Απέσυραν μέτρα «ανάσας» για την οικονομική διευκόλυνση των δανειοληπτών

Την 16-11-2012 η κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ με πρώτο τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο κατέθεσε στη Βουλή σχέδιο νόμου, με την ονομασία «Μέτρα για την οικονομική διευκόλυνση των δανειοληπτών» ,όπου προτείνονταν η νομοθέτηση σημαντικών υπέρ των οφειλετών πιστωτικών ιδρυμάτων διατάξεων. Την 01-10-2013 όμως απεσύρθη το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, παρότι στην αιτιολογική έκθεση του υποστηρίζονταν σθεναρά ότι «Σε µια εποχή ύφεσης, ανεργίας, µειωµένης ρευστότητας και µειωµένων εισοδηµάτων, τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις αντιµετωπίζουν µεγάλα προβλήµατα στην εξυπηρέτηση των δανείων τους προς τις τράπεζες….. υπάρχει άµεση ανάγκη για νέες πρόσθετες ρυθµίσεις, που θα διευκολύνουν και θα ανακουφίσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις που αντιµετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες διαβίωσης και µάλιστα κινδυνεύουν µε απώλεια της κατοικίας τους».

Οι ρυθμίσεις που επεδίωκαν ήταν οι εξής:

1) Ρύθμιση των οφειλών, έτσι ώστε ο οφειλέτης να αποδίδει στις τράπεζες μόνο έως το 30% του μηνιαίου ατομικού ή οικογενειακού κατά περίπτωση εισοδήματος και για το σύνολο των δόσεων του.

2) Η ανωτέρω ρύθμιση θα επιμήκυνε ταυτόχρονα και αναλογικά το χρόνο αποπληρωμής των δανείων, με επιτόκιο που δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας προσαυξημένο κατά 2%. Από την υποβολή της αίτησης έως την ένταξη στη ρύθμιση και την εξόφληση των δανείων απαγορεύεται τα πιστωτικά ιδρύματα:

Α)  να καταγγείλουν τη σύμβαση

Β)  να προβαίνουν αυτεπαγγέλτως σε προσημειώσεις ακινήτων

Γ)  να ζητούν τη χορήγηση επιπλέον εμπραγμάτων ασφαλειών

Δ)  να επιβάλλουν επιπρόσθετες προσαυξήσεις, έξοδα ή τόκους υπερημερίας

3) Το επιτόκιο για την αποπληρωμή των καταναλωτικών δανείων και πιστωτικών καρτών που εντάσσονται στη ρύθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 9%

4) Δεν επιτρέπεται ανατοκισμός των κεφαλαιοποιημένων τόκων που προκύπτουν από περιόδους χάριτος.

5) Ληξιπρόθεσμες οφειλές που προέκυψαν την τελευταία τριετία λόγω αποδεδειγμένης μείωσης των εισοδημάτων εντάσσονται στις ανωτέρω ρυθμίσεις.

6) Τροποποιούνταν ορισμένες διατάξεις των υπερχρεωμένων νοικοκυριών με ευνοϊκότερους όρους για τους οφειλέτες.

7) Το ακατάσχετο των τραπεζικών λογαριασμών ανέρχεται σε 1500€ σε ατομικό λογαριασμό και 2000€ σε κοινό λογαριασμό και ορίζεται με βάση το σύνολο των τραπεζικών καταθέσεων του οφειλέτη, με δικαίωμα βούλησης του οφειλέτη προσδιορισμού του τραπεζικού λογαριασμού που θα ισχύσει το ακατάσχετο.

8) Αναστέλλονται από την 1η Ιανουαρίου 2013 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014 οι πλειστηριασμοί, οι οποίοι επισπεύδονται για την ικανοποίηση απαιτήσεων που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 200.000 ευρώ από πιστωτικά ιδρύματα και εταιρίες παροχής πιστώσεων …

Τα ανωτέρω μέτρα, σίγουρα θα είχαν ωφελήσει να ορθοποδήσουν πολλοί οφειλέτες τραπεζικών ιδρυμάτων, άλλα και το κυριότερο να εξαλειφθεί η ψυχολογική πίεση που δέχονται τα τελευταία χρόνια τα ελληνικά νοικοκυριά.

Ερωτώνται οι κύριοι/κυρίες Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, αφενός γιατί απέσυραν το νομοσχέδιο αυτό και αφετέρου τι άλλαξε σε σχέση με την αιτιολογική τους έκθεση και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Δείτε σχετικά στην ιστοσελίδα του Ελληνικού Κοινοβουλίου

0

Αυτή είναι η «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ» του Ελληνικού Κοινοβουλίου!

Την Πέμπτη 12-09-2013 ψηφίστηκε από την Επιτροπή Δικαιοσύνης του Ελληνικού Κοινοβουλίου ο νέος Κώδικας Δικηγόρων, προκειμένω να συνταχθεί έκθεση και να σταλεί προς ψήφιση από την ολομέλεια της Βουλής. Μάλιστα, ο Πρόεδρος της Επιτροπής κ. Βιρβιδάκης, ξεκίνησε την κατ’ άρθρων αγόρευση του Κώδικα, και παρά τις παραινέσεις και τις αντιρρήσεις της κας Κωνσταντοπούλου δήλωνε την έγκριση κατά πλειοψηφία των άρθρων αυτών, και κατά συνέπεια του όλου Κώδικα, ανακοινώνοντας ότι κάθε άρθρο ψηφίστηκε κατά πλειοψηφία, δίχως να έχει ψηφίσει κανείς, σε μία αίθουσα άδεια, όπου επίσης δεν υπήρχε ο κατά το νόμο και κώδικα της Βουλής απαιτούμενος αριθμός βουλευτών.

Δείτε τί εστί «Δημοκρατία» κατά τη σήμερον!

0

Ηλεκτρονική επιτήρηση υποδίκων, καταδίκων και κρατουμένων σε άδεια. Μέρος Β’ – Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Οι τροποποιήσεις του νόμου 4205/2013 (άρθρο 2) στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας:

1. Με το υπό στοιχείο Α. κεφάλαιο προστίθεται στον ενδεικτικό κατάλογο των περιοριστικών όρων , που προβλέπονται στο άρθρο 282 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας , ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση .
2. Με το υπό στοιχείο Β. κεφάλαιο μετά την παράγραφο 2 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται νέα παράγραφος 3 και αναριθμούνται οι παράγραφοι 3,4 και 5 σε 4, 5 και 6 αντιστοίχως. Με το νέο σύνολο ρυθμίσεων ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση τίθεται ανάμεσα στους λοιπούς περιοριστικούς όρους και στο μέτρο της προσωρινής κράτησης ως εξής : Πρώτα εξετάζεται η δυνατότητα να εξυπηρετηθούν οι σκοποί του άρθρου 296 Κ.Π.Δ. με την επιβολή κάποιου από τους υπόλοιπους περιοριστικούς όρους , αν αυτό βέβαια κριθεί απαραίτητο . Στην περίπτωση, και μόνο τότε, που κριθεί αιτιολογημένα ότι οι υπόλοιποι περιοριστικοί όροι δεν επαρκούν και εφόσον συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες σήμερα προϋποθέσεις και περιπτώσεις επιβολής της προσωρινής κράτησης, οι οποίες δεν μεταβάλλονται , τότε αντί για προσωρινή κράτηση επιβάλλεται ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, μόνο εφόσον ο κατηγορούμενος έχει γνωστή διαμονή και εφόσον συναινεί σε αυτό. Ωστόσο, ρητά αποκλείεται η δυνατότητα επιβολής του όρου του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση στις περιπτώσεις υποδίκων για τα κακουργήματα του άρθρου 23 του ν.4139/2013, των άρθρων 187, 187 Α, 336, 338, 339 παράγραφος 1, περίπτωση α’ και β’, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348 Α παράγραφος 4 , 351 Α παράγραφοι 1, περίπτωση α’ και β’ και 3, 380 παράγραφοι 1 εδάφιο δεύτερο και 2 και 299 παράγραφος 1, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση , δεν αναγνωρίστηκαν , κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, ελαφρυντικές περιστάσεις, λόγω της ιδιαίτερα μεγάλης κοινωνικής απαξίας και σοβαρότητας των συγκεκριμένων εγκλημάτων.

 Σκοπός της νέας ρύθμισης

Σκοπός της νέας ρύθμισης είναι να επιβάλλεται προσωρινή κράτηση ως το απολύτως έσχατο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού, μόνο εφόσον ήδη συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες σήμερα προϋποθέσεις και περιπτώσεις επιβολής της και επιπρόσθετα εφόσον είτε κριθεί αιτιολογημένα ότι δεν επαρκεί κανένας περιοριστικός όρος , συμπεριλαμβανομένου πλέον σε αυτούς και του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση , για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296, είτε επαρκεί μεν, αλλά δεν μπορεί να διαταχθεί ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση λόγω έλλειψης συναίνεσης του κατηγορούμενου ή λόγω έλλειψης γνωστής διαμονής του στη χώρα.

Καθίσταται έτσι σαφές ότι ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση είναι μέτρο αποκλειστικά εναλλακτικό προς την προσωρινή κράτηση και επιβάλλεται μόνο αντ’ αυτής και μόνο εφόσον συντρέχουν όλες οι μέχρι σήμερα προϋποθέσεις της και κρίνεται εφικτή η επιβολή του. Πρόκειται για τον πλέον επαχθή περιοριστικό όρο , με τον οποίο περιορίζονται ουσιωδώς μια σειρά από ελευθερίες του κατηγορούμενου και κατά τούτο προσομοιάζει έντονα προς την προσωρινή κράτηση. Σε καμία περίπτωση, επομένως, δεν πρέπει να επιβάλλεται στις περιπτώσεις εκείνες, που θα επαρκούσε κάποιος από τους ήδη προβλεπόμενους ελαφρύτερους περιοριστικούς όρους για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ούτε να επιβάλλεται επιπρόσθετα προς αυτούς.
Κατά τα λοιπά επαναλαμβάνεται ρητά ότι η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί από μόνη της για την επιβολή του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αλλά και της προσωρινής κράτησης, ενώ ορίζεται, στην ίδια δικαιολογητική βάση, ότι μόνη η άρνηση του κατηγορουμένου να συναινέσει στην υποβολή του σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση (που αποτελεί προαπαιτούμενο επιβολής του όρου) δεν τον καθιστά ύποπτο φυγής ή διάπραξης νέων εγκλημάτων και δεν αρκεί για την επιβολή της προσωρινής κράτησης.
Επαναλαμβάνεται επίσης ότι εάν ο κατηγορούμενος παραβιάσει τους περιοριστικούς όρους που του επιβλήθηκαν και τις; σχετικές υποχρεώσεις του , συμπεριλαμβανομένου πλέον και του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και νοούμενων ως συναφών υποχρεώσεών του και το να αποφεύγει κάθε επέμβαση, καταστροφή ή έστω φθορά του σχετικού εξοπλισμού και αλλοίωση των συλλεγόμενων δεδομένων, είναι δυνατή η αντικατάσταση του περιοριστικού όρου με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 298 Κ.Π.Δ.

Εφαρμογή στους Ανήλικους

Ορίζεται ότι οι ως άνω ρυθμίσεις αφορούν και ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας τους, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορούνται απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Στην περίπτωση αυτή η έγγραφη συναίνεση πρέπει να δοθεί και από τους ασκούντες την επιμέλεια του ανηλίκου και από τον ίδιο. Ορίζονται επίσης τα χρονικά όρια, καθώς και τίθεται η γενική αρχή ότι εφόσον παραβιαστεί από τον ανήλικο ο όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, τότε επιβάλλεται, ως μόνο εναπομείναν μέσο, η προσωρινή κράτηση.

Νομοθετικός Ορισμός

Με το υπό στοιχείο Ε. κεφάλαιο διορθώνεται ο τίτλος του άρθρου 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας από το σημερινό «Ένταλμα προσωρινής κράτησης» στο συνεπέστερο με το περιεχόμενο του άρθρου «Διαδικασία μετά την απολογία» , ενώ, με το υπό στοιχείο ΣΤ. κεφάλαιο προστίθεται νέο άρθρο αριθμούμενο μετά το άρθρο 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ως άρθρο 283Α με τίτλο «Άρθρο 283Α. Κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση». Το νέο άρθρο τίθεται μετά από το άρθρο 283 που περιγράφει τι ακολουθεί την απολογία του κατηγορουμένου και ορίζει την πιθανή αντιμετώπισή του και πριν από το άρθρο 284 που ορίζει τη διαδικασία και τις λεπτομέρειες της προσωρινής κράτησης. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται και πάλι σαφές ότι ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση έπεται των λοιπών όρων στη σειρά αντιμετώπισής τους ως ενδεχόμενων, αλλά προηγείται πάντα της εξέτασης του ενδεχομένου επιβολής προσωρινής κράτησης.
Κρίθηκε απαραίτητο να δοθεί νομοθετικός ορισμός του εν λόγω περιοριστικού όρου και των σχετικών με αυτό υποχρεώσεων του κατηγορούμενου, ήτοι να παραμένει αυτός διαρκώς στην κατοικία του όπως αυτή ορίστηκε στην ανακριτική διάταξη, να αποφεύγει οποιαδήποτε επέμβαση στον ηλεκτρονικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται από την αρμόδια αρχή για να παρακολουθεί την θέση του και να τηρεί σχετικό αρχείο, όπως και οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση των συλλεγόμενων συναφών δεδομένων. Η τήρηση του αρχείου γίνεται με σκοπό αφενός να διασφαλίζεται η τήρηση των υποχρεώσεων του , επιτηρούμενου και αφετέρου για την αποτροπή τέλεσης νέων εγκλημάτων και για την εξιχνίασή τους, εφόσον τελεστούν από τον ίδιο τον επιτηρούμενο ή τρίτον συμμέτοχο. Η χρήση των όρων «όργανο» και «υπηρεσία» έχει ως σκοπό και τον τονισμό του δημόσιου χαρακτήρα τους, ενώ οι ειδικότερες λεπτομέρειες θα οριστούν με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως προβλέπεται σε άλλο άρθρο του παρόντος νομοσχεδίου.
Περαιτέρω, ορίζεται ότι ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αντιμετωπίζεται όπως ακριβώς η προσωρινή κράτηση σε σχέση με την διάρκεια, τα ανώτατα όρια, την εξακολούθηση ή διακοπή του και την επανεξέτασή του στα προβλεπόμενα χρονικά διαστήματα, με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 287 και 288 του Κ.Π.Δ .. Κατά συνέπεια και οι σχετικές υποθέσεις πρέπει να προσδιορίζονται και να εκδικάζονται κατά προτεραιότητα, όπως των προσωρινά κρατουμένων.

Κόστος της επιτήρησης 

Ορίζεται ως κανόνας ότι το κόστος της επιτήρησης επιβάλλεται στον επιτηρούμενο και προκαταβάλλεται για χρονικό διάστημα μέχρι έξι μήνες, καθώς τότε προβλέπεται η επανεκτίμηση από το αρμόδιο Συμβούλιο ως προς την συνέχιση του μέτρου. Μέχρι να προκαταβληθούν τα έξοδα, τα οποία θα καθοριστούν ειδικότερα με το ως άνω εκδοθησόμενο προεδρικό διάταγμα, δεν τοποθετείται ο εξοπλισμός και ο κατηγορούμενος κρατείται, ενώ αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία επιβάλλεται πλέον προσωρινή κράτηση ως μόνη εναλλακτική λύση, καθώς για να επιβληθεί ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση έχει ήδη κριθεί ότι δεν επαρκούν οι λοιποί λιγότερο επαχθείς περιοριστικοί όροι. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μπορούν κατ’ εξαίρεση να επιβληθούν τα σχετικά έξοδα στο Δημόσιο αν κριθεί αιτιολογημένα ότι ο επιτηρούμενος αδυνατεί να τα καταβάλει. Προς τούτο πρέπει να χρησιμοποιούνται σχετικά εισοδηματικά, περιουσιακά και οικογενειακά κριτήρια και κάθε πρόσφορο αποδεικτικό μέσο. Προβλέπεται επίσης η απόδοση της διαφοράς σε εκείνον που προκατέβαλε τα έξοδα αν για οποιοδήποτε λόγο δεν συμπληρώσει το προβλεπόμενο διάστημα επιτήρησης.
Αφού καταβληθούν τα έξοδα ή απαλλαγεί από αυτά ο επιτηρούμενος, προβλέπεται να οδηγηθεί χωρίς αναβολή στο πλησιέστερο αρμόδιο όργανο για την προσαρμογή και ενεργοποίηση του τεχνικού μέσου επιτήρησης, για την οποία συντάσσεται έκθεση και στη συνέχεια οδηγείται στο προκαθορισμένο μέρος της οικίας του. Πάντως, η διάρκεια του κατ’ οίκον περιορισμού θεωρείται ότι έχει αρχίσει από την ημέρα έκδοσης της διάταξης επιβολής του.

Κατ’ οίκον περιορισμός κατά τη διάρκεια αναστολής της έφεσης

Τέλος , τροποποιείται η παράγραφος 7 του άρθρου 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ώστε εάν στο δικονομικό αυτό στάδιο
(ανασταλτική δύναμη της έφεσης, με επιβολή περιοριστικών όρων) επιβληθεί στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο ο όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, να εφαρμόζονται ως προς τα, πρακτικά ζητήματα της εφαρμογής του αντίστοιχα και τα οριζόμενα στο άρθρο 283Α, με την εξαίρεση της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, που ορίζει την διάρκεια, τα ανώτατα όρια, την εξακολούθηση ή διακοπή του και την επανεξέτασή του στα προβλεπόμενα χρονικά διαστήματα με ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 287 και 288 του Κ.Π.Δ., που όμως μπορούν να έχουν εφαρμογή μόνο στην προδικασία και όχι στο παρόν στάδιο. Κατά τα λοιπά ισχύει ό,τι θα ίσχυε και για τους λοιπούς τυχόν επιβαλλόμενους από το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο περιοριστικούς όρους.

