Χαμός με τα παράβολα των αδειών διαμονής

Μεγάλη αναστάτωση αναμένεται να προκαλέσει η εγκύκλιος 33/2014 του υπουργείου Εσωτερικών που εκδόθηκε την 29-05-2014 και εστάλη την 30-05-2014, μεταξύ άλλων προς τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της χώρας, οι οποίες δέχονται τις αιτήσεις των αλλοδαπών για χορήγηση και ανανέωση των αδειών διαμονής τους.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εγκύκλιο αυτή από την 1η Ιουνίου 2014 ξεκινά η εφαρμογή του ηλεκτρονικού παραβόλου (e-παράβολο) και οι υπηρεσίες μίας στάσης των Διευθύνσεων Αλλοδαπών, θα πρέπει να δέχονται μόνο τα παράβολα του taxisnet (gsis.gr). Παράλληλα, από την 1η Ιουνίου 2014 αρχίζει και η ισχύς του νέου Κώδικα Μετανάστευσης (νόμος 4251/2014).

Η αναστάτωση αναμένεται να προκληθεί, καθώς ήδη με το παλιό σύστημα πληρωμής των παραβόλων, πολλοί είναι οι αλλοδαποί, που κατέθεσαν αιτήσεις για χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής στις υπηρεσίες μιας στάσης, και έλαβαν ημερομηνία για ολοκλήρωση της αιτήσεώς τους, με την έκδοση του παραβόλου και την χορήγηση σ’ αυτούς της βεβαίωσης τύπου Α’ (μπλε) αρκετούς μήνες μετά, που αγγίζει και το μήνα Σεπτέμβριο. Μάλιστα, όλοι αυτοί, κλήθηκαν να εκδώσουν από τις τράπεζες, τραπεζικές επιταγές, υπέρ του Ελληνικού δημοσίου, τις οποίες θα έπρεπε να προσκομίσουν στις υπηρεσίες μίας στάσης.

Πλέον, με την εγκύκλιο που εκδόθηκε από το ΥΠΕΣ οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις δύνανται να παραλαμβάνουν μόνο ηλεκτρονικά παράβολα από την 1η Ιουνίου, με αποτέλεσμα, όσοι εισέλθουν στα τμήματα με τραπεζικές επιταγές, να μην γίνονται δεκτοί για ολοκλήρωση των διαδικασιών του αιτήματός τους. Μάλιστα, θα καλούνται να επιστρέψουν την τραπεζική επιταγή στην τράπεζα από την οποία την πήραν, προς εξαργύρωση και πληρωμή του ηλεκτρονικού παραβόλου, το οποίο θα έχουν ήδη αγοράσει από την ηλεκτρονική διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών.

Για άλλη μία φορά, δυστυχώς, τα θύματα στην αναλγησία του κρατικού μηχανισμού θα είναι τόσο οι αλλοδαποί, οι οποίοι έχουν ήδη καταθέσει τις αιτήσεις τους και κλήθηκαν σε συγκεκριμένη ημερομηνία να  παραστούν με τραπεζικές επιταγές για την ολοκλήρωση των αιτήσεων τους, άλλα και οι υπάλληλοι των υπηρεσιών μίας στάσης αδειών διαμονής, οι οποίοι μόλις την 30 Μαΐου έλαβαν την εγκύκλιο για να την εφαρμόσουν από την επομένη της εργασίας τους, δίχως προγενέστερη προετοιμασία και ενημέρωση, ενώ θα κληθούν να αντιμετωπίσουν το δίκαιο μένος όλων εκείνων που θα εισέρχονται από τις 2 Ιουνίου (πρώτη εργάσιμη ημέρα) για να καταθέσουν τις τραπεζικές επιταγές που τους έχουν ζητηθεί.

δειτε την εγκυκλιο 33/2014 υπεσ εδω
0

Διευκρινιστικές απαντήσεις για την εφαρμογή του νέου Κώδικα Μετανάστευσης

Με νεότερο έγγραφο το Υπουργείο Εσωτερικών, δίνει διευκρινιστικές απαντήσεις σε ερωτήματα που τέθηκαν για την εφαρμογή του νέου Κώδικα Μετανάστευσης (νόμος 4251/2014) και της εγκυκλίου 12/2014, ερωτήματα που έθεσε και το γραφείο μας στις κατά τόπο Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και στη Γεν. Γραμματεία του Υπουργείου.

Συγκεκριμένα, σε αιτήματα ανανέωσης άδειας διαμονής ετών 2010 έως και 2014 στα οποία έλειπαν τα απαιτούμενα ένσημα, χορηγείται η ανανέωση της άδειας διαμονής εφόσον υπάρχει βιβλιάριο υγείας σε ισχύ είτε κατά την κατάθεση της αιτήσεως για ανανέωσης είτε, εφόσον αυτό δεν υφίσταται κατά την κατάθεση συμπληρωματικών εγγράφων που θα ζητηθεί από τις   αποκεντρωμένες Διοικήσεις. Εφόσον δε, έχει ήδη απορριφθεί το αίτημα εντός του 2014, τότε υποβάλλεται αίτηση θεραπείας  και βιβλιάριο υγείας σε ισχύ, εφόσον αυτό δεν είχε υποβληθεί κατά τον χρόνο κατάθεσης της αρχικής αίτησης για ανανέωση.

Σε περίπτωση απορριπτικών αποφάσεων για αιτήματα ανανέωση αδειών διαμονής (2010-2013), λόγω ενσήμων, ισχύουν όσα αναφέρονται στην εγκύκλιο 12/2014, όπου και εδώ απαιτείται βιβλιάριο υγείας σε ισχύ, είτε κατά την κατάθεση του αιτήματος για ανανέωση, είτε κατά την αίτηση υπαγωγής στην παράγραφο 12 του άρθρου 138 του Νόμου 4251/2014. Εξυπακούεται, ότι έχει ήδη χορηγηθεί προσωρινή δικαστική προστασία (προσωρινή διαταγή) κατόπιν αιτήσεως ένδικων μέσων στα Διοικητικά Δικαστήρια, έως και την 01-04-2014. Σε περίπτωση δε που καθυστερεί για οποιοδήποτε λόγο η χορήγηση της βεβαίωσης παραίτησης από τα ένδικα μέσα για την υπαγωγή στις διατάξεις του νόμου, τότε δύναται να κατατεθεί προσωρινά μόνο η δήλωση παραίτησης.

Επιπλέον, λόγω αλλαγής του νόμου από 01-06-2014, τα μέλη οικογένειας τρίτης χώρας δεν θα χρειάζεται πλέον να αιτούνται ειδική άδεια εργασίας, άλλα αυτή θα δίδεται απευθείας με την χορήγηση της άδειας διαμονής. Όσοι δε έχουν ήδη λάβει ή ανανεώσει τις οικογενειακές τους άδειες διαμονής, μπορούν να αιτηθούν την αντικατάσταση τους (το αυτοκόλλητο), όπου στο νέο θα αναγράφεται επιπλέον η δυνατότητα εργασίας.

Στις περιπτώσεις του άρθρου 108 του Κώδικα Μετανάστευσης (άδεια διαμονής δεύτερης γενιάς), όσοι δικαιούνται να λάβουν την άδεια διαμονής αυτή, και κατέχουν ήδη αυτοτελής άδεια διαμονής, μπορούν να ζητήσουν από την 01-06-2014 την υπαγωγή τους στη νέα άδεια. Το ίδιο ισχύει και σε όσους έχουν ήδη αιτηθεί την ανανέωση της άδειας τους για άλλο σκοπό του νόμου 3386/2005 (πχ. Εξαρτημένη εργασία, ή σπουδών). Επιπλέον, σε περίπτωση που η άδεια διαμονής τους λήγει εντός του Μαΐου 2014, τότε μπορούν να καταθέσουν εκπρόθεσμα αίτηση, υπαγωγής τους στο άρθρο 108, με πρόστιμο 50€ εντός μηνός από τη λήξη της προηγούμενης.

Κατά την εγκύκλιο 12/2014 είχε εξαιρεθεί από την παράταση της λήξης της άδειας διαμονής, όποιο τέκνο κατείχε οικογενειακή άδεια διαμονής και η άδεια αυτή έληγε μαζί με την ενηλικίωση του. Πλέον, όσες άδειες διαμονής για οικογενειακή επανένωση έληγε πριν την έκδοση της συγκεκριμένης εγκυκλίου (17-04-2014),  δύνανται να ανανεωθούν χωρίς να θεωρηθούν εκπρόθεσμες.

δειτε το εγγραφο εδω
0

Παροχή Διευκρινήσεων σχετικά με την υπ’ αρ 12/2014 εγκύκλιο του ΥΠ.ΕΣ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ 
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ 
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ &ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ 
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ 
ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ

Αθήνα, 27 Μαϊου 2014 
Αριθ. Πρωτ: 27045/14 
Σχετ.: (25085/14, 24638/14, 24506/14, 21862/14, 22952/14, 22950/14, 22642/2014) 

Προς Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της Χώρας
Δ/νεις Αλλοδαπών & Μετανάστευσης

Θέμα: «Παροχή διευκρινίσεων»

Σχετ.: Η αριθμ. 12/2014 εγκύκλιος μας
Σε συνέχεια της ανωτέρω εγκυκλίου και με αφορμή σχετικά ερωτήματα που έχουν υποβληθεί ως προς ορισμένα ζητήματα εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων των παρ. 11 και 12 του ν. 4251/2014 (Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης), θεωρούμε σκόπιμο να σας παρέχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις:

Α. Διευκρινίσεις επί ζητημάτων εξέτασης εκκρεμών αιτήσεων (Ενότητα Β1, σελ. 6 εγκυκλίου 12) –
Αίτηση θεραπείας –Μη άσκηση ενδίκων μέσων

1. Σε περιπτώσεις εκκρεμών αιτήσεων επί των οποίων έχουν ενημερωθεί οι ενδιαφερόμενοι εγγράφως για την προσκόμιση συμπληρωματικών δικαιολογητικών (π.χ παραβόλου, βιβλιαρίου υγείας), αυτά θα πρέπει να προσκομιστούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών.
2. Ως εκκρεμείς αιτήσεις νοούνται και αιτήσεις ανανέωσης άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία, παροχή υπηρεσιών ή έργου, δεκαετή διάρκεια ή άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος που έχουν υποβληθεί κατά τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013, επί των οποίων αναμένεται είτε σχετικό απαντητικό έγγραφο του ΟΓΑ για το χρονικό διάστημα ασφάλισης είτε προσκόμιση απόφασης εξαγοράς ενσήμων από τα υποκαταστήματα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον υφίσταται βιβλιάριο υγείας σε ισχύ είτε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης είτε σήμερα, δεν απαιτείται ούτε η εξαγορά από ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ούτε η βεβαίωση του ΟΓΑ και το αίτημα εξετάζεται υπό το πρίσμα των αναφερομένων στην εγκύκλιο 12.
3. Στο πλαίσιο της χρηστής διοίκησης και της ίσης μεταχείρισης, πολίτες τρίτων χωρών, των οποίων τα αιτήματα ανανέωσης άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία, παροχή υπηρεσιών ή έργου, δεκαετή διάρκεια ή άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος που έχουν υποβληθεί κατά τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013 και το πρώτο τετράμηνο του 2014 και έχουν απορριφθεί εντός του 2014 λόγω μη συμπλήρωσης του απαιτούμενου αριθμού ημερών ασφάλισης και δεν έχουν ασκήσει ένδικα μέσα μέχρι την έναρξη ισχύος του Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης, έχουν δυνατότητα υποβολής αίτησης θεραπείας.
Τα σχετικά αιτήματα θα επανεξετάζονται ομοίως ως εκκρεμή υπό το πρίσμα των διαλαμβανομένων στην ανωτέρω εγκύκλιο.

Β. Διευκρινίσεις επί ζητημάτων απορριφθεισών αιτήσεων (Ενότητα Β2, σελ. 7 εγκυκλίου 12)-Άσκηση ενδίκων μέσων

1. Στη συγκεκριμένη διάταξη, επισημαίνουμε ότι υπάγονται μόνο πολίτες τρίτων χωρών, των οποίων τα σχετικά αιτήματα ανανέωσης άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία, παροχή υπηρεσιών ή έργου, δεκαετή διάρκεια ή άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος, (λόγω μη συμπλήρωσης του απαιτούμενου αριθμού ενσήμων) καθώς και των εξαρτώμενων μελών της οικογένειάς τους έχουν υποβληθεί κατά τα έτη 2010 μέχρι 2013, έχουν απορριφθεί και εν συνεχεία έχουν προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια και υφίσταται προσωρινή δικαστική προστασία (προσωρινή διαταγή ή απόφαση αναστολής εκτέλεσης της σχετικής απορριπτικής). Όλα τα ανωτέρω πρέπει να ισχύουν σωρευτικά. Όπως αναφέραμε στην εγκύκλιο 12, στους εν λόγω πολίτες τρίτων χωρών μέχρι την έκδοση της άδειας διαμονής, χορηγείται βεβαίωση τύπου Α΄. Εάν υφίσταται εκ παραλλήλου σε ισχύ Ειδική Βεβαίωση Νόμιμης Διαμονής θα πρέπει να προβείτε σε ταυτόχρονη ανάκληση της, ώστε ακολούθως να εκτυπωθεί η Βεβαίωση τύπου Α΄ για το νέο αίτημα.
Συνεπώς η εν λόγω διάταξη δεν καταλαμβάνει αιτήματα ανανέωσης προηγούμενων ετών ιδίου τύπου, ήτοι αιτήσεις 2008 και 2009, που έχουν απορριφθεί και έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα από τους ενδιαφερόμενους καθώς σ΄αυτές τις περιπτώσεις οι ενδιαφερόμενοι συνεχίζουν να τελούν υπό το προστατευτικό πλέγμα της προσωρινής δικαστικής προστασίας και της κυα 22037/2010 μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως.

