσον ο τελευταίος δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις (βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 42επ.).

III. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνάγεται ότι στο πλαίσιο της εξασφάλισης του δικαιώματος προς παροχή δικαστικής προστασίας και της διασφάλισης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, ο οποίος βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση, καθώς εναντίον του στρέφεται ο κατασταλτικός μηχανισμός της Πολιτείας διαθέτει μεταξύ των υπόλοιπων δικαιωμάτων του και το δικαίωμα της παροχής επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισής του, όπως επίσης και της παροχής από μέρους της κρατικής εξουσίας των αναγκαίων προς τούτο διευκολύνσεων (βλ. σχ. Χρυσόγονο, ό.π., σελ. 430επ.). Ωστόσο, με τις διατάξεις των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ θεσμοθετείται για τα πλημμελήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αυτόφωρα, μία ιδιαίτερα συνοπτική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας παραγκωνίζονται και προστατεύονται δευτερογενώς μόνο τα δικαιώματα του κατηγορουμένου προς όφελος της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., ό.π., σελ. 20επ., Αδάμπα σε Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2010, άρθρο 242, αριθ. 1, σελ. 837). Ωστόσο, ο περιορισμός που συνεπάγεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στο δικαίωμα του κατηγορουμένου προς παροχή δικαστικής προστασίας και για εξασφάλιση δίκαιης δίκης είναι ανεκτός κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατά το μέτρο που, σύμφωνα και προς όσα ήδη εκτίθενται ανωτέρω, υφίσταται αποδεικτική ευχέρεια ως προς την απόδοση της αξιόποινης πράξης σε ενοχή του κατηγορουμένου και εφόσον με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται και εξυπηρετείται η άμεση και ταχεία αποκατάσταση της τρωθείσας έννομης τάξης. Επομένως, η υπερβολική από μέρους του νομοθέτη διεύρυνση της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος και σε περιπτώσεις εγκλημάτων, για τα οποία δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα γρήγορης και αποτελεσματικής συλλογής του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού, με βάση την οποία διευρύνεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας και ουσιαστικά φαλκιδεύονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί έναν τέτοιου είδους περιορισμό, συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως επίσης και της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3904/2011 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 ως εξής: «Οποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: (α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, (β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α` υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, (γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, (δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό». Με την ανωτέρω διάταξη τυποποιείται ως έγκλημα η μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 1882/1990 για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: (α) ύπαρξη χρέους του φυσικού αυτουργού προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, (β) βεβαίωση του χρέους από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία ή τελωνείο και (γ) παρέλευση άπρακτου χρονικού διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, έστω και ενδεχόμενος (άρθρα 12, 18 εδ. β`, 26 παρ. 1 εδ. α` και 53 ΠΚ). Το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τη διάταξη αυτή είναι η περιουσία του Δημοσίου, υπό την ειδικότερη μορφή της αποφυγής της αύξησης του παθητικού της. Ειδικότερα, η προσβολή του προστατευόμενου εννόμου αγαθού επέρχεται με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, χωρίς να λάβει χώρα η καταβολή αυτού, οπότε και επέρχεται η αύξηση του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου κατά το ποσό της σχετικής οφειλής. Επομένως, το έγκλημα που τυποποιείται από την παραπάνω διάταξη διαμορφώνεται ως στιγμιαίο, δεδομένου ότι η χρονική στιγμή της τυπικής περάτωσής του σύμφωνα με την αντικειμενική του υπόσταση, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, δεν μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 300επ.), καθώς το αξιόποινο αποτέλεσμα της αύξησης του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου επέρχεται κατά τη στιγμή της παρέλευσης άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας προς καταβολή, το γεγονός δε ότι η σχετική οφειλή εξακολουθεί να υφίσταται και κατά το μεταγενέστερο του χρονικού αυτού σημείου διάστημα είναι ποινικά αδιάφορη, καθώς έχει ήδη ολοκληρωθεί η προσβολή του ως άνω προστατευόμενου έννομου αγαθού. Ωστόσο, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι: «Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής».

Με τη διάταξη αυτή το παραπάνω τυποποιούμενο έγκλημα χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το νομοθέτη ως διαρκές, ενώ από τη νομοτυπική μορφή του, όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα. Μάλιστα, η διάταξη αυτή περικλείει σχήμα οξύμωρο, δεδομένου ότι αφενός γίνεται δεκτός ως χρόνος τέλεσης του εγκλήματος το χρονικό σημείο της παρέλευσης των τεσσάρων (4) μηνών από την βεβαίωση του χρέους, προς το οποίο συνδέεται η κατά τη διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ έναρξη του χρόνου της παραγραφής του, ενώ αφετέρου ορίζεται κατά τρόπο αυθαίρετο και ανακόλουθο προς τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος ότι ο χρόνος τέλεσης αυτού εκτείνεται μέχρι την παρέλευση χρονικού διαστήματος ίσου προς το ένα τρίτο του χρόνου παραγραφής του, δηλαδή για χρονικό διάστημα είκοσι (20) μηνών. Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η εν λόγω διάταξη αντίκειται, σύμφωνα και προς όσα εκτίθενται ανωτέρω (υπό το στοιχείο II) στους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αφενός διότι προκαλεί σύγχυση ως προς τον ορισμό των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του υπό κρίση εγκλήματος, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ο χρόνος ολοκλήρωσης αυτού και αφετέρου διότι επεκτείνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη πέρα από τα στοιχεία της τυποποιούμενης ως έγκλημα πράξης του. Περαιτέρω, από την ιστορικοβουλητική και τη συστηματική ερμηνεία της παραπάνω διάταξης (θέσπιση αυτής μετά την υπογραφή την 03.05.2010 του «Μνημονίου Συνεννόησης» από τον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Κυβέρνησης και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών που μετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, και ενόψει των αυξημένων εισπρακτικών αναγκών που αντιμετωπίζει έκτοτε η ελληνική κυβέρνηση και η ένταξη αυτής στο νόμο 3943/2011, με τον οποίο ρυθμίζονται αποκλειστικά φορολογικής φύσης ζητήματα, όπως επίσης και θέματα που άπτονται των ασφαλιστικών ταμείων) προκύπτει ότι η θέσπιση αυτής δεν είχε ως αντικείμενό της τη συμπλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών ττρος το Δημόσιο, αλλά κατά κύριο λόγο αποσκοπούσε στην επέκταση της δυνατότητας σύλληψης των κατηγορούμενων για την παραπάνω πράξη προσώπων χωρίς σχετικό ένταλμα των αρμόδιων δικαστικών αρχών, όπως και στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων κατά την ειδική διαδικασία για τα αυτόφωρα πλημμελήματα. Με την πρωτοβουλία του δηλαδή αυτή ο νομοθέτης επέκτεινε την έννοια του αυτοφώρου για το συγκεκριμένο αδίκημα, χωρίς ωστόσο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού, καθώς από τη μία καταλύεται πλέον το στοιχείο της εγγύτητας μεταξύ του χρονικού σημείου της τέλεσης της πράξης και του χρόνου εκδίκασης αυτής και από την άλλη δεν υφίσταται το στοιχείο της ευχερούς και ταχείας συλλογής του σχετικού αποδεικτικού υλικού. Ενόψει των ανωτέρω δύναται με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης επιχειρεί να κάμψει την προστασία που παρέχεται στους πολίτες από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, προκειμένου να ενισχύσει την εισπρακτική ικανότητα του Δημοσίου, επισείοντας σε βάρος των οφειλετών του την απειλή της άμεσης σύλληψής τους και της υπαγωγής τους σε έκτακτου χαρακτήρα ποινική διαδικασία, στην οποία όπως προαναφέρθηκε πλήττονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ωστόσο, η εξυπηρέτηση των εισπρακτικών αναγκών του Δημοσίου σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος τον επιχειρούμενο περιορισμό στην προσωπική ασφάλεια και στην παροχή δικαστικής προστασίας, δύναται δε να εξυπηρετηθεί χωρίς την περιστολή των παραπάνω δικαιωμάτων με την λήψη των κατάλληλων διοικητικού χαρακτήρα μέτρων. Κατά συνέπεια ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σύμφωνα προς όσα αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω (υπό τα στοιχεία I και III).