Νομοθετική Επιτροπή για την ηλεκτρονική επιτήρηση

Η Επιτροπή αποφάσισε το άρθρο 2 κατά πλειοψηφία. Η άποψη της μειοψηφίας ήταν ότι η ηλεκτρονική επιτήρηση με τη μορφή μιας πρόσθετης, ενδιάμεσης επιλογής μεταξύ προσωρινής κράτησης και περιοριστικών όρων ή εναλλακτικής της προσωρινής κράτησης πρέπει να αποκρουσθεί με επιχειρηματολογία που παραπέμπει σε γενικές γραμμές και τηρουμένων των αναλογιών σε όσα αναφέρθηκαν και κατά τη συζήτηση για την απόλυση υπό όρο, στο άρθρο 1 του παρόντος. Αντί αυτών πρότεινε να θεωρήσουμε ότι η ηλεκτρονική επιτήρηση είναι μέτρο λειτουργικά ισοδύναμο με την προσωρινή κράτηση, οπότε πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για να την αντικαθιστά όπου δεν τίθεται ζήτημα επιβολής περιοριστικών όρων. Κατά τα λοιπά, η μειοψηφία επανέλαβε τις απόψεις που διατύπωσε και κατά τη συζήτηση για την απόλυση υπό όρο όσον αφορά την επέκταση του ιστού του ποινικού ελέγχου και την περαιτέρω επιβάρυνση του συστήματος της ποινικής καταστολής.

Κατ’ άρθρο νομοθετικές διατάξεις:

Άρθρο 2
Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Α. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται η φράση «και ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση».

Β. Στο άρθρο 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μετά την παράγραφο 2 προστίθεται νέα παράγραφος με αριθμό 3 ως εξής, αναριθμουμένων των λοιπών παραγράφων σε 4, 5 και 6 αντιστοίχως :
«3. α) Κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση , όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 283 Α. , επιβάλλεται μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 και κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι άλλοι περιοριστικοί όροι δεν επαρκούν για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 296, υπό την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα, έχει γνωστή διαμονή στη χώρα και:
αα) έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή για παραβίαση περιορισμών διαμονής και από την συνδρομή ενός εκ των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του, ή
ββ) κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη του για ομοειδή αξιόποινη πράξη, να διαπράξει και
άλλα εγκλήματα.
β) Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στον νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή εάν το έγκλημα τελέσθηκε κατ• εξακολούθηση ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, μπορεί να διαταχθεί ο κατ’ οίκον περιορισμός του με ηλεκτρονική επιτήρηση και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης και την εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου, κρίνεται αιτιολογημένα, ότι το μέτρο αυτό παρέχει βάσιμα την προσδοκία ότι ο τελευταίος δεν θα διαπράξει άλλα εγκλήματα. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε καταδίκους για τα κακουργήματα του άρθρου 23 του ν.4139/2013, των άρθρων 187, 187 Α, 336, 338, 339 παράγραφος 1, περίπτωση α’ και β’, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348 Α παράγραφος 4 , 351 Α παράγραφοι 1, περίπτωση α’ και β’ και 3, 380 παράγραφοι 1 εδάφιο δεύτερο και 2 και 299 παράγραφος 1, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση , δεν αναγνωρίστηκαν κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, ελαφρυντικές περιστάσεις.
γ) Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιβληθεί κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση του κατηγορουμένου και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, αν προκύπτει σκοπός φυγής του με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στην περίπτωση α’ και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου. Στην περίπτωση αυτή, το ανώτατο όριο διάρκειας του περιοριστικού όρου είναι έξι, μήνες.
δ) Μόνο η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση . Κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ‘δεν διατάσσεται χωρίς να προηγηθεί σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου . Μόνο το γεγονός της μη υποβολής τέτοιου αιτήματος από τον τελευταίο δεν τον καθιστά δίχως άλλο ύποπτο φυγής ή διάπραξης νέων εγκλημάτων και αυτό δεν αρκεί για την επιβολή της προσωρινής κράτησης.
ε) Εάν ο κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν σχετικά με τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση , είναι δυνατή η αντικατάστασή τους με προσωρινή κράτηση κατά το άρθρο 298. Σε περίπτωση όμως τέλεσης από τον κατηγορούμενο του εγκλήματος του άρθρου 173 Α., ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση αντικαθίσταται με προσωρινή κράτηση.
στ) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορείται, όταν τελείται από ενήλικο, απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Στην περίπτωση αυτή ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες και μπορεί να παρατείνεται μόνο για τρεις μήνες από το δικαστήριο, στην περίπτωση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 291. Το αίτημα για κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση υποβάλλεται σωρευτικά από τον ανήλικο κατηγορούμενο και από εκείνον που έχει την επιμέλειά του. Εάν ο ανήλικος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν σχετικά με τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή τελέσει το έγκλημα του άρθρου 173 Α. , είναι δυνατή η αντικατάστασή του με προσωρινή κράτηση».

Γ. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής :
«Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί : α) για κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση , όταν το μέτρο αυτό δεν επαρκεί ή δεν μπορεί να επιβληθεί λόγω έλλειψης γνωστής διαμονής του κατηγορουμένου στη χώρα ή λόγω μη υποβολής από τον τελευταίο σχετικού αιτήματος να υποβληθεί σ’ αυτό και β) για περιοριστικούς όρους – εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι τα υπό στοιχεία α και β μέτρα δεν επαρκούν – εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού , μόνον αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή για παραβίαση περιορισμών διαμονής και από την συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, να διαπράξει και άλλα εγκλήματα».

 

Δ. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής :
«6. Η παράγραφος 4 εφαρμόζεται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, εφόσον η πράξη για την οποία κατηγορείται απειλείται στο νόμο με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών».

 

Ε. 1. Ο τίτλος του άρθρου 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται με τον τίτλο:

«Διαδικασία μετά την απολογία».
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής :
«1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 282 ο ανακριτής , αμέσως μετά την απολογία του κατηγορουμένου , μπορεί να τον αφήσει ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη που να του θέτει περιοριστικούς όρους ή , αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου , να εκδώσει διάταξη επιβολής κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση ή, αν τα ανωτέρω μέτρα δεν επαρκούν , να εκδώσει ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο ένταλμα προσωρινής κράτησης , αφού προηγουμένως και σε κάθε περίπτωση λάβει τη γραπτή σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα».

 

ΣΤ. Μετά το άρθρο 283 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 283Α ως εξής:

«Άρθρο 283Α
Κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση
1. Ως «κατ’ οίκον περιορισμός» νοείται η επιβολή στον κατηγορούμενο της υποχρέωσης να μην εξέρχεται από συγκεκριμένο και ειδικά ορισμένο στην διάταξη του ανακριτή κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων, που αποδεδειγμένα συνιστά τον τόπο διαμονής ή κατοικίας του. Για τον σκοπό αυτό ο κατηγορούμενος επιτηρείται με την χρήση πρόσφορων ηλεκτρονικών μέσων. Ο κατηγορούμενος υποχρεούται να μην επεμβαίνει ή επιδρά καθ’ οιονδήποτε τρόπο στα ηλεκτρονικά μέσα και στα συναφή με την επιτήρηση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Αρμόδια υπηρεσία παρακολουθεί και καταγράφει μέσω συστήματος γεωεντοπισμού μόνο την γεωγραφική θέση του κατηγορούμενου και τηρεί σχετικό αρχείο.
2. Ως προς την διάρκεια ισχύος του μέτρου του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και τη διαδικασία άρσης, εξακολούθησης ή παράτασής της εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στα άρθρα 287 και 288 ΚΠΔ .
3. Το κόστος των ηλεκτρονικών μέσων επιτήρησης φέρει ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4. Για τον σκοπό αυτό με την διάταξη του ανακριτή επιβάλλεται η υποχρέωση προκαταβολής των εξόδων επιτήρησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Σε περίπτωση παράτασης της διάρκειας του μέτρου κατά το άρθρο 287, επιβάλλεται με το σχετικό βούλευμα η προκαταβολή των επιπλέον εξόδων. Αν για οποιονδήποτε λόγο αρθεί ή αντικατασταθεί το μέτρο πριν από την συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος για το οποίο έχουν προκαταβληθεί τα έξοδα, τότε με τη σχετική απόφαση, διάταξη ή βούλευμα διατάσσεται η απόδοση της διαφοράς σε εκείνον που τα προκατέβαλε. Αν ο κατηγορούμενος αθωωθεί, καταδικασθεί ή παύσει η εναντίον του ποινική δίωξη, εφαρμόζεται ως προς την διαφορά αντίστοιχα το άρθρο 303.
Σε περίπτωση μη προκαταβολής των εξόδων εντός της χορηγηθείσας από τον ανακριτή προθεσμίας, ο τελευταίος, μετά από πρόταση του εισαγγελέα, επιβάλλει προσωρινή κράτηση, εκτός εάν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος στερείται την οικονομική δυνατότητα να τα καταβάλει, οπότε τα έξοδα επιβάλλονται στο Δημόσιο.
Εκείνος σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε το μέτρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση κρατείται μέχρι να προκαταβληθούν τα σχετικά έξοδα που του επιβλήθηκαν. Αφού καταβληθούν αυτά, οδηγείται στο αρμόδιο όργανο για την προσαρμογή του τεχνικού μέσου επιτήρησης, μαζί με την σχετική διάταξη του ανακριτή. Εάν στη δικαστική περιφέρεια, στην οποία επιβλήθηκε το μέτρο , δεν είναι αυτό δυνατόν, ο κατηγορούμενος οδηγείται χωρίς αναβολή στην πλησιέστερη δικαστική περιφέρεια, στην οποία λειτουργεί αρμόδιο όργανο. Αφού προσαρμοσθεί και ενεργοποιηθεί ο τεχνικός εξοπλισμός για την ηλεκτρονική επιτήρηση, οδηγείται στο προκαθορισμένο κτίριο ή σύμπλεγμα κτιρίων και συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο της οποίας εντάσσεται στην δικογραφία. Η διάρκεια του κατ’ οίκον περιορισμού αρχίζει από την ημέρα έκδοσης της διάταξης επιβολής του.»

Στην παράγραφο 7 του άρθρου 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται εδάφιο τελευταίο ως εξής:

«Εάν στον κατηγορούμενο επιβληθεί ο περιοριστικός όρος του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση , εφαρμόζονται αντίστοιχα και τα οριζόμενα στο άρθρο 283 Α. , με την εξαίρεση της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου».

Ενημέρωση 08-10-2013:

Το κάτωθι νομοσχέδιο βρίσκεται στη διαδικασία της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, στο στάδιο της δεύτερης ανάγνωσης, όπου θα συνεδριάσει την 10-10-2013

0

Ηλεκτρονική επιτήρηση υποδίκων, καταδίκων και κρατουμένων σε άδεια. Μέρος Α’ – Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα

Δημοσιοποιήθηκε ο νόμος 4205/2013 (ΦΕΚ Α 242/06-11-2013) για την ηλεκτρονική επιτήρηση.

Νωρίτερα, με την  αριθ.  64062/27.9.2012  απόφαση  του Υπουργού  Δικαιοσύνης,  Διαφάνειας  και ‘Ανθρωπίνων  Δικαιωμάτων συνεστήθη ειδική  νομοπαρασκευαστική  επιτροπή  για  την επεξεργασία  σχεδίου  νόμου  για  τα  μέσα  ηλεκτρονικής επιτήρησης σε υπόδικους, κατάδικους και κρατούμενους σε άδεια.

Το πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε η Επιτροπή, όπως καθορίστηκε με τη σχετική υπουργική απόφαση, περιλάμβανε τρία πεδία αναφοράς, ένα από τον χώρο της ποινικής δικονομίας, ένα από τον χώρο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και ένα από τον χώρο του σωφρονιστικού δικαίου. Ζητούμενο για την Επιτροπή ήταν να  εισηγηθεί τρόπους εφαρμογής της ηλεκτρονικής επιτήρησης στο πλαίσιο των μέτρων δικονομικού καταναγκασμού,  της  απόλυσης  υπό όρο  και των αδειών κρατουμένων  με σκοπό την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης.

Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στο Κοινοβούλιο την 13-09-2013 προέβλεπε την δυνατότητα έκτισης της ποινής κατ’ οίκον και με ηλεκτρονική παρακολούθηση του κρατούμενου, εφ΄όσον έχει εκτίσει τα 2/5 της ποινής ή (για περιπτώσεις ισόβιας κάθειρξης) τουλάχιστον 14 χρόνια. Σε περίπτωση που εκτίει πολλαπλές ποινές, το ελάχιστο όριο κάθειρξης εντός σωφρονιστικού καταστήματος είναι τα 17 χρόνια. Του ευεργετήματος εξαιρούνται οι κατάδικοι για κακουργήματα ιδιαίτερα ειδεχθή και επιβλαβή για τη δημόσια ασφάλεια – η μεγαλεμπορία ναρκωτικών, η εσχάτη προδοσία, η σύσταση συμμορίας και η τρομοκρατική δράση, ο βιασμός, η κατάχρηση σε ασέλγεια, η παιδεραστία, η κατ’ επάγγελμα ή συνήθεια παιδική πορνογραφία, η εκπόρνευση ανηλίκου, η ένοπλη ληστεία και η ανθρωποκτονία από πρόθεση (εφ’ όσον στην περίπτωση αυτή επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη).
Ειδικότερα σύμφωνα με το νόμο 4205/2013:

Άρθρο 1
Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα

  • άρθρο 110Β - Απόλυση καταδίκων υπό τον όρο του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση

    Με την προσθήκη στον Ποινικό Κώδικα του άρθρου 110 Β εισάγεται ο θεσμός της απόλυσης καταδίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 283Α ΚΠΔ. Σκοπός του θεσμού αυτού είναι να συμβάλει στην αποσυμφόρηση των φυλακών από ήδη κρατούμενους σε αυτές καταδίκους χωρίς κινδύνους για τη δημόσια ασφάλεια.

    Κατά τα οριζόμενα στην πρώτη παράγραφο η απόλυση του παρόντος άρθρου δύναται να χορηγηθεί μόνο σε κατάδικο που εκτίει ποινή πρόσκαιρης ή ισόβιας κάθειρξης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα. Το δικαίωμα για χορήγηση της απόλυσης του παρόντος άρθρου προηγείται   χρονικά σημαντικά σε σχέση με την απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 105. Επίσης, σε αντίθεση με την απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 105, η απόλυση του άρθρου αυτού προϋποθέτει προηγούμενη αίτηση του καταδίκου και δεν εξετάζεται από το Δικαστικό Συμβούλιο αυτεπαγγέλτως. Ωστόσο , ρητά αποκλείεται η απόλυση καταδίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, στις περιπτώσεις των κακουργημάτων του άρθρου 23 του ν.4139/2013, των άρθρων 187, 187 Α, 336, 338, 339 παράγραφος  1, περίπτωση α’ και β’ , 342 παράγραφοι  1 και 2, 348 Α παράγραφος 4 , 351 Α Παράγραφοι  1, περίπτωση  α’ και β’ και 3, 380 παράγραφοι  1 εδάφιο δεύτερο και 2 και 299 παράγραφος 1, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη.

    Άρθρο 110Β – Απόλυση καταδίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση.

     

    1. Όσοι καταδικάσθηκαν σε ποινή στερητική της ελευθερίας, μπορούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, να απολυθούν υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 283Α ΚΠΔ, εφ όσον έχουν εκτίσει:

    α) προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη, τα 2/5 της ποινής τους,

    β) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον 14 έτη.

    Στην περίπτωση που συντρέχουν σωρευτικά περισσότερες ποινές, ο κατάδικος πρέπει να έχει εκτίσει το άθροισμα των τμημάτων των ποινών που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και β’. Σε κάθε περίπτωση ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί, εάν έχει εκτίσει 17 έτη , ακόμη και όταν το παραπάνω άθροισμα υπερβαίνει το όριο αυτό. Ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά το ν. 2058/1952. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε καταδίκους για τα κακουργήματα του άρθρου 23 του ν.4139/2013, των άρθρων 187, 187 Α, 336, 338, 339 παράγραφος 1, περίπτωση α’ και β’, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348 Α παράγραφος 4, 351 Α παράγραφοι 1, περίπτωση α’ και β’ και 3, 380 παράγραφοι 1 εδάφιο δεύτερο και 2 και 299 παράγραφος 1, εφόσον, στην τελευταία  περίπτωση  , δεν  αναγνωρίστηκαν  ,  κατά  την  επιμέτρηση  της  επιβληθείσας ποινής, ελαφρυντικές περιστάσεις.]

     

    Στη  δεύτερη  παράγραφο  ορίζεται  ο  ελάχιστος  πραγματικός  χρόνος  παραμονής  του καταδίκου στο κατάστημα κράτησης, προκειμένου ο κατάδικος να αποκτήσει το δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για την απόλυση του παρόντος άρθρου. Οι χρονικές προϋποθέσεις έκτισης (παρ. 1) και ο ελάχιστος πραγματικός χρόνος παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα (παρ. 2) πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά.

    [2. Στην περίπτωση της πρόσκαιρης κάθειρξης ο κατάδικος θα πρέπει να έχει παραµείνει στο σωφρονιστικό κατάστηµα για χρονικό διάστηµα ίσο µε το ένα πέµπτο (1/5 ) της ποινής που του επιβλήθηκε, στη δε περίπτωση της ισόβιας κάθειρξης για χρονικό διάστηµα ίσο µε δώδεκα (12) έτη. Το χρονικό διάστηµα του ενός πέµπτου (1/5) ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης των δώδεκα (12) ετών, προσαυξάνεται κατά το ένα πέµπτο των λοιπών ποινών, που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση, όµως, ο κατάδικος µπορεί να απολυθεί, εάν έχει εκτίσει πραγµατικά στο σωφρονιστικό κατάστηµα δεκατέσσερα (14) έτη. Για την απόλυση του κρατουµένου κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν απαιτείται να έχει καταστεί η καταδίκη αµετάκλητη. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρµόζονται σε καταδίκους για το έγκληµα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 5 του ν. 2058/1952 ή για το έγκληµα της ανθρωποκτονίας µε πρόθεση της παραγράφου 1 του άρθρου 299 Π.Κ., εφόσον η πράξη αυτή τελέσθηκε εναντίον υπαλλήλου κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του.]