2. Στις περιπτώσεις των αιτήσεων που έχουν απορριφθεί κατά τα έτη 2010, 2011, 2012 και 2013, το βιβλιάριο υγείας σε ισχύ, το οποίο αναφέρεται μεταξύ των δικαιολογητικών που απαιτείται να προσκομίσουν οι πολίτες τρίτων χωρών μπορεί να είναι σε ισχύ είτε κατά την αρχική υποβολή του αιτήματος που έχει απορριφθεί είτε κατά την κατάθεση του σχετικού αιτήματος υπαγωγής στις μεταβατικές διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 138.

3. Επιπρόσθετα, σας γνωρίζουμε ότι το βιβλιάριο υγείας πλην των αιτήσεων των μελών οικογένειας των πολιτών τρίτων χωρών, τα οποία ως έμμεσα ασφαλισμένα του συντηρούντος θα προσκομίζουν οικογενειακό, για τις λοιπές περιπτώσεις, (εξαρτημένη εργασία, παροχή υπηρεσιών ή έργου, δεκαετή διάρκεια ή άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος) πρέπει να είναι ατομικό.
4. Δεδομένου ότι μεγάλος όγκος πολιτών τρίτων χωρών θα υπαχθεί σε αυτή τη ρύθμιση και λαμβάνοντας υπόψη την καταληκτική προθεσμία υποβολής των αιτήσεων, ήτοι 30/6/2014, σε περιπτώσεις καθυστέρησης έκδοσης του σχετικού εγγράφου αποδοχής δήλωσης παραιτήσεως από τα ένδικα μέσα (βοηθήματα) του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η δήλωση παραιτήσεως του ενδιαφερόμενου που έχει υποβληθεί στο οικείο Πρωτοδικείο.

Γ. Ζητήματα ανανέωσης ληγμένων αδειών διαμονής χωρίς υπαιτιότητα των ενδιαφερομένων: (σημείο 3 της ενότητας Γ΄ /Τελικές επισημάνσεις, σελ 8 εγκυκλίου 12)

Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδοθούν οι σχετικές άδειες διαμονής που έχουν εκδοθεί ληγμένες με υπαιτιότητα των υπηρεσιών ή οι ενδιαφερόμενοι δεν προσήλθαν να τις παραλάβουν για λόγους ανωτέρας βίας ή λόγω μη αποδεδειγμένης ειδοποίησης τους είναι η κατοχή βεβαίωσης τύπου Α΄. Η ανανέωση των αδειών αυτών δεν τελεί υπό πρίσμα των μεταβατικών διατάξεων και ανανεώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3386/2005. Εάν η εξέταση τους γίνει μετά την 1/6/2014, ισχύει η διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 138 του ν. 4251/2014.

Σε αυτές τις περιπτώσεις οι ενδιαφερόμενοι θα ενημερωθούν προκειμένου να προσκομίσουν τυχόν συμπληρωματικά δικαιολογητικά (π.χ παράβολο ), σύμφωνα με την υπό έκδοση απόφαση καθορισμού δικαιολογητικών, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 136 του ν. 4251/2014.

Δ. Μετάπτωση στις αντίστοιχες κατηγορίες του ν. 4251/2014/Διαχείριση εκκρεμών αιτημάτων για χορήγηση /ανανέωση άδεια διαμονής

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 138 του ν. 4251/2014 εκκρεμείς αιτήσεις εξετάζονται υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων και των διάδοχων αντίστοιχων κατηγοριών του ιδίου νόμου.

Η συγκεκριμένη διάταξη είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη καθώς συνδέει το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο(ν. 3386/2005) με το ισχύον από 1/6/2014 (ν. 4251/2014) και παρέχει στον πολίτη τρίτης χώρας τη δυνατότητα να μεταπέσει στις αντίστοιχες κατηγορίες του Κώδικα. Το μοναδικό ζήτημα που οφείλει να γίνει αντιληπτό από τους ενδιαφερόμενους είναι η υποχρέωση τους να προσκομίσουν τα συμπληρωματικά δικαιολογητικά που θα ορίζονται στην προαναφερόμενη απόφαση καθορισμού δικαιολογητικών.

Εφιστούμε την προσοχή σας στις ακόλουθες κατηγορίες: 

α) περιπτώσεις αιτημάτων για χορήγηση άδειας διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3386/2005 που έχουν υποβληθεί ή θα υποβληθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του νόμoυ αυτού μέχρι και 30/5/2014 πρέπει να εξεταστούν άμεσα από την αρμόδια Επιτροπή και εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις να εκδοθούν οι σχετικές άδειες διαμονής μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία.

β) περιπτώσεις αιτημάτων για κάποιες κατηγορίες αδειών διαμονής του ν. 3386/2005, οι οποίες με το ν. 4251/2014 έχουν πλέον μεταπέσει στο καθεστώς της προσωρινής διαμονής με εθνική θεώρηση εισόδου (π.χ tour leaders) θα πρέπει να εκδοθούν ομοίως οι σχετικές άδειες διαμονής μέχρι 30/5/2014.
Επιπλέον, σας γνωρίζουμε ότι από την έναρξη ισχύος του Κώδικα, ήτοι από 1η Ιουνίου 2014, δεν θα απαιτείται πλέον σχετική έγκριση στη μισθωτή απασχόληση, σε κατόχους αδειών διαμονής για οικογενειακή επανένωση (κατά την ανανέωση). Συνεπώς, σε περιπτώσεις εκκρεμών αιτημάτων πολιτών τρίτων χωρών για πρόσβαση στην αγορά εργασίας, οι οποίοι είναι κάτοχοι άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης που λήγει μετά την 1η Ιουνίου 2014, η υπηρεσία σας θα ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για την υποβολή αίτησης επανέκδοσης-αντικατάστασης της σχετικής άδειας διαμονής. Στην επανεκδοθείσα άδεια διαμονής θα υφίσταται επισημείωση επί του πεδίου παρατηρήσεων «παρέχεται πρόσβαση στην αγορά εργασίας», καθώς μόνο με την επίδειξη αυτής θα παρέχεται δικαίωμα ακώλυτης πρόσβασης στη μισθωτή εργασία.

ΣΤ. Θέματα αδειοδότησης δεύτερης γενιάς

Όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4251/2014, ένας εκ των βασικών αξόνων του είναι η διασφάλιση της νομιμότητας της «δεύτερης γενιάς», ώστε να μην «παραμένει δέσμια των γενικών διαδικασιών και προϋποθέσεων ανανέωσης των αδειών διαμονής, με συνέπεια να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να χάσει τη νομιμότητα της διαμονής της και να εκτεθεί στο ενδεχόμενο της αναγκαστικής απομάκρυνσης της από την Ελλάδα»1. Η σημαντικότερη ρύθμιση για αυτή την κατηγορία πολιτών τρίτων χωρών αποτυπώνεται στη διάταξη του άρθρου 108.

Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα και το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διάταξη έχει έναρξη ισχύος την 1η Ιουνίου 2014, πολίτες τρίτων χωρών κάτοχοι αυτοτελούς άδειας διαμονής που μπορεί να ανανεωθεί για τον ίδιο ή για άλλο λόγο, μετά τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον οι άδειες τους λήγουν εντός του Μαΐου 2014, έχουν τις εξής εναλλακτικές:

α) Εάν έχουν καταθέσει σχετικά αιτήματα ανανέωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3386/2006, με την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, ήτοι από 1/6/2014 δύνανται να υποβάλουν σχετική τροποποιητική αίτηση υπαγωγής είτε στις διατάξεις του άρθρου 108 είτε του άρθρου 76 παρ. 5 ν. 4251/2014, προσκομίζοντας τα απαιτούμενα συμπληρωματικά δικαιολογητικά, όπως αυτά θα ορίζονται στην υπό έκδοση απόφαση του άρθρου 136 παρ. 1.

β) Δύνανται να υποβάλουν εκπρόθεσμη αίτηση (εντός μηνός από τη λήξη της προηγούμενης) υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 108 προσκομίζοντας τα απαιτούμενα συμπληρωματικά δικαιολογητικά, όπως αυτά θα ορίζονται στην υπό έκδοση απόφαση του άρθρου 136 παρ. 1, με την υποχρέωση καταβολής του σχετικού προστίμου των πενήντα (50) ευρώ.

γ) Μπορούν να ενημερωθούν από τις υπηρεσίες σας, πριν τη λήξη της άδειας διαμονής τους, ώστε να προσέλθουν σε καθορισμένη ημερομηνία, μετά την 1/6/2014 για την ανανέωση των αδειών τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 108. Σε αυτή την περίπτωση το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη λήξη της άδειας διαμονής μέχρι την υποβολή του αιτήματος είναι δικαιολογημένο, και δεν υποχρεούνται σε καταβολή προστίμου.

Επιπρόσθετα πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι στο παρελθόν ήταν κάτοχοι άδειας διαμονής είτε αυτοτελούς είτε του άρθρου 44 παρ. 1η του ν. 3386/2005 (εξαετής φοίτηση ή γέννηση στην Ελλάδα) και υπέβαλαν στη συνέχεια αιτήσεις για ανανέωση άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία, που εκκρεμούν στις υπηρεσίες, μπορούν με την έναρξη ισχύος του ν. 4251/2014 να υποβάλλουν σχετική τροποιητική αίτηση και να υπαχθούν ομοίως στις διατάξεις του άρθρου 108, εφόσον προσκομίσουν τα δικαιολογητικά που θα απαιτούνται.

Ζ. Λοιπά θέματα

1. Δεδομένου ότι στην αριθμ. 12/2014 εγκύκλιο, υπήρχε διευκρίνιση ως προς την εξαίρεση της παράτασης των αδειών διαμονής για οικογενειακή επανένωση που η ισχύς τους είναι ισόχρονη της ημερομηνίας ενηλικίωσης του τέκνου, θεωρούμε ότι για λόγους χρηστής διοίκησης, πολίτες τρίτων χωρών των οποίων οι άδειες αυτής της κατηγορίας, έληγαν μέχρι την έκδοση της εγκυκλίου έχουν το δικαίωμα υποβολής σχετικής αίτησης ανανέωσης χωρίς να θεωρηθεί εκπρόθεσμη, καθώς δεν είχαν λάβει γνώση.

2. Η προσκόμιση του συμπληρωματικού παραβόλου ύψους εκατόν πενήντα ευρώ προκειμένου να εκδοθεί ή άδεια διαμονής τριετούς διάρκειας των μεταβατικών διατάξεων 138 παρ. 11 και 12 του ν. 4251/2014 είναι υποχρεωτική και δεν υφίσταται εναλλακτική δυνατότητα μη καταβολής και χορήγησης σε αυτόν διετούς διάρκειας άδειας διαμονής βάσει του ν. 3386/2005, καθώς τούτο αντίκειται στο πνεύμα της διάταξης.

3. Σε περιπτώσεις αδειών διαμονής για εξαρτημένη εργασία ή παροχή υπηρεσιών ή έργου, που έληξαν μέχρι και την 30/4/2014 και ο ενδιαφερόμενος πολίτης τρίτης χώρας επέλεξε να καταθέσει αίτηση ανανέωσης εντός μηνός από τη λήξη της κανονικής διάρκειάς της και ενόσω ίσχυε εκ παραλλήλου η παράταση, η νέα άδεια διαμονής θα είναι διετούς διάρκειας σε συνέχεια των χρονικών ορίων της προηγούμενης.

4. Το γεγονός της αλλαγής ασφαλιστικού φορέα, (π.χ. από ΙΚΑ σε ΟΓΑ) δεν κωλύει την αδειοδότηση των ενδιαφερομένων βάσει των ανωτέρω διατάξεων.

Τέλος, σας ενημερώνουμε ότι εντός των προσεχών ημερών, βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 136 παρ. 1, αναμένεται:

α) η έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης καθορισμού ειδικών δικαιολογητικών που απαιτούνται ανά κατηγορία εθνικής θεώρησης καθώς και για την έκδοση των αντίστοιχων αδειών διαμονής και

β) η επικαιροποίηση του μηχανογραφικού συστήματος με τους νέους τύπους αδειών διαμονής, όπως αυτοί αποτυπώνονται στο άρθρο 7 του ν. 4251/2014.

 

Ο Γενικός Γραμματέας

Α. Συρίγος

0

Αντισυνταγματικός ο χαρακτηρισμός ως διαρκούς εγκλήματος, των χρεών προς το δημόσιο

Άλλη μία απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, βάζει τα θεμέλια στην προστασία των φορολογουμένων που πλήττονται από τα βάναυσα μέτρα του κρατικού μηχανισμού και της υπερφορολόγησης, καθώς αποφαίνεται επί της αντισυνταγματικότητας του «διαρκούς» εγκλήματος ,της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο που ορίζεται στο άρθρο 3 του νόμου 3943/2011, .

Συγκεκριμένα αρχή έκανε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κατερίνης με την απόφαση 1410/2013, όπου υπό τη διαδικασία του αυτοφώρου, απεφάνθη ότι το συγκεκριμένο αδίκημα πρέπει να δικασθεί σε τακτικό ποινικό δικαστήριο και όχι υπό την αυτόφωρη διαδικασία, κρίνοντας το άρθρο 3 του νόμου 3943/2011, που ορίζει το εν λόγω αδίκημα ως αντισυνταγματικό.