Στην προκειμένη περίπτωση, στις 29-1-2014 κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, η με αριθμό πρωτοκόλλου …….. αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κατερίνης (άρθρο 41 ΚΠΔ) κατά του ………… διότι στην Κατερίνη στις 31/8/2012, 29/1/2013, 11512013, 1/1212013,29/6/2013 και την 31/12/2013, ως Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην Κατερίνη εταιρείας με την επωνυμία κατέβαλε χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: […] το συνολικό δε χρέος του από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24/1/2014) ανέρχεται 397.521,29 ευρώ. Ο υπαίτιος συνελήφθη στις 30-1-2014 και σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. δ-α του ν. 1882/1990, εισήχθη δε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, δικάζοντος κατά την αυτόφωρη διαδικασία, κατά τη συνεδρίαση της 31-1-2014 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση. Καθόσον, ωστόσο, οι επιμέρους πράξεις τελέστηκαν κατά τις ημερομηνίες που ανωτέρω αναφέρονται και όλες έχουν εκφύγει των πλαισίων του αυτοφώρου, το Δικαστήριο κρίνει, δεκτού γενομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού που πρότεινε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ότι η υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προκειμένου να δικασθεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Τούτο δε, λόγω της πρόδηλης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α του ν. 3943/2011), σύμφωνα με την οποία χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μη συντρεχουσών εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα να παραπεμφθεί η υπόθεση προκειμένου να εισαχθεί στο ακροατήριο και να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ως προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο …………….. , κάτοικο Κατερίνης Πιερίας.

Παραπέμπει στην τακτική διαδικασία.

Ορίζει ρητή δικάσιμο την 01-10-2014 και ώρα 09:00`, χωρίς κλήτευση του παρόντα κατηγορουμένου προς τον οποίο γνωστοποιήθηκε η παραπάνω δικάσιμος.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο.

Κατερίνη 03 – 02 – 2014

Η Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης                                                     Η Γραμματέας

 

0

Απόφαση 2/2014 ΑΠ (ολ. Ποιν.) – Επίδοση ως Αγνώστου Διαμονής

Σύμφωνα και με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε. Περισσότερα →

0

Απόφαση 2 / 2014 ολομέλειας ΑΠ – Ποινικό Τμήμα

Αριθμός 2/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σιδερή, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπροέδρους, Βιολέττα Κυτέα, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Αργύριο Σταυράκη, Ιωάννα Πετροπούλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη- Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Μαρία Βασιλάκη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία Προγάκη, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Μαρία Βαρελά, Γεώργιο Κοντό, Γεώργιο Κριμπά, Αριστείδη Πελεκάνο, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη, Δημήτριο Βόσκα, Γρηγόριο Λαπατά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Ν. Τ. του Σ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, περί αναιρέσεως της 42137/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία εισάγεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κατόπιν εκδόσεως της 455/2013 αποφάσεως του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται νόμιμα, στην Πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η υπ’ αριθμό 43/2-4-2012, αίτηση αναίρεσης του Ν. Τ. του Σ., κατά της υπ’ αριθ. 42137/2011, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μόνον ως προς τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Δ’ και Α’ ΚΠΔ, πρώτο δεύτερο κατά το ένα σκέλος του και τρίτο λόγους της, περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω παραβιάσεως της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αντίστοιχα, και συγκεκριμένα γιατί το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με το να δεχθεί ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, καίτοι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε γνωστή διαμονή, χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός δεν είχε δηλώσει τη νέα διεύθυνσή του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, και, στη συνέχεια, να απορρίψει την έφεσή του ως εκπρόθεσμη, υπέπεσε στις παραπάνω αναιρετικές πλημμέλειες, μετά από παραπομπή της σ’ αυτήν, με την υπ’ αριθμό 455/2013 απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκρινε ομόφωνα ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας και παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον. Η παραπομπή, των ως άνω, λόγων αναιρέσεως, στην προκειμένη Πλήρη Ολομέλεια, γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ.2β του ν. 1756/1988, όπως ισχύει, και το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 3810/1957, το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ ως προς τις ποινικές υποθέσεις (άρθρο 111 παρ.1 περ.θ’ του ν. 1756/1988). Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι «Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε …, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως». Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται ειδικότερα, σύμφωνα με τη σταθερή νομολογία του ΕΔΔΑ: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο και β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει σχετικά με την υπόθεσή του ακρόασης. Το ίδιο δικαίωμα ακρόασης αναγνωρίζεται, τόσο από το άρθρο 2 περ.1 του έβδομου Πρωτοκόλλου της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987, το οποίο ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία επιβλήθηκε ποινή», όσο και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, κατά το οποίο «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει». Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να έχουν εξασφαλίσει στην πράξη το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, απόρροια του οποίου είναι και η ακώλυτη πρόσβαση σε δικαστήριο και η προηγούμενη δικαστική ακρόαση. Ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς στην άσκηση ενδίκου μέσου εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως, αρκεί οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους να μην είναι υπέρμετρες σε τέτοιο σημείο, ώστε να αναιρείται η ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του Κ.Π.Δ., εκτός εάν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ’ ΚΠΔ όπως το στοιχ. δ’ της παρ. 1 αντικατ. από την παρ. 2 του άρθρου 11, του Ν. 3904/23.12.2010.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ’ του ΚΠΔ, όπως η περ.δ’ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.2 του Ν. 3904/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, ακόμη προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν «α) … δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)». Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Τέλος, κατά τις διατάξεις, του άρθρου 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως. Κατά της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναίρεσης, για όλους τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Η απόφαση, με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και το χρόνο ασκήσεως της έφεσης, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (Ολ.ΑΠ 6/1994 και 4/1995). Σε περίπτωση, όμως, που με την έφεση αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του, που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης της επίδοσης, και προβάλλεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης, αυτός διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απορριπτική απόφαση σχετική αιτιολογία, αλλιώς ιδρύεται ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση κα επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε «γνωστή διαμονή». Κατά την μέχρι τούδε νομολογία του Αρείου Πάγου, ως άγνωστης διαμονής πρόσωπο θεωρείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος τον οποίο έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 του ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και, σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Κατ’ ορθή όμως ερμηνεία των διατάξεων αυτών, του ΚΠΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, περιεχόμενο της οποίας είναι, όπως προεκτέθηκε, η διασφάλιση της ακώλυτης πρόσβασης στο δικαστήριο και της επαρκούς δικαστικής ακρόασης. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν, και, σε περίπτωση μεταβολής της κατοικίας του, αυτός δεν δήλωσε στην Εισαγγελική Αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο τη νέα διεύθυνση της κατοικίας του. Δηλαδή και στην τελευταία περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άγνωστης διαμονής από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε. Συνακόλουθα, εφόσον με την έφεση του κατηγορουμένου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της απόφασης ήταν γνωστής διαμονής, αφού διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και ως εκ τούτου η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη, το Εφετείο έχει την υποχρέωση να ερευνήσει κατ’ ουσία τον εν λόγω ισχυρισμό, αξιολογώντας και συνεκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (έγγραφα, καταθέσεις μαρτύρων κ.λ.π.) από τα οποία προκύπτει η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου και να μη βασισθεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της απόφασης. Η θέση αυτή συμπορεύεται και προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ), το οποίο με τις από 14.1.2010 και 28.5.2009 αποφάσεις του, στις υποθέσεις Popovitsi κατά Ελλάδας και Elyasin κατά Ελλάδας, αντίστοιχα, αποφάνθηκε ότι, εφόσον το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου, ως εκπρόθεσμη, βασίστηκε μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως της εκκαλούμενης απόφασης ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συνεκτιμήσει τα προσκομιζόμενα ενώπιον του στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η κατά τον κρίσιμο χρόνο διεύθυνση του κατηγορουμένου, παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ενόψει μάλιστα του ότι, όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως από αυτή προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση με αριθμό εκθέσεως 8736/6-6-2008 του ήδη αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, εκπροσωπηθέντος στη δίκη από το συνήγορο του, κατά της υπ’ αριθ. 51959/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί αυτός, ερήμην, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα οκτώ (48) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων (1.250.000) δραχμών. Από την ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων της αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεώς της, είχε προβάλει ότι «ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής, ως τις 28-5-08 οπότε και συνελήφθη, καθώς αναζητήθηκε στην οδό …, από όπου είχε μετοικήσει, με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό … στην …, η οποία ήταν γνωστή στην Εισ. Πλημ. Αθηνών, καθώς προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα», δηλαδή είχε προβάλει, με την έφεσή του, ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως «άγνωστης διαμονής». Κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, ο εκκαλών – κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, είχε προτείνει, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι η επίδοση σ’ αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, γιατί, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως, είχε γνωστή διαμονή (επί της οδού … αριθ. 25 στην …), προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού είχε προσκομίσει αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων των οικονομικών ετών 2001, 2003 και 2007, αντίγραφο αποδείξεως βεβαιώσεως φόρου οικονομικού έτους 2002, κ.λπ., καθώς και την από 30-11-2001 προανακριτική του κατάθεση (επί άλλης υποθέσεως) ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς, όπου είχε δηλώσει την ως άνω διεύθυνσή του, η οποία αναγράφεται και στην έκθεση εφέσεως και στην οποία του επιδόθηκε το υπ’ αριθ. 6243/23-11-2002 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς για να παραστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στις 4-3-2003. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό του και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, με την αιτιολογία ότι: «… προκύπτει ότι η υπ’ αριθμό 51959/2001 ερήμην απόφαση … επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής την 24-6-2004 στην αρμόδια δημοτική υπάλληλο Ε. Λ., που είχε ορίσει ο Δήμαρχος Αθηνών (ως τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου), την οποία τοιχοκόλλησε αυθημερόν στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου Αθηναίων, διότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την Εισαγγελία Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α’ προσώπων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Βαλάση, άσκησε την από 6-6-2008 έφεση του, η οποία ενεγράφη στα βιβλία εφέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό έκθεσης εφέσεως 8736/2008, στην οποία ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «|… την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως διότι ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής έως τις 28.5.2008 οπότε συνελήφθη καθώς αναζητήθηκε στην οδό …, απ’ όπου είχε μετοικήσει με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό … στην …, η οποία ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών καθώς προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα». Ομοίως, η ίδια δήλωση επαναλήφθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου. Προβάλλει συνεπώς ο κατηγορούμενος με την έφεσή του σε συνδυασμό με τους δια πληρεξουσίου ισχυρισμούς του στο ακροατήριο, ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής ενόψει του ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης … . Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθότι από την αποδεικτική διαδικασία … και ειδικότερα από τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν, την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης … και από την υπόλοιπη συζήτηση, ανεξαρτήτως του ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν διατηρούσε πλέον κατοικία επί της οδού … στην …, δεν προέκυψε ότι αυτό ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος ουδόλως είχε καταστήσει γνωστή στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού …, αρ. 25 στην …, ούτε αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση. Βέβαια ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποδείξει ότι ήταν γνωστής διαμονής επικαλείται και προσκομίζει κατ’ αρχήν έγγραφα συναλλαγών του με διάφορες δημόσιες αρχές [Δ.Ο.Υ. κ.λπ.], πλην όμως, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος πού απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για την επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους. Ομοίως, η από τον εκκαλούντα προσκομιδή του με αρ. 6243/23-11-2002 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά καθώς και της από 30-11-2001 αίτησής του προς την Πταισματοδίκη Πειραιά δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον, σύμφωνα με όσα επίσης εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί, προκειμένου να θεωρηθεί γνωστής διαμονής, η κατοικία του να είναι γνωστή σε άλλη Εισαγγελική Αρχή, όπως εν προκειμένω είναι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά, ή σε άλλη Αστυνομική Αρχή. Γνωστής διαμονής θα ήταν ο κατηγορούμενος και η επίδοση θα έπασχε ακυρότητα, μόνον εάν η κατοικία του ήταν γνωστή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της απόφασης, ήτοι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατά τον τρόπο αυτό η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη, ορθά δε αυτός αναζητήθηκε στην διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση, και επομένως από τότε άρχιζε η πιο πάνω προθεσμία άσκησης της έφεσης. Σημειωτέον ότι ενόψει του ότι η επίδοση της εκκαλουμένης έγινε πριν από μια επταετία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψη ότι η Εισαγγελία Αθηνών όφειλε να γνωρίζει τη νέα διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος από άλλες εισαγγελικές ή δημόσιες αρχές της χώρας, αφού δεν υπήρχε τέτοια εξέλιξη της μηχανογράφησης ούτε on-line σύνδεση υπηρεσιών. Κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠΔ …».

Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιον του, δεν προέκυπτε ότι ο εκκαλών – κατηγορούμενος είχε δηλώσει οποιαδήποτε μεταβολή της κατοικίας του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, χωρίς να αξιολογήσει, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αν, από τα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα από τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο ίδιος, (έγγραφα συναλλαγών με ΔΟΥ, αίτησή του προς τον Πταισματοδίκη Πειραιά, επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος της Εισαγγελίας Πειραιά κ.λ.π.) προέκυπτε ή όχι ότι αυτός, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, είχε γνωστή διαμονή διάφορη από εκείνη, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, αρκεσθέν στην αιτιολογία ότι η Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, δεν γνώριζε την επικαλούμενη από αυτόν ως γνωστή κατοικία του, στην οδό …, επειδή ο ίδιος δεν την είχε γνωστοποιήσει, ενώ η αιτιολογία αυτή δεν αρκεί, ενόψει του ότι, σ’ αυτήν, δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος, γνώριζε ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, ή ότι έχει εκδοθεί σε βάρος του καταδικαστική απόφαση, ώστε να έχει υποχρέωση να προβεί σε γνωστοποίηση της διεύθυνσης της κατοικίας του στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή. Να σημειωθεί ότι, η κατά τα άνω, αναιρετική πλημμέλεια, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, γνώριζε, ότι εκκρεμούσε η υπόθεσή του στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, λόγω της επανειλημμένης εμφανίσεώς του σε αυτό, καίτοι είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής, κατά τις δικασίμους 23-2-1999, 18-2-2000, 16-5-2000 και 1-11-2000, κατά τις οποίες αναβλήθηκε η υπόθεσή του, και συνεπώς είχε υποχρέωση να δηλώσει την πραγματική του διεύθυνση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αφού έλαβε γνώση ότι εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορία, οπότε θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι η δικονομική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσείων οφείλεται σε δικές του παραλείψεις και όχι παραλείψεις της Εισαγγελίας ή του Δικαστηρίου, διότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες και δεν επιτρέπεται να συμπληρωθούν από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Συνακόλουθα, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, με το να θεωρήσει, η προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, την επίδοση στον κατηγορούμενο της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής έγκυρη και να προχωρήσει, μετά από αυτά, στην απόρριψη της εφέσεως αυτού ως εκπρόθεσμης, αφενός υπερέβη αρνητικά την εξουσία του και αφετέρου προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, συνιστάμενη στη στέρηση από τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη, που του παρέχεται από το υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Κατά τη γνώμη τεσσάρων μελών, και δη, του Αντιπροέδρου Γεωργίου Χρυσικού και των Αρεοπαγιτών Ανδρέα Ξένου, Ευφημίας Λαμπροπούλου και Αθανασίου Καγκάνη, οι λόγοι αναίρεσης έπρεπε να απορριφθούν για τους ακόλουθους λόγους:
Ι. Η αίτηση αναιρέσεως κατά της αριθμ. 42137/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά της αριθμ. 51959/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτη, ως προς τους πρώτο, δεύτερο κατά το ένα σκέλος του και τρίτο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η, Δ και Α του ΚΠοινΔ λόγους αναιρέσεως περί υπερβάσεως εξουσίας, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας από την παραβίαση του υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ) αντιστοίχως, εισήχθη στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μετά από την παραπομπή τους σ’ αυτήν με την υπ’ αριθμ. 455/2013 απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που έκρινε ομόφωνα ότι από τους πιο πάνω αναιρετικούς λόγους προκύπτουν ζητήματα που παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον, «τοσούτω μάλλον καθόσον όταν οι πολίτες δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών, δεν συντρέχει λόγος για τον οποίο πρέπει να ενημερώνουν από μόνοι τους την εισαγγελία για κάθε αλλαγή διεύθυνσης».

II. Με τους ως άνω λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως έγκυρη την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή χωρίς να συνεκτιμήσει και τα αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά να βασιστεί μόνο στο αποδεικτικό επιδόσεως και στο ότι αυτός δεν είχε δηλώσει ποτέ τη διεύθυνση του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση και στη συνέχεια να απορρίψει την έφεση του ως εκπρόθεσμη, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, παραβιάζοντας συγχρόνως και τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως αυτές προδιαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού μεταφέρεται στους ώμους του πολίτη το βάρος να ημερώνει την (ορισμένη) Εισαγγελία για όποια μεταβολή της κατοικίας του, όταν μάλιστα αγνοεί την εκκρεμούσα σε βάρος του κατηγορία.