     

    Στην τρίτη παράγραφο  ορίζεται  ότι ο απολυθείς  κατ’ άρθρο  110  έχει το δικαίωμα να εξέρχεται της  οικίας του προκειμένου να εργάζεται, να εκπαιδεύεται, να καταρτίζεται επαγγελματικά, να συμμετέχει σε προγράμματα συντήρησης ή απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ ή και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που του έχουν υποβληθεί. Οι προαναφερόμενες έννοιες θα πρέπει να ερμηνεύονται με ευρύτητα έτσι ώστε να εντάσσονται σε αυτές όλες εκείνες οι δραστηριότητες που δύνανται να συνιστούν μία επωφελή για τον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του καταδίκου ενασχόληση. Επίσης ορίζονται οι διαδικασίες και τα αρμόδια όργανα για τον προσδιορισμό, την τροποποίηση του προγράμματος απουσίας από την οικία και την επιβολή και τροποποίηση λοιπών υποχρεώσεων. Δεν τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της απόλυσης του παρόντος άρθρου η προηγούμενη εύρεση εργασίας, η ένταξη σε πρόγραμμα εκπαίδευσης κλπ. Μετά από τη χορήγηση της απόλυσης, όλα τα παραπάνω θέματα ρυθμίζονται με εισαγγελική διάταξη προκειμένου να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ευέλικτης προσαρμογής στις ανάγκες του εκάστοτε απολυθέντος καταδίκου.

    Παράλληλα, με την εργασία, την εκπαίδευση κ.λ.π. και τον προκαθορισμό (με βούλευμα ή διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών) του ημερήσιου και εβδομαδιαίου προγράμματός του, ο κατάδικος αποκτά μια ζωή δομημένη σε δικαιώματα και υποχρεώσεις σε καθεστώς ελευθερίας.

     

    [3. Ο απολυθείς σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου επιτρέπεται να ευρίσκεται προκαθορισμένες ώρες της ημέρας εκτός του τόπου του κατ’ οίκον περιορισμού του αποκλειστικά για λόγους εργασίας, εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης, συμμετοχής του σε εγκεκριμένο πρόγραμμα συντήρησης ή απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ ή και εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που του έχουν επιβληθεί. Οι ώρες απουσίας του καταδίκου από τον τόπο του κατ’ οίκον περιορισμού του και το σύνολο των υποχρεώσεών του καθορίζονται είτε με το βούλευμα που διέταξε την απόλυσή του είτε μετά τη χορηγηθείσα απόλυση, με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Με διάταξή του, ο ίδιος Εισαγγελέας είτε κατόπιν αίτησης του καταδίκου είτε αυτεπάγγελτα, αποφασίζει για την αλλαγή του τόπου του κατ’ οίκον περιορισμού, την τροποποίηση του προγράμματος των ωρών απουσίας του καταδίκου από αυτόν και την επιβολή ή τροποποίηση των υποχρεώσεων του τελευταίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 106 παράγραφος 2.]

     

    Στις παραγράφους 4 και 5 ορίζονται οι λόγοι δυνητικής ανάκλησης και υποχρεωτικής άρσης της χορηγηθείσας απόλυσης του παρόντος άρθρου. Δυνητικοί λόγοι ανάκλησης είναι οι αναφερόμενοι  στην  παράγραφο  4  και  υποχρεωτικοί  λόγοι  άρσης  της  απόλυσης  οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 5 , οι οποίοι προϋποθέτουν την αμετάκλητη καταδίκη για ποινικά αδικήματα. Το Συμβούλιο, στην περίπτωση των δυνητικών λόγων ανάκλησης, οφείλει κατ’ αρχάς να εξετάζει τη δυνατότητα μη ανάκλησης της χορηγηθείσας απόλυσης διά της επιβολής πρόσθετων υποχρεώσεων στο κατάδικο, την τροποποίηση των υφιστάμενων υποχρεώσεών του και του προγράμματος απουσίας του από τον τόπο περιορισμού του, την αλλαγή αυτού κ.λπ. Μόνο εάν πιθανολογείται ότι ο κρατούμενος δεν θα τηρήσει εκ νέου τις υποχρεώσεις του ανακαλείται η χορηγηθείσα απόλυση.

    [4. Η απόλυση του καταδίκου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου μπορεί να ανακληθεί, όταν ο κατάδικος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν και πιθανολογείται ότι ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των υποχρεώσεών του, του τρόπου και των εν γένει συνθηκών που αυτή συντελέστηκε, δεν παρέχει την προσδοκία ότι θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του στο μέλλον. Σε περίπτωση ανάκλησης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο κατάδικος διατηρεί, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105.]

     

    Στην παράγραφο  5 ορίζεται  η υποχρεωτική άρση της απόλυσης, ενόψει των σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται για την εκτιόμενη ποινή η τέλεση των παραπάνω πράξεων, προκρίνεται οι συνέπειες να επέρχονται μετά τη νέα αμετάκλητη καταδίκη, παρά το ενδεχόμενο να δημιουργείται «χρονική ασυνέχεια» μεταξύ της απόλυσης κατ’ άρθρο 1108 και της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105.

    Ο κατάδικος έχει υψηλό κίνητρο να τηρήσει τις υποχρεώσεις του και να συμπεριφέρεται νόμιμα, σε διαφορετική περίπτωση ο κατάδικος διατρέχει τον κίνδυνο να επιστρέψει στο κατάστημα κράτησης με δυσμενείς για τον ίδιο συνέπειες . Ταυτόχρονα ο κατάδικος αναμένει – σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα – την κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου για τη χορήγηση της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105 , η οποία σε σημαντικό βαθμό θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά που επέδειξε κατά το χρόνο δοκιμασίας του.

    Σε κάθε περίπτωση η εν γένει διαγωγή του καταδίκου λαμβάνεται υπ’ όψιν, ανεξαρτήτως αμετάκλητης ή μη καταδίκης, από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών κατά την έκδοση βουλεύματος για τη χορήγηση ή μη της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105.

    [5. Η απόλυση του καταδίκου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αίρεται, όταν ο κατάδικος, κατά το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παράγραφο 6, τελέσει: α) κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης  τουλάχιστον έξι (6) μηνών, για το οποίο καταδικάστηκε αμετακλήτως ή β) το αδίκημα του άρθρου 173Α. Σε περίπτωση άρσης της απόλυσης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο κατάδικος στην περίπτωση αυτή δικαιούται να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105, αφού παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 105 παράγραφος 1 περιπτώσεις β΄ και γ΄. Δεν εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, εάν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί στον κατάδικο η απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 105, χωρίς να έχει ανακληθεί, με αποτέλεσμα η ποινή για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση να θεωρείται ότι έχει ήδη εκτιθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 109. Εάν, κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση κατ’ άρθρο 105, χωρίς όμως να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο άρθρο 109, τότε αίρεται η χορηγηθείσα απόλυση του άρθρου 105 και ο κατάδικος αποκτά το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105, αφού παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 105 παράγραφος 1 περιπτώσεις β΄ και γ΄. ]

     

    Με την παράγραφο 6 ρητά ορίζεται ότι η απόλυση του παρόντος άρθρου δεν παρατείνεται πέραν του χρόνου ενεργοποίησης του δικαιώματος του καταδίκου να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 105. Η απόλυση συνεπώς του παρόντος άρθρου συνιστά ενδιάμεσο στάδιο έκτισης της ποινής. Προηγείται αυτής ο εγκλεισμός και έπεται αυτής η απόλυση κατ’ άρθρο 105 επ. Σε κάθε περίπτωση, η επιτυχής έκτιση του χρονικού διαστήματος της απόλυσης του παρόντος άρθρου λαμβάνεται υπ’ όψιν από το Δικαστικό Συμβούλιο προς όφελος του καταδίκου κατά τη λήψη της απόφασης περί χορήγησης ή μη της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105.

    Επιπλέον  με  την  εισαγωγή  αυτού  του  ενδιάμεσου  σταδίου  διευκολύνεται  και  γίνεται ασφαλέστερη η κρίση του Δικαστικού Συμβουλίου που διατάσσει την απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 105 επ., καθόσον δίνεται η δυνατότητα να διαπιστωθεί και να εκτιμηθεί η συμπεριφορά του καταδίκου σε συνθήκες δοκιμασίας εκτός καταστήματος κράτησης.

    [6. Η με το παρόν άρθρο χορηγούμενη απόλυση εκτείνεται μέχρι του χρονικού σημείου της χορήγησης στον κατάδικο της απόλυσης υπό όρο κατ’ άρθρο 105. ]

     

    Με την παράγραφο 7 τίθεται η υποχρέωση της κατ’ απόλυτη προτεραιότητα εκδίκασης των  αξιόποινων  πράξεων  που  τελέσθηκαν  από  τους  απολυθέντες,  προκειμένου  να εξασφαλίζεται κατά το δυνατόν χρονική συνέχεια κατά την έκτιση των ποινών.

    [7. Οι υποθέσεις οι οποίες αφορούν την τέλεση αδικημάτων των απολυθέντων υπό τον όρο του   κατ’  οίκον  περιορισμού   με  ηλεκτρονική   επιτήρηση   εκδικάζονται   κατά  απόλυτη προτεραιότητα.]

  • άρθρο 110Γ - Προϋποθέσεις και διαδικασία για την απόλυση υπό τον όρο του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση καταδίκων και την ανάκληση αυτής

    Στο  άρθρο  110  Γ  ρυθμίζεται  η  διαδικασία  για  τη  χορήγηση  και  την  ανάκληση  της απόλυσης  κατ’ άρθρο  110 Β. Αρμόδιο είναι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής.

    Οι προϋποθέσεις χορήγησης της απόλυσης κατ’ άρθρο 110Β είναι οι ίδιες με εκείνες της απόλυσης  κατ’  άρθρο  105  (βλ.  παρ.  1 εδ.  3).  Ως  κανόνας  τίθεται  η χορήγηση  της απόλυσης κι ως εξαίρεση η, με ειδική αιτιολογία αναφερόμενη στη διαγωγή του καταδίκου και τον κίνδυνο τέλεσης νέων αξιόποινων πράξεων, απόρριψη της αίτησης. Στην παράγραφο 3 αναγνωρίζεται υποχρέωση προηγούμενης κλήτευσης του κατάδικου πριν από τη συνεδρίαση του δικαστικού συμβουλίου , που θα αποφασίσει για την ανάκληση της απόλυσης .

    [Άρθρο 110 Γ – Προϋποθέσεις και διαδικασία για την απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση καταδίκων και την ανάκληση αυτής .

     

    [1. Για την απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αποφασίζει κατόπιν αιτήσεως του καταδίκου, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Ο κατάδικος δεν κλητεύεται ούτε εμφανίζεται ενώπιον του Συμβουλίου, μπορεί όμως να υποβάλει έγγραφο υπόμνημα. Εάν το Συμβούλιο κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του καταδίκου. Η απόλυση χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός εάν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Η αίτηση του καταδίκου συνοδεύεται από αναφορά της διεύθυνσης του καταστήματος κράτησης και έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήματος, οι οποίες εισάγονται στο συμβούλιο από
    τον εισαγγελέα των πλημμελειοδικών. Στην έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας γίνεται ειδική μνεία στο οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του καταδίκου, με ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις του με τα πρόσωπα με τα οποία ενδέχεται να συνοικήσει εάν του χορηγηθεί η απόλυση αυτή.

    2. Αν η αίτηση για απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν γίνει δεκτή, νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί τέσσερις (4) μήνες μετά από την απόρριψη. 

    3. Για την ανάκληση αποφασίζει το ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, ύστερα από αίτηση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Ο κατάδικος κλητεύεται υποχρεωτικά δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση του Δικαστικού Συμβουλίου. Η απόλυση κατ’ άρθρο 110Β ανακαλείται οποτεδήποτε με διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών του τόπου έκτι-
    σης της ποινής κατόπιν αιτήσεως του καταδίκου.

    4. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, για να προληφθεί κίνδυνος της δημόσιας τάξης, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών του τόπου διαμονής εκείνου που απολύθηκε, μπορεί να διατάξει την προσωρινή σύλληψή του, ύστερα από την οποία προκαλείται αμέσως, με τη νόμιμη διαδικασία, η απόφαση για την ανάκληση. Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης, θεωρείται ότι αυτή επήλθε από την ημέρα της σύλληψης.]

  • άρθρο 129Α - Απόλυση ανηλίκων υπό τον όρο του κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση

    Ο  θεσμός  της  απόλυσης  υπό  τον  όρο  του  κατ’  οίκον  περιορισμού  με  ηλεκτρονική επιτήρηση εισάγεται και στο δίκαιο ανηλίκων. Λόγω της ανηλικότητας των δραστών, το σύνολο των ρυθμίσεων διέπεται από την αρχή της επιείκειας. Ο ανήλικος έχει το δικαίωμα να απολυθεί υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση νωρίτερα σε σχέση με τους ενηλίκους. Η υποχρεωτική έκθεση τόσο της κοινωνικής υπηρεσίας του ειδικού καταστήματος κράτησης νέων όσο και της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων στοχεύει στο να θέσει στη διάθεση του Δικαστηρίου Ανηλίκων  όσο  το  δυνατό πληρέστερες πληροφορίες για τον ανήλικο. Επίσης με τις εκθέσεις τους οι αρμόδιες υπηρεσίες δύνανται να προτείνουν στο Δικαστήριο Ανηλίκων περιορισμούς και υποχρεώσεις που θα πρέπει να υποβληθούν στον συγκεκριμένο απολυόμενο ανήλικο κατά την απόλυσή του, προκειμένου να μην τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η συστηματικότερη ενασχόληση των αρμόδιων υπηρεσιών με τους ανήλικους κρατουμένους ήδη από τις πρώτες ημέρες του εγκλεισμού τους.

    Κατά τα λοιπά οι διατάξεις εναρμονίζονται με τη λογική των διατάξεων της απόλυσης υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού των ενηλίκων και της απόλυσης υπό όρο για ανήλικους κατ’ άρθρο 129.

     

    Β.  Στον Ποινικό Κώδικα μετά το άρθρο 129 προστίθεται άρθρο 129 Α ως εξής:

     

    [«Άρθρο 129 Α. – Απόλυση ανηλίκων υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση

     

    [1. Ανήλικοι οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, μπορούν, κατόπιν αιτήσεώς τους, να απολυθούν υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 283Α Κ.Π.Δ., εφόσον έχουν εκτίσει το 1/3 της ποινής τους. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται με έκθεση της Κοινωνικής Υπηρεσίας του καταστήματος κράτησης και έκθεση της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων. Στις εκθέσεις αυτές γίνεται ειδική μνεία στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του καταδίκου, με ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις του με τα πρόσωπα με τα οποία ενδέχεται να συνοικήσει εάν του χορηγηθεί η απόλυση αυτή. Ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά κατά τις ισχύουσες διατάξεις.

    2. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν μπορεί να χορηγηθεί, αν ο ανήλικος δεν έχει παραμείνει σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα πέμπτο (1/5 ) της ποινής του.

    3. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση μπορεί να ανακληθεί, όταν ο ανήλικος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν και πιθανολογείται ότι ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των υποχρεώσεών του, του τρόπου και των εν γένει συνθηκών που αυτή συντελέσθηκε, δεν παρέχει την προσδοκία ότι στο μέλλον θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του. Σε περίπτωση ανάκλησης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο ανήλικος διατηρεί το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129. 

    4. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αίρεται, όταν ο ανήλικος, κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εν λόγω απόλυση, τελέσει από δόλο πράξη – που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν πλημμέλημα – για την οποία καταδικάστηκε οποτεδήποτε αμετακλήτως. Σε περίπτωση άρσης, ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή. Ο ανήλικος διατηρεί το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129.

    5. Η απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αίρεται, όταν ο ανήλικος, κατά το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εν λόγω απόλυση τελέσει πράξη – που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα- για την οποία καταδικάστηκε οποτεδήποτε αμετακλήτως. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν  υπολογίζεται στην εκτιθείσα ποινή και ο ανήλικος αποκτά το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129, αφού παραμείνει στο ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 129 παράγραφοι 1 και 4. Δεν εφαρμόζεται το προηγούμενο εδάφιο, εάν κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 129 χωρίς να έχει ανακληθεί, με αποτέλεσμα να θεωρείται η ποινή για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση ήδη εκτιθείσα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 129 παράγραφος 7. Εάν κατά το χρόνο που κατέστη η καταδίκη αμετάκλητη, είχε ήδη χορηγηθεί η απόλυση υπό όρο κατ’ άρθρο 129, χωρίς όμως να έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο άρθρο 129 παράγραφος 7, τότε αίρεται η χορηγηθείσα απόλυση κατ’ άρθρο 129 και ο κατάδικος αποκτά το δικαίωμα να απολυθεί υπό όρο κατ’ άρθρο 129, αφού παραμείνει στο ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ένα επιπλέον έτος σε σχέση με τα οριζόμενα στο άρθρο 129 παράγραφοι 1 και 4.