Με την υπ’ αρ. 196/2014 απόφαση του το ίδιο Δικαστήριο, παρέμεινε στη θέση του, κρίνοντας εκ νέου το χαρακτήρα του «διαρκούς» εγκλήματος του άρθρου 3 του νόμου 3943/2011 ως αντισυνταγματικό, παραπέμποντας πάλι την εκδίκαση παρόμοιας υποθέσεως για χρέη προς το Δημόσιο στο τακτικό Δικαστήριο.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ
0

Απόφαση 196/2014 Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Αριθμός: 196/2014

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Συνεδρίαση της 03ης Φεβρουάριου 2014

ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Κασσιανή Μπουροδήμου Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης, Ιωάννης

Μαμαδάς Πλημμελειοδίκης, Μαρία Δουλάμη Πάρεδρος Πρωτοδικείου (Επειδή κωλύονται οι τακτικοί

δικαστές) Ορίστηκε με την αρ. 6/2014 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κατερίνης Δήμητρα

Τσιαρδακλή Αντεισαγγελέας (Επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) Βασιλική Χωρίκη Γραμματέας

Κατηγορούμενος: ….. ……. Κάτοικος: Κατερίνης Πιερίας Παρών

Πράξη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε δημόσια στο ακροατήριό του κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου ύστερα από αναβολή της υπόθεσης κατ` άρθρο 423 παρ. 1 ΚΠΔ, η Προεδρεύουσα εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου ο οποίος εμφανίστηκε, ρωτήθηκε από την Προεδρεύουσα για τα στοιχεία της ταυτότητάς του και είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται πιο πάνω και ότι διορίζει συνήγορο υπεράσπισης του τον παρόντα δικηγόρο Κατερίνης Εμμανουήλ Παπά.

Η Προεδρεύουσα είπε στον κατηγορούμενο ν` ακούσει με προσοχή την κατηγορία και να παρακολουθήσει τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επίσης του είπε ότι έχει δικαίωμα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα και την έρευνα κάθε αποδεικτικού μέσου.

Στη συνέχεια έλαβε το λόγο η Εισαγγελέας, η οποία συνοπτικά ανέφερε την πράξη για την οποία κατηγορεί ο κατηγορούμενος. Επίσης είπε, για να υποστηρίξει την κατηγορία να αναγνωστούν τα έγγραφα που αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου.

Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ζήτησε την αναβολή της δίκης και είπε: Η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίζεται ότι χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής και στην ουσία χαρακτηρίζει διαρκές το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, είναι αντίθετη στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου. Στην υπ’αριθ. 1/2011 ερμηνευτική εγκύκλιο που είχε εκδώσει ο κ. αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου όταν θεσπίστηκε το αυτόφωρο αναφέρει ότι «η συμβατότητα της ρύθμισης με τα άρθρα του συντάγματος θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Ζητώ από το δικαστήριό σας α) να κρίνει την ως άνω διάταξη αντισυνταγματική και αντίθετη σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου, β) να κρίνει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, γ) να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία κατ’ άρθρο 424 ΚΠΔ άλλως να αναβληθεί η υπόθεση εντός δεκαπενθημέρου.

Στο σημείο αυτό πήρε το λόγο η Εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η δίκη για την 01-10-2014 και ώρα 09:00`.

Στη συνέχεια το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παραβρέθηκε και η Γραμματέας, εξέδωσε την παρακάτω απόφαση την οποία η Προεδρεύουσα δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση :

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και 6 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης κατοχύρωσε την προστασία της προσωπικής ελευθερίας υπό την ειδικότερη μορφή της προσωπικής ασφάλειας (βλ. σχ. Μάνεση, Συνταγματικά Δικαιώματα, α’ ατομικές ελευθερίες-πανεπιστημιακές παραδόσεις, δ` έκδοση, σελ. 173). Στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης συνταγματικά αυτής προστασίας του ατόμου από αυθαίρετες καταδιώξεις, συλλήψεις και φυλακίσεις από μέρους της κρατικής εξουσίας, προκειμένου να λάβει νομότυπα χώρα η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η σύλληψη να βρίσκει έρεισμα σε διάταξη νόμου και (β) να εκτελείται με βάση δικαστικό ένταλμα, δηλαδή ένταλμα, το οποίο έχει εκδοθεί από κρατικό όργανο που κατά το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία αναγνωρίζεται ως δικαστική αρχή και περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 87-91 του Συντάγματος (βλ. σχ. Χρυσόγονο, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 2002, σελ. 216). Το ένταλμα αυτό πρέπει να είναι αιτιολογημένο, να μνημονεύει δηλαδή με ακρίβεια τα στοιχεία του προσώπου που πρόκειται να συλληφθεί (όνομα, επώνυμο, κατοικία, περιγραφή) και να επιδίδεται στο τελευταίο κατά τη στιγμή της σύλληψής του (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180).

Επομένως, τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας στερούνται της δυνατότητας να προβούν με δική τους πρωτοβουλία στη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου. Ωστόσο, η απαγόρευση αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά κάμπτεται στην περίπτωση του αυτόφωρου εγκλήματος (βλ. Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2008, άρθρο 242, αριθ. 2, σελ. 466). Η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Συντάγματος δεν περιέχει αυθεντικό ορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, αλλά αντίθετα επαφίεται για αυτόν στον κοινό νομοθέτη (βλ. Μάνεση, ό.π., σελ. 180). Ήδη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 ΚΠΔ ορίζεται ότι προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα έγκλημα ως αυτόφωρο πρέπει να συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) να καταληφθεί κατά το χρονικό σημείο της διάπραξής του ή (β) να έχει τελεστεί πρόσφατα, περίπτωση η οποία συντρέχει, ιδίως όταν ο δράστης καταδιώκεται μετά τη διάπραξη του εγκλήματος από τη δημόσια δύναμη ή τον παθόντα ή με δημόσια κραυγή, όπως και όταν συλλαμβάνεται οπουδήποτε κατέχοντας αντικείμενα ή φέροντας ίχνη, από τα οποία συμπεραίνεται ότι διέπραξε το έγκλημα σε πολύ πρόσφατο χρόνο. Η πρώτη από τις παραπάνω περιπτώσεις αφορά το γνήσιο αυτόφωρο έγκλημα, ενώ στη δεύτερη από αυτές πρόκειται για την οιονεί ή καταχρηστική μορφή του, στην οποία όμως τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΔ συγκεκριμένο χρονικό όριο, το οποίο συμπίπτει με την παρέλευση της επομένης ημέρας από την τέλεση της πράξης (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., Ποινική Δικονομία-Ειδικές Διαδικασίες, Αυτόφωρο έγκλημα και αυτόφωρη διαδικασία-Αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας και αποφάσεως, 1998, σελ. 47επ. και 65επ.). Επομένως, ενόψει της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας αλλά και του τεκμηρίου αθωότητας ο νομοθέτης υπήγαγε στην έννοια του αυτόφωρου εγκλήματος μόνον εκείνες τις αξιόποινες πράξεις, το χρονικό σημείο της κατάληψης του δράστη των οποίων τελεί σε στενή εγγύτητα προς το χρονικό σημείο της διάπραξής τους, καθώς η χρονική αυτή εγγύτητα έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα ταχείας συλλογής των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων. Η αποδεικτική αυτή ευχέρεια απόδοσης της τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων στο πρόσωπο του δράστη τους, η οποία αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, δικαιολογεί την άρση της απαγόρευσης της σύλληψης του τελευταίου χωρίς την προηγούμενη έκδοση δικαστικού εντάλματος και την κάμψη του τεκμηρίου της αθωότητάς του χάριν της ταχείας αποκατάστασης της έννομης τάξης και της αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών και συνιστά περιορισμό των σχετικών δικαιωμάτων του ο οποίος δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή ρητά κατοχυρώνεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Με βάση όσα εκτίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι στο πλαίσιο της προστασίας της προσωπικής ασφάλειας του ατόμου και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, ο νομοθέτης πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη φειδώ ως προς τον καθορισμό της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, ώστε σε αυτή να περιλαμβάνονται μόνον οι περιπτώσεις εκείνες των αξιόποινων πράξεων, οι οποίες λόγω της κατάληψης του δράστη τους κατά τη διάρκεια της διάπραξής τους ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μετά από αυτήν δύνανται με ευχέρεια να αποδοθούν στον τελευταίο. Αντίθετα, οποιαδήποτε νομοθετική απόπειρα διεύρυνσης της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος, με σκοπό να καταστεί δυνατή η χωρίς τις εγγυήσεις της δικαστικής εξουσίας σύλληψη του φερόμενου ως δράστη του, συνιστά ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3, 6 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, προσβάλλει δε παράλληλα και το τεκμήριο αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

II. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η βασική αρχή του ποινικού δικαίου «κανένα έγκλημα καμία ποινή χωρίς νόμο (nullum crimen nulla poena sine lege), προκύπτει η δέσμευση της κρατικής εξουσίας και στις τρεις λειτουργίες της (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική) να διατηρεί διαρκώς τυποποιημένο το ποινικό φαινόμενο σε ολόκληρη την έκταση του τριπτύχου που το συνθέτει (έννομο αγαθό, έγκλημα, ποινή) (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο-Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 33επ.). Ειδικότερα, από την παραπάνω συνταγματική διάταξη απορρέει η υποχρέωση της νομοθετικής λειτουργίας στο πλαίσιο της τυποποίησης του ποινικού φαινομένου να ορίζει τα στοιχεία της πράξης που τυποποιείται ως αξιόποινη. Η υποχρέωση αυτή έχει μεταξύ άλλων ένα θετικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση ακριβούς προσδιορισμού των στοιχείων της αξιόποινης πράξης (nullum crimen nulla poena sine lege certa), και αφετέρου ένα αρνητικό περιεχόμενο, το οποίο συνίσταται στην απαγόρευση επέκτασης του αξιόποινου χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς πέραν των στοιχείων που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του τυποποιούμενου εγκλήματος. Δηλαδή ο νομοθέτης υποχρεούται αφενός να προσδιορίζει με σαφήνεια τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής της προσβολής του εννόμου αγαθού, την οποία τυποποιεί ως αξιόποινη, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες σχετικά με το ακριβές περιεχόμενό της (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 38 και επίσης Ανδρουλάκη, Nullum crimen sine lege certa, ΠοινΧρ ΚΓ`. 513επ.) και αφετέρου να περιορίσει τον αξιόποινο χαρακτήρα μίας συμπεριφοράς στην έκταση, η οποία προκύπτει από την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του οικείου εγκλήματος. Από την άλλη η δικαστική λειτουργία έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει οποιονδήποτε κανόνα δικαίου, ο οποίος τυποποιεί ως έγκλημα μία συμπεριφορά, εφόσον ο τελευταίος δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις (βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 42επ.).

III. Από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου συνάγεται ότι στο πλαίσιο της εξασφάλισης του δικαιώματος προς παροχή δικαστικής προστασίας και της διασφάλισης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη, ο οποίος βρίσκεται σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση, καθώς εναντίον του στρέφεται ο κατασταλτικός μηχανισμός της Πολιτείας διαθέτει μεταξύ των υπόλοιπων δικαιωμάτων του και το δικαίωμα της παροχής επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία της υπεράσπισής του, όπως επίσης και της παροχής από μέρους της κρατικής εξουσίας των αναγκαίων προς τούτο διευκολύνσεων (βλ. σχ. Χρυσόγονο, ό.π., σελ. 430επ.). Ωστόσο, με τις διατάξεις των άρθρων 417 επ. ΚΠΔ θεσμοθετείται για τα πλημμελήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως αυτόφωρα, μία ιδιαίτερα συνοπτική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας παραγκωνίζονται και προστατεύονται δευτερογενώς μόνο τα δικαιώματα του κατηγορουμένου προς όφελος της ταχύτερης και αποτελεσματικότερης προστασίας των εννόμων αγαθών (βλ. σχ. Καλφέλη-Μαργαρίτη Λ., ό.π., σελ. 20επ., Αδάμπα σε Μαργαρίτη Λ., Κώδικας Ποινικής Δικονομίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2010, άρθρο 242, αριθ. 1, σελ. 837). Ωστόσο, ο περιορισμός που συνεπάγεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στο δικαίωμα του κατηγορουμένου προς παροχή δικαστικής προστασίας και για εξασφάλιση δίκαιης δίκης είναι ανεκτός κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος κατά το μέτρο που, σύμφωνα και προς όσα ήδη εκτίθενται ανωτέρω, υφίσταται αποδεικτική ευχέρεια ως προς την απόδοση της αξιόποινης πράξης σε ενοχή του κατηγορουμένου και εφόσον με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται και εξυπηρετείται η άμεση και ταχεία αποκατάσταση της τρωθείσας έννομης τάξης. Επομένως, η υπερβολική από μέρους του νομοθέτη διεύρυνση της έννοιας του αυτόφωρου εγκλήματος και σε περιπτώσεις εγκλημάτων, για τα οποία δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα γρήγορης και αποτελεσματικής συλλογής του αναγκαίου αποδεικτικού υλικού, με βάση την οποία διευρύνεται η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας και ουσιαστικά φαλκιδεύονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί έναν τέτοιου είδους περιορισμό, συνιστά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως επίσης και της υπερνομοθετικής ισχύος διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3904/2011 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 ως εξής: «Οποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: (α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, (β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α` υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, (γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, (δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α`, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό». Με την ανωτέρω διάταξη τυποποιείται ως έγκλημα η μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Σύμφωνα με τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. α’ του ν. 1882/1990 για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος πρέπει να συντρέχουν τα ακόλουθα στοιχεία: (α) ύπαρξη χρέους του φυσικού αυτουργού προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, (β) βεβαίωση του χρέους από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία ή τελωνείο και (γ) παρέλευση άπρακτου χρονικού διαστήματος τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, έστω και ενδεχόμενος (άρθρα 12, 18 εδ. β`, 26 παρ. 1 εδ. α` και 53 ΠΚ). Το έννομο αγαθό που προστατεύεται από τη διάταξη αυτή είναι η περιουσία του Δημοσίου, υπό την ειδικότερη μορφή της αποφυγής της αύξησης του παθητικού της. Ειδικότερα, η προσβολή του προστατευόμενου εννόμου αγαθού επέρχεται με την παρέλευση του χρονικού διαστήματος των τεσσάρων (4) μηνών από τη βεβαίωση του χρέους, χωρίς να λάβει χώρα η καταβολή αυτού, οπότε και επέρχεται η αύξηση του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου κατά το ποσό της σχετικής οφειλής. Επομένως, το έγκλημα που τυποποιείται από την παραπάνω διάταξη διαμορφώνεται ως στιγμιαίο, δεδομένου ότι η χρονική στιγμή της τυπικής περάτωσής του σύμφωνα με την αντικειμενική του υπόσταση, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, δεν μπορεί να παραταθεί κατά τη βούληση του δράστη (βλ. σχ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 300επ.), καθώς το αξιόποινο αποτέλεσμα της αύξησης του παθητικού της περιουσίας του Δημοσίου επέρχεται κατά τη στιγμή της παρέλευσης άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας προς καταβολή, το γεγονός δε ότι η σχετική οφειλή εξακολουθεί να υφίσταται και κατά το μεταγενέστερο του χρονικού αυτού σημείου διάστημα είναι ποινικά αδιάφορη, καθώς έχει ήδη ολοκληρωθεί η προσβολή του ως άνω προστατευόμενου έννομου αγαθού. Ωστόσο, με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. β` του ν. 1882/1990, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 ορίζεται ότι: «Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής».