III. Τόπος κατοικίας στον οποίο γίνονται οι επιδόσεις των εγγράφων που αφορούν τον κατηγορούμενο θεωρείται εκείνος που ο ίδιος (κατηγορούμενος) έχει δηλώσει σύμφωνα με τα άρθρα 273 παρ. 1 και 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ κατά την κυρία ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση (ως ύποπτος) και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή. Αν δεν έχει ενεργηθεί κυρία ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ’ αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην έγκληση ή στη μήνυση. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 428, 320 και 321 του ΚΠΔ για την κλήτευση προσώπου ως αγνώστου διαμονής, 429 παρ.2 ΚΠΔ για την υποχρέωση κατηγορουμένου που κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής, εάν εκπροσωπηθεί από συγγενή του να δηλώσει το γνωστό και ορισμένο τόπο διαμονής, και 430 ΚΠΔ με την οποία ο ασκών την αίτηση ακύρωσης απόφασης που δικάσθηκε ως αγνώστου διαμονής, υποχρεούται να προσδιορίσει τη γνωστή διαμονή του, προκύπτει ότι έχει υποχρέωση γνωστοποίησης της ακριβούς διεύθυνσης κατοικίας του στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που εκκρεμεί η υπόθεση του, σε περίπτωση αλλαγής της, εκτός των άλλων περιπτώσεων, και ο κατηγορούμενος ο οποίος έλαβε γνώση με οποιονδήποτε τρόπο της εκκρεμότητας της σε βάρος του κατηγορίας (π.χ. κλήτευση του στη διεύθυνση κατοικίας, η οποία προέκυπτε από τη μήνυση ή έγκληση και στην οποία δεν διέμενε πλέον, εμφάνιση του στο ακροατήριο πεντάκις και λήψη αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως του σε ρητή κάθε φορά δικάσιμο) ώστε να αποφευχθεί η τυχόν κλήτευση του στο μέλλον ως αγνώστου διαμονής. Τα προαναφερθέντα είναι σύμφωνα και με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ειδικότερα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Υπόθεση Popovitsi κατά Ελλάδας -αριθμ. προσφυγής 53451/2007-απόφαση από 14-1-2010, υπόθεση Elyasin κατά Ελλάδας -αριθμ. προσφυγής 46929/2006 δέχθηκε (απόφαση από 28-5-2009) ότι δικαστήριο στο οποίο ο κατηγορούμενος προβάλλει ότι κακώς κλητεύθηκε ως αγνώστου διαμονής πρέπει: α) να αξιολογεί εκτός από το αποδεικτικό επιδόσεως και άλλα στοιχεία που προσκομίζει αυτός για την κατοικία του, όπως μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα άλλων αρχών κλπ. και β) να ερευνά αν η Εισαγγελία εξάντλησε τις προσπάθειες της να εντοπίσει και να ανεύρει αυτόν. Αν δεν τηρηθεί η στάση αυτή και το δικαστήριο απορρίψει την έφεση του κλητευθέντος ως αγνώστου διαμονής κατηγορουμένου ως εκπρόθεσμη τότε αυτό παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, «αφού οι πολίτες που δεν έχουν καμία γνώση των σε βάρος τους κατηγοριών δεν έχουν καμία υποχρέωση να ενημερώνουν από μόνοι τους την Εισαγγελία για κάθε αλλαγή διευθύνσεως όταν αγνοούν τη σε βάρος τους κατηγορία και ποινική δίκη». Από τα προαναφερθέντα προκύπτουν τα εξής: α) Η Εισαγγελική Αρχή στις υποθέσεις που οδηγούνται στο ακροατήριο χωρίς προδικασία έχει υποχρέωση να αναζητήσει και να κλητεύσει τον κατηγορούμενο στη διεύθυνση κατοικίας που αναγράφεται στην έγκληση ή την μήνυση, ενώ αν αυτός στη διεύθυνση αυτή είναι άγνωστος υποχρεούται να τον αναζητήσει και σε άλλη διεύθυνση που ενδεχομένως προκύπτει από τον οικείο φάκελο της δικογραφίας ή στη διεύθυνση κατοικίας που προκύπτει, με αφορμή άλλες υποθέσεις του κατηγορουμένου, από το αρχείο της ίδιας εισαγγελικής αρχής ή και άλλης.

β) Όταν μετά τις παραπάνω αναζητήσεις ο κατηγορούμενος δεν εντοπισθεί σε συγκεκριμένη διεύθυνση κλητεύεται ως άγνωστου διαμονής. Σε περίπτωση που ο κλητευθείς ως αγνώστου διαμονής κατηγορούμενος εμφανιστεί στο ακροατήριο, αφού έλαβε γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της σε βάρος του κατηγορίας, υποχρεούται να δηλώσει την πραγματική του κατοικία, ενώ αν δεν προβεί στη δήλωση αυτή τότε νόμιμα η εισαγγελική αρχή τον κλητεύει στη συνέχεια ή του επιδίδει την καταδικαστική απόφαση ως αγνώστου διαμονής, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο ίδιος γνώριζε τη δικάσιμο κατά την οποία εκδόθηκε η σε βάρος του ερήμην καταδικαστική απόφαση, και την εκκρεμούσα σε βάρος του κατηγορία.
γ) Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση εφέσεως κατηγορουμένου, στον οποίο η απόφαση επεδόθη ως αγνώστου διαμονής και λόγω τούτου η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, έχει υποχρέωση να ερευνήσει τον προβαλλόμενο από τον κατηγορούμενο ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της αποφάσεως ήταν γνωστής διαμονής και όχι αγνώστου και ως εκ τούτου ακύρως επεδόθη η απόφαση ως αγνώστου διαμονής, κατά την έρευνα δε του ισχυρισμού αυτού και ιδιαίτερα περί του κατά πόσο δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα να συνεκτιμήσει όχι μόνον το αποδεικτικό επιδόσεως αλλά και όλα τα στοιχεία του φακέλου καθώς και όλα τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα άλλων αρχών κλπ) από τα οποία προκύπτει η γνώση του κατηγορουμένου για την σε εξέλιξη σε βάρος του ποινική διαδικασία.