    6. Αντίστοιχα ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 110Β παράγραφοι 3 και 7, 110Γ παράγραφος 1 εδάφιο τρίτο και παράγραφος 3 εδάφιο τρίτο, 129 παράγραφος 2 εδάφιο πρώτο και τρίτο, παράγραφος 4 εδάφιο πρώτο, παράγραφος 5 εδάφιο πρώτο, παράγραφοι 8 και 10. ]

  • άρθρο 173Α - Παραβίαση περιορισμού κατ' οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση.

    Με το άρθρο  173 Α  εισάγεται νέα ποινική  διάταξη  που  καθιστά αξιόποινη  πράξη  την παραβίαση του περιορισμού κατ’ οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση, σε αντιστοιχία με την ισχύουσα για την απόδραση διάταξη του άρθρου  173. Κρίθηκε, όμως σκόπιμο, εν όψει του  αποσπασματικού   χαρακτήρα   του  ποινικού   δικαίου   και  της   απαγόρευσης   της αναλογικής  εφαρμογής  διατάξεων  προς  θεμελίωση  του αξιοποίνου  να  διατυπωθεί  μία ειδική ποινική διάταξη προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες της ηλεκτρονικής επιτήρησης. Καθίστανται  αξιόποινες   τόσο  η  με  πρόθεση   κάθε  είδους  επέμβαση   στο  σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης,  όσο και η ίδια η διαφυγή  του καταδίκου που εκμεταλλεύεται τυχόν τεχνικές βλάβες και προβλήματα της ηλεκτρονικής συσκευής  ή του ηλεκτρονικού συστήματος επιτήρησης. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται: α) στον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, ως περιοριστικό όρο , β) στην απόλυση υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και γ) στη χορήγηση άδειας από κατάστημα κράτησης με τον όρο της ηλεκτρονικής επιτήρησης των κινήσεων. Η βαρύτητα των προβλεπόμενων ποινών είναι η ίδια με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 173.

    «Άρθρο 173 Α – Παραβίαση περιορισμού κατ’ οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση.

    [1. Όποιος, κατά το χρόνο που τελεί υπό ηλεκτρονική επιτήρηση, με πρόθεση: α) αφαιρεί, καταστρέφει, φθείρει ή με οποιονδήποτε τρόπο επεμβαίνει στη συσκευή ή στο σύστημα ηλεκτρονικής επιτήρησης ή β) με οποιονδήποτε τρόπο αλλοιώνει τα συναφή με την επιτήρηση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται
    όποιος, κατά το χρόνο που τελεί υπό ηλεκτρονική επιτήρηση, εκμεταλλευόμενος βλάβη ή μη ορθή λειτουργία της συσκευής ή του συστήματος ηλεκτρονικής επιτήρησης, διαφεύγει από την επιτήρηση των αρμοδίων αρχών. Η ποινή των παραπάνω αδικημάτων εκτελείται ολόκληρη μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ο ηλεκτρονικά επιτηρούμενος ήταν κρατούμενος.

    2. Οποιοσδήποτε συμμετέχει στις παραπάνω πράξεις τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Αν ο συμμετέχων έχει την ιδιότητα του σωφρονιστικού ή αστυνομικού υπαλλήλου ή του αρμόδιου για την ηλεκτρονική επιτήρηση υπαλλήλου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι οκτώ ετών.]

  • άρθρο 182 παρ. 3 - Ποινή παραβίασης περιορισμού κατ' οίκον με ηλεκτρονική επιτήρηση

    Στην περίπτωση του άρθρου 182 παρ. 3 η ποινική αντιμετώπιση είναι ηπιότερη σε σχέση με αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 173 Α, διότι εν προκειμένω ο δράστης δεν επιδεικνύει συμπεριφορά που στοχεύει στη διαφυγή από την ηλεκτρονική επιτήρηση. Η βαρύτητα  των  προβλεπόμενων  ποινών  είναι  η ίδια  με αυτές  που  προβλέπονται  στο άρθρο 182 παρ. 1 , ήτοι φυλάκιση μέχρι έξι μηνών.

    Σύμφωνα   με  τη  διεθνή  εγκληματολογική βιβλιογραφία   η  προσθήκη   νέων   ποινικών   μέτρων  συνεπάγεται   το  φαινόμενο   της επέκτασης  του  ιστού   του ποινικού  ελέγχου  («net widening»).  Αυτό  αποτελεί  κατά μια άποψη ανεπιθύμητο αποτέλεσμα ή παρενέργεια των πολιτικών για αποσυμφόρηση των φυλακών  και μείωση της  χρήσης  της  φυλάκισης  και κατά άλλη άποψη  -ενδεχομένως σκόπιμο-   αποτέλεσμα   εκ   φύσεως   συνυφασμένο   με  τις   ίδιες   πολιτικές.   Σε   κάθε περίπτωση,  εν  ολίγοις  σημαίνει  ότι  τα  νέα  μέτρα  αντί  να  διεκδικούν  ένα  μέρος  του πληθυσμού που βρίσκεται στις φυλακές, επιβάλλονται σε πρόσωπα που, αν τα μέτρα αυτά δεν υπήρχαν, δεν θα κατέληγαν σ’ αυτές (ενώ με τα ίδια μέτρα αυξάνεται η πιθανότητα να οδηγηθούν και αυτά εκεί). Συνεπώς, συνολικά το σύστημα όχι μόνο δεν ελαφρύνεται, αλλά αντιθέτως επιβαρύνεται.

    [3. Με την ποινή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τιμωρείται όποιος, κατόπιν υποβολής του σε κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση, παραβιάζει περιορισμούς που του έχουν επιβληθεί νόμιμα στην ελευθερία της διαμονής του και τις σχετικές υποχρεώσεις του].

0

ΑΠ 601/2013

ΑΠ  601/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ………….με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……………………», που εδρεύει στο …, λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) C. E. (Κ. Έ.), ως νομίμου εκπροσώπου της ως άνω τραπέζης στην Ελλάδα, κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξιο Παπασταύρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1909/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2326/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 7-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Τέλος, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (Ολ. ΑΠ 8/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων, ο οποίος εργάζεται στον τραπεζικό χώρο από το 1989, καταρχάς ως στέλεχος της Τράπεζας …………………. και από τις 24-7-1998 ως Διευθυντής της ……………………, στις 2-6-2000 συνήψε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την Τράπεζα ……………….. και τοποθετήθηκε Διευθυντής στο κατάστημα αυτής στο Πασαλιμάνι του Πειραιά. Το Μάρτιο του 2001 οι τραπεζικές εργασίες της ελληνικής εκμετάλλευσης της παραπάνω Τράπεζας εξαγοράστηκαν από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων Τράπεζα με την επωνυμία «…………………….», νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, η οποία έκτοτε κατέστη διάδοχος εργοδότρια του προσωπικού της εξαγορασθείσας και υπεισήλθε συνεπεία καθολικής διαδοχής ως εργοδότρια και στην ως άνω σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος. Τον Ιούλιο του 2001, κατόπιν αναδιοργάνωσης του δικτύου καταστημάτων της Τράπεζας, συνενώθηκαν τα καταστήματα τα ευρισκόμενα στην πλατεία Κοραή και στο Πασαλιμάνι στον Πειραιά και ο αναιρεσείων, λόγω της εμπειρίας του, ανέλαβε καθήκοντα στη Διεύθυνση Δικτύου Καταστημάτων ως υπεύθυνος δημιουργίας νέων τραπεζικών προϊόντων. Τον Ιανουάριο του 2002 του ζητήθηκε από το Διευθυντή Δικτύου Καταστημάτων να επανέλθει στο κατάστημα που βρίσκεται στο Πασαλιμάνι ως Διευθυντής στο οποίο και παρέμεινε από το Μάρτιο του 2002 έως και το Δεκέμβριο του 2003.
Στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντή στο κατάστημα Νέας Σμύρνης όπου και απασχολήθηκε μέχρι τις 18-5-2005 που καταγγέλθηκε εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας η σύμβαση εργασίας του και του προσφέρθηκε η προσήκουσα αποζημίωση απόλυσης, την οποία αρνήθηκε να εισπράξει, οπότε η τελευταία προέβη σε δημόσια κατάθεση του ποσού της στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την εργοδότρια Τράπεζα υπήρξε άκυρη, διότι αυτή ενήργησε κατά προφανή παράβαση των διατάξεων περί κατάχρησης δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ. Και τούτο, διότι από τότε που κατέστη καθολική διάδοχος της ………….. και για τους λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά την ίδια και όχι στην εύρυθμη λειτουργία ή εν γένει στην προαγωγή των εταιρικών συμφερόντων της, επιθυμούσε την εκκαθάριση των τμημάτων της από υπαλλήλους προερχομένους από την Τράπεζα Barclays και την αντικατάστασή τους με νέους, μεταξύ των οποίων υπήρξε και ο ίδιος.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση τέτοια σκοπιμότητα με στοχοποίηση του αναιρεσείοντα, τον οποίο άλλωστε η αναιρεσίβλητη εκτιμούσε για τις ικανότητές του, γι’ αυτό και του είχε εμπιστευτεί την ιδιαίτερα ευαίσθητη θέση του Διευθυντή Καταστημάτων της, αμείβοντάς τον μάλιστα με ετήσιες αυξήσεις μισθού σε ποσοστό 5,5% που ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που χορηγούσε σε άλλους συναδέλφους του, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων, ως ανώτατο τραπεζικό στέλεχος και δη ως Διευθυντής Καταστήματος, δηλαδή ως υπάλληλος εμπιστοσύνης, ενώ δυνάμει ειδικού και ρητού όρου της από 2-6-2000 σύμβασης εργασίας του, μεταξύ αυτού και της αρχικής εργοδότριάς του Τράπεζας και δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία σύμβαση και οι εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος, παρέμεναν ισχυρές και μετά την από μέρους της Τράπεζας εξαγορά της ελληνικής εκμετάλλευσης της Τράπεζας Barclays, είχε αυξημένη υποχρέωση πίστης, στην οποία περιλαμβάνεται και η ειδικότερη υποχρέωσή του να ενημερώνει την εργοδότριά του Τράπεζα (και όχι να εκμεταλλεύεται προς ίδιον όφελος και επί ζημία της) για ό,τι τυχόν διαπίστωνε, την υποχρέωσή του αυτή παραβίασε επανειλημμένως και μεθοδευμένως από πρόθεση. Ειδικότερα σε γενόμενο τακτικό έλεγχο, που διενεργήθηκε στο κατάστημα της αναιρεσίβλητης της Νέας Σμύρνης κατά το διάστημα των μηνών Απριλίου – Μαΐου 2005, όταν δηλαδή ο αναιρεσείων υπηρετούσε ως Διευθυντής, διαπιστώθηκε ότι αυτός διατηρούσε στην εργοδότρια Τράπεζα ένα προσωπικό του λογαριασμό σε ευρώ και ένα δεύτερο προσωπικό του σε Δολάρια Η.Π.Α. Από τις 5-1-2005 μέχρι τις 16-5-2005 αυτός αγόρασε ή πώλησε ευρώ για λογαριασμό του, αγοράζοντας ή πωλώντας συγχρόνως το ισόποσο σε δολάρια Η.Π.Α., σαράντα δύο (42) φορές, αριθμός ασυνήθιστος για τους υπαλλήλους της, οι οποίοι συνήθως συναλλάσσονταν (με την επιτρεπτή διαδικασία) σε συνάλλαγμα όχι περισσότερες από 8-10 φορές ετησίως. Το μεμπτό όμως για τον αναιρεσείοντα ως προς τις συναλλαγές του αυτές είναι ότι κάθε μία μεμονωμένη από τις επίμαχες αυτές συναλλαγές έλαβε χώρα με βάση ισοτιμία που δεν ίσχυε πλέον, αλλά συνέφερε τον ίδιο, δηλαδή χρησιμοποίησε την (συμφέρουσα γι’ αυτόν) εισηγμένη στο μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας παλαιά, αλλά μη ισχύουσα πλέον, ισοτιμία, και όχι τη νέα ισοτιμία που έδινε η αρμόδια Διεύθυνσή της. Μάλιστα είκοσι έξι (26) από τις συναλλαγές αυτές έλαβαν χώρα πριν από τις 09.00′ π.μ., δηλαδή σε χρόνο που κάποιος, που είχε ήδη πληροφορηθεί τη διεθνή διακύμανση της εν λόγω ισοτιμίας μπορούσε να την εκμεταλλευτεί κερδοσκοπώντας επί ζημία της Τράπεζας, επειδή η αρμόδια Διεύθυνσή της δεν είχε ακόμη προλάβει να καταχωρήσει στο μηχανογραφικό της σύστημα τη νέα ισοτιμία (η νέα αυτή ισοτιμία εμφανιζόταν συνήθως στο μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας περίπου στις 09.00′ π.μ., παρότι η ισχύουσα στην αγορά ισοτιμία είχε μεταβληθεί αρκετά νωρίτερα και παρόλο που οι συναλλαγές για το κοινό άρχιζαν στις 08.00′ π.μ.). Δηλαδή, αν ο συναλλασσόμενος πληροφορείτο ότι έπεφτε το δολάριο Η.Π.Α. και ανέβαινε το ευρώ, μπορούσε να πωλήσει δολάρια και να αγοράσει ευρώ στην πιο συμφέρουσα γι’ αυτόν εσωτερική ισοτιμία, καθώς η καθοριζόμενη από την αρμόδια Διεύθυνση της νέα ισοτιμία δεν είχε ακόμη προφθάσει να εισαχθεί στο μηχανογραφικό της σύστημα.