Με τη διάταξη αυτή το παραπάνω τυποποιούμενο έγκλημα χαρακτηρίζεται από τον ίδιο το νομοθέτη ως διαρκές, ενώ από τη νομοτυπική μορφή του, όπως τα στοιχεία αυτής αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι πρόκειται για στιγμιαίο έγκλημα. Μάλιστα, η διάταξη αυτή περικλείει σχήμα οξύμωρο, δεδομένου ότι αφενός γίνεται δεκτός ως χρόνος τέλεσης του εγκλήματος το χρονικό σημείο της παρέλευσης των τεσσάρων (4) μηνών από την βεβαίωση του χρέους, προς το οποίο συνδέεται η κατά τη διάταξη του άρθρου 112 ΠΚ έναρξη του χρόνου της παραγραφής του, ενώ αφετέρου ορίζεται κατά τρόπο αυθαίρετο και ανακόλουθο προς τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος ότι ο χρόνος τέλεσης αυτού εκτείνεται μέχρι την παρέλευση χρονικού διαστήματος ίσου προς το ένα τρίτο του χρόνου παραγραφής του, δηλαδή για χρονικό διάστημα είκοσι (20) μηνών. Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η εν λόγω διάταξη αντίκειται, σύμφωνα και προς όσα εκτίθενται ανωτέρω (υπό το στοιχείο II) στους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αφενός διότι προκαλεί σύγχυση ως προς τον ορισμό των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής του υπό κρίση εγκλήματος, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ο χρόνος ολοκλήρωσης αυτού και αφετέρου διότι επεκτείνει τον αξιόποινο χαρακτήρα της αξιόποινης συμπεριφοράς του δράστη πέρα από τα στοιχεία της τυποποιούμενης ως έγκλημα πράξης του. Περαιτέρω, από την ιστορικοβουλητική και τη συστηματική ερμηνεία της παραπάνω διάταξης (θέσπιση αυτής μετά την υπογραφή την 03.05.2010 του «Μνημονίου Συνεννόησης» από τον Υπουργό Οικονομικών της Ελληνικής Κυβέρνησης και το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών-μελών που μετέχουν στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, και ενόψει των αυξημένων εισπρακτικών αναγκών που αντιμετωπίζει έκτοτε η ελληνική κυβέρνηση και η ένταξη αυτής στο νόμο 3943/2011, με τον οποίο ρυθμίζονται αποκλειστικά φορολογικής φύσης ζητήματα, όπως επίσης και θέματα που άπτονται των ασφαλιστικών ταμείων) προκύπτει ότι η θέσπιση αυτής δεν είχε ως αντικείμενό της τη συμπλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών ττρος το Δημόσιο, αλλά κατά κύριο λόγο αποσκοπούσε στην επέκταση της δυνατότητας σύλληψης των κατηγορούμενων για την παραπάνω πράξη προσώπων χωρίς σχετικό ένταλμα των αρμόδιων δικαστικών αρχών, όπως και στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων κατά την ειδική διαδικασία για τα αυτόφωρα πλημμελήματα. Με την πρωτοβουλία του δηλαδή αυτή ο νομοθέτης επέκτεινε την έννοια του αυτοφώρου για το συγκεκριμένο αδίκημα, χωρίς ωστόσο να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την απόδοση του χαρακτηρισμού αυτού, καθώς από τη μία καταλύεται πλέον το στοιχείο της εγγύτητας μεταξύ του χρονικού σημείου της τέλεσης της πράξης και του χρόνου εκδίκασης αυτής και από την άλλη δεν υφίσταται το στοιχείο της ευχερούς και ταχείας συλλογής του σχετικού αποδεικτικού υλικού. Ενόψει των ανωτέρω δύναται με ασφάλεια να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι με την εν λόγω διάταξη ο νομοθέτης επιχειρεί να κάμψει την προστασία που παρέχεται στους πολίτες από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, προκειμένου να ενισχύσει την εισπρακτική ικανότητα του Δημοσίου, επισείοντας σε βάρος των οφειλετών του την απειλή της άμεσης σύλληψής τους και της υπαγωγής τους σε έκτακτου χαρακτήρα ποινική διαδικασία, στην οποία όπως προαναφέρθηκε πλήττονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Ωστόσο, η εξυπηρέτηση των εισπρακτικών αναγκών του Δημοσίου σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί ενόψει της ρύθμισης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος τον επιχειρούμενο περιορισμό στην προσωπική ασφάλεια και στην παροχή δικαστικής προστασίας, δύναται δε να εξυπηρετηθεί χωρίς την περιστολή των παραπάνω δικαιωμάτων με την λήψη των κατάλληλων διοικητικού χαρακτήρα μέτρων. Κατά συνέπεια ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α` του ν. 3943/2011 παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σύμφωνα προς όσα αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω (υπό τα στοιχεία I και III).

Στην προκειμένη περίπτωση, στις 29-1-2014 κατατέθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κατερίνης, η με αριθμό πρωτοκόλλου …….. αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κατερίνης (άρθρο 41 ΚΠΔ) κατά του ………… διότι στην Κατερίνη στις 31/8/2012, 29/1/2013, 11512013, 1/1212013,29/6/2013 και την 31/12/2013, ως Διευθύνων Σύμβουλος της εδρεύουσας στην Κατερίνη εταιρείας με την επωνυμία κατέβαλε χρέη προς το Δημόσιο που ήταν βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το συνολικό δε χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: […] το συνολικό δε χρέος του από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24/1/2014) ανέρχεται 397.521,29 ευρώ. Ο υπαίτιος συνελήφθη στις 30-1-2014 και σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 στοιχ. δ-α του ν. 1882/1990, εισήχθη δε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κατερίνης, δικάζοντος κατά την αυτόφωρη διαδικασία, κατά τη συνεδρίαση της 31-1-2014 και μετά από αναβολή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση. Καθόσον, ωστόσο, οι επιμέρους πράξεις τελέστηκαν κατά τις ημερομηνίες που ανωτέρω αναφέρονται και όλες έχουν εκφύγει των πλαισίων του αυτοφώρου, το Δικαστήριο κρίνει, δεκτού γενομένου του αυτοτελούς ισχυρισμού που πρότεινε ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ότι η υπό κρίση υπόθεση εσφαλμένα εισήχθη προκειμένου να δικασθεί κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Τούτο δε, λόγω της πρόδηλης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα μείζονα σκέψη, αντίθεσης της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α του ν. 3943/2011), σύμφωνα με την οποία χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 3, 7 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, μη συντρεχουσών εν προκειμένω των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ. Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα να παραπεμφθεί η υπόθεση προκειμένου να εισαχθεί στο ακροατήριο και να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, ως προσήκει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει με παρόντα τον κατηγορούμενο …………….. , κάτοικο Κατερίνης Πιερίας.

Παραπέμπει στην τακτική διαδικασία.

Ορίζει ρητή δικάσιμο την 01-10-2014 και ώρα 09:00`, χωρίς κλήτευση του παρόντα κατηγορουμένου προς τον οποίο γνωστοποιήθηκε η παραπάνω δικάσιμος.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο.

Κατερίνη 03 – 02 – 2014

Η Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης                                                     Η Γραμματέας

 

0

Παράβολα για την πιστοποίηση Ελληνομάθειας σε αλλοδαπούς

Με κοινή Υπουργική απόφαση, ορίστηκε νέο παράβολο στη διαδικασία εξετάσεων υπηκόων τρίτης χώρας για την πιστοποίηση της γνώσης της ελληνικής γλώσσας και στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού.

Σημειώνεται ότι το παράβολο στη διαδικασία πιστοποίησης της γνώσης ελληνικής γλώσσας είναι 50€, ενώ το παράβολο μόνο για την γραπτή εξέταση κυμαίνεται στα 20€.

Η πιστοποίηση των αλλοδαπών της γνώσης τους στην ελληνική γλώσσα και των στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού, απαιτείται προκειμένω αυτοί να αιτηθούν άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος.

Η άδεια αυτή είναι πενταετούς διάρκειας και παρέχει στους υπηκόους τρίτης χώρας ορισμένα δικαιώματα υπηκόων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δηλαδή, δύναται αλλοδαπός που κατέχει την άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα, να ταξιδέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να εργαστεί στα κράτη μέλη της.

Με την Κοινή Υπουργική Απόφαση δίνεται ουσιαστικά το δικαίωμα σε πολλούς αλλοδαπούς να δοκιμάσουν «φθηνά» την τύχη τους, παίρνοντας μέρος στις εξετάσεις για την πιστοποίηση της Ελληνομάθειας, η οποία θα τους δώσει το εισιτήριο για την Ευρώπη.

Ειδικότερα:

Κ.Υ.Α. αριθμ. 4100/14.4.2014

Καταβολή παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου υποψηφίων, προκειμένου να συμμετέχουν στη διαδικασία Πιστοποίησης της γνώσης της ελληνικής γλώσσας και στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού των υπηκόων τρίτων χωρών

Αριθμ. 4100

(ΦΕΚ Β’ 1141/05-05-2014)

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ − ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τα άρθρα 24 και 27 του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα» και το γεγονός ότι δεν προκαλείται δαπάνη στον κρατικό προϋπολογισμό.

2. Τις διατάξεις της παρ. 6, του άρθρου 68 ν. 3386/2005 «Για την είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια», όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 31 του Ν. 4115/2013 (ΦΕΚ Α΄ 24/30.01.2013).

3. Το π.δ. 150/2006 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην υπ’ αριθμ. 2003/109/ΕΚ της 25ης Νοεμβρίου 2003 Οδηγία, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών, οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες» (ΦΕΚ Α΄ 160).

4. Τις διατάξεις του π.δ. 132/1989 «Διάρθρωση και αρμοδιότητες των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Λαϊκής Επιμόρφωσης (Γ.Γ.Λ.Ε.)» (ΦΕΚ Α΄ 64).

5. Το π.δ. 386/1991 «Μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Λαϊκής Επιμόρφωσης από το Υπουργείο Πολιτισμού στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» (ΦΕΚ Α΄ 139).

6. Τις διατάξεις του ν. 2909/2001 «Μετονομασία της Γενικής Γραμματείας Λαϊκής Επιμόρφωσης (Γ.Γ.Λ.Ε.) σε Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων (Γ.Γ.Ε.Ε.)» (ΦΕΚ Α΄ 90).

7. Το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 3699/2008 με το οποίο η Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων μετονομάστηκε σε Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης,

8. Το Ν. 3879/2010 «Ανάπτυξη της Διά Βίου Μάθησης και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 163).

9. Την υπ’ αριθ. Ε05513/9−7−2012 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα» (ΦΕΚ Β΄ 2105),

10. Την ανάγκη καθορισμού παράβολου για κάθε συμμετοχή του υποψηφίου στις εξετάσεις πιστοποίησης επαρκούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας και στοιχείων ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού,

 αποφασίζουμε:

1. Οι υποψήφιοι στη διαδικασία Πιστοποίησης της γνώσης της ελληνικής γλώσσας και στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού των υπηκόων τρίτων χωρών, προκειμένου να αποκτήσουν το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στην Ελλάδα, διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 68 ν. 3386/2005, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 31 του Ν. 4115/2013 (ΦΕΚ Α΄ 24/30.01.2013), καταβάλλουν παράβολο αξίας πενήντα (50) ευρώ υπέρ Ελληνικού Δημοσίου (ΚΑΕ 3741).

2. Οι υποψήφιοι οι οποίοι συμμετέχουν μόνον στη γραπτή εξέταση στοιχείων ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού καταβάλλουν μειωμένο παράβολο αξίας είκοσι (20) ευρώ.

3. Το παράβολο συνοδεύει την αίτηση συμμετοχής στη διαδικασία πιστοποίησης επί ποινή αποκλεισμού των υποψηφίων.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Μαρούσι, 14 Απριλίου 2014
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ

ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

0

Αφορολόγητα τα επιδόματα τριτέκνων και πολυτέκνων

Σε απάντηση της η Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος, κατόπιν ερωτημάτων, έκανε σαφές ότι το ειδικό επίδομα τριτέκνων και πολυτέκνω δεν προσμετράται στο καθαρό ετήσιο, οικογενειακό εισόδημα και απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος, ενώ το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων και το ειδικό επίδομα τριτέκνων και πολυτέκνων απαλλάσσονται από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης.

Δείτε το έγγραφο:

 

Αρ. πρωτ.: Δ12Α 1070051 ΕΞ 5.5.2014

Φορολογική μεταχείριση του επιδόματος τριτέκνων και πολυτέκνων που χορηγείται με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.4141/2013

Αθήνα, 5 Μαΐου 2014

Αρ. Πρωτ.:Δ12Α 1070051 ΕΞ 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
ΤΜΗΜΑ Α’

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Τ.Κ. : 101 84
Πληροφορίες : Κ. Παναγοπούλου
Τηλέφωνο : 210 3375317, 318
FAX : 210 3375001

ΘΕΜΑ: Φορολογική μεταχείριση του επιδόματος τριτέκνων και πολυτέκνων που χορηγείται με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν.4141/2013.