IV. Η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως (άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Εξάλλου η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Σε περίπτωση όμως που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία άλλως ιδρύεται ο κατ’ άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ λόγος αναιρέσεως. Απόλυτη δε ακυρότητα κατά τη διάταξη του αρθρ.171 Κ.Π.Δ. όπως αντικ. με το άρθρο 11 παρ.2 του Ν. 3904/2010, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται μεταξύ των άλλων και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν «την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα». Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου όταν εκδικάζει αίτηση αναίρεσης κατά ποινικής απόφασης, με λόγους που αφορούν απόλυτη ακυρότητα κατά την προαναφερθείσα έννοια κατά την άσκηση της προαναφερθείσας και αυτεπαγγέλτως δικαιοδοσίας του, επισκοπεί επιτρεπτά όλα τα στοιχεία της ποινικής δικογραφίας, για να καταλήξει τελικά στην κρίση εάν, από τις διαπιστούμενες συνθήκες, όπως προκύπτουν από τον έλεγχο της δικογραφίας, συντελέσθηκε πράγματι παραβίαση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά την προαναφερθείσα έννοια.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται επιτρεπτώς, κατά την προαναφερθείσα έννοια από το Δικαστήριο της ολομέλειας για την έρευνα των αναιρετικών λόγων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ύστερα από την από 14-4-1997 μήνυση του Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αθηνών, παραπέμφθηκε με απευθείας κλήση ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκειμένου να δικασθεί για το αδίκημα της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών. Πρώτη δικάσιμος εκδίκασης της ως άνω κατηγορίας ορίσθηκε η 23-2-1999. Κατ’ αυτήν κλητεύθηκε στις 20-1-1999 για να εμφανιστεί στο ως άνω Δικαστήριο ως αγνώστου διαμονής, επειδή αναζητήθηκε στην οδό …, που αναφερόταν ως κατοικία του στη μήνυση του Διευθυντή του ΙΚΑ, αλλά ήταν άγνωστος. Ωστόσο, εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κατόπιν αιτήματος αυτού και των λοιπών συγκατηγορουμένων του η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε αορίστως προκειμένου να προσκομισθεί επιμέλεια των κατηγορουμένων βεβαίωση ρύθμισης οφειλής (βλ. αριθμ. 23947/23-2-1999 απόφαση Μον. Πλημ. Αθηνών), όμως ο ήδη αναιρεσείων – κατηγορούμενος, παρά την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής, δεν δήλωσε κατά την εμφάνιση του στο ακροατήριο για πρώτη φορά τη διεύθυνση της πραγματικής του κατοικίας, καίτοι παρά την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής είχε λάβει γνώση την σε βάρος του εκκρεμούσα κατηγορία και την δικάσιμο και προσήλθε στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο χωρίς να αντιλέξει για την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής. Ορίσθηκε νέα δικάσιμος εκδίκασης της ως άνω κατηγορίας η 18-2-2000 και κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών στις 2-11-1999, για να εμφανιστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στη νέα δικάσιμο της 18-2-2000, πάλι ως αγνώστου διαμονής, επειδή αναζητήθηκε και πάλι στην οδό … αριθμ. 15, η οποία αναγραφόταν ως κατοικία του στη μήνυση του ΙΚΑ, αλλά ήταν άγνωστος. Κατά τη δικάσιμο αυτή εμφανίσθηκε ξανά στο Δικαστήριο για δεύτερο φορά και εκδόθηκε παρόντος αυτού η αριθμ. 21039/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, κατ’ άρθρο 349 ΚΠοινΔ, για τον απόντα συγκατηγορούμενο του Κ. Π. και για το ενιαίο της κρίσης για τους λοιπούς παρόντες κατηγορούμενους σε ρητή δικάσιμο, την 16-5-2000. Όμως και πάλι, παρά την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής δεν δήλωσε τη διεύθυνση της πραγματικής του κατοικίας. Στη νέα δικάσιμο της 16-5-2000 ο αναιρεσείων είναι παρών για τρίτη φορά και εκδίδεται η αριθμ. 507116/2000 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, επίσης αναβλητική σε ρητή δικάσιμο την 1-11-2000. Στη δικάσιμο της 1-11-2000 εμφανίσθηκε ξανά ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος για τέταρτη φορά και εκδόθηκε η αριθμ. 102457/2000 αναβλητική απόφαση σε ρητή δικάσιμο την 16-2-2001. Στη δικάσιμο αυτή, παρόντος του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου για πέμπτη φορά αναβλήθηκε για μια ακόμη φορά η υπόθεση σε ρητή δικάσιμο την 30-4-2001, προκειμένου να προσκομισθεί βεβαίωση περί ρυθμίσεως του χρέους. Στην τελευταία αυτή δικάσιμο, της 30-4-2001, δεν εμφανίσθηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος και οι συγκατηγορούμενοι του και εκδόθηκε η αριθμ. 51959/2001 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία καταδικάστηκε αυτός, ερήμην, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλακίσεως σαράντα οκτώ (48) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και χρηματική ενός εκατομμυρίου διακοσίων πενήντα χιλιάδων (1.250.000) δραχμών. Η αριθμ. 51959/2001 καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο την 24-6-2004, ως αγνώστου διαμονής, επειδή δεν ανευρέθη στην από το φάκελο και τη μήνυση προκύπτουσα διεύθυνση κατοικίας του στην οδό … αριθμ. 15, ενώ εξάλλου ο ίδιος δεν είχε δηλώσει ποτέ στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών τη νέα του διεύθυνση, μολονότι γνώριζε πλέον την εκκρεμούσα σε βάρος του κατηγορία κατά τις διαδοχικές (πέντε) εμφανίσεις του στο ακροατήριο. Κατ’ αυτής άσκησε την 6-6-2008, ήτοι εκπροθέσμως, την αριθμ. 8736/6-6-2008 έφεση του. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως της, με την αριθμ. 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Στη ρηθείσα έφεση του ο αναιρεσείων, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της ασκήσεως της, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι «ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής ως τις 28-5-2008 οπότε και συνελήφθη, καθώς αναζητήθηκε στην οδό …, από όπου είχε μετοικήσει με αποτέλεσμα η απόφαση που προσβάλλεται να του έχει επιδοθεί ως αγνώστου διαμονής, μολονότι αυτός είχε μόνιμη διαμονή στην οδό … στην …, η οποία ήταν γνωστή στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών, καθώς προκύπτει και από άλλα κλητήρια θεσπίσματα που του επιδόθηκαν το ίδιο διάστημα». Εξάλλου, κατά την εκδίκαση της εφέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση ο αναιρεσείων και τότε εκκαλών, είχε προτείνει, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό ότι η επίδοση σ’ αυτόν της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής ήταν άκυρη, γιατί, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως, είχε γνωστή διαμονή (επί της οδού … στην …), προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού είχε προσκομίσει αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων των οικονομικών ετών 2001, 2003 και 2007, αντίγραφο αποδείξεως βεβαιώσεως φόρου οικονομικού έτους 2002, κλπ., καθώς και την από 30-11-2001 προανακριτική του κατάθεση (επί άλλης υποθέσεως) ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς, όπου είχε δηλώσει την ως άνω διεύθυνση του, η οποία αναγράφεται και στην έκθεση εφέσεως και στην οποία του επιδόθηκε το υπ’ αριθ. 6243/23-11-2002 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Πειραιώς για να παραστεί στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στις 4-3-2003.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό του και, στη συνέχεια, έκρινε την έφεση εκπρόθεσμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: «… προκύπτει ότι η υπ’ αριθμ. 51959/2001 ερήμην απόφαση … επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής την 24-6-2004 στην αρμόδια δημοτική υπάλληλο Ε. Α., που είχε ορίσει ο Δήμαρχος … (ως τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου), την οποία τοιχοκόλλησε αυθημερόν στο δημοσιότερο μέρος του Δήμου …, διότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για την Εισαγγελία Αθηνών, που είχε παραγγείλει την επίδοση της, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. α’ προσώπων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Βαλάση, άσκησε την από 6-6-2008 έφεση του, η οποία ενεγράφη στα βιβλία εφέσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό έκθεσης εφέσεως …/2008, στην οποία ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος διέλαβε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «…». Ομοίως, η ίδια δήλωση επαναλήφθηκε στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου. Προβάλλει συνεπώς ο κατηγορούμενος με την έφεση του σε συνδυασμό με τους δια πληρεξουσίου ισχυρισμούς του στο ακροατήριο, ακυρότητα της επιδόσεως, ως αγνώστου διαμονής, ενόψει του ότι κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης ήταν γνωστής τοιαύτης […]. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος καθότι … ανεξαρτήτως του ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως δεν διατηρούσε πλέον κατοικία επί της οδού … στην …, δεν προέκυψε ότι αυτό ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών. Τούτο διότι ο κατηγορούμενος ουδόλως είχε καταστήσει γνωστή στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως την κατά τα άνω διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού … στην …, ούτε αποδείχθηκε ότι η διεύθυνση αυτή είχε περιέλθει, κατά κάποιο άλλο τρόπο σε γνώση της εισαγγελικής αρχής, που παράγγειλε την επίδοση. Βέβαια ο κατηγορούμενος προκειμένου να αποδείξει ότι ούτε ήταν γνωστής διαμονής επικαλείται και προσκομίζει κατ’ αρχήν έγγραφα συναλλαγών του με διάφορες δημόσιες αρχές [Δ.Ο.Υ. κλπ.], πλην όμως, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για την επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους. Ομοίως, η από τον εκκαλούντα προσκομιδή του με αρ. …/23-11-2002 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά καθώς και της από 30-11-2001 αίτησης του προς την Πταισματοδίκη Πειραιά δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, εφόσον, σύμφωνα με όσα επίσης εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί, προκειμένου να θεωρηθεί γνωστής διαμονής, η κατοικία του να είναι γνωστή σε άλλη Εισαγγελική Αρχή, όπως εν προκειμένω είναι η Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιά ή σε άλλη Αστυνομική Αρχή. Γνωστής διαμονής θα ήταν ο κατηγορούμενος και η επίδοση θα έπασχε ακυρότητας, μόνον εάν η κατοικία του ήταν γνωστή στην αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της απόφασης, ήτοι στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών. Κατά τον τρόπο αυτό η επίδοση της εκκαλουμένης στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη, ορθά δε αυτός αναζητήθηκε στη διεύθυνση που αναγραφόταν στη μήνυση, και επομένως από τότε άρχιζε η πιο πάνω προθεσμία άσκησης της έφεσης. Σημειωτέον ότι ενόψει του ότι η επίδοση της εκκαλουμένης έγινε πριν από μια επταετία, δεν μπορεί να υιοθετηθεί η άποψη ότι η Εισαγγελία Αθηνών όφειλε να γνωρίζει τη νέα διεύθυνση κατοικίας του εκκαλούντος από άλλες εισαγγελικές ή δημόσιες αρχές της χώρας, αφού δεν υπήρχε τέτοια εξέλιξη της μηχανογράφησης ούτε on-line σύνδεση υπηρεσιών. Κατά συνέπεια η κρινόμενη έφεση είναι εκπρόθεσμη, καθόσον ασκήθηκε μετά την τριακονθήμερη προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 εδ.β’ ΠΔ …».

Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα προκύπτουν κατά τη γνώμη της μειοψηφίας τα ακόλουθα: α) Ορθώς και εγκύρως επιδόθηκε καταδικαστική απόφαση στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής, αφού για την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η επί της οδού … στην … διεύθυνση κατοικίας του ήταν άγνωστη, ο ίδιος δε (αναιρεσείων) ο οποίος εγνώριζε ότι εκκρεμούσε η υπόθεση του στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, λόγω της επανειλημμένης εμφανίσεως του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, δεν εδήλωσε την πραγματική του διεύθυνση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, ώστε τα αφορώντα την πιο πάνω υπόθεση έγγραφα να επιδίδονται σ’ αυτή, και συνεπώς η δικονομική βλάβη που υπέστη οφείλεται σε δικές του παραλείψεις και όχι της Εισαγγελίας ή του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να προταθεί από τον ίδιο (άρθρο 173 παρ.3 Κ.Π.Δ.), αλλά ούτε και να κηρυχθεί από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου έστω και στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης έρευνας.

β) Δεν δύναται να τεθεί θέμα απολύτου ακυρότητας αφ ενός λόγω «ακύρου επιδόσεως» της αποφάσεως και αφ’ ετέρου λόγω παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ επειδή δήθεν λόγω της ακύρου επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής, δεν έλαβε γνώση της καταδικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε εναντίον του, ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από το νόμο, να εμφανισθεί στο Δικαστήριο προκειμένου να αντιτάξει τους ισχυρισμούς του σχετικά με τη βασιμότητα της κατηγορίας, για την οποία καταδικάσθηκε ερήμην πρωτοδίκως και να τύχει έτσι δίκαιης δίκης, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, τελούσε σε γνώσει του ότι εκκρεμούσε η υπόθεση σε βάρος του, όπως επίσης τελούσε σε γνώσει του ότι η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών δεν γνώριζε τη νέα διεύθυνση κατοικίας του, την οποία αυτός ουδέποτε γνωστοποίησε, καίτοι είχε υποχρέωση, καίτοι κάθε φορά επληροφορείτο τη δικάσιμο παρά την κλήτευση του ως αγνώστου διαμονής. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του αιτιολόγησε πλήρως την απόρριψη της εφέσεως αξιολογώντας όλο το αποδεικτικό υλικό που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ήδη αναιρεσείων-εκκαλών, ρητά δε δέχθηκε ως αποδεικτέο και το κρίσιμο γεγονός ότι η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο Δ/νση (…) δεν περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο σε γνώση της Εισαγγελέως που παρήγγειλε την επίδοση, ενώ ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος σε κανένα σημείο της διαδικασίας δεν επικαλέσθηκε ακυρότητα της κλητεύσεώς του ως αγνώστου διαμονής.

Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, κατά το ένα σκέλος του, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, οι οποίοι παραπέμφθηκαν στην Πλήρη Ολομέλεια ως ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Επομένως, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η, Δ και Α, του ΚΠΔ, παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια, πρώτος, δεύτερος, κατά το ένα σκέλος του, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας, έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, είναι βάσιμοι και πρέπει, κατά παραδοχή τους, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά ταύτα, και ενόψει του ότι, ο δεύτερος, κατά το άλλο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως έχει, απορριφθεί, με την υπ’ αριθμό 455/2013, παραπεμπτική απόφαση, του Ζ’ Τμήματος, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), προκειμένου να κρίνει επί του παραδεκτού της εφέσεως του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, (δεδομένου του ότι ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δικαιοδοσία να κρίνει επί του παραδεκτού ή όχι αυτής), και αναλόγως προς τη σχετική κρίση του, είτε να απορρίψει και πάλι την έφεση ως εκπρόθεσμη, είτε να την κρίνει παραδεκτή και να προχωρήσει στην οριστική παύση της ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμό 42137/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύτηκε στη Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2014.

πηγή: areiospagos.gr

0

ΑΠ 601/2013

ΑΠ  601/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ………….με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………………», που εδρεύει στο …, λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) C. E. (Κ. Έ.), ως νομίμου εκπροσώπου της ως άνω τραπέζης στην Ελλάδα, κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Παπασταύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1909/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2326/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 7-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Τέλος, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (Ολ. ΑΠ 8/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων, ο οποίος εργάζεται στον τραπεζικό χώρο από το 1989, καταρχάς ως στέλεχος της Τράπεζας …………………. και από τις 24-7-1998 ως Διευθυντής της ……………………, στις 2-6-2000 συνήψε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την Τράπεζα ……………….. και τοποθετήθηκε Διευθυντής στο κατάστημα αυτής στο Πασαλιμάνι του Πειραιά. Το Μάρτιο του 2001 οι τραπεζικές εργασίες της ελληνικής εκμετάλλευσης της παραπάνω Τράπεζας εξαγοράστηκαν από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Τράπεζα με την επωνυμία «…………………….», νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, η οποία έκτοτε κατέστη διάδοχος εργοδότρια του προσωπικού της εξαγορασθείσας και υπεισήλθε συνεπεία καθολικής διαδοχής ως εργοδότρια και στην ως άνω σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος. Τον Ιούλιο του 2001, κατόπιν αναδιοργάνωσης του δικτύου καταστημάτων της Τράπεζας, συνενώθηκαν τα καταστήματα τα ευρισκόμενα στην πλατεία Κοραή και στο Πασαλιμάνι στον Πειραιά και ο αναιρεσείων, λόγω της εμπειρίας του, ανέλαβε καθήκοντα στη Διεύθυνση Δικτύου Καταστημάτων ως υπεύθυνος δημιουργίας νέων τραπεζικών προϊόντων. Τον Ιανουάριο του 2002 του ζητήθηκε από το Διευθυντή Δικτύου Καταστημάτων να επανέλθει στο κατάστημα που βρίσκεται στο Πασαλιμάνι ως Διευθυντής στο οποίο και παρέμεινε από το Μάρτιο του 2002 έως και το Δεκέμβριο του 2003.
Στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντή στο κατάστημα Νέας Σμύρνης όπου και απασχολήθηκε μέχρι τις 18-5-2005 που καταγγέλθηκε εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας η σύμβαση εργασίας του και του προσφέρθηκε η προσήκουσα αποζημίωση απόλυσης, την οποία αρνήθηκε να εισπράξει, οπότε η τελευταία προέβη σε δημόσια κατάθεση του ποσού της στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την εργοδότρια Τράπεζα υπήρξε άκυρη, διότι αυτή ενήργησε κατά προφανή παράβαση των διατάξεων περί κατάχρησης δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ. Και τούτο, διότι από τότε που κατέστη καθολική διάδοχος της ………….. και για τους λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά την ίδια και όχι στην εύρυθμη λειτουργία ή εν γένει στην προαγωγή των εταιρικών συμφερόντων της, επιθυμούσε την εκκαθάριση των τμημάτων της από υπαλλήλους προερχομένους από την Τράπεζα Barclays και την αντικατάστασή τους με νέους, μεταξύ των οποίων υπήρξε και ο ίδιος.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση τέτοια σκοπιμότητα με στοχοποίηση του αναιρεσείοντα, τον οποίο άλλωστε η αναιρεσίβλητη εκτιμούσε για τις ικανότητές του, γι’ αυτό και του είχε εμπιστευτεί την ιδιαίτερα ευαίσθητη θέση του Διευθυντή Καταστημάτων της, αμείβοντάς τον μάλιστα με ετήσιες αυξήσεις μισθού σε ποσοστό 5,5% που ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που χορηγούσε σε άλλους συναδέλφους του, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, ως ανώτατο τραπεζικό στέλεχος και δη ως Διευθυντής Καταστήματος, δηλαδή ως υπάλληλος εμπιστοσύνης, ενώ δυνάμει ειδικού και ρητού όρου της από 2-6-2000 σύμβασης εργασίας του, μεταξύ αυτού και της αρχικής εργοδότριάς του Τράπεζας και δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία σύμβαση και οι εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος, παρέμεναν ισχυρές και μετά την από μέρους της Τράπεζας εξαγορά της ελληνικής εκμετάλλευσης της Τράπεζας Barclays, είχε αυξημένη υποχρέωση πίστης, στην οποία περιλαμβάνεται και η ειδικότερη υποχρέωσή του να ενημερώνει την εργοδότριά του Τράπεζα (και όχι να εκμεταλλεύεται προς ίδιον όφελος και επί ζημία της) για ό,τι τυχόν διαπίστωνε, την υποχρέωσή του αυτή παραβίασε επανειλημμένως και μεθοδευμένως από πρόθεση. Ειδικότερα σε γενόμενο τακτικό έλεγχο, που διενεργήθηκε στο κατάστημα της αναιρεσίβλητης της Νέας Σμύρνης κατά το διάστημα των μηνών Απριλίου – Μαΐου 2005, όταν δηλαδή ο αναιρεσείων υπηρετούσε ως Διευθυντής, διαπιστώθηκε ότι αυτός διατηρούσε στην εργοδότρια Τράπεζα ένα προσωπικό του λογαριασμό σε ευρώ και ένα δεύτερο προσωπικό του σε Δολάρια Η.Π.Α. Από τις 5-1-2005 μέχρι τις 16-5-2005 αυτός αγόρασε ή πώλησε ευρώ για λογαριασμό του, αγοράζοντας ή πωλώντας συγχρόνως το ισόποσο σε δολάρια Η.Π.Α., σαράντα δύο (42) φορές, αριθμός ασυνήθιστος για τους υπαλλήλους της, οι οποίοι συνήθως συναλλάσσονταν (με την επιτρεπτή διαδικασία) σε συνάλλαγμα όχι περισσότερες από 8-10 φορές ετησίως. Το μεμπτό όμως για τον αναιρεσείοντα ως προς τις συναλλαγές του αυτές είναι ότι κάθε μία μεμονωμένη από τις επίμαχες αυτές συναλλαγές έλαβε χώρα με βάση ισοτιμία που δεν ίσχυε πλέον, αλλά συνέφερε τον ίδιο, δηλαδή χρησιμοποίησε την (συμφέρουσα γι’ αυτόν) εισηγμένη στο μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας παλαιά, αλλά μη ισχύουσα πλέον, ισοτιμία, και όχι τη νέα ισοτιμία που έδινε η αρμόδια Διεύθυνσή της. Μάλιστα είκοσι έξι (26) από τις συναλλαγές αυτές έλαβαν χώρα πριν από τις 09.00′ π.μ., δηλαδή σε χρόνο που κάποιος, που είχε ήδη πληροφορηθεί τη διεθνή διακύμανση της εν λόγω ισοτιμίας μπορούσε να την εκμεταλλευτεί κερδοσκοπώντας επί ζημία της Τράπεζας, επειδή η αρμόδια Διεύθυνσή της δεν είχε ακόμη προλάβει να καταχωρήσει στο μηχανογραφικό της σύστημα τη νέα ισοτιμία (η νέα αυτή ισοτιμία εμφανιζόταν συνήθως στο μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας περίπου στις 09.00′ π.μ., παρότι η ισχύουσα στην αγορά ισοτιμία είχε μεταβληθεί αρκετά νωρίτερα και παρόλο που οι συναλλαγές για το κοινό άρχιζαν στις 08.00′ π.μ.). Δηλαδή, αν ο συναλλασσόμενος πληροφορείτο ότι έπεφτε το δολάριο Η.Π.Α. και ανέβαινε το ευρώ, μπορούσε να πωλήσει δολάρια και να αγοράσει ευρώ στην πιο συμφέρουσα γι’ αυτόν εσωτερική ισοτιμία, καθώς η καθοριζόμενη από την αρμόδια Διεύθυνση της νέα ισοτιμία δεν είχε ακόμη προφθάσει να εισαχθεί στο μηχανογραφικό της σύστημα.