Σε όλες δε τις παραπάνω, προ της 09.00′ π.μ., είκοσι έξι (26) συναλλαγές του ο αναιρεσείων αποκόμισε προσωπικό του κέρδος επί ζημία της Τράπεζας. Οι υπόλοιπες δεκαέξι (16) συναλλαγές έλαβαν χώρα μετά τις 09.00′ π.μ., αλλά ακριβώς μετά από διεθνή (όχι ακόμη εσωτερική) μεταβολή της ισοτιμίας κατά τη διάρκεια της ημέρας, δηλαδή και πάλι σε χρόνο που κάποιος που είχε ήδη πληροφορηθεί τη διεθνή διακύμανση της εν λόγω ισοτιμίας μπορούσε να την εκμεταλλευτεί κερδοσκοπώντας επί ζημία της Τράπεζας. Συγκεκριμένα στις ακόλουθες περιπτώσεις, ο αναιρεσείων, κατά παράβαση της προβλεπόμενης διαδικασίας, πραγματοποίησε συναλλαγή για ποσό μεγαλύτερο των 10.000 δολ. Η.Π.Α., χωρίς να λάβει την τρέχουσα ισοτιμία από την αρμόδια ως άνω Διεύθυνση της Τράπεζας, όπως όφειλε, χρησιμοποιώντας τη (συμφέρουσα γι’ αυτόν) παλαιά ισοτιμία, κερδοσκοπώντας επί ζημία της εργοδότριάς του, και δη: α) Στις 8.42′ π.μ. της 7-2-2005 αγόρασε από την Τράπεζά του 12.975 δολ. Η.Π.Α., πωλώντας της 10.000 ευρώ και β) στις 09.03′ π.μ. της 8-2-2005 της πώλησε 12.975 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας 10.160,53 ευρώ. Ενδεικτικά με τις παραπάνω συναλλαγές και την τακτική του ο αναιρεσείων «επενδύοντας» κεφάλαιο 10.000 ευρώ για 24 ώρες και 21 λεπτά πραγματοποίησε «κέρδος» 160,53 ευρώ, ήτοι 1,6053%. Αυτό αν αναχθεί σε μηνιαία βάση, καταλήγει σε μηνιαίο τόκο 47,47% και ετήσιο μεγαλύτερο του 569%. Επίσης στις 07.59′ π.μ. της 1-3-2005 αγόρασε από την Τράπεζα 13.270 δολ. Η.Π.Α., πωλώντας της 10.000 ευρώ και στις 01.05′ μ.μ. της 3-3-2005 της πώλησε 13.270,01 δολ. Η.Π.Α., αγοράζοντας 10.160,63 ευρώ, δηλαδή με τις δύο παραπάνω συναλλαγές και την προπεριγραφείσα τακτική του, ο αναιρεσείων «επενδύοντας» κεφάλαιο 10.000 ευρώ για 53 ώρες και 6 λεπτά, πραγματοποίησε «κέρδος» 160,62 ευρώ, ήτοι 1,6062%. Αυτό, αν αναχθεί σε μηνιαία βάση, καταλήγει σε μηνιαίο τόκο 23,38% και ετήσιο μεγαλύτερο του 280%. Με την ίδια ως άνω τακτική στις 08.02′ π.μ. της 21-3-2005 αγόρασε από την Τράπεζα 14.701,50 δολ. Η.Π.Α., πωλώντας της 11.000 ευρώ. Στη συνέχεια, αλλάζοντας τακτική, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για πραγματοποιούμενες από αυτόν συναλλαγές ποσών άνω των 10.000 δολ. Η.Π.Α., εμφάνιζε τις συναλλαγές αυτές, μεθοδευμένα, διασπασμένες σε περισσότερες επιμέρους, κάθε μία από τις οποίες εμφανιζόταν για ποσό μικρότερο των 10.000 δολ. Η.Π.Α., εκτελούμενες εντός ελαχίστων λεπτών της ώρας, προκειμένου έτσι να μη εμφανίζεται ποτέ το πραγματικό μέγεθος της συναλλαγής του στην Υπηρεσία Ελέγχου της Τράπεζας, ώστε να εγερθούν υποψίες, που θα προκαλούσαν τη διενέργεια έρευνας, που θα οδηγούσαν στην αποκάλυψη της επιλήψιμης κατά τα άνω δραστηριότητάς του. Συγκεκριμένα, και χωρίς πάντοτε να λάβει την τρέχουσα ισοτιμία από την αρμόδια Διεύθυνση της Τράπεζάς του, αλλά χρησιμοποιώντας τη (συμφέρουσα γι’ αυτόν) παλαιά ισοτιμία: α) στις 24-3-2005 – εντός έξι (6) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τέσσερις (4) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 14.728,45 ευρώ, και δη στις 11.24′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 4.999,99 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.846,15 ευρώ, στις 11.26′ π.μ. της πώλησε 4.999,99 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.846,15 ευρώ, στις 11.28′ π.μ. της πώλησε άλλα 4.999,99 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.846,15 ευρώ, και στις 11.30′ π.μ. της πώλησε 4.147 δολ. Η.ΠΑ. αγοράζοντας 3.190 ευρώ, β) στις 29-3-2005 – εντός τεσσάρων (4) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής δύο (2) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για το ποσό 14.000 ευρώ, και δη στις 07.54′ π.μ. αγόρασε από την Τράπεζά του 7.000 ευρώ πωλώντας της 9.123,80 δολ. Η.Π.Α., και στις 07.58′ π.μ. αγόρασε από αυτή 7.000 ευρώ πωλώντας της 9.123,80 δολ. Η.Π.Α., γ) στις 30-3-2005 – εντός έξι (6) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τρεις (3) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 14.101,25 ευρώ, και δη στις 07.54′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 6.000,01 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 4.636,79 ευρώ, στις 07.56′ π.μ. της πώλησε 6.000,01 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης 4.636,79 ευρώ, και στις 08.00′ π.μ. της πώλησε 6.247,01 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 4.827,67 ευρώ, δ) στις 8-4-2005 – εντός τεσσάρων (4) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τρεις (3) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 14.600 ευρώ, και δη στις 08.03′ π.μ. αγόρασε από την Τράπεζά του 5.000 ευρώ πωλώντας της 6.468,50 δολ. Η.Π.Α., στις 08.05′ π.μ. αγόρασε από αυτή 5.000 ευρώ πωλώντας της, επίσης, 6.468,50 δολ. Η.Π.Α., και στις 08.07′ π.μ. αγόρασε από αυτή 4.600 ευρώ, πωλώντας της 5.951,02 δολ. Η.Π.Α., ε) στις 11-4-2005 – εντός δεκαεπτά ( 17) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τέσσερις διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 14.701,13 ευρώ, και δη στις 07.55′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 4.700 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.658,16 ευρώ, στις 08.04′ π.μ. της πώλησε 4.700 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.658,16 ευρώ, στις 08.10′ π.μ. της πώλησε 4.700 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή άλλα 3.658,16 ευρώ, και στις 08.12′ π.μ. της πώλησε 4.788 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.726,65 ευρώ, στ) στις 13-4-2005 – εντός οκτώ (8) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τρεις (3) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 12.000 ευρώ, και δη στις 08.13′ π.μ. αγόρασε από την Τράπεζά του 4.000 ευρώ πωλώντας της 5.201,20 δολ. Η.Π.Α., στις 08.20′ π.μ. αγόρασε από αυτή άλλα 4.000 ευρώ πωλώντας της, επίσης, 5.201,20 δολ. Η.Π.A., και στις 08.21′ π.μ. αγόρασε από αυτή άλλα 4.000 ευρώ, πωλώντας της επίσης, 5.201,20 δολ. Η.Π.Α., ζ) στις 15-4-2005 – εντός έξι (6) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τέσσερις (4) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 12.194,60 ευρώ, και δη στις 10.46′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.126,2 ευρώ, στις 10.47′ π.μ. της πώλησε 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.126,22 ευρώ, στις 10.51′ π.μ. της πώλησε άλλα 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.126,22 ευρώ, και στις 10.53′ π.μ. της πώλησε 3.603 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 2.815,94 ευρώ, η) στις 12-5-2005 – εντός δύο (2) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τρεις (3) διαδοχικές συναλλαγές που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 12.000 ευρώ, και δη στις 07.53′ π.μ. αγόρασε από την Τράπεζά του 4.000 ευρώ πωλώντας της 5.149,60 δολ. Η.Π.Α., στις 07.54′ π.μ. αγόρασε από αυτή άλλα 4.000 ευρώ πωλώντας της, επίσης, 5.149,60 δολ. Η.Π.Α., και στις 07.55′ π.μ. αγόρασε 6.247,01 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 4.827,67 ευρώ, και θ) στις 13-5-2005 – εντός δέκα (10) λεπτών της ώρας – προέβη στις εξής τέσσερις (4) διαδοχικές συναλλαγές, που στην πραγματικότητα αποτελούν μία για ποσό 12.194,15 ευρώ, και δη στις 09.34′ π.μ. πώλησε στην Τράπεζά του 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 3.157,06 ευρώ, στις 09.36′ π.μ. της πώλησε άλλα 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.157,06 ευρώ, στις 09.41′ π.μ. της πώλησε άλλα 4.000 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή, επίσης, 3.157,06 ευρώ, και στις 09.44′ π.μ. της πώλησε 3.450 δολ. Η.Π.Α. αγοράζοντας από αυτή 2.722,97 ευρώ. Μετά δε την αποκάλυψη της πληθώρας αυτής των μεθοδευμένων και παράτυπων συναλλαγών του αναιρεσείοντος, εύλογα επήλθε ο κλονισμός της εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας προς το πρόσωπό του, συνέπεια του οποίου κατέστη μη ανεκτή και αδύνατη η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, μόνος λόγος και για τον οποίο αυτή (Τράπεζα) δικαιολογημένα προέβη νομότυπα στην από 18-5-2005 έγγραφη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσείοντος υπαλλήλου της.

Επομένως, κατέληξε το Εφετείο, η εν λόγω προσβαλλομένη καταγγελία δεν υπήρξε καταχρηστική, αφού όπως αποδείχθηκε, έλαβε χώρα όχι για εξυπηρέτηση κάποιας σκοπιμότητας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, δηλαδή να τον απομακρύνει, επειδή προερχόταν από την εξαγορασθείσα ελληνική εκμετάλλευση της Τράπεζας Barclays αλλά για λόγο που αφορούσε καθαρά την υπηρεσιακή στάση και συμπεριφορά του ίδιου που με τις ως άνω ενέργειές του επεδίωκε να κερδοσκοπεί σε βάρος της εν λόγω εργοδότριάς του, εκμεταλλευόμενος τη θέση και τη δυνατότητα να πληροφορείται τις διεθνείς διακυμάνσεις των ισοτιμιών συναλλάγματος και πριν ακόμη η αρμόδια Διεύθυνση της Τράπεζάς να προλάβει να καταχωρήσει στο μηχανογραφικό της σύστημα τις νέες ισοτιμίες. Αποτέλεσμα δε αυτής της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του υπήρξε ο ανεπανόρθωτος κλονισμός της εμπιστοσύνης της Τράπεζας προς το πρόσωπο αυτού, ως ανωτέρου στελέχους της, που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε περαιτέρω με αυτόν συνεργασία, οποιαδήποτε μορφής και σε οποιαδήποτε θέση, ενώ λόγω της βαρύτητας των ενεργειών αυτών και της υπεύθυνης θέσης του ως Διευθυντή που αυτός κατείχε, η εξακολούθηση της εργασιακής του σύμβασης συνεπαγόταν κίνδυνο επανάληψης τέτοιων ενεργειών στο μέλλον και συνακόλουθα κίνδυνο βλάβης των δικαιολογημένων συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, για την αποτροπή του οποίου το μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο ήταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Ο επικουρικά δε προβαλλόμενος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή η εν λόγω αντισυμβατική του συμπεριφορά, σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με ηπιότερα μέσα, όπως λ.χ. με προειδοποίηση, επίπληξη, μετάθεση ή και τροποποιητική καταγγελία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμη καθόσον δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι μετά ταύτα, θα μπορούσε να καταστήσει ανεκτή τη συνέχιση της εργασιακής του σύμβασης στην Τράπεζα, αφού σύμφωνα με την καλή πίστη, την παραπάνω έλλειψη εμπιστοσύνης της τελευταίας προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος δεν μπορεί να αποκαταστήσει οποιαδήποτε πειθαρχική τιμωρία αυτού, δοθέντος ότι στο ευαίσθητο τραπεζικό περιβάλλον η ύπαρξη εμπιστοσύνης αποτελεί προϋπόθεση, άνευ ετέρου, για την παροχή υπηρεσιών σε οποιαδήποτε θέση. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, γενομένη καθ’ όλους τους προβλεπόμενους νόμιμους τύπους δεν έπασχε ακυρότητας, η δε υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες λαβούσα χώρα απόλυσή του, δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, περιέλαβε δε πλήρεις, εμπεριστατωμένες, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος και οι, πρώτος κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, καθώς και ο τέταρτος από τους αριθμ. 1 και 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, ως «πράγματα» κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Δεν αποτελούν «πράγματα» οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί, τα επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως «αίτηση» κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιαδήποτε μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη της απόφανσης πάνω σε κάθε είδους «πράγματα» υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του από τον αριθμό 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων παραβίασε την αυξημένη υποχρέωσή του πίστης επανειλημμένως και μεθοδευμένα από πρόθεση, χωρίς όμως να ερευνήσει και να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του καθώς και τον σχετικό λόγο της εφέσεώς του, ότι αυτός δεν παραβίασε τον εσωτερικό κανονισμό της αναιρεσίβλητης, γιατί η ισχύουσα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 73/2004 εγκύκλιος περί Λειτουργικών Διαδικασιών ουδέν ανέφερε για τις συναλλαγές του προσωπικού σε συνάλλαγμα. Ο λόγος αυτός και κατά τα δύο μέρη του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός συνιστά άρνηση της αγωγής και δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ούτε αποτελεί αυτοτελή αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος της συζητήσεως κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Η περίπτωση αυτή υπάρχει, όταν για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο «πράγματα» δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή λήφθηκε υπόψη απόδειξη για άλλο θέμα ή αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, ή δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφαση του από ποια αποδεικτικά στοιχεία έχει αντλήσει την απόδειξη για πράγματα που δέχτηκε ως αληθινά.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εκθέτει σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις των εξετασθέντων ενώπιον συμβολαιογράφου μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως οι, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος λόγος αυτής κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2010 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της 2326/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

0

Η Καταγγελία Εργασίας πρέπει να είναι – όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη –

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ. Τέλος, αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως, η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (Ολ. ΑΠ 8/2007). [περίληψη απόφασης ΑΠ 601/2013]

Δείτε όλη την απόφαση του Αρείου Πάγου ΕΔΩ – ΑΠ 601/2013
0

Προσμέτρηση της «Διαγωγής» των καταδίκων για την αποφυλάκιση υφ΄ όρων της παρ. 4 του α. 97 Νόμου 4139/13.

Την 7η Αυγούστου 2013 εκδόθηκε η υπ’ αρ. 7 και με αριθμό πρωτοκόλλου 3522 γνωμοδότηση του κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, προοριζόμενη προς όλες τις Εισαγγελίες της χώρας, με την οποία απαντούσε στο υπ’ αρ. 595α από 25-07-2013 ερώτημα του  Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, με το οποίο ζητούσε διευκρινήσεις περί του αν η χορήγηση απόλυσης υφ’ όρο κατ’ εφαρμογή της διάταξης της παρ. 4 του α. 97 Νόμου 4139/13, πέραν της έκτισης του προβλεπόμενου από αυτήν ελάχιστου ορίου της ποινής, πρέπει να λαμβάνεται παράλληλα υπόψη και η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 106 παρ. 1 Π.Κ., δηλαδή η διαγωγή που επέδειξε ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια της κράτησης του.

δειτε σχετικο αρθρο της παρ. 4 του α. 97 Νoμου 4139/13

Στο ανωτέρω άρθρο μας είχαμε αναφέρει τη σχετική διάταξη του νόμου καθώς και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτή, προκειμένω, «όσοι καταδικάστηκαν τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα (περί Ναρκωτικών) να απολύονται υφ’ όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε». 

Δεν πέρασαν πέντε μήνες από την εφαρμογή του Νόμου και της συγκεκριμένης διάταξης, κατά την οποία πολλοί ήταν οι βαρυποινίτες που αφέθηκαν υφ’ όρων ελεύθεροι, ώστε να έλθει κατόπιν ερωτήματος η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και «να θέσει» ως επιπρόσθετη προϋπόθεση υπαγωγής στην εν λόγω διάταξη την «καλή διαγωγή» του κρατουμένου.

Τίθεται πλέον το απλό ερώτημα, πόσοι ήταν εκείνοι που αφέθηκαν μέχρι και σήμερα ελεύθεροι κατόπιν της ανωτέρω μεταβατικής διατάξεως του Κώδικα περί Ναρκωτικών (Ν. 4139/13 άρθρο 97 παρ. 4) και κατά πόσο ελέγχθηκε η διαγωγή τους για την αποφυλάκιση τους υφ’ όρων. Διότι, πλέον καθίσταται σαφές η πιθανή αντισυνταγματικότητα της εν λόγω γνωμοδοτήσεως, τη στιγμή δε μάλιστα που μέχρι και σήμερα αφέθηκαν ελεύθεροι βαρυποινίτες κρατούμενοι για πρόσκαιρη κάθειρξη, βάσει της ανωτέρω διατάξεως, δίχως να λογίζεται η διαγωγή τους κατά την κράτηση τους στα σωφρονιστικά ιδρύματα ως προϋπόθεση για την ελευθερία τους, σε αντίθεση με αυτούς που δεν έχουν κάνει μέχρι σήμερα χρήση της μεταβατικής διάταξης του νόμου, για οιονδήποτε λόγο, με συνέπεια να κρίνεται πλέον η αποφυλάκιση με «δυσμενέστερους όρους», και κατά του άρθρου 4 του Συντάγματος περί ισότητας.

Περαιτέρω, η κρίση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, για την τελολογική ερμηνεία της μεταβατικής διατάξεως του ά. 97 παρ. 4 Ν. 4139/13, θεωρείται κατά τρόπον τινά ελλιπής, διότι σαφώς δεν γίνεται μνεία στην εν λόγω γνωμοδότηση «της θελήσεως του Νομοθέτη για την αποσυμφόρηση των φυλακών», και για ότι συνεπάγεται μετά αυτού, άλλα αναλύει την αιτιολογική έκθεση του Νομοθέτη, που κύριο σκοπό έχει να αιτιολογήσει «νομικά» την αποσυμφόρηση των φυλακών, που πολλές φορές επεδίωξε, δίχως όμως τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Συνεπώς, θα έπρεπε στην παρούσα φάση το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης, να εκδώσει μία εγκύκλιο, άλλως Υπουργική Απόφαση, ως το πλέον αρμόδιο όργανο και να αποσαφηνίσει, αν πέρα της συντακτικής ερμηνείας της μεταβατικής διατάξεως του α. 97, παρ. 4 Ν. 4139/13, χωρούν επιπρόσθετες προϋποθέσεις, όπως αυτή της διαγωγής του κρατουμένου, που εύλογα έκρινε πως υπάρχει η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, προκειμένω να αποφευχθούν παρερμηνείες, άλλα και αντισυνταγματικότητα στην εφαρμογή του.

δειτε αυτουσιο το εγγραφο της εισαγγελικης γνωμοδοτησης

 

0

Απόφαση Σ.τ.Ε. 460/2013 (Ολομ.) «Ιθαγένεια τέκνων αλλοδαπών και δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές.»

Αριθμός 460/2013 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Σωτ. Ρίζος, Νικ. Σακελλαρίου, Δημ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Νικ. Ρόζος, Χρ. Ράμμος, Νικ. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Αλεξανδρής, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Εμμ. Κουσιουρής, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Αικ. Ρωξάνα, Ουρ. Νικολαράκου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Σπ. Χρυσικοπούλου και Α. Καλογεροπούλου καθώς και η Πάρεδρος Αικ. Ρωξάνα μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 5 Αυγούστου 2010 αίτηση:
του Ι. Α.κατοίκου Αθηνών , ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Χ. Τ. ., που την διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με τους : 1) Ν.Μ., Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2) Α. Α., Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,
και κατά των παρεμβαινόντων : 1) Έ. Γ., κατοίκου Αθηνών (…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ν.Α., που τον διόρισε με πληρεξούσιο και 2) ΕΈΔΑ, που εδρεύει στην Αθήνα (…), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους : α) Ν.Α., β) Χ.Π. και γ) Φ. Σ., που τους διόρισε με πληρεξούσιο ο Πρόεδρος της Έ..
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 350/2011 αποφάσεως του Δ´ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν : 1) η υπ’ αριθ. Φ.130181/23198/10/30.4.2010 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄ 562), 2) η υπ’ αριθ. 24592/7.5.2010 (6η εγκύκλιος) απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού και 3) κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον Εισηγητή Σύμβουλο Ευθ. Αντωνόπουλο.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία του αιτούντος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινόντων και τους αντιπροσώπους του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι
Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1284940,1289507-8/2010 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, μετά την αποχώρηση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Παν. Πικραμμένου, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας την 30-6-2012, αναπληρώνεται κατά την διάσκεψη της παρούσης υποθέσεως από τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο Σωτ. Ρίζο, ο οποίος μετείχε στη σύνθεση της Ολομελείας (βλ. απόφαση 2/2009 της Ολομελείας εν συμβουλίω και Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου 172/2012). Περαιτέρω, η Σύμβουλος Άννα Καλογεροπούλου, αναπληρωματικό μέχρι τώρα μέλος της συνθέσεως λαμβάνει μέρος στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος (άρθρο 26 ν. 3719/2008, ΦΕΚ Α΄241).

3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 17-9-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων ζητείται η ακύρωση α) της υπ’ αριθμ’ Φ.130181/23198/ 30-4-2010 αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄562) με τίτλο «Καθορισμός δικαιολογητικών που πρέπει να συνοδεύουν τη δήλωση και αίτηση εγγραφής στο Δημοτολόγιο λόγω γέννησης ή φοίτησης σε σχολείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας» και β) της με αριθμό πρωτοκόλλου 24592/7-5-2010 6ης Εγκυκλίου του ίδιου Υπουργού με τίτλο « Ασκηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι από τους ομογενείς και τους νομίμως διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης», κατά το μέρος που αναφέρεται μόνο στην παροχή δικαιωμάτων εκλέγειν και εκλέγεσθαι στους υπηκόους τρίτων χωρών.

4. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 350/2011 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου με επταμελή σύνθεση επιλύθηκαν οριστικώς τα ζητήματα του παραδεκτού της κρινομένης αιτήσεως, της συναφείας των προσβαλλομένων πράξεων, της παραδεκτής συμπροσβολής της υπ’ αριθμ. 29982/1-6-2010 αποφάσεως του ίδιου Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης με τίτλο «Παράταση προθεσμίας εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους των ομογενών και των νομίμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης» (Β´ 754), του παραδεκτού της παρεμβάσεως υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων πράξεων του Σωματείου «ΕΈΔΑ» (για την πρώτη από αυτές) και της Έ.Γ. (για την τρίτη από αυτές που εκρίθη συναφής και παραδεκτώς συμπροσβαλλόμενη με την πρώτη και αφορούσε στην παράταση της προθεσμίας εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους) και απερρίφθησαν με οριστική κρίση, επίσης, λόγοι ακυρώσεως που αφορούσαν στο κύρος και την συνταγματικότητα των διατάξεων του Ν.3838/2010 που ρύθμιζαν τον νέο τρόπο απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, καθώς και την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στις εκλογές των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού από τους υπηκόους τρίτων χωρών. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση παρεπέμφθησαν προς επίλυση στην Ολομέλεια, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 100 παρ.5 του Συντάγματος, τα ζητήματα της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1,2,6, των άρθρων 14-21 και του άρθρου 24 του Ν.3838/2010 ως προς τους μη κριθέντες οριστικώς λόγους, για τους οποίους το Τμήμα έκρινε ότι συνέτρεχε θέμα αντιθέσεως των διατάξεων αυτών προς διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στην παραπεμπτική απόφαση.

5. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι «2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. 3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Στο άρθρο 4 παρ. 3 ότι «Έλληνες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος». Στο άρθρο 16 παρ. 2 ότι «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες», ενώ στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ότι «Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα». Στο άρθρο 25 παρ. 4 ότι «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Στο άρθρο 29 παρ.1 ότι «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. … »

6. Επειδή, από τις παρατεθείσες διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος συνάγονται τα ακόλουθα: Ο λαός αποτελεί ένα από τα τρία συστατικά στοιχεία του Κράτους και το κυρίαρχο όργανο αυτού, ο καθορισμός δε των προσώπων που εντάσσονται σ’ αυτόν ανήκει ως κυριαρχική αρμοδιότητα στον εθνικό νομοθέτη (πρβλ. Σ.τ.Ε 2279/1990 Ολομ.). Τούτο σημαίνει α) ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν περιορίζεται, κατ’ αρχήν, από το διεθνές δίκαιο να ορίσει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας- πλην της περιπτώσεως της δημιουργίας ανιθαγενών με αυθαίρετη πράξη ή της περιπτώσεως προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων- και β) ότι δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα, που γεννά αξίωση αποκτήσεως της ιθαγενείας, αφού επί του θέματος αυτού αποφαίνεται κυριαρχικώς το οικείο Κράτος μέσω των αρμοδίων οργάνων του (βλ απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης της 6-4-1955 επί της υποθέσεως Nottebohm- Λιχτενστάιν κατά Γουατεμάλας και Σ.τ.Ε. 2060/2008, 1242/2007,3070/2002, 209/1993). Εξ άλλου, το ότι ο κατά το Σύνταγμα καθορισμός των προσόντων του έλληνα πολίτη ανατίθεται στο νόμο, δεν σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης είναι ανεξέλεγκτος εξ επόψεως εσωτερικών συνταγματικών ορίων για τον καθορισμό αυτό, ούτε ότι παύει να υπόκειται σε τυχόν προκύπτοντες από άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές περιορισμούς. Ιδιαίτερη σημασία για τους περιορισμούς αυτούς έχουν εκείνες οι διατάξεις του Συντάγματος που συνδέουν με την νομική έννοια του πολίτη πλείστες όσες συνέπειες (δικαίωμα εκλέγειν- εκλέγεσθαι, δικαίωμα διπλωματικής προστασίας, υποχρέωση στρατεύσεως, εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων και καθήκοντος εθνικής αλληλεγγύης κλπ). Τούτο σημαίνει περαιτέρω, ότι ο νομοθέτης έχει μεν την δυνατότητα να εκτιμά εκάστοτε τις συγκεκριμένες συνθήκες (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές) και να καθορίζει τις προϋποθέσεις κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας κατά τρόπο χαλαρότερο ή αυστηρότερο, αλλά, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό κράτος με συγκεκριμένη ιστορία και ότι ο χαρακτήρας αυτός είναι εγγυημένος τουλάχιστον από τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.3 του ισχύοντος Συντάγματος, τέλος δε και ότι το κράτος αυτό είναι εντεταγμένο σε υπερεθνική κοινότητα εθνικών κρατών με παρόμοιες συνταγματικές παραδόσεις (Ευρωπαϊκή Ένωση), η οποία, μάλιστα, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σέβεται την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με την θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή. Συνέπεια δε τούτων είναι ότι ελάχιστος όρος και όριο των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας είναι η ύπαρξη γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, τα οποία δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα με ορισμένο πολιτιστικό υπόβαθρο, κοινότητα με σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά με την βοήθεια μικρότερων κοινωνικών μονάδων (οικογένεια) και οργανωμένων κρατικών μονάδων (εκπαίδευση). Εάν παρεγνωρίζετο η προϋπόθεση του ουσιαστικού δεσμού και ο νομοθέτης – εναλλασσόμενος κατά θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος – μπορούσε να τον αγνοήσει και να ελαχιστοποιήσει τα προσόντα κτήσεως της ιθαγενείας, τότε πρακτικώς θα μπορούσε και να προσδιορίσει αυθαιρέτως την σύνθεση του λαού, με την προσθήκη απροσδιορίστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως, με χαλαρή ή ανύπαρκτη ενσωμάτωση, με ό,τι τούτο θα συνεπήγετο για την συνταγματική τάξη και τη λειτουργία του πολιτεύματος, καθώς και την ομαλή, ειρηνική εξέλιξη της κοινωνικής ζωής, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη και του γεγονότος ότι το status της ιθαγένειας είναι αμετάκλητο, αφού η σχετική συνταγματική ρύθμιση (άρθρο 4 παρ.3) απαγορεύει την αφαίρεση της ιθαγένειας πλην δύο περιοριστικά καθοριζομένων περιπτώσεων (εκούσια απόκτηση άλλης ιθαγένειας, ανάληψη σε ξένη χώρα υπηρεσίας αντίθετης προς τα εθνικά συμφέροντα). Συνεπεία των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας από αλλοδαπούς, δύναται μεν, κατ’ απόκλιση από την βασική αρχή του δικαίου της καταγωγής (ius sanguinis) ως αυτόματου τρόπου κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, να προβλέψει τρόπους κτήσεως της ιθαγενείας βάσει της αρχής του δικαίου του εδάφους (jus soli) και περαιτέρω, να θεσπίζει για τις περιπτώσεις αυτές και τυπικά κριτήρια, όπως είναι η νόμιμη παραμονή στην χώρα και η διάρκεια αυτής, αλλά θα πρέπει να τα συνδυάζει και με ουσιαστικά κριτήρια, ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ο γνήσιος δεσμός του αλλοδαπού προς την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η ενσωμάτωσή του σε αυτήν υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια. Οι Σύμβουλοι Δημ.Σκαλτσούνης, Σπ.Μαρκάτης, Ηρ.Τσακόπουλος και Μαρίνα Παπαδοπούλου με συγκλίνουσα γνώμη υπεστήριξαν τα εξής: η διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 εδ α´ του Συντάγματος, προβλέποντας ότι «Έλληνες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος», αναθέτει στον κοινό νομοθέτη τον καθορισμό των προσόντων του πολίτη, μη ορίζοντας δε κριτήρια ιθαγένειας, παρέχει σ’ αυτόν ευρεία εξουσία καθορισμού των όρων και προϋποθέσεων κτήσεως αυτής. Η εξουσία αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά οριοθετείται από τρία διαφορετικά πεδία α) από τις λοιπές διατάξεις του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης οφείλει να σέβεται αυτές και να μη τις παραβιάζει κατά τον καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων για απόκτηση από αλλοδαπούς της ελληνικής ιθαγένειας, μη δυνάμενος, λόγου χάριν, ενόψει του άρθρου 1 παρ.3 του Συντάγματος, να καθιστά δυνατή την κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς που αποδεδειγμένα βαρύνονται με πράξεις αντεθνικής συμπεριφοράς ή, εν όψει του άρθρου 13 παρ.1 του Συντάγματος, να εξαρτά την κτήση αυτή από συγκεκριμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις κ.ο.κ. β) από συγκεκριμένες υποχρεώσεις που προκύπτουν από διεθνείς συμβατικές δεσμεύσεις της χώρας, όπως λόγου χάριν, για τον περιορισμό των περιπτώσεων της ανιθαγένειας και γ) από την ίδια τη φύση του αντικειμένου της ρυθμίσεως, την οποία η ως άνω συνταγματική διάταξη προβλέπει ΄ πράγματι, κατ’ αρχήν, η απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπό πολίτη αποτελεί το τελευταίο στάδιο εντάξεώς του στην ελληνική κοινωνία σε βαθμό τέτοιο που τον οδηγεί να ζητήσει, και να επιτύχει, κατόπιν εξατομικευμένης κρίσεώς του, την πολιτογράφησή του ως έλληνα πολίτη (βλ. τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 19, τόσο του ισχύοντος, όσο και του προϊσχύσαντος Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας). Και ναι μεν ουδεμία συνταγματική διάταξη αποκλείει στον κοινό νομοθέτη την πολιτική επιλογή της απονομής βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, δηλαδή χωρίς εξατομικευμένη κρίση, της ελληνικής ιθαγένειας, σε αλλοδαπούς, οι οποίοι διαμένουν νομίμως στη χώρα, ως μέσου για την μελλοντική, ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία, προς τούτο, όμως, το άρθρο 4 παρ. 3 εδ α´ του Συντάγματος, κατά την έννοιά του, απαιτεί από τον κοινό νομοθέτη να θέτει με τη σχετική ρύθμιση όρους και προϋποθέσεις βάσει των οποίων η ομαλή ένταξη των αλλοδαπών αυτών στην ελληνική κοινωνία να μπορεί να πιθανολογηθεί σε σοβαρό βαθμό. Oι Αντιπρόεδροι Δημοσθ. Πετρούλιας και Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Α.-Γ. Βώρος, Μ. Σταματελάτου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Μ. Πικραμένος υπεστήριξαν την ακόλουθη γνώμη: Για την αναγνώριση της ιδιότητας του έλληνα πολίτη και κατά συνεκδοχή την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας, δηλαδή του νομικού δεσμού συγκεκριμένου προσώπου με το ελληνικό κράτος, (και όχι με το ελληνικό έθνος), το Σύνταγμα διαλαμβάνει ειδική ρύθμιση στο πρώτο εδάφιο της παραγρ. 3 του άρθρου 4, το οποίο ορίζει ότι «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος». Με τη λιτή αυτή διάταξη, το Σύνταγμα εξουσιοδοτεί τον κοινό νομοθέτη να καθορίζει τις προϋποθέσεις, («τα προσόντα»), που απαιτούνται για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, χωρίς να επιβάλλει κανένα, με την εν λόγω ειδική διάταξη, περιορισμό στη σχετική εξουσία του νομοθετικού σώματος. Εκτός από τη ρητή και μη καταλείπουσα καμία ως προς τούτο αμφιβολία, γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγρ. 3 του άρθρου 4 του Συντάγματος, ενδεικτική της ελευθερίας, που παρέχεται με αυτή ν στο νομοθέτη, είναι και η αντιπαραβολή της με τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, στην οποία ρητώς ορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες επιτρέπεται η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας. Ο συνταγματικός νομοθέτης με τη διάταξη αυτή αναγνωρίζει ότι η ρύθμιση της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας αποτελεί πολιτική κατ’ εξοχήν επιλογή, συναρτώμενη με την εκτίμηση τόσο της συνδρομής σκοπών δημόσιου συμφέροντος, όσο και του τρόπου εξυπηρέτησής τους, η οποία μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, είτε εσωτερικές είτε διεθνείς, βάσει και των οποίων διαμορφώνεται η πολιτική της Χώρας, καθώς επίσης και τις κρατούσες στο νομοθετικό σώμα πολιτικές αντιλήψεις. Για το λόγο δε ακριβώς αυτό παρέχει στον κοινό νομοθέτη ευρύτατα περιθώρια πολιτικών εκτιμήσεων και, κατά συνέπεια, άσκησης διαφορετικών πολιτικών, όσον αφορά τον καθορισμό αφ’ ενός των δημόσιων σκοπών που εξυπηρετεί, την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς, αφ’ ετέρου δε των κριτηρίων και της διαδικασίας που θεωρεί πρόσφορα για την επίτευξη των σκοπών αυτών. Υπέρ της έννοιας αυτής συνηγορεί και η ιστορική καταγωγή της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης. Πράγματι, στο άρθρο 3 δεύτερο εδάφιο του Συντάγματος της 18.3.1844 υιοθετήθηκε αντίστοιχη ρύθμιση, κατά την οποία «Πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσωσι τα χαρακτηριστικά του πολίτου κατά τους Νόμους του Κράτους», προκειμένου, όπως προκύπτει από τα επίσημα πρακτικά συζητήσεων στην Εθνοσυνέλευση, να αναγνωρισθεί στο νομοθέτη ευρύτατη ευχέρεια καθορισμού των προσόντων του πολίτη κατ’ εκτίμηση των εκάστοτε συνθηκών (Επίσημα Πρακτικά, συνεδρ. ΚΣΤ´, 8.1.1844, σελ. 143-144). Και ορίζει μεν η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Συντάγματος ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και «υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους…» ωστόσο, ούτε από τη διάταξη αυτή ούτε από άλλη συνταγματική διάταξη απορρέει υποχρέωση του νομοθέτη να θέτει ως προϋπόθεση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, την διαπίστωση γνήσιου δεσμού με το ελληνικό έθνος, δηλαδή την ύπαρξη ήδη διαμορφωθείσης εθνικής συνείδησης των πολιτογραφούμενων αλλοδαπών. Κατά μείζονα δε λόγο, όταν πρόκειται για απονομή ελληνικής ιθαγένειας σε ανήλικα τέκνα αλλοδαπών, τα οποία αφορούν οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010. Και τούτο διότι, άλλωστε, με την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας ο αλλοδαπός καθίσταται έλληνας πολίτης, συμπολίτης των λοιπών ελλήνων πολιτών και όχι ομοεθνής τους, δηλαδή δεν του αναγνωρίζεται και η ελληνική εθνική ταυτότητα. Είναι σαφής δε, κατά το Σύνταγμα, η διάκριση μεταξύ λαού και έθνους. Η διασφάλιση της ομαλής ένταξης στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας, δηλαδή στην ελληνική κοινωνία, των ανήλικων τέκνων αλλοδαπών που διαβιούν μόνιμα και νόμιμα στην Χώρα επί χρονικό διάστημα ικανό, κατά την ανέλεγκτη, κατ’ αρχήν, ουσιαστική εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, για να θεμελιώσει τον αναγκαίο δεσμό με την ελληνική κοινωνία, και κατά συνεκδοχή, η διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και ειρήνης, αποτελεί προφανώς έναν θεμιτό σκοπό δημόσιου συμφέροντος για τη χορήγηση σε αυτά της ελληνικής ιθαγένειας. Ενόψει δε της ευρύτατης εξουσίας που της παρέχει το Σύνταγμα, η Βουλή δεν υποχρεούται να καθορίσει ειδική διαδικασία ουσιαστικής και εξατομικευμένης σε κάθε περίπτωση έρευνας, αλλά, έχει τη δυνατότητα να προβαίνει στη θέσπιση αντικειμενικών και μόνον κριτηρίων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας και μάλιστα σε ανήλικα τέκνα αλλοδαπών, όπως είναι η γέννηση και διαμονή τους στην Ελλάδα, από γονείς που διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στη Χώρα για ορισμένο χρόνο ή η επιτυχής φοίτησή τους σε ορισμένες τάξεις ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα και μόνιμη και νόμιμη διαμονή τους σ’ αυτήν, εφ’ όσον ο νομοθέτης εκτιμά ότι, με τη συνδρομή των ως άνω αντικειμενικών κριτηρίων, δημιουργείται ένας επαρκής ουσιαστικός δεσμός τους με την ελληνική κοινωνία, ικανός να διασφαλίσει την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού, δηλαδή την ομαλή ένταξή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας. Ανήκει συνεπώς στην ευχέρεια του νομοθέτη, αφού ούτε η ειδική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3, ούτε άλλη συνταγματική διάταξη το επιβάλλει, να ορίσει, όταν κρίνει ότι τούτο είναι σκόπιμο, εκτός από τη συνδρομή αντικειμενικών κριτηρίων και διοικητική διαδικασία εξατομικευμένης εκτίμησης ουσιαστικών στοιχείων, η αξίωση της συνδρομής των οποίων, για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας, προσιδιάζει άλλωστε σε ενηλίκους, όπως πράγματι τούτο παγίως ισχύει για την πολιτογράφηση των ενηλίκων αλλοδαπών (βλ. άρθρο 6 του προϊσχύσαντος Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας – Ν. 3370/1955 – και άρθρα 5 και 7 του ισχύοντος Κώδικα – Ν. 3284/2004). Αντιθέτως, επίσης παγίως προβλέπεται η απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με μόνη προϋπόθεση τη γέννηση του προσώπου σε ελληνικό έδαφος και χωρίς κανένα άλλο κριτήριο, (όπως ελάχιστος χρόνος μόνιμης διαμονής των αλλοδαπών γονέων στη χώρα ή ουσιαστικός δεσμός τους με την ελληνική κοινωνία), εφ’ όσον πρόκειται για ανιθαγενείς, δηλαδή για πρόσωπα τα οποία δεν αποκτούν με τη γέννησή τους αλλοδαπή ιθαγένεια ή είναι άγνωστης ιθαγένειας. (βλ. άρθρα 1 του Ν.Δ. 3370/1955, 1 του Ν. 1438/1984, και 1 του Ν. 3284/2004). Ούτε δε μπορεί να γίνει ευλόγως δεκτό ότι, μολονότι το Σύνταγμα αναθέτει χωρίς περιορισμούς, με την ειδική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3, στη Βουλή τον καθορισμό των προϋποθέσεων απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας, παρά ταύτα δεν εμπιστεύεται την εκτίμησή της για την δημιουργία, εφ’ όσον συντρέχουν τα προβλεπόμενα αντικειμενικά κριτήρια, ουσιαστικού δεσμού των ανηλίκων αλλοδαπών και των γονέων τους με την ελληνική κοινωνία και απαιτεί επιπλέον εξατομικευμένη προς τούτο κρίση διοικητικών οργάνων. Τέλος, ναι μεν, κατά τα προεκτεθέντα, με την ανωτέρω ειδική συνταγματική διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγρ. 3 του άρθρου 4 εξουσιοδοτείται, χωρίς όρους, ο νομοθέτης να ορίζει τα κριτήρια απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, ωστόσο οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις δεν είναι δικαστικώς ανέλεγκτες. Εν όψει όμως της ευρύτατης εξουσίας που παρέχει το Σύνταγμα στη Βουλή και των πολιτικών, προεχόντως, εκτιμήσεων, βάσει των οποίων αυτή προβαίνει στις κατάλληλες, κατά την ουσιαστική της κρίση, νομοθετικές επιλογές, το Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει αντίθετες προς το Σύνταγμα τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010, για τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας σε ανήλικα τέκνα αλλοδαπών, περιορίζεται να ελέγξει μόνον εάν οι ουσιαστικές εκτιμήσεις του νομοθέτη, όσον αφορά τόσον τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος, όσον και την προσφορότητα των θεσπιζόμενων, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, κριτηρίων απονομής της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς είναι, αντικειμενικά και λογικά, καταδήλως εσφαλμένες και συνεπώς παράλογες. Και τούτο διότι, άλλως, το Δικαστήριο, μέσω του δικαστικού ελέγχου, ουσιαστικά θα υποκαθιστούσε ανεπιτρέπτως, δηλαδή καθ’ υπέρβαση του συνταγματικού του ρόλου, τη Βουλή στην άσκηση του νομοθετικού της έργου, αφού θα ήλεγχε, παρεμβαίνοντας με τον τρόπο αυτό στο πεδίο των πολιτικών αντιπαραθέσεων, τη σκοπιμότητα των σχετικών νομοθετικών επιλογών, στις οποίες μάλιστα ο κοινός νομοθέτης προβαίνει, κατά το Σύνταγμα, βάσει θεωρήσεων κατ’ εξοχήν πολιτικού χαρακτήρα και ειδικώς σε ένα θέμα υψηλής πολιτικής, όπως είναι αυτό της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας σε αλλοδαπούς, το οποίο μάλιστα συνάπτεται και με τις διεθνείς σχέσεις της Χώρας. Κατά την ειδικότερη γνώμη του Συμβούλου Μιχ. Πικραμένου επιπροσθέτως των ανωτέρω, λεκτέα και τα εξής : Η ρήτρα «υπέρ του έθνους» που καθιερώνει το άρθρο 1 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, ερμηνευόμενη ενόψει των σύγχρονων διεθνών κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συνθηκών στο πλαίσιο των οποίων αναπτύσσονται, μεταξύ των άλλων, διαδοχικά μεταναστευτικά ρεύματα που διακρίνονται για τη μαζικότητά τους, αποβλέπει στη διατήρηση της συνέχειας και της ενότητας του ελληνικού έθνους. Ο σκοπός αυτός επιδιώκεται με την επεξεργασία και κατάστρωση διαφόρων δημοσίων πολιτικών οι οποίες μπορεί να λαμβάνονται είτε από την κυβέρνηση, η οποία καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας κατά το άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος, είτε από το νομοθετικό σώμα κατά τα άρθρα 73 επ. του Συντάγματος που ορ ίζουν τη νομοθετική λειτουργία της βουλής. Ως εκ τούτου, τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας έχουν την ευχέρεια να εντάξουν στις ανωτέρω δημόσιες πολιτικές την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας για συγκεκριμένες κατηγορίες αλλοδαπών, εφόσον πληρούν ειδικά κριτήρια και τηρείται ειδική διαδικασία, πέραν των γενικώς ισχυόντων κανόνων στο ελληνικό δίκαιο της ιθαγένειας, που εμφανίζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και κρίνονται, για το λόγο αυτό, πρόσφορες για την εφαρμογή της εν λόγω δημόσιας πολιτικής, με σκοπό να διασφαλισθεί, σε πρώτο επίπεδο, η ομαλή ένταξή τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, δηλαδή στην ελληνική κοινωνία. Με την υιοθέτηση δε αυτής της δημόσιας πολιτικής, η οποία έχει ως άξονα την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας και τη συνακόλουθη ένταξη κατηγοριών αλλοδαπών στον ελληνικό λαό, ο νομοθέτης αποβλέπει και σ’ ένα δεύτερο μακροπρόθεσμο στόχο : στη δημιουργία των κατάλληλων όρων και προϋποθέσεων για να ενστερνισθούν οι εν λόγω κατηγορίες αλλοδαπών ή οι απόγονοι αυτών, θεμελιώδεις αξίες και αρχές του ελληνικού έθνους και με τον τρόπο αυτό να συμμετάσχουν στη διατήρηση και τη συνέχεια του πολιτισμού, της γλώσσας, των ηθών και εθίμων και άλλων προσδιοριστικών στοιχείων του ελληνισμού. Επί τη βάσει των ανωτέρω, ο κοινός νομοθέτης έχει την ευχέρεια, στα πλαίσια της δημόσιας πολιτικής για την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος, να θεσπίζει ειδικά κριτήρια και ειδική διαδικασία για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας στα ανήλικα τέκνα αλλοδαπών που αποτελούν διακριτή κατηγορία με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι τα ανήλικα τέκνα αλλοδαπών μπορεί να αποτελέσουν διακριτή κατηγορία, προκύπτει άλλωστε και από το ίδιο το Σύνταγμα το οποίο έχει αναγάγει σε αντικείμενο ιδιαίτερης ρύθμισης τους ανήλικους καθιερώνοντας ειδικές ρυθμίσεις, όπως το άρθρο 21 παρ. 1 που προβλέπει την προστασία της παιδικής ηλικίας καθώς και το άρθρο 16 παρ. 2 το οποίο ορίζει τη βασική αποστολή της παιδείας που έχει ως βασικούς αποδέκτες τους ανήλικους. Έτσι, ο νομοθέτης έχει τη δυνατότητα να προβαίνει στη θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας στα ανήλικα τέκνα αλλοδαπών, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για άτομα που μεγαλώνουν μέσα στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας, εξοικειώνονται με τα ήθη, τα έθιμα και την πολιτιστική παράδοση της χώρας, ενώ ταυτόχρονα μετέχουν της ελληνικής παιδείας φοιτώντας σε σχολεία τα οποία έχουν ως βασική αποστολή την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.