ΣΧΕΤ: Το αριθ. πρωτ. Δ27/οικ.13419/463/28.04.2014 έγγραφό σας.

Απαντώντας στο ανωτέρω έγγραφό σας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 7 της υποπαραγράφου Β2 του ν.4254/2014 (ΦΕΚ 85Α’/07.04.2014) από 01.01.2013 και μετά το ειδικό επίδομα τριτέκνων και πολυτέκνων του άρθρου 40 του ν.4141/2013 δεν προσμετράται στο καθαρό ετήσιο, οικογενειακό εισόδημα και απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος.

Επιπλέον, απαλλάσσονται από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011, το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων της υποπαραγράφου ΙΑ2 της παραγράφου ΙΑ του ν.4093/2012 και το ειδικό επίδομα τριτέκνων και πολυτέκνων του άρθρου 40 του ν.4141/2013, από την έναρξη χορήγησής τους.

Περαιτέρω, σας πληροφορούμε ότι η υπηρεσία μας δεν είναι αρμόδια για να σας απαντήσει αναφορικά με το εάν το εν λόγω επίδομα υπόκειται ή όχι σε οποιασδήποτε μορφής κράτηση.

Ακριβές αντίγραφο

Η Προϊσταμένη της Γραμματείας

Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ

α/α
Α. ΓΡΑΨΑ

0

ΠΟΛ.1122/28.4.2014 – Υπεραξία από Mεταβίβαση Ακίνητης Περιουσίας από φυσικά πρόσωπα

ΠΟΛ.1122/28.4.2014
Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 41, 43, 61, της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 4 του άρθρου 62 , της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 7 του άρθρου 64, του άρθρου 67Α καθώς και του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, όπως αυτές ισχύουν ύστερα από την τροποποίηση τους με τον ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α’ 85) σχετικά με τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας από φυσικά πρόσωπα

Αθήνα, 28 Απριλίου 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
ΤΜΗΜΑ Α’

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Τ. Κ.: 101 84 Αθήνα
Πληροφορίες:
Τηλέφωνο: 210 3375315-7
FAX: 210 3375001

ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ
ΠΟΛ 1122/2014

ΘΕΜΑ: Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 41, 43,  61, της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 4 του άρθρου 62 , της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 7 του άρθρου 64, του άρθρου 67Α καθώς και του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, όπως αυτές ισχύουν ύστερα από την τροποποίηση τους με τον ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α’ 85) σχετικά με τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας από φυσικά πρόσωπα.

Σας κοινοποιούμε τις ανωτέρω διατάξεις σχετικά με τη φορολόγηση της υπεραξίας που προκύπτει από μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας από φυσικά πρόσωπα.

1. Με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 4172/2013, επιβάλλεται φόρος υπεραξίας 15% σε φυσικό πρόσωπο που μεταβιβάζει από 1.1.2014 με επαχθή αιτία ακίνητη περιουσία. Στην έννοια της ακίνητης περιουσίας περιλαμβάνεται το ακίνητο ή το ιδανικό μερίδιο αυτού, το εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ή ιδανικό μερίδιο αυτού, καθώς και οι συμμετοχές οι οποίες έλκουν άνω του 50% της αξίας τους άμεσα ή έμμεσα από ακίνητη περιουσία.

Κριτήριο για την επιβολή του φόρου υπεραξίας είναι το εισόδημα που προκύπτει από την υπεραξία της μεταβίβασης της ακίνητης περιουσίας να μην συνιστά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 4172/2013.

Συγκεκριμένα, η παράγραφος 3 του άρθρου 21 του ν. 4172/2013 ορίζει ότι επιχειρηματική συναλλαγή θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συμπτωματική πράξη με την οποία πραγματοποιείται συναλλαγή ή και η συστηματική διενέργεια πράξεων στην οικονομική αγορά με σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις ομοειδείς συναλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός ενός εξαμήνου θεωρούνται συστηματική διενέργεια πράξεων. Σε περίπτωση συναλλαγών που αφορούν ακίνητα, η περίοδος του προηγούμενου εδαφίου είναι δύο (2) έτη. Κατά την έννοια των παραπάνω, δεν προκύπτει φόρος υπεραξίας εάν η μεταβίβαση διενεργείται από εργολάβους οικοδομών, από άτομα που διενεργούν συστηματικά πωλήσεις ακινήτων (μέσα στη διάρκεια δύο ετών τρεις και άνω πωλήσεις) ή ακόμα και σε περίπτωση διενέργειας μεμονωμένης ή συμπτωματικής πράξης που αποβλέπει στην επίτευξη κέρδους, οπότε το εισόδημα που προκύπτει συνιστά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Τα παραπάνω προκύπτουν αποκλειστικά και μόνο από υπεύθυνη δήλωση του πωλητή, η οποία ενσωματώνεται στο κείμενο του συμβολαίου.

Στην έννοια του εισοδήματος από υπεραξία εμπίπτει και η αγοραία αξία του κτίσματος που έχει ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου με δαπάνες του μισθωτή και περιέρχεται στην κατοχή του τρίτου (εκμισθωτή) με τη λήξη ή διακοπή της μισθωτικής σχέσης (παρ. 2 του άρθρου 41). Στην έννοια της ανέγερσης εμπίπτουν και οι επεκτάσεις ακινήτων κατόπιν έκδοσης άδειας ανέγερσης. Επίσης, ως μεταβίβαση, για την επιβολή του φόρου υπεραξίας, νοείται και η εισφορά ακίνητης περιουσίας για την κάλυψη ή την αύξηση κεφαλαίου νομικού προσώπου ή οντότητας (σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν)

2. Έννοια της κτήσης με οποιαδήποτε αιτία.

Για την επιβολή του φόρου υπεραξίας δεν ενδιαφέρει ο τρόπος απόκτησης της ακίνητης περιουσίας, δηλαδή αν η ακίνητη περιουσία ή τα ιδανικά μερίδια αυτής ή το εμπράγματο δικαίωμα επί ακίνητης περιουσίας ή το ιδανικό μερίδιο αυτού κλπ αποκτήθηκε με επαχθή αιτία (με αντάλλαγμα), αν ανεγέρθηκε, αν αποκτήθηκε με χαριστική αιτία (δωρεά, γονική παροχή) ή με οποιαδήποτε άλλη αιτία (π.χ. κληρονομιά, χρησικτησία κ.λ.π.), αλλά αρκεί η απόκτησή του με οποιαδήποτε αιτία, μετά την 1.1.1995. Σε περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση αφορά δικαίωμα το οποίο αποκτήθηκε μέχρι και την 31n Δεκεμβρίου 1994, η υπεραξία θεωρείται μηδενική.

Λοιπές περιπτώσεις κτήσης

Παραθέτουμε περιπτώσεις που εμπίπτουν στην έννοια της κτήσης ακινήτων:

α) Η περίπτωση ακύρωσης συμβολαίου απόκτησης ακινήτου με οποιαδήποτε αιτία, ναι μεν εξομοιώνεται με την εξυπαρχής άκυρη δικαιοπραξία, πλην όμως για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, θεωρείται ότι συντρέχει (πλασματικά) νέα κτήση από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης.

Σε περίπτωση ακυρότητας του συμβολαίου, η ακυρότητα ισχύει αναδρομικά (ex tunc), δηλαδή η μεταβίβαση θεωρείται ως μη γενόμενη.

β) Η ματαίωση της μεταβίβασης ακινήτου λόγω πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης δεδομένου ότι- συνεπεία της πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης- ανατρέπονται τα αποτελέσματα της μεταβιβαστικής σύμβασης και το ακίνητο επανέρχεται στον αρχικό πωλητή.

Αντίθετα, η ματαίωση της μεταβίβασης λόγω μη πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης δε θεωρείται κτήση, διότι η μη πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης συνεπάγεται τη μη επέλευση των αποτελεσμάτων της σύμβασης μεταβίβασης.

γ) Η διανομή ακινήτων, η σύσταση (ή τροποποίηση) οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, η συνένωση ακινήτων με ανταλλαγή, με την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές συνεπάγονται μεταβίβαση ποσοστού εμπράγματου δικαιώματος. Δεν θεωρούνται κτήσεις οι πράξεις διανομής, σύστασης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, συνένωσης ακινήτων με ανταλλαγή, οι οποίες δεν επιφέρουν καμίας μορφής μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος (π.χ. σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας επί οικοπέδου χωρίς να μεταβάλλονται τα ποσοστά συνιδιοκτησίας, ή συνένωση και κατάτμηση ακινήτων που ανήκουν στον ίδιο ιδιοκτήτη ή στους ίδιους ιδιοκτήτες χωρίς να συντελείται μεταβίβαση).

3. Έννοια μεταβίβασης με επαχθή αιτία

Ως μεταβίβαση με επαχθή αιτία νοείται η μεταβίβαση του ακινήτου με αντάλλαγμα, (πώληση ή ανταλλαγή ακινήτου). Στην παράγραφο 6 του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 ορίζονται ρητά οι περιπτώσεις που εμπίπτουν στην έννοια του όρου μεταβίβαση νια την εφαρμογή του άρθρου 41:

α) η μεταβίβαση της πλήρους ή ψιλής κυριότητας, συμπεριλαμβανομένης της πραγματικής δουλείας, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μεταβίβαση υπό αναβλητική ή διαλυτική αίρεση ή με τον όρο της εξώνησης.

β) η σύσταση επικαρπίας, οίκησης ή άλλης δουλείας.

γ) η παραίτηση από την κυριότητα ακινήτου ή από εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου. Η παραίτηση μπορεί να αφορά την πλήρη κυριότητα σε ακίνητο ή το ιδανικό μερίδιο (σε περίπτωση συγκυριότητας) ή την ψιλή κυριότητα ή την επικαρπία ή περιορισμένη προσωπική δουλεία ή πραγματική δουλεία, όταν γίνεται με αντάλλαγμα.

δ) η μεταβίβαση του τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης,

ε) η μεταγραφή δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 949 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, λόγω μη εκτέλεσης προσυμφώνου μεταβίβασης ή η απόκτηση οποιουδήποτε δικαιώματος των περιπτώσεων α’, β’ ,δ’ της παραγράφου 6 του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 με αυτοσύμβαση.

στ) η εκποίηση ακινήτου συνεπεία εκούσιου πλειστηριασμού (άρθρο 1021 ΚΠολΔ).

4. Πράξεις που δεν θεωρούνται μεταβιβάσεις

Με την παράγραφο 7 ορίζεται ποιες περιπτώσεις δεν θεωρούνται μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας νια την εφαρμογή του άρθρου 41:

α) Η μεταγραφή τελεσίδικης δικαστικής απόφασης με την οποία αναγνωρίζεται δικαίωμα κυριότητας επί ακινήτου στον εντολέα λόγω υπερβάσεως της εντολής από τον εντολοδόχο.

β) Η μεταγραφή δικαστικής απόφασης με την οποία ακυρώνεται λόγω εικονικότητας σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου.

γ) Η επικύρωση ανώμαλων δικαιοπραξιών, οι οποίες έχουν ήδη συμπεριληφθεί στις φορολογητέες μεταβιβάσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 41.

δ) Η αυτούσια διανομή ή συνένωση ακινήτων ή πράξη σύστασης οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, εφόσον δεν μεταβάλλονται τα ποσοστά συνιδιοκτησίας ανά συνιδιοκτήτη. Στην περίπτωση αυτή δε θεωρείται ότι υπάρχει μεταβίβαση ακόμα και όταν συντρέχει διαφορά μεταξύ φυσικής και ιδανικής μερίδας.

ε) η ανταλλαγή ποσοστών ακίνητης περιουσίας επί κτηθέντων λόγω κληρονομικής διαδοχής ή γονικής παροχής ή από συζύγους κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

Διευκρινίζεται επίσης ότι για την εφαρμογή του άρθρου 41 δεν αποτελούν μεταβιβαστικές πράξεις οι τροποποιήσεις πράξεων σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ή κάθετης ιδιοκτησίας, για τις οποίες καταβάλλεται φόρος μεταβίβασης (π.χ. προσάρτηση τμήματος κλιμακοστασίου σε διαμέρισμα), χωρίς όμως να μεταβάλλονται τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά των συνιδιοκτητών. Ανάλογα ισχύουν και στην περίπτωση διόρθωσης, τροποποίησης ή επανάληψης συμβολαίου, για οποιαδήποτε αιτία, εφόσον η διόρθωση, τροποποίηση ή επανάληψη δεν συνεπάγεται τη μεταβολή οποιουδήποτε προσδιοριστικού της υπεραξίας στοιχείου (τίμημα, χρόνος και αξία κτήσης).

Είναι προφανές ότι στις περιπτώσεις διορθώσεων συμβολαίων που αφορούν προσδιοριστικά της υπεραξίας στοιχεία εφόσον αυτά αφορούν ήδη γενόμενες μέχρι την 31.12.2013 μεταβιβάσεις, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολή φόρου υπεραξίας.

Ειδικά για οριστικά συμβόλαια που καταρτίζονται, σε εκτέλεση προσυμφώνων που έχουν υπογραφεί μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2013, εντός δύο ετών από την κατάρτιση των προσυμφώνων και ο οικείος φόρος μεταβίβασης υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν κατά το χρόνο σύνταξης των προσυμφώνων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 3 του ν. 1587/1950, γίνεται δεκτό ότι δεν υπάγονται σε φόρο υπεραξίας. Ομοίως, για λόγους χρηστής διοίκησης θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπάγονται στο φόρο υπεραξίας τα οριστικά συμβόλαια που συντάσσονται σε εκτέλεση υπογραφέντων μέχρι την ως άνω ημερομηνία προσυμφώνων πέραν της διετίας εφόσον από τα οικεία προσύμφωνα και μόνο προκύπτει ότι το τίμημα έχει εξολοκλήρου καταβληθεί, έχει γίνει παράδοση της νομής και έχει χορηγηθεί στον αγοραστή το δικαίωμα της αυτοσύμβασης, ήδη κατά το χρόνο του προσυμφώνου. Αυτονόητα, όλες οι λοιπές περιπτώσεις προσυμφώνων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του φόρου υπεραξίας.