Σε όλες δε τις παραπάνω, προ της 09.00′ π.μ., είκοσι έξι (26) συναλλαγές του ο αναιρεσείων αποκόμισε προσωπικό του κέρδος επί ζημία της Τράπεζας. Οι υπόλοιπες δεκαέξι (16) συναλλαγές έλαβαν χώρα μετά τις 09.00′ π.μ., αλλά ακριβώς μετά από διεθνή (όχι ακόμη εσωτερική) μεταβολή της ισοτιμίας κατά τη διάρκεια της ημέρας, δηλαδή και πάλι σε χρόνο που κάποιος που είχε ήδη πληροφορηθεί τη διεθνή διακύμανση της εν λόγω ισοτιμίας μπορούσε να την εκμεταλλευτεί κερδοσκοπώντας επί ζημία της Τράπεζας. Συγκεκριμένα στις ακόλουθες περιπτώσεις, ο αναιρεσείων, κατά παράβαση της προβλεπόμενης διαδικασίας, πραγματοποίησε συναλλαγή για ποσό μεγαλύτερο των 10.000 δολ. Η.Π.Α., χωρίς να λάβει την τρέχουσα ισοτιμία από την αρμόδια ως άνω Διεύθυνση της Τράπεζας, όπως όφειλε, χρησιμοποιώντας τη (συμφέρουσα γι’ αυτόν) παλαιά ισοτιμία, κερδοσκοπώντας επί ζημία της εργοδότριάς του, και δη: α) Στις 8.42′ π.μ. της 7-2-2005 αγόρασε από την Τράπεζά του 12.975 δολ. Η.Π.Α., πωλώντας της 10.000 ευρώ και β) στις 09.03′ π.μ. της 8-2-2005 της πώλησε 12.975 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας 10.160,53 ευρώ. Ενδεικτικά με τις παραπάνω συναλλαγές και την τακτική του ο αναιρεσείων «επενδύοντας» κεφάλαιο 10.000 ευρώ για 24 ώρες και 21 λεπτά πραγματοποίησε «κέρδος» 160,53 ευρώ, ήτοι 1,6053%. Αυτό αν αναχθεί σε μηνιαία βάση, καταλήγει σε μηνιαίο τόκο 47,47% και ετήσιο μεγαλύτερο του 569%. Επίσης στις 07.59′ π.μ. της 1-3-2005 αγόρασε από την Τράπεζα 13.270 δολ. Η.Π.Α., πωλώντας της 10.000 ευρώ και στις 01.05′ μ.μ. της 3-3-2005 της πώλησε 13.270,01 δολ. Η.Π.Α., αγοράζοντας 10.160,63 ευρώ, δηλαδή με τις δύο παραπάνω συναλλαγές και την προπεριγραφείσα τακτική του, ο αναιρεσείων «επενδύοντας» κεφάλαιο 10.000 ευρώ για 53 ώρες και 6 λεπτά, πραγματοποίησε «κέρδος» 160,62 ευρώ, ήτοι 1,6062%. Αυτό, αν αναχθεί σε μηνιαία βάση, καταλήγει σε μηνιαίο τόκο 23,38% και ετήσιο μεγαλύτερο του 280%. Με την ίδια ως άνω τακτική στις 08.02′ π.μ. της 21-3-2005 αγόρασε από την Τράπεζα 14.701,50 δολ. Η.Π.Α., πωλώντας της 11.000 ευρώ. Στη συνέχεια, αλλάζοντας τακτική, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για πραγματοποιούμενες από αυτόν συναλλαγές ποσών άνω των 10.000 δολ. Η.Π.Α., εμφάνιζε τις συναλλαγές αυτές, μεθοδευμένα, διασπασμένες σε περισσότερες επιμέρους, κάθε μία από τις οποίες εμφανιζόταν για ποσό μικρότερο των 10.000 δολ. Η.Π.Α., εκτελούμενες εντός ελαχίστων λεπτών της ώρας, προκειμένου έτσι να μη εμφανίζεται ποτέ το πραγματικό μέγεθος της συναλλαγής του στην Υπηρεσία Ελέγχου της Τράπεζας, ώστε να εγερθούν υποψίες, που θα προκαλούσαν τη διενέργεια έρευνας, που θα οδηγούσαν στην αποκάλυψη της επιλήψιμης κατά τα άνω δραστηριότητάς του. Συγκεκριμένα, και χωρίς πάντοτε να λάβει την τρέχουσα ισοτιμία από την αρμόδια Διεύθυνση της Τράπεζάς του, αλλά χρησιμοποιώντας τη (συμφέρουσα γι’ αυτόν) παλαιά ισοτιμία: α) στις 24-3-2005 – εντός έξι (6) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τέσσερις (4) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 14.728,45 ευρώ, και δη στις 11.24′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 4.999,99 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.846,15 ευρώ, στις 11.26′ π.μ. της πώλησε 4.999,99 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.846,15 ευρώ, στις 11.28′ π.μ. της πώλησε άλλα 4.999,99 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.846,15 ευρώ, και στις 11.30′ π.μ. της πώλησε 4.147 δολ. Η.ΠΑ. αγοράζοντας 3.190 ευρώ, β) στις 29-3-2005 – εντός τεσσάρων (4) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής δύο (2) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για το ποσό 14.000 ευρώ, και δη στις 07.54′ π.μ. αγόρασε από την Τράπεζά του 7.000 ευρώ πωλώντας της 9.123,80 δολ. Η.Π.Α., και στις 07.58′ π.μ. αγόρασε από αυτή 7.000 ευρώ πωλώντας της 9.123,80 δολ. Η.Π.Α., γ) στις 30-3-2005 – εντός έξι (6) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τρεις (3) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 14.101,25 ευρώ, και δη στις 07.54′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 6.000,01 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 4.636,79 ευρώ, στις 07.56′ π.μ. της πώλησε 6.000,01 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης 4.636,79 ευρώ, και στις 08.00′ π.μ. της πώλησε 6.247,01 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 4.827,67 ευρώ, δ) στις 8-4-2005 – εντός τεσσάρων (4) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τρεις (3) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 14.600 ευρώ, και δη στις 08.03′ π.μ. αγόρασε από την Τράπεζά του 5.000 ευρώ πωλώντας της 6.468,50 δολ. Η.Π.Α., στις 08.05′ π.μ. αγόρασε από αυτή 5.000 ευρώ πωλώντας της, επίσης, 6.468,50 δολ. Η.Π.Α., και στις 08.07′ π.μ. αγόρασε από αυτή 4.600 ευρώ, πωλώντας της 5.951,02 δολ. Η.Π.Α., ε) στις 11-4-2005 – εντός δεκαεπτά ( 17) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τέσσερις διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 14.701,13 ευρώ, και δη στις 07.55′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 4.700 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.658,16 ευρώ, στις 08.04′ π.μ. της πώλησε 4.700 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.658,16 ευρώ, στις 08.10′ π.μ. της πώλησε 4.700 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή άλλα 3.658,16 ευρώ, και στις 08.12′ π.μ. της πώλησε 4.788 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.726,65 ευρώ, στ) στις 13-4-2005 – εντός οκτώ (8) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τρεις (3) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 12.000 ευρώ, και δη στις 08.13′ π.μ. αγόρασε από την Τράπεζά του 4.000 ευρώ πωλώντας της 5.201,20 δολ. Η.Π.Α., στις 08.20′ π.μ. αγόρασε από αυτή άλλα 4.000 ευρώ πωλώντας της, επίσης, 5.201,20 δολ. Η.Π.A., και στις 08.21′ π.μ. αγόρασε από αυτή άλλα 4.000 ευρώ, πωλώντας της επίσης, 5.201,20 δολ. Η.Π.Α., ζ) στις 15-4-2005 – εντός έξι (6) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τέσσερις (4) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 12.194,60 ευρώ, και δη στις 10.46′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.126,2 ευρώ, στις 10.47′ π.μ. της πώλησε 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.126,22 ευρώ, στις 10.51′ π.μ. της πώλησε άλλα 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.126,22 ευρώ, και στις 10.53′ π.μ. της πώλησε 3.603 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 2.815,94 ευρώ, η) στις 12-5-2005 – εντός δύο (2) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τρεις (3) διαδοχικές συναλλαγές που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 12.000 ευρώ, και δη στις 07.53′ π.μ. αγόρασε από την Τράπεζά του 4.000 ευρώ πωλώντας της 5.149,60 δολ. Η.Π.Α., στις 07.54′ π.μ. αγόρασε από αυτή άλλα 4.000 ευρώ πωλώντας της, επίσης, 5.149,60 δολ. Η.Π.Α., και στις 07.55′ π.μ. αγόρασε 6.247,01 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 4.827,67 ευρώ, και θ) στις 13-5-2005 – εντός δέκα (10) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τέσσερις (4) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 12.194,15 ευρώ, και δη στις 09.34′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.157,06 ευρώ, στις 09.36′ π.μ. της πώλησε άλλα 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.157,06 ευρώ, στις 09.41′ π.μ. της πώλησε άλλα 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.157,06 ευρώ, και στις 09.44′ π.μ. της πώλησε 3.450 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 2.722,97 ευρώ. Μετά δε την αποκάλυψη της πληθώρας αυτής των μεθοδευμένων και παράτυπων συναλλαγών του αναιρεσείοντος, εύλογα επήλθε ο κλονισμός της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπό του, συνέπεια του οποίου κατέστη μη ανεκτή και αδύνατη η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, μόνος λόγος και για τον οποίο αυτή (Τράπεζα) δικαιολογημένα προέβη νομότυπα στην από 18-5-2005 έγγραφη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος υπαλλήλου της.

Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, η εν λόγω προσβαλλομένη καταγγελία δεν υπήρξε καταχρηστική, αφού όπως αποδείχθηκε, έλαβε χώρα όχι για εξυπηρέτηση κάποιας σκοπιμότητας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, δηλαδή να τον απομακρύνει, επειδή προερχόταν από την εξαγορασθείσα ελληνική εκμετάλλευση της Τράπεζας Barclays αλλά για λόγο που αφορούσε καθαρά την υπηρεσιακή στάση και συμπεριφορά του ίδιου που με τις ως άνω ενέργειές του επεδίωκε να κερδοσκοπεί σε βάρος της εν λόγω εργοδότριάς του, εκμεταλλευόμενος τη θέση και τη δυνατότητα να πληροφορείται τις διεθνείς διακυμάνσεις των ισοτιμιών συναλλάγματος και πριν ακόμη η αρμόδια Διεύθυνση της Τράπεζάς να προλάβει να καταχωρήσει στο μηχανογραφικό της σύστημα τις νέες ισοτιμίες. Αποτέλεσμα δε αυτής της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του υπήρξε ο ανεπανόρθωτος κλονισμός της εμπιστοσύνης της Τράπεζας προς το πρόσωπο αυτού, ως ανωτέρου στελέχους της, που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε περαιτέρω με αυτόν συνεργασία, οποιαδήποτε μορφής και σε οποιαδήποτε θέση, ενώ λόγω της βαρύτητας των ενεργειών αυτών και της υπεύθυνης θέσης του ως Διευθυντή που αυτός κατείχε, η εξακολούθηση της εργασιακής του σύμβασης συνεπαγόταν κίνδυνο επανάληψης τέτοιων ενεργειών στο μέλλον και συνακόλουθα κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο ήταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Ο επικουρικά δε προβαλλόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή η εν λόγω αντισυμβατική του συμπεριφορά, σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ηπιότερα μέσα, όπως λ.χ. με προειδοποίηση, επίπληξη, μετάθεση ή και τροποποιητική καταγγελία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμη καθόσον δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι μετά ταύτα, θα μπορούσε να καταστήσει ανεκτή τη συνέχιση της εργασιακής του σύμβασης στην Τράπεζα, αφού σύμφωνα με την καλή πίστη, την παραπάνω έλλειψη εμπιστοσύνης της τελευταίας προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος δεν μπορεί να αποκαταστήσει οποιαδήποτε πειθαρχική τιμωρία αυτού, δοθέντος ότι στο ευαίσθητο τραπεζικό περιβάλλον η ύπαρξη εμπιστοσύνης αποτελεί προϋπόθεση, άνευ ετέρου, για την παροχή υπηρεσιών σε οποιαδήποτε θέση. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, γενομένη καθ’ όλους τους προβλεπόμενους νόμιμους τύπους δεν έπασχε ακυρότητας, η δε υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες λαβούσα χώρα απόλυσή του, δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, περιέλαβε δε πλήρεις, εμπεριστατωμένες, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος και οι, πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, καθώς και ο τέταρτος από τους αριθμ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, ως «πράγματα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Δεν αποτελούν «πράγματα» οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί, τα επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση» κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιαδήποτε μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη της απόφανσης πάνω σε κάθε είδους «πράγματα» υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του από τον αριθμό 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων παραβίασε την αυξημένη υποχρέωσή του πίστης επανειλημμένως και μεθοδευμένα από πρόθεση, χωρίς όμως να ερευνήσει και να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του καθώς και τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του, ότι αυτός δεν παραβίασε τον εσωτερικό κανονισμό της αναιρεσίβλητης, γιατί η ισχύουσα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 73/2004 εγκύκλιος περί Λειτουργικών Διαδικασιών ουδέν ανέφερε για τις συναλλαγές του προσωπικού σε συνάλλαγμα. Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο μέρη του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός συνιστά άρνηση της αγωγής και δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ούτε αποτελεί αυτοτελή αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος της συζητήσεως κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Η περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο «πράγματα» δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή λήφθηκε υπόψη απόδειξη για άλλο θέμα ή αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, ή δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφαση του από ποια αποδεικτικά στοιχεία έχει αντλήσει την απόδειξη για πράγματα που δέχτηκε ως αληθινά.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων ενώπιον συμβολαιογράφου μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως οι, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγος αυτής κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2010 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της 2326/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

0
Page 1 of 2 12