7. Eπειδή, ο έλληνας νομοθέτης, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα μεταναστευτικά ρεύματα τα προερχόμενα, κατ’ αρχάς, από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, λόγω των πολιτικών μεταβολών και ανακατατάξεων στις χώρες αυτές, μεταγενεστέρως δε και από άλλες ηπείρους (Ασία, Αφρική) προέβη σε σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εργασία αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών στη χώρα. Αρχικώς, με τον Ν. 1975/1991 (Α΄184), ο οποίος όρισε ότι η είσοδος και παραμονή αλλοδαπών στην χώρα επιτρέπεται μόνον εφ’ όσον είναι εφοδιασμένοι με έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα και θεώρηση εισόδου ή διαθέτουν προέγκριση εισόδου για εργασία ή άδεια διαμονής με σκοπό την εργασία και ρύθμισε τα της χορηγήσεως των αδειών αυτών διαμονής και εργασίας. Κατά τη διάρκεια της ισχύος του νόμου αυτού και ενόψει του γεγονότος της εισόδου και παραμονής στη χώρα αγνώστου αριθμού και προελεύσεως αλλοδαπών, χωρίς άδειες εργασίας και διαμονής εξεδόθησαν τα Προεδρικά Διατάγματα 358 και 359 /1997 (Α΄240), με τα οποία προβλέφθηκαν για τους παρανόμως διαμένοντες στη χώρα αλλοδαπούς «προσωρινή νομιμοποίηση» με την χορήγηση «προσωρινής άδειας παραμονής» (με το πρώτο διάταγμα) και χορήγηση «κάρτας παραμονής περιορισμένης χρονικής διάρκειας» (με το δεύτερο διάταγμα) προκειμένου να απασχοληθούν με σχέση εξηρτημένης εργασίας ή ως ανεξάρτητοι επαγγελματίες. Οι άδειες αυτές εξεδίδοντο υπό διαφορετικές, πολύ περισσότερο χαλαρές προϋποθέσεις από τις τασσόμενες στον αρχικό νόμο με δεδομένο ότι εκεί προϋπετίθετο ότι οι αλλοδαποί εισέρχονται νομίμως στη χώρα και εφοδιάζονται με άδεια εργασίας και παραμονής άμα τη εγκαταστάσει τους. Σκοπός των εκτάκτων αυτών ρυθμίσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παρ.1 του Π.Δ. 358/1997 ήταν η καταγραφή των αλλοδαπών που διέμεναν παράνομα στην Ελλάδα και είτε απασχολούνταν είτε αναζητούσαν απασχόληση και η έναρξη της διαδικασίας για την νομιμοποίησή τους υπό προϋποθέσεις. Επακολούθησε ο Ν.2910/2001 (Α΄91) που διατήρησε το καθεστώς του προηγουμένου νόμου, δηλαδή την είσοδο στη χώρα με έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα και θεώρηση εισόδου και τον εφοδιασμό με άδεια διαμονής για λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στον νόμο (σπουδές, παροχή εξηρτημένης εργασίας, άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, οικογενειακή συνένωση κλπ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 19, 20 και 21 του νόμου αυτού προκύπτει ότι η χορήγηση άδειας εργασίας αποτελεί προϋπόθεση για την χορήγηση άδειας εισόδου και άδειας παραμονής. Περαιτέρω, ότι η άδεια διαμονής, εκτός της προηγουμένης προϋποθέσεως χορηγείται μόνον εφ’ όσον ο αλλοδαπός έχει συνάψει σύμβαση εργασίας, είναι ασφαλισμένος για την κάλυψη των εξόδων νοσηλείας, ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως και εργατικού ατυχήματος και έχει εξασφαλίσει κατάλυμα για την διαμονή του. Εκ παραλλήλου, στα άρθρα 25-27 του ίδιου νόμου ρυθμίζονται τα της χορηγήσεως άδειας εισόδου και διαμονής για την άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας με προϋποθέσεις επαρκείας πόρων και συμβολής στην οικονομική ανάπτυξη, καθώς και πλήρους ασφαλιστικής καλύψεως με παράλληλη εκπλήρωση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Επίσης, στο κεφάλαιο του νόμου με τίτλο «δικαιώματα και υποχρεώσεις αλλοδαπών»ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: άρθρο 40 «1. Ανήλικοι αλλοδαποί, που διαμένουν στην ελληνική επικράτεια, υπάγονται στην υποχρέωση της ελάχιστης σχολικής φοίτησης, όπως και οι ημεδαποί…5. Αλλοδαποί που έχουν αποφοιτήσει από την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα έχουν πρόσβαση στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση, υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις όπως και οι ημεδαποί », στο άρθρο 41 «1…3. Αλλοδαπός, κάτοχος αδείας παραμονής, οφείλει να αναχωρήσει χωρίς άλλη ειδοποίηση μέχρι την τελευταία ημέρα της λήξης της ισχύος της, εκτός αν πριν από τη λήξη της έχει υποβάλει αίτηση για ανανέωσή της. 4. Αλλοδαπός, στον οποίο δεν εγκρίθηκε παραμονή ή ανανέωση της άδειας διαμονής του, υποχρεούται να εγκαταλείψει αμέσως το ελληνικό έδαφος χωρίς άλλες διατυπώσεις». Τέλος, στο άρθρο 66 του νόμου με τίτλο «παράνομοι αλλοδαποί» επετράπη η χορήγηση άδειας παραμονής εξάμηνης διάρκειας σε αλλοδαπούς που κατά την έναρξη ισχύος του νόμου διέμεναν παράνομα στην χώρα, εφ’ όσον είχε λήξει η κάρτα παραμονής περιορισμένης χρονικής διάρκειας χωρίς να ανανεωθεί ή η κάρτα προσωρινής άδειας παραμονής ή η άδεια παραμονής και εφ’ όσον διέμεναν αποδεδειγμένα στη χώρα μετά τη λήξη τους επί ένα έτος μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου. Το ίδιο δικαίωμα παρεσχέθη και στους αλλοδαπούς που είχαν ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων του Ο.Α.Ε.Δ. για την χορήγηση κάρτας παραμονής περιορισμένης χρονικής διάρκειας και ενέπιπταν στην ρύθμιση του άρθρου 2 του Π.Δ. 359/1997 εφ’ όσον παραιτούνταν από την προσφυγή αυτή. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου για το άρθρο αυτό, με τις ρυθμίσεις του αποσκοπείται η νομιμοποίηση των αλλοδαπών που διέμεναν παράνομα στην Ελλάδα, τούτο δε κατέστη αναγκαίο για να αντιμετωπισθεί ένα έντονο κοινωνικό πρόβλημα, δηλαδή, το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός αλλοδαπών διέμεναν παράνομα στην Ελλάδα και δεν μπορούσαν να συμμετέχουν στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου ισότιμα με τους Έλληνες και τους νόμιμους αλλοδαπούς. Η κατά τη διάταξη αυτή διάρκεια της εξάμηνης άδειας διαμονής παρετάθη αρχικώς με την παρ. 8 του άρθρου 21 του Ν.3013/2002 (Α’ 102) μέχρι τις 31-12-2002 . Εν συνεχεία δόθηκε νέα παράταση ισχύος των αδειών αυτών μέχρι 30-6-2003 με το άρθρο 23 του Ν.3103/2003 (Α΄23). Επακολούθησαν δε νέες, αυτοδίκαιες π αρατάσεις ισχύος των προσωρινών αυτών αδειών μέχρι 30-6-2004 (άρθρο 25 Ν.3242/2004 Α΄102). Ακολούθως, με τον Ν.3386/2005 (Α΄212) , ο νομοθέτης ενέμεινε στις πάγιες ρυθμίσεις των προηγουμένων νόμων (αναγκαιότητα θεωρήσεως εισόδου, χορηγουμένης από τα ελληνικά προξενεία των χωρών προελεύσεως, άρθρο 6 επ, απαίτηση για την παραμονή στη χώρα αδειών παραμονής και αδειών εργασίας με περιορισμένη χρονική διάρκεια και προσδιορισμένους από τον νόμο σκοπούς, άρθρο 9 επ, πρόβλεψη απελάσεων όσων στερούνται των νομίμων αδειών και εν γένει όσων παραβιάζουν τον νόμο, άρθρο 76 επ.). Εξ άλλου, προς ενίσχυση της διαδικασίας κοινωνικής εντάξεως, ο νέος νόμος προέβλεψε, σύμφωνα και με την Οδηγία 2003/109 / ΕΚ ( L16της 23-1-2004 ), το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος αλλοδαπού (άρθρο 67 επ.), το οποίο είναι ιδιαιτέρως ευνοϊκό για τους αλλοδαπούς με πιστοποιημένη υψηλού βαθμού κοινωνική ένταξη υπό προϋποθέσεις, όμως, αυστηρά οριοθετημένες (νόμιμη διαμονή στη χώρα τουλάχιστον επί πενταετία, επαρκής γνώση της ελληνικής γλώσσας, γνώση στοιχείων της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού πολιτισμού).Και ο νόμος αυτός, όμως, περιέλαβε στις μεταβατικές διατάξεις του (άρθρο 91 παρ.10 επ.) ρυθμίσεις νομιμοποιήσεως αγνώστου αριθμού αλλοδαπών, οι οποίοι, παρά τις νομιμοποιητικές διατάξεις των προηγουμένων νομοθετημάτων, διέμειναν στην χώρα παράνομα και είτε εργάσθηκαν παράνομα είτε δεν εργάσθηκαν καθόλου. Οι ρυθμίσεις αυτές συνοπτικώς είναι: α) νομιμοποιήσεις αλλοδαπών, με την αυτοδίκαιη παράταση μέχρι 31-12-2005 ισχύος αδειών διαμονής που είχαν αυτοδικαίως παραταθεί μέχρι 30-6-2004 με προηγούμενα νομοθετήματα είτε με την παράταση ισχύος μέχρι το ίδιο χρονικό σημείο αδειών διαμονής που είχαν λήξει μετά την ημερομηνία αυτή (παρ. 10), β) νομιμοποιήσεις αλλοδαπών που παρέμεναν στην χώρα χωρίς οιαδήποτε άδεια διαμονής, με την διευκόλυνση χορηγήσεως σχετικών αδειών, χωρίς τη συνδρομή των παγίων προϋποθέσεων, εφ’ όσον αποδεικνύουν την παραμονή τους στη χώρα μέχρι την 31-12-2004. Οι άδειες αυτές χορηγούνται, κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης μέχρι 31-12-2005 με απόφαση του Γενικού Γραμματέως Περιφέρειας, έχουν ετήσια ισχύ και συγχρόνως επέχουν θέση άδειας εργασίας (παρ.11). Οι εξαιρετικές αυτές ρυθμίσεις θεσπίστηκαν, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση «στο πλαίσιο οριστικής καταγραφής των υπηκόων τρίτων χωρών και προς οριστική εκκαθάριση του χρόνιου σχετικού προβλήματος…». Παρά ταύτα επαναλήφθηκαν με το άρθρο 18 παρ.4 του Ν.3536/2007 (Α΄ 42), με το οποίο δόθηκε και νέα προθεσμία υποβολής αιτήσεως νομιμοποιήσεως μέχρι 30-9-2007. Κρίσιμα για την κατανόηση των εξαιρετικών αυτών ρυθμίσεων («νομιμοποιήσεων») όσο και των αντιστοίχων των προηγουμένων νομοθετημάτων είναι όσα αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3886/2005: «Α) Γενικά Ι….ΙΙ…. ΙΙΙ. Το 1997 θεσμοθετήθηκε η πρωτοβουλία καθιέρωσης ενός συστήματος καταγραφής και ενσωμάτωσης του «αφανούς» πληθυσμού των παράνομων αλλοδαπών, μέσω των π.δ. 358 και 359/1997, με τα οποία καθιερώθηκε ένας νέος, παράλληλος με τους προβλεπόμενους στο ν. 1975/1991, τίτλος νόμιμης παραμονής και εργασίας αλλοδαπού στη Χώρα, η λεγόμενη «πράσινη κάρτα». Το εγχείρημα αυτό, παρά τον έκδηλα μεταβατικό του χαρακτήρα….ανέσυρε από την αφάνεια ένα μέρος των παρανόμων αλλοδαπών… IV). Ακολούθησε ο ν. 2910/2001, ο οποίος επιχείρησε να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες που είχαν ήδη επισημανθεί υπό το καθεστώς του ν. 1975/1991 και των προαναφερθέντων διαταγμάτων… Κατά γενική διαπίστωση δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Ο αρχικός στόχος του ίδιου νόμου για την καταγραφή και νομιμοποίηση όλων των αλλοδαπών, μέσω της χορήγησης προσωρινής άδειας σε αυτούς, δεν ολοκληρώθηκε…».