Τέλος επισημαίνεται ότι δεν θεωρείται μεταβίβαση η αναφερόμενη στο άρθρο 2 του ν. 1587/1950 πλασματική μεταβίβαση των εξ αδιαιρέτου ποσοστών επί του οικοπέδου από τους οικοπεδούχους προς τον εργολάβο/εργολήπτρια εταιρεία καθώς και η μεταβίβαση οριζόντιων ιδιοκτησιών από τους οικοπεδούχους προς τον εργολάβο/εργολήπτρια εταιρεία ή τρίτους εφόσον οι μεταβιβάσεις αυτές αφορούν εργολαβικό αντάλλαγμα και γίνονται σε εκτέλεση εργολαβικού συμβολαίου (προσυμφώνου).

5. Φορολογητέα αξία

Ως υπεραξία νοείται η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης ή της αξίας του ανταλλάγματος που καταβάλλεται. Η υπεραξία αυτή λαμβάνεται απομειούμενη με την εφαρμογή των συντελεστών απομείωσης ανάλογα με τα έτη διακράτησης του ακινήτου, όπως ορίζει ηπαράγραφος 5 του άρθρου 41. Στην περίπτωση ακινήτου που έχει αποκτηθεί από 1ης Ιανουαρίου 1995 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2002, ο συντελεστής απομείωσης πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή 0,8. Προκειμένου να διαπιστωθεί ο αριθμός των ετών που μεσολάβησαν μεταξύ κτήσης και πώλησης, ώστε να εφαρμοστεί ο ανάλογος συντελεστής, λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα μεταξύ της ακριβούς ημερομηνίας κατάρτισης της δικαιοπραξίας κτήσης του ακινήτου και της ακριβούς ημερομηνίας υπογραφής του συμβολαίου πώλησης ή ανταλλαγής. Εάν, ο χρόνος διακράτησης είναι ένα έτος και ένας μήνας, εφαρμόζεται ο συντελεστής απομείωσης των δύο ετών. Η μεταγραφή, αν και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της εμπράγματης δικαιοπραξίας, δεν επιδρά στη γένεση της φορολογικής υποχρέωσης, η οποία συνδέεται με την κατάρτιση του οικείου συμβολαίου. Εξάλλου, από το νόμο (παρ. 4 άρθρο 62 ν. 4172/2013) προβλέπεται ότι το φυσικό πρόσωπο που αποκτά υπεραξία από τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας καταβάλλει στο συμβολαιογράφο κατά την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης το ποσό του φόρου που αντιστοιχεί στην υπεραξία.

Η Τιμή κτήσης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 προσδιορίζεται ως εξής:

α) στην περίπτωση κτήσης λόγω μεταβίβασης με επαχθή αιτία, είναι το τίμημα ή η αξία του ανταλλάγματος, όπως προκύπτει από το οικείο μεταβιβαστικό συμβόλαιο, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τυχόν μεταγενέστερο- μετά την πώληση-ως προς το τίμημα συμβόλαιο, με το οποίο διορθώνεται αυτό, αφού αυτό δεν συνιστά συμβόλαιο μεταβίβασης, ακόμη και αν καταβλήθηκε η διαφορά του οικείου φόρου μεταβίβασης.

β) στην περίπτωση κτήσης λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία, είναι η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν, όπως η αξία αυτή προκύπτει από το οικείο συμβόλαιο ή οποιοδήποτε άλλο δημόσιο έγγραφο (υποβληθείσα δήλωση, οικεία έκθεση φορολογικού ελέγχου ή πράξη προσδιορισμού του αντίστοιχου φόρου).

Είναι αυτονόητο, στις παραπάνω περιπτώσεις, ότι, στην περίπτωση της κτήσης λόγω μεταβίβασης από επαχθή αιτία, αφού εκ της φύσεως της δικαιοπραξίας υπάρχει δηλωθέν από τους συμβαλλόμενους τίμημα, αυτό και μόνο θα λαμβάνεται υπόψη (ανεξαρτήτως προσδιορισθείσας φορολογητέας αξίας), στην περίπτωση της ανταλλαγής θα λαμβάνεται υπόψη η προσδιορισθείσα από τους συμβαλλόμενους αξία του ανταλλάγματος και, εφόσον αυτή δεν υφίσταται, η φορολογητέα αξία.

Στην περίπτωση της κτήσης από χαριστική αιτία, θα λαμβάνεται υπόψη η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο οικείος φόρος, δωρεάς ή γονικής παροχής, όπως η αξία αυτή προκύπτει από το οικείο συμβόλαιο(αρχικό ή διορθωτικό του αντίστοιχα) ή την οικεία πράξη προσδιορισμού του αντίστοιχου φόρου δωρεάς ή γονικής παροχής η οποία έχει αποδεδειγμένα οριστικοποιηθεί λόγω αποδοχής της με διοικητικό συμβιβασμό, κατόπιν έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή λόγω παρόδου του χρόνου άσκησης προσφυγής), εφόσον αυτά προσκομίζονται σε θεωρημένα αντίγραφα. Στην περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, θα λαμβάνεται υπόψη η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο οικείος φόρος κληρονομιάς, όπως η αξία αυτή προκύπτει από την οικεία δήλωση φόρου κληρονομιάς, σε θεωρημένο αντίγραφο, (αρχική, τροποποιητική, διορθωτική συμπληρωματική) εκτός εάν προσκομίζεται σε θεωρημένο αντίγραφο η οικεία πράξη προσδιορισμού του αντίστοιχου φόρου κληρονομιάς η οποία έχει αποδεδειγμένα οριστικοποιηθεί λόγω αποδοχής της, λόγω διοικητικού συμβιβασμού ή κατόπιν έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης).

γ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ήτοι στις περιπτώσεις που δεν μπορεί να προσδιοριστεί ή δεν υφίσταται τιμή κτήσης, η τιμή κτήσης υπολογίζεται ως εξής: Τιμή κτήσης ίσον τιμή μεταβίβασης επί τον Δείκτη Τιμών Κατοικιών (ΔΤΚατ) του έτους κτήσης δια του ΔΤΚατ του προηγούμενου της μεταβίβασης έτους. Ως ΔΤΚατ νοείται ο μέσος Δείκτης Τιμών Κατοικιών Αστικών Περιοχών της περιόδου Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου κάθε έτους, όπως ανακοινώνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Αν κατά το χρόνο της μεταβίβασης δεν έχει δημοσιευθεί μέσος ΔΤΚατ, λαμβάνεται υπ’ όψιν ο σχετικός δείκτης του αμέσως προηγούμενου έτους.

Ο ΔΤΚατ ανακοινώνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος και είναι ο πλέον κατάλληλος δείκτης για την αναγωγή της τιμής ενός ακινήτου στο έτος κτήσης του, αφού απεικονίζει το μέσο ετήσιο επίπεδο των τιμών των κατοικιών για τα έτη μετά το 1994 και αποτελεί την καλύτερη προσέγγιση (proxy) για το επίπεδο τιμών των ακινήτων, δεδομένου ότι ο σχετικός τύπος εκτίμησης της αξίας κτήσης ενός ακινήτου χρησιμοποιεί την μεταβολή του μέσου επιπέδου τιμών και ότι οι μεταβολές του επιπέδου τιμών των κατοικιών συμβαδίζουν με τις μεταβολές του επιπέδου των τιμών των κτιρίων, εν γένει, αλλά και της γης, αξία της οποίας ενσωματώνουν. Ο ως άνω Δείκτης επίσης, είναι ο πλέον κατάλληλος και σε σχέση με άλλους Δείκτες ( π.χ. τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ο οποίος απεικονίζει μόνο το επίπεδο τιμών καταναλωτικών αγαθών ή τον Δείκτη Τιμών Ενοικίων, που μόνο έμμεσα και όχι με την ίδια ακρίβεια, καταγράφει την αξία των ακινήτων). Ο Δείκτης Τιμών Κατοικιών ενσωματώνει, επίσης, συγκεκριμένα πλεονεκτήματα, όπως το ότι η κατάρτισή του γίνεται από επίσημο φορέα, το ότι εφαρμόζεται σύγχρονη μεθοδολογία, το ότι υπάρχει έγκαιρη και τακτική δημοσιοποίηση με έκδοση Δελτίων Τύπου σε προκαθορισμένες ημερομηνίες με ελάχιστη χρονική υστέρηση, ενώ γίνεται απογραφική καταγραφή με κάλυψη όλης της χώρας και με ενσωμάτωση ποικίλων χαρακτηριστικών της αξίας των ακινήτων. Αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί με κανένα από του ανωτέρω τρόπους θεωρείται ότι είναι μηδενική.

Με την ανωτέρω περίπτωση προσδιορίζεται η υπεραξία και στις περιπτώσεις μεταβίβασης ακινήτων εφόσον αυτά αποκτήθηκαν τμηματικά και τμήμα/τμήματα αυτών αποκτήθηκαν πριν το έτος 1995.

Τιμή πώλησης σύμφωνα με την ίδια παράγραφο είναι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα κατά το χρόνο της μεταβίβασης (ανεξαρτήτως προσδιορισθείσας φορολογητέας αξίας) ή στην περίπτωση της ανταλλαγής, η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας που αποτελεί το αντάλλαγμα για κάθε συμβαλλόμενο και εφόσον αυτή δεν υφίσταται (λόγω μη εφαρμογής στην οικεία περιφέρεια της αντικειμενικής αξίας), η φορολογητέα αξία.

Οποιαδήποτε δαπάνη που συνδέεται άμεσα με την αγορά ή την πώληση του ακινήτου δεν λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης (ΦΜΑ, συμβολαιογραφικά έξοδα κλπ.) Αυτονόητα, εφόσον δεν λαμβάνονται υπόψη άμεσες δαπάνες, πολλώ μάλλον δεν λαμβάνονται υπόψη και οποιεσδήποτε έμμεσες δαπάνες.

Στην περίπτωση κτίσματος που ανεγέρθηκε με δαπάνες του μισθωτή σε έδαφος κυριότητας τρίτου και περιέρχεται στην κατοχή του τρίτου με τη λήξη ή τη διακοπή της μισθωτικής σχέσης, ως υπεραξία θεωρείται η αντικειμενική αξία του κτίσματος. Ειδικά για μισθωτικές σχέσεις που έχουν συναφθεί πριν την εφαρμογή του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 όπου εφαρμόζονταν οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2238/1994 και εξακολουθούν να υφίστανται και μετά την 1.1.2014, κατά τη λύση ή διακοπή τους, η υπεραξία που θα προκύψει σύμφωνα με τις νέες διατάξεις λαμβάνεται μειωμένη μετά την αφαίρεση του εισοδήματος από ακίνητο το οποίο αποδεδειγμένα δηλώθηκε από τον εκμισθωτή -τρίτο και φορολογήθηκε κατά την προγενέστερη νομοθεσία. Λόγω της φύσης της συγκεκριμένης έννομης σχέσης και περίπτωσης εφαρμόζεται μόνο η ειδικότερη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 41 του ν. 4172/2013 και όχι οι λοιπές διατάξεις σχετικά με τον υπολογισμό του φόρου.

Παράδειγμα: Έστω ότι έχει συναφθεί το 2000 μίσθωση γηπέδου διάρκειας 20 ετών. Η αξία της οικοδομής που ανεγέρθηκε με δαπάνες του μισθωτή είναι 100.000 ευρώ και διαιρείται με τα έτη της μίσθωσης. Με βάση τα παραπάνω ο εκμισθωτής αποκτά ετήσιο εισόδημα από ακίνητα 5.000 ευρώ το οποίο υποχρεωνόταν να δηλώνει μέχρι και τη χρήση 2013. Το 2020 που λήγει η μίσθωση, η υπεραξία που αποκτά ο εκμισθωτής (η αντικειμενική αξία του κτίσματος) μειώνεται κατά 5.000 * 13 έτη= 65.000 ευρώ, εφόσον για το ποσό αυτό έχει υποβληθεί σχετική φορολογική δήλωση κατά τα αντίστοιχα έτη.

6. Χρόνος κτήσης

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 41 ο χρόνος κτήσης είναι ο χρόνος απόκτησης ποσοστού τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος επί της ακίνητης περιουσίας. Με τη διάταξη αυτή προσδιορίζεται ο χρόνος κτήσης του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, δικαιώματος κλπ, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω του ότι υπάρχουν διαφορετικοί-διαδοχικοί χρόνοι κτήσης, δεν δύναται να προσδιοριστεί ακριβές σχετικό χρονικό σημείο, οπότε με βάση τη διάταξη αυτή λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο αποκτήθηκε ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος.

Ως τιμή κτήσης λαμβάνεται το άθροισμα των τιμών ή αξιών των διαδοχικών τίτλων κτήσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι τίτλοι έχουν συνταχθεί μετά την 1.1.1995

Χρόνος κτήσης του ακινήτου που αποκτήθηκε με δικαιοπραξία θεωρείται ο χρόνος σύνταξης του οριστικού συμβολαίου, ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της δικαιοπραξίας κτήσης του.