8. Επειδή, από τις παρατεθείσες διατάξεις των νομοθετημάτων που ρύθμισαν την είσοδο, διαμονή και εργασία των αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών κατά το μετά το έτος 1990 χρονικό διάστημα προκύπτουν τα εξής: οι πάγιες διατάξεις που οργάνωσαν σύστημα νόμιμης μεταναστεύσεως στη χώρα παραβιάσθηκαν λόγω των εκτάκτων συνθηκών της μαζικής εισόδου αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών διαφόρου προελεύσεως. Συνέπεια του γεγονότος αυτού ήταν ότι στη χώρα παρέμεινε άγνωστος αριθμός αλλοδαπών, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις των παγίων διατάξεων και στους οποίους επανειλημμένως παρεσχέθη η δυνατότητα να νομιμοποιηθούν είτε με τη χορήγηση αδειών, χωρίς τις προϋποθέσεις των παγίων διατάξεων είτε με τις αυτοδίκαιες παρατάσεις αδειών διαμονής και εργασίας, χωρίς αντίστοιχες πιστοποιήσεις διοικητικής αρχής και χωρίς καν την συμμετοχή του ενδιαφερόμενου αλλοδαπού (υποβολή αιτήσεως). Περαιτέρω δε, ότι ο ακριβής χρόνος διαμονής των ως άνω προσώπων και πολύ περισσότερο η νομιμότητα της διαμονής αυτής δεν είναι δυνατόν να πιστοποιηθούν από τη Διοίκηση, όπως αυτό, άλλωστε, προκύπτει τόσο από τα κείμενα των νόμων, όσο, κυρίως και από τις αιτιολογικές τους εκθέσεις.

9. Επειδή, τέλος, ο επίμαχος νόμος 3838/2010 προβλέπει στο άρθρο 1 ότι στον ν. 3284/2004 (Α΄ 217 – «Κώδικας Ελληνικής Ιθαγενείας») προστίθεται ένα νέο άρθρο (το 1Α), με το οποίο εισάγεται ένας νέος τρόπος κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας με τη γέννηση του αλλοδαπού στην Ελλάδα ή τη φοίτηση σε ελληνικό σχολείο και τη σχετική δήλωση των γονέων ή του ιδίου. Ειδικότερα, στο άρθρο 1Α προβλέπεται: «1. Τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται και συνεχίζει να ζει στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν μόνιμα και νόμιμα και οι δυο στη Χώρα επί πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη, αποκτά από τη γέννηση του την Ελληνική Ιθαγένεια, εφόσον οι γονείς του υποβάλουν κοινή σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής του τέκνου στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας του, μέσα σε τρία έτη από τη γέννηση. Σε περίπτωση μεταγενέστερης υποβολής της δήλωσης και αίτησης, η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή τους. Αν το τέκνο γεννήθηκε πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς νόμιμης διαμονής και από τους δύο γονείς στη Χώρα, η κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής υποβάλλεται με την παρέλευση της πενταετούς συνεχούς νόμιμης διαμονής και του δεύτερου γονέα, το δε τέκνο αποκτά την Ελληνική Ιθαγένεια από την υποβολή τους. 2. Τέκνο αλλοδαπών που έχει ολοκληρώσει επιτυχώς την παρακολούθηση έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα και κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη Χώρα αποκτά την Ελληνική Ιθαγένεια από τη συμπλήρωση του εξαετούς χρόνου φοίτησης με κοινή δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο του δήμου μόνιμης κατοικίας του που υποβάλλουν οι γονείς του μέσα σε τρία έτη από τη συμπλήρωση του χρόνου αυτού. Σε περίπτωση μεταγενέστερης υποβολής της δήλωσης και αίτησης και μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου, η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή της σχετικής δήλωσης και αίτησης. 3. Η Ελληνική Ιθαγένεια αποκτάται από τέκνα αλλοδαπών με δήλωση των γονέων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου, μόνον εφόσον και οι δύο γονείς τους διαμένουν νομίμως στην Ελλάδα δυνάμει σχετικού νόμιμου τίτλου σε ισχύ. …6. Εφόσον η δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο, που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, δεν υποβλήθηκε από κοινού από τους γονείς μέχρι την ενηλικίωση του, το τέκνο αποκτά την Ελληνική Ιθαγένεια με δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο, που το ίδιο δικαιούται να υποβάλει στον δήμο όπου κατοικεί νόμιμα και μόνιμα δυνάμει σχετικού νόμιμου τίτλου σε ισχύ, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών ετών από την συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας του. Η αίτηση απορρίπτεται αν συντρέχει ποινικό κώλυμα, κατά την περίπτωση β` της παραγράφου 1 του άρθρου 5 ή λόγοι δημόσιας ή εθνικής ασφάλειας, κατά το άρθρο 5Β. Η διερεύνηση της συνδρομής των αρνητικών προϋποθέσεων του προηγούμενου εδαφίου διενεργείται με ανάλογη εφαρμογή της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 διαδικασίας και εντός προθεσμίας έξι μηνών. Η σχετική διαδικασία και προθεσμίες αναστέλλονται σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 31. Η απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας εκδίδεται εντός έτους από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης. Η Ελληνική Ιθαγένεια αποκτάται στην περίπτωση αυτή από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης». Σύμφωνα δε με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 του Γ΄ Κεφαλαίου του αυτού νόμου : «1. Στους αλλοδαπούς οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του νό μου αυτού ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1Α του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας και έχουν ήδη ενηλικιωθεί, χορηγείται προθεσμία τριών ετών για να υποβάλουν την αίτηση και δήλωση που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές. Η ιθαγένεια αποκτάται από την υποβολή της δήλωσης και αίτησης με βάση τους εκεί προβλεπόμενους όρους και διαδικασία. 2. Την Ελληνική Ιθαγένεια αποκτούν επίσης σύμφωνα με το άρθρο 1Α παρ. 1 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας και όσα τέκνα αλλοδαπών έχουν γεννηθεί και συνεχίζουν να ζουν στην Ελλάδα από γονείς που διαμένουν νόμιμα και οι δύο στη Χώρα εφόσον κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η νόμιμη διαμονή ενός τουλάχιστον εξ αυτών υπερβαίνει τα πέντε συνεχή έτη». Εξ άλλου, στο άρθρο 13 του Α΄ Κεφαλαίου ορίζεται : «Στο άρθρο 32 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας, όπως αυτός κυρώθηκε με το ν. 3284/2004 και ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 3 ως εξής: «Τα δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν τη δήλωση και αίτηση εγγραφής στο δημοτολόγιο που προβλέπεται στο άρθρο 1Α του παρόντος Κώδικα, καθώς και κάθε άλλο, σχετικό θέμα για την εκτέλεση των διατάξεων αυτού καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης». Οι ως άνω διατάξεις τροποποίησαν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, το οποίο βασίζεται, κατά κύριο λόγο στο «δίκαιο της καταγωγής» (jus sanguinis)και προσέθεσαν περιπτώσεις αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, μεταξύ των άλλων και βάσει του «δικαίου του εδάφους» (jus soli). Οι περιπτώσεις αυτές είναι α) απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από ανήλικα τέκνα αλλοδαπών υπηκόων που γεννιούνται στην Ελλάδα και των οποίων οι γονείς διαμένουν στην χώρα επί πέντε έτη. Η διαμονή απαιτείται να είναι μόνιμη και νόμιμη, η δε ιθαγένεια αποκτάται με δήλωση των γονέων β) απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από τέκνα αλλοδαπών που φοίτησαν επί έξι έτη σε ελληνικά σχολεία γ) απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από ενήλικους αλλοδαπούς με δήλωσή τους μεταξύ 18ου και 21ου έτους, εφ’ όσον εφοίτησαν επί έξη έτη σε ελληνικό σχολείο. Εξ άλλου, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρέχεται αποκλειστική προθεσμία τριών ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου σε ενήλικους αλλοδαπούς που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 Α του νόμου να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, εφ’ όσον υποβάλουν δήλωση και αίτηση (παράγραφος 1) και σε τέκνα αλλοδαπών, εφ’ όσον ο ένας από τους δύο γονείς διαμένει νόμιμα και μόνιμα πέραν της πενταετίας στην χώρα κατά την έναρξη ισχύος του νόμου 3838/2010 και πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1Α του νόμου αυτού (παράγραφος 2). Οι σκέψεις του νομοθέτη που υπαγόρευσαν τις επίμαχες ρυθμίσεις δηλαδή, την επιλογή απονομής ιθαγένειας αντί άλλων μέτρων ενσωματώσεως, εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου. Μεταξύ των άλλων, η έκθεση αυτή αναφέρει: «Πριν από είκοσι περίπου χρόνια, η χώρα κατακλύσθηκε από το πρώτο κύμα μεταναστών της μεταπολεμικής της ιστορίας, καθώς χιλιάδες ανθρώπων προερχόμενοι ως επί το πλείστον από τη γειτονική μας Αλβανία εισήλθαν μαζικά και χωρίς καμία διατύπωση στην Ελλάδα, εκμεταλλευόμενοι την πολιτική συνόρων που είχε υιοθετήσει τότε η κυβέρνηση. Στη συνέχεια, οι δυσκολίες σχεδιασμού αποτελεσματικών πολιτικών για τη μετανάστευση σε συνδυασμό με την ενδημική της παραοικονομία κατέστησαν για χρόνια τη χώρα μας πόλο έλξης παρανόμως εργαζομένων με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός μόνιμου και διαρκώς αυξανομένου πληθυσμού που διαβιούσε στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής και της νομιμότητας. Οι απόπειρες των προηγουμένων ετών να αντιμετωπίσουν την κατάσταση θέτοντας νέους κανόνες δεν απέδωσαν ουσιαστικά αποτελέσματα. Επεδίωκαν να αποκτήσουν έλεγχο της κατάστασης με μαζικές νομιμοποιήσεις όσων ζούσαν και εργάζονταν ήδη παράνομα στη χώρα. Οι αυτόματες και μαζικές νομιμοποιήσεις, που εφαρμόσθηκαν και από άλλα ευρωπαϊκά κράτη υποχρέωσαν τα όργανα της Ε.Ε. στη συμπερίληψη της ρητής και αυστηρής αποδοκιμασίας τέτοιων επιλογών στο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Είναι σαφές ότι, εν όψει της μεταβολής των μεταναστευτικών ροών η πολιτική νομιμοποιήσεων, ιδίως στη πιο πρόσφατη εκδοχή της δεν συνέβαλε στην εξάλειψη της λαθρομετανάστευσης. Αντίθετα κατέστησε ασαφή τη διάκριση νόμιμης και παράνομης διαμονής και απασχόλησης και δημιούργησε προσδοκίες ότι θα επαναλαμβάνεται περιοδικά, λειτουργώντας ενθαρρυντικά για τις νέες ροές».

10. Επειδή, οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν.3838/2010 είναι αντίθετες προς τις συνταγματικές διατάξεις που παρατίθενται στην τέταρτη σκέψη. Και τούτο, διότι σε όλες τις περιπτώσεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη ο νομοθέτης χρησιμοποιεί τυπικό απλώς κριτήριο για την απόδοση της ελληνικής ιθαγενείας, το οποίο μάλιστα είναι και επισφαλές. Ειδικότερα στην πρώτη περίπτωση το κριτήριο της διαμονής των γονέων επί πενταετία δεν τεκμηριώνει την ουσιαστική ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία, αφού δεν συνδυάζεται και με άλλα στοιχεία που θα προσέδιδαν στην διαμονή ουσιαστικά χαρακτηριστικά εντάξεως. Είναι δε το κριτήριο αυτό και επισφαλές, διότι, όπως εκτίθεται στην έβδομη σκέψη, η νόμιμη διαμονή, όπως διαμορφώθηκε με τα νομοθετήματα της περιόδου 1991-2008, αναφέρεται όχι μόνον σε αλλοδαπούς που συγκεντρώνουν τα κριτήρια των παγίων διατάξεων, δηλαδή τους εισελθόντες νομίμως στη χώρα και εφοδιασμένους με άδεια διαμονής και άδεια εξαρτημένης ή ανεξαρτήτου εργασίας, αλλά, και σε όσους εισήλθαν παράνομα στην χώρα και διέμειναν παράνομα επί διάφορα χρονικά διαστήματα, άγνωστα στην Διοίκηση, αποκτήσαντες άδεια διαμονής και εργασίας εκ των υστέρων, βάσει των νομιμοποιήσεων που έλαβαν χώρα κατά διαστήματα και μέχρι την ισχύ του εξεταζόμενου νόμου. Στη δεύτερη περίπτωση, ο νομοθέτης χρησιμοποιεί επίσης κριτήριο μη δυνάμενο να τεκμηριώσει την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ουσιαστική ένταξη στην ελληνική κοινωνία του ανηλίκου τέκνου αλλοδαπών γονέων, αφού, μόνη η φοίτηση σε ελληνικό σχολείο, και μάλιστα μόνον επί μία εξαετία, δεν εγγυάται την επιζητούμενη ένταξη, δεδομένου ότι ο νόμος δεν αξιώνει και μία ουσιαστική σχέση των γονέων με τη χώρα, οι οποίοι γονείς είναι αρμόδιοι να αποφασίσουν για την απόκτηση ή μη της ιθαγένειας από το ανήλικο τέκνο τους. Εξ άλλου, η χρονική διάρκεια της εκπαιδεύσεως υπολείπεται και της εννεαετούς φοιτήσεως που απαιτεί υποχρεωτικώς το Σύνταγμα (άρθρο 16 παρ.3) για τα παιδιά των Ελλήνων, τα οποία μάλιστα πλεονεκτούν ήδη λόγω της βαθμιαίας γνώσεως της γλώσσας και της εξοικειώσεως με το δεδομένο κοινωνικό περιβάλλον από της γεννήσεώς τους και πολύ πριν αρχίσει η εκπαίδευσή τους. Εξομάλυνση των διαφορών αυτών και άρα εγγυημένο βαθμό εντάξεως θα πιστοποιούσε, κατ΄ αρχήν, η επιτυχής φοίτηση των αλλοδαπών σε όλο το φάσμα της δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως με λήψη του αντιστοίχου τίτλου σπουδών. Τέλος, στην τρίτη περίπτωση ο νομοθέτης αρκείται επίσης στο ίδιο κριτήριο της εξαετούς φοιτήσεως, επιπλέον δε δεν απαιτεί την συνεχή παραμονή του αλλοδαπού υπηκόου στη χώρα από το χρονικό σημείο της αποφοιτήσεώς του μέχρι το χρονικό σημείο υποβολής της δηλώσεως περί αποκτήσεως της ιθαγενείας (μεταξύ 18ου και 21ου έτους), με συνέπεια να είναι δυνατή η υπαγωγή στην περίπτωση αυτή και αλλοδαπών ενηλίκων, που έχουν, εν τω μεταξύ, μετά το πέρας της φοιτήσεώς τους, απομακρυνθεί από τη χώρα, και μάλιστα χωρίς να υποχρεώνονται από το νόμο σε δήλωση αποβολής της μέχρι τότε ιθαγενείας τους. Τα ανωτέρω ισχύουν βεβαίως και για τα διαλαμβανόμενα στην μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 του εξεταζόμενου νόμου. Περαιτέρω, ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Φ. Ντζίμας και Β. Αραβαντινός προσέθεσαν την