– Στις ακόλουθες περιπτώσεις ο χρόνος κτήσης προσδιορίζεται ως εξής:

α) επί μεταβίβασης κτίσματος που ανεγέρθηκε, με αυτεπιστασία ή με βάση το σύστημα της αντιπαροχής, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος μετά την παρέλευση πέντε (5) ετών από την ημερομηνία έκδοσης ή δύο (2) ετών από την ημερομηνία (της πρώτης ) ανανέωσης της οικοδομικής άδειας ανέγερσης, εκτός εάν η μεταβίβαση γίνεται εντός των παραπάνω προθεσμιών, οπότε στην περίπτωση αυτή (της μεταβίβασης εντός πενταετίας ή διετίας ) ο χρόνος κτήσης συμπίπτει με εκείνον της μεταβίβασης.

β) επί μεταβίβασης κτίσματος κατόπιν πολεοδομικής τακτοποίησης εξ ολοκλήρου αυθαίρετης κατασκευής, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος που δηλώνεται ως χρόνος ανέγερσης και πιστοποιείται από το μηχανικό στη σχετική αίτηση τακτοποίησης και αν αυτός δεν προκύπτει, η λήξη των χρονικών περιόδων που ορίζονται στο ν. 4178/2013,

γ) επί μεταβίβασης κτίσματος που ανεγέρθηκε κατόπιν πολεοδομικής τακτοποίησης μερικώς αυθαίρετης κατασκευής, ήτοι στην περίπτωση που είτε επί νόμιμου κτίσματος υφίσταται πολεοδομική υπέρβαση (π.χ. αλλαγή χρήσης ) είτε εντός του αυτού ακινήτου υπάρχει εκτός από νόμιμο κτίσμα και αυθαίρετη κατασκευή, ως χρόνος κτήσης θεωρείται ο χρόνος κτήσης του νόμιμου κτίσματος,

δ) επί χρησικτησίας, ως χρόνος κτήσης θεωρείται η αντίστοιχη ημερομηνία του εικοστού πρώτου έτους, πριν από το χρόνο της μεταβίβασης. Ειδικά στην περίπτωση που ο σχετικός χρόνος συμπληρώθηκε πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1994, ως χρόνος κτήσης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου 1995 (παρ. 26 άρθρου 72 ν. 4172/2013). Επισημαίνεται ότι τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση κατά την οποία έχει εκδοθεί ή και μεταγραφεί δικαστική απόφαση αναγνωριστική της κυριότητας λόγω χρησικτησίας.

7. Για τον καθορισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της χρησικτησίας, της προσωπικής δουλείας ή άλλης δουλείας επί του ακινήτου εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 15, 16 και της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια (Ν. 2961/2001).

Κατωτέρω παραθέτουμε τα ποσοστά της αξίας της πλήρους κυριότητας, που έχουν ορισθεί ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή που λαμβάνεται σε ισόβια ή αόριστου χρόνου επικαρπία σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 15 του Ν.2961/2001:

στα 8/10, αν ο επικαρπωτής δεν έχει υπερβεί το 20ό έτος της ηλικίας του,

στα 7/10, αν έχει υπερβεί το 20ό,

στα 6/10, αν έχει υπερβεί το 30ό,

στα 5/10, αν έχει υπερβεί το 40ό,

στα 4/10, αν έχει υπερβεί το 50ό,

στα 3/10, αν έχει υπερβεί το 60ό,

στα 2/10, αν έχει υπερβεί το 70ό και

στο 1/10, αν έχει υπερβεί το 80ό έτος της ηλικίας του.

Σε περίπτωση διάσπασης πλήρους κυριότητας σε επικαρπία και ψιλή κυριότητα (π.χ. μεταβίβαση ψιλής κυριότητας) τόσο ο χρόνος όσο και οι αξίες καθορίζονται κατά το χρόνο διάσπασης. Κριτήριο για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι η ηλικία του επικαρπωτή κατά τον χρόνο της διάσπασης της πλήρους κυριότητας σε ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα. Διευκρινίζεται ότι τυχόν μεταβολή της δεκαετίας για τον υπολογισμό της επικαρπίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης με επαχθή αιτία δεν ασκεί επίδραση στην αξία κτήσης.

Παράδειγμα:
Το 1995 ο Α αποκτά πλήρη κυριότητα ακινήτου. Το 2000 μεταβιβάζει την ψιλή κυριότητα (7/10) στο γιο του Β με γονική παροχή παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία (3/10). Το 2014 πωλείται το ακίνητο από τους δύο κατά πλήρη κυριότητα. Υποβάλλονται δύο δηλώσεις μία από τον επικαρπωτή και μία από τον ψιλό κύριο. Χρόνος κτήσης της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας είναι το 2000.

Η τιμή κτήσης της ψιλής κυριότητας προσδιορίζεται σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παρ. 2 του άρθρου 41 και της επικαρπίας κατά την υπόλοιπη αξία κατά τον ίδιο χρόνο (ήτοι κατά τα υπόλοιπα δέκατα), με αναγωγή στην αξία της πλήρους κυριότητας κατά τον χρόνο της διάσπασης της πλήρους κυριότητας σε ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα

Σε περίπτωση διάσπασης με την ίδια μεταβιβαστική πράξη από επαχθή αιτία ως χρόνος κτήσης λαμβάνεται ο χρόνος κτήσης βάσει τηςπαραγράφου 3 του άρθρου 41.

Παράδειγμα: Κτήση πλήρους κυριότητας το 2000. Πώληση της ψιλής κυριότητας το 2014 η οποία αντιστοιχεί σε 6/10 της πλήρους κυριότητας. Χρόνος κτήσης της ψιλής κυριότητας είναι το 2000. Η τιμή κτήσης της ψιλής κυριότητας υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια (Ν. 2961/2001), δηλαδή με βάση τα δέκατα της πλήρους κυριότητας σύμφωνα με την ηλικία του νυν επικαρπωτή κατά τον χρόνο κτήσης της πλήρους κυριότητας.

Σε περίπτωση συνένωσης της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, ο χρόνος κτήσης της μεταβιβαζόμενης πλήρους κυριότητας καθορίζεται βάσει της ΠΟΛ.1119/25.4.2014 ΑΥΟ (τουλάχιστον 75% της αξίας της πλήρους κυριότητας) και οι τιμή κτήσης προσδιορίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις περιπτώσεις α, β της παρ. 2 του άρθρου 41. Αν δεν ορίζονται, (π.χ. περίπτωση θανάτου επικαρπωτή με ήδη φορολογημένη ψιλή κυριότητα), η αξία κτήσης προσδιορίζεται βάσει της αξίας της ψιλής κυριότητας κατά τον χρόνο απόκτησής της, δηλαδή βάσει του εναπομείνοντος ποσοστού της πλήρους κυριότητας.

Σε περίπτωση διάσπασης της πλήρους κυριότητας σε ψιλή κυριότητα και επικαρπία με την ίδια τη μεταβιβαστική πράξη από επαχθή αιτία, ως χρόνος κτήσης του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος (επικαρπίας, ψιλής κυριότητας) θεωρείται ο αντίστοιχος χρόνος κτήσης της πλήρους κυριότητας.

Παράδειγμα: Κτήση πλήρους κυριότητας το 2000. Πώληση της ψιλής κυριότητας το 2014. Χρόνος κτήσης της ψιλής κυριότητας είναι το 2000. Η τιμή κτήσης της ψιλής κυριότητας υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια (Ν. 2961/2001), δηλαδή με βάση τα δέκατα της πλήρους κυριότητας σύμφωνα με την ηλικία του νυν επικαρπωτή κατά τον χρόνο κτήσης της πλήρους κυριότητας.

8. Απαλλασσόμενο ποσό υπεραξίας

Από την υπεραξία που προκύπτει (μετά την εφαρμογή των συντελεστών απομείωσης) αφαιρείται ποσό μέχρι εικοσιπέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ, εφόσον ο φορολογούμενος διακράτησε το μεταβιβαζόμενο ακίνητο για πέντε τουλάχιστον έτη και επιβάλλεται φόρος στο τυχόν υπόλοιπο ποσό.

9. Μηδενική υπεραξία

α) Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 41, όταν ο προσδιορισμός της υπεραξίας καταλήγει σε αρνητικό ποσό, η υπεραξία θεωρείται μηδενική,

β) Σύμφωνα με την παράγραφο 26 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, σε περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση του άρθρου 41 αφορά δικαίωμα το οποίο αποκτήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1994, η υπεραξία θεωρείται μηδενική.

Και στις δύο ως άνω περιπτώσεις, υποβάλλεται δήλωση, στη δε δεύτερη από τα απαιτούμενα στοιχεία για τον υπολογισμό της φορολογητέας αξίας αναφέρεται μόνο το έτος κτήσης.

Για την πληρέστερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε παραδείγματα υπολογισμού του φόρου υπεραξίας:

1. Το 2005 έγινε αγορά ενός διαμερίσματος έναντι δηλωθέντος τιμήματος 100.000 ευρώ. Πωλείται το 2014 αντί δηλωθέντος τιμήματος 200.000 ευρώ.

Έτη διακράτησης 9, επομένως συντελεστής απομείωσης 86,1% Υπολογισμός : 200.000-100.000= 100.000 ευρώ * 86,1%= 86.100 Από το ποσό αυτό αφαιρείται το ποσό των 25.000 ευρώ γιατί ο πωλητής διακράτησε το διαμέρισμα για τουλάχιστον 5 έτη, οπότε η προκύπτουσα υπεραξία είναι 86.100- 25.000=61.000 ευρώ. Φόρος: 61.000*15%= 9.150 ευρώ.

2. Διαμέρισμα αγοράστηκε το 1999 έναντι δηλωθέντος τιμήματος σε ευρώ 70.000. Το 2014 πωλείται με δηλωθέν τίμημα 170.000 ευρώ. Έτη διακράτησης 15, ο αρχικός συντελεστής απομείωσης 76,4% πολλαπλασιάζεται με 0,8 (παρ.27 άρθρο 72 ν. 4172/2013), οπότε ο τελικός συντελεστής απομείωσης είναι 61,12%. Υπολογισμός: 170.000-70.000=100.000*61,12%=61.120-25.000=36.120 ευρώ Φόρος: 36.120*15%=5.418 ευρώ.

3. Αγορά ακινήτου το 1994 έναντι δηλωθέντος τιμήματος 30.000 ευρώ. Πωλείται το 2014 έναντι δηλωθέντος τιμήματος 80.000 ευρώ. Η τυχόν προκύπτουσα υπεραξία θεωρείται μηδενική επειδή το ακίνητο αποκτήθηκε πριν την 1.1.1995. Υποβάλλεται μηδενική δήλωση φόρου υπεραξίας.

4. Ακίνητο που ανεγέρθηκε με αυτεπιστασία με οικοδομική άδεια ανέγερσης στις 2/2/1995 πωλείται στις 3/1/2014 έναντι δηλωθέντος τιμήματος 300.000 ευρώ. Έτος κτήσης 2/2/2000. Έτη διακράτησης (13 έτη και 11 μήνες) 14 έτη. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 41 η τιμή κτήσης υπολογίζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην περίπτωση γ’. Τιμή κτήσης: Τιμή πώλησης * ΔΤΚατ έτους κτήσης (2000) /ΔΤΚατ του 2013. Δηλαδή: 300.000* 137,7/178,2=231.818,2 ευρώ. Υπεραξία: 300.000-231.818,2=68.181,8 ευρώ . Η υπεραξία αυτή απομειούται με την εφαρμογή συντελεστή απομείωσης 77,9% * 0,8= 62,32% και το ποσό που προκύπτει είναι 68.181,8* 62,32%= 42.490,90 ευρώ. Αφαιρείται τέλος, ποσό 25.000 ευρώ και το τελικό ποσό υπεραξίας είναι 17.490,9 ευρώ Φόρος : 17.490,9* 15%= 2.623,64 ευρώ

5. Το έτος 1990 αποκτάται λόγω γονικής παροχής η ψιλή κυριότητα ενός ακινήτου η οποία αντιστοιχούσε σε 8/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας. Το έτος 2000 απεβίωσε ο επικαρπωτής και ο ψιλός κύριος απέκτησε το 100% της πλήρους κυριότητας του ακινήτου την οποία μεταβιβάζει το 2014 έναντι τιμήματος 100.000 ευρώ. Έτος κτήσης είναι το 1990 γιατί τότε αποκτήθηκε το 75% της αξίας του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος (8/10). Η υπεραξία θεωρείται μηδενική.

6. Η Α αποκτά κατά πλήρη κυριότητα ακίνητο το 2000. Το 2008 η Α μεταβιβάζει με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα στις κόρες της Β και Γ με παρακράτηση της επικαρπίας. Το 2010 η Β’, ιδιοκτήτρια του 50% της ψιλής κυριότητας δωρίζει το ποσοστό της στην αδελφή της Γ’, οπότε η τελευταία αποκτά 100% της ψιλής κυριότητας. Έτος κτήσης της επικαρπίας για την Α το 2008 και για τη Γ έτος κτήσης της ψιλής κυριότητας (τουλάχιστον 75%) είναι το 2010. Για τον υπολογισμό της αξίας ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας ισχύουν όσα αναφέρονται στην παράγραφο 7 της παρούσας.

7. Κτήση της πλήρους κυριότητας ακινήτου με επαχθή αιτία το 2010. Πώληση το 2014 του 50% αυτής. Χρόνος κτήσης του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος είναι το 2010. Η τιμή κτήσης είναι το τίμημα που αναγράφεται στο συμβόλαιο αγοράς μειωμένο κατά 50%.
8. Κτήση αδιαίρετου ποσοστού 50% της πλήρους κυριότητας πριν το 1995 (από οποιαδήποτε αιτία) και του υπολοίπου αδιαίρετου ποσοστού 50% το 2000. Το 2014 πωλείται το 100% της πλήρους κυριότητας. Έτος κτήσης είναι το 2000. Η τιμή κτήσης προσδιορίζεται πλασματικά καθώς ένα ποσοστό της πλήρους κυριότητας είναι εκτός πεδίου εφαρμογής του νόμου.
Σε περίπτωση κτήσης αδιαίρετου ποσοστού 80% πριν το 1995 (από οποιαδήποτε αιτία) και του υπολοίπου 20% το 2000, και πώληση ολοκλήρου το έτος 2014, η υπεραξία θεωρείται μηδενική.

9. Απόκτηση κατά πλήρη κυριότητα γηπέδου ή οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 1500 τμ. σε τρεις διαδοχικές φάσεις, δηλαδή απόκτηση των 500 τ.μ. το 1994, 500 τμ το 1998 και τα υπόλοιπα 500 τ.μ. το 2000. Το 2014 πωλείται το σύνολο του ακινήτου κατά πλήρη κυριότητα. Χρόνος κτήσης: το 2000. Η τιμή κτήσης υπολογίζεται με τον πλασματικό τρόπο (Δείκτης Τιμών Κατοικιών) ,επειδή ένα τμήμα του ακινήτου που μεταβιβάζεται αποκτήθηκε προ του 1995. Αν, αντίθετα και τα τρία τμήματα του ακινήτου αποκτήθηκαν κατά πλήρη κυριότητα μετά την 1.1.1995, τότε για τον υπολογισμό της τιμής κτήσης θα λάβω το άθροισμα των δηλωθέντων τιμημάτων ή αξιών (ανάλογα με την αιτία κτήσης) σύμφωνα με τις περιπτώσεις α’ και β’ του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 41.

10. Αγορά ακινήτου 1980 από συζύγους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από έκαστο. Το έτος 2008 απεβίωσε ο σύζυγος και με διαθήκη του κατέλιπε το ιδανικό του μερίδιο 50% στη σύζυγο. Πώληση ολόκληρου του ακινήτου το έτος 2014. Έτος κτήσης θεωρείται το 2008 και η αξία κτήσης θεωρείται άγνωστη, οπότε υπολογίζεται πλασματικά (Δείκτες Τιμών Κατοικιών), καθότι η απόκτηση μέρους του μεταβιβαζόμενου δικαιώματος από τον σημερινό πωλητή έγινε πριν την 1.1.1995 (δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου).

11α. Κτήση ψιλής κυριότητας πριν το 1995 η οποία αντιστοιχούσε σε 7/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας. Το 2000 συνενώνεται με την επικαρπία λόγω θανάτου του επικαρπωτή. Το 2014 πωλείται η πλήρης κυριότητα. Έτος κτήσης είναι το 2000 (συνένωση ΕΠ κ Ψ Κ). Η τιμή κτήσης θεωρείται άγνωστη και υπολογίζεται με τον πλασματικό τρόπο (Δείκτης Τιμών Κατοικιών).

11 β. Κτήση ψιλής κυριότητας μετά το 1995 με φορολόγηση αυτής. Θάνατος επικαρπωτή το 2000. Τιμή κτήσης θα θεωρηθεί η προκύπτουσα με αντίστοιχη αναγωγή στην υπόλοιπη αξία της πλήρους κυριότητας κατά το χρόνο απόκτησης της ψιλής κυριότητας.
Αντίθετα, επί παραίτησης του επικαρπωτή υπέρ του ψιλού κυρίου με πράξη εν ζωή, τιμή κτήσης της επικαρπίας είναι η προκύπτουσα από την εφαρμογή των γενικών διατάξεων της παρούσας, η οποία θα προστεθεί στην αξία της ψιλής κυριότητας.

12. Αν έχουμε δύο μεταβιβάζοντες οι οποίοι διαθέτουν ποσοστό 50% της πλήρους κυριότητας ακινήτου, ο χρόνος κτήσης εκάστου κρίνεται χωριστά.

13. Πωλείται ακίνητο την 5.5.2014 έναντι δηλωθέντος τιμήματος 200.000 ευρώ για το οποίο ο μεταβιβάζων επικαλείται κτήση με έκτακτη χρησικτησία. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις ως χρόνος κτήσης θεωρείται η αντίστοιχη ημερομηνία του εικοστού πρώτου έτους, πριν από τον χρόνο της μεταβίβασης, δηλαδή η 5.5.1993. Εξαιρετικά, όμως, σύμφωνα με την παράγραφο 26 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, εφόσον ο σχετικός χρόνος συμπληρώθηκε πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1994, ως χρόνος κτήσης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου 1995. Συνεπώς, στο ανωτέρω παράδειγμα χρόνος κτήσης του ακινήτου είναι η 1.1.1995. Ο υπολογισμός της τιμής κτήσης γίνεται πλασματικά.

11. Υποχρεώσεις συμβολαιογράφων

Σύμφωνα με το άρθρο 61 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 62 και της περίπτωσης στ’ τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 64 του ν. 4172/2013 οι συμβολαιογράφοι είναι υπόχρεοι σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 15% επί της προκύπτουσας υπεραξίας.

Επιπλέον, βάσει της παρ. 4 του άρθρου 62 το φυσικό πρόσωπο (πωλητής) που αποκτά υπεραξία από τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 41 καταβάλλει στο συμβολαιογράφο με τραπεζική επιταγή κατά την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης το ποσό του φόρου που αντιστοιχεί στην υπεραξία σύμφωνα με το άρθρο 43 (15%).

Ο φόρος που παρακρατείται, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αποδίδεται από τους συμβολαιογράφους με τραπεζική επιταγή σε διαταγή του Ελληνικού Δημοσίου κατά το χρόνο που ορίζει η παράγραφος 7 του άρθρου 64 του ν. 4172/2013, δηλαδή εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την υπογραφή του συμβολαίου.

12. Εξαιρέσεις από την παρακράτηση (άρθρα 62 και 67Α)

Δεν υπόκειται σε παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την παραπάνω παράγραφο:

1) η υπεραξία που αποκτά ο οικοπεδούχος από κτίσμα που έχει ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητάς του με δαπάνες του μισθωτή και περιέρχεται στην κατοχή του οικοπεδούχου (εκμισθωτή) με τη λήξη ή διακοπή της μισθωτικής σχέσης (περίπτωση εδαφίου β’, παρ. 1 του άρθρου 41). Ο μισθωτής υποχρεούται να δηλώνει το σύνολο των στοιχείων που αφορούν στον προσδιορισμό του φόρου υπεραξίας του κτίσματος που περιέρχεται στην κατοχή του τρίτου. Η δήλωση αυτή συνιστά άμεσο προσδιορισμό του φόρου. Υπόχρεος καταβολής του φόρου είναι ο οικοπεδούχος.

2) η περίπτωση ε’ της παραγράφου 6 του άρθρου 41. Συγκεκριμένα, η μεταγραφή δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 949 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, λόγω μη εκτέλεσης προσυμφώνου μεταβίβασης και η απόκτηση οποιουδήποτε δικαιώματος των περιπτώσεων α’, β’ και δ’ της παραγράφου αυτής με αυτοσύμβαση. Ο αποκτών υποχρεούται να δηλώνει τα στοιχεία που αφορούν στον προσδιορισμό του φόρου υπεραξίας της ακίνητης περιουσίας. Η δήλωση αυτή συνιστά άμεσο προσδιορισμό του φόρου. Υπόχρεος καταβολής του φόρου είναι ο αποκτών.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

Θ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ

0

Αλλαγές στην υπεραξία από τις μεταβιβάσεις ακινήτων από φυσικά πρόσωπα

Ρυθμίστηκαν από τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων όλες οι λεπτομέρειες για την υποβολή του φόρου υπεραξίας και θα μπορούν εφεξής να προχωρούν οι φορολογούμενοι σε μεταβιβάσεις ακινήτων.

Συγκεκριμένα, ο φόρος υπεραξίας θα επιβάλλεται με συντελεστή 15% στο κέρδος που προκύπτει ανάμεσα στην τιμή κτήσης και την τιμή πώλησης κάθε ακινήτου με αφορολόγητο όριο 25.000 ευρώ, συντελεστές απομείωσης ανάλογα με τον χρόνο διακράτησης του ακινήτου και πλήρη απαλλαγή για όσους έχουν αποκτήσει ακίνητα πριν από το 1995 εφόσον τα μεταβιβάσουν εφεξής.

Οι τιμές κτήσης και μεταβίβασης είναι αυτές που αναγράφονται στα συμβόλαια ενώ εάν πρόκειται για ακίνητο το οποίο έχει αποκτηθεί από κληρονομιά η τιμή κτήσης θα υπολογίζεται με βάση τον φόρο κληρονομιάς που είχε καταβληθεί. Σε κάθε άλλη περίπτωση όπου η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προκύψει με βάση δημόσια έγγραφα θα υπολογίζεται με βάση μαθηματικό τύπο λαμβάνοντας υπόψιν τον πληθωρισμό των ετών που έχουν μεσολαβήσει ανάμεσα στην απόκτηση και την πώληση.

δείτε την Εγκύκλιο εδώ
0

Τα παράλογα του Νέου Κώδικα Μετανάστευσης

Όπως είναι γνωστό ψηφίστηκε ήδη ο νέος Κώδικας Μετανάστευσης , σύμφωνα με το Νόμο 4251/2014 και δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) τεύχος Α με αριθμό 80 την 01-04-2014. Ο νόμος αυτός θα τεθεί σε ισχύ δύο μήνες μετά την δημοσίευσή του, ήτοι την 01-06-2014, με εξαίρεση των παραγράφων 11 και 12 του άρθρου 138 (μεταβατικές διατάξεις).

Το πρώτο που διαπιστώθηκε ήταν, ότι είχε εξαλειφθεί από το Νέο Νόμο το άρθρο 19 που υπήρχε στη δημόσια διαβούλευση, κατατέθηκε με νομοσχέδιο στη Βουλή και όριζε τη χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Στο άρθρο αυτό συμπεριλαμβανόταν περιπτώσεις, αρχικής χορήγησης άδειας διαμονής, όπως σε υπηκόους τρίτης χώρας που γεννήθηκαν στην Ελλάδα ή και που φοίτησαν επιτυχώς για έξι έτη στην Ελλάδα έως το 21ο έτος της ηλικίας τους, ή περιπτώσεις μελών οικογένειας Έλληνα πολίτη κλπ.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι παρόλο που το συγκεκριμένο άρθρο έγινε καθολικά αποδεκτό, τόσο από τη νομική κοινότητα που ασχολείται με το δίκαιο των αλλοδαπών, όσο και από τους ίδιους τους υπηκόους τρίτης χώρας, άλλα και από τους Βουλευτές όλων των κομμάτων, πάραυτα δεν συμπεριελήφθη στο νέο Κώδικα Μετανάστευσης.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι τους επόμενους δύο με τρεις μήνες θα κατατεθεί τροπολογία με την οποία θα συμπεριλαμβάνονται οι ανθρωπιστικοί λόγοι στο νέο Μεταναστευτικό Κώδικα.

Ένα άλλο παράλογο του Κώδικα Μετανάστευσης έχει να κάνει με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 138. Συγκεκριμένα, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 12 ορίζει ότι απορριπτικές αποφάσεις ετών 2010 έως 2013 για ελλείποντα ένσημα δύνανται να ανανεωθούν υπό την προϋπόθεση ύπαρξης βιβλιαρίου σε ισχύ και προσωρινής δικαστικής προστασίας κατόπιν αιτήματος ακύρωσης έως την 01-04-2014. Στις διατάξεις αυτές όμως δεν συμπεριλαμβάνονται οι περιπτώσεις απόρριψης αιτήματος μέσα στο διάστημα 01-01-2014 έως 31-03-2014, οι οποίες όμως πληρούν όλες τις άλλες προϋποθέσεις ένταξής τους στο άρθρο 138 παρ. 12, αφήνοντας στην ουσία ένα «κενό» σε αυτό το διάστημα, καθότι οι περιπτώσεις έως και το 2013 ρυθμίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 12, αφετέρου, οι αιτήσεις που έχουν κατατεθεί για άδεια διαμονής είτε πριν είτε μετά την 01-04-2014 και έως την 30-09-2014 δύνανται να ανανεωθούν με βάσει το εδάφιο α’, και σύμφωνα με την εγκύκλιο 12/2014 του ΥΠΕΣ.

Μετά από ερώτημα προς τις αρμόδιες Αρχές, ήδη το Υπουργείο Εσωτερικών έχει λάβει γνώση και από τις ίδιες Αποκεντρωμένες Διοικήσεις Αττικής και Μακεδονίας Θράκης, και σκοπεύει να απαντήσει άμεσα, για την τύχη αυτών των περιπτώσεων. Μάλιστα, έχει εκφραστεί ήδη άποψη από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, πως πιθανότατα, θα μπορεί να διορθωθεί η «αδικία» αυτή και για λόγους Χρηστής Διοίκησης, μέσω αιτημάτων θεραπείας.

Τέλος, εύλογα ερωτήματα θέτουν πολλοί αλλοδαποί, οι οποίοι αν και κατέχουν σήμερα όλες τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στην παράγραφο 12 του άρθρου 138 του Κώδικα Μετανάστευσης, έχουν απορριπτικές αποφάσεις για χορήγηση ή ανανέωση άδειας διαμονής από τις τέως Περιφέρειες τους το 2009 ή και νωρίτερα, ενώ μέχρι και σήμερα κατείχαν προσωρινή δικαστική προστασία. Γιατί δηλαδή να μην μπορούν και αυτοί να ανανεώσουν την άδεια διαμονής τους, εφόσον οι περισσότεροι από αυτούς, από το 2009 που απορρίφθηκε το αίτημα τους, μέσω της προσωρινής δικαστικής προστασίας και τη χορήγηση ειδικής βεβαίωσης νόμιμης διαμονής, εργαζόταν μέχρι σήμερα και ζούσαν καθ’ όλα νόμιμα στην Ελλάδα με όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους. Με την υπάρχουσα κατάσταση, αυτοί θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τη χώρα, αφήνοντας τις εργασίες τους, την ιατροφαρμακευτικής τους περίθαλψη και την επί πολλά χρόνια διαμονής τους στην Ελλάδα.

0
Page 5 of 10 «...34567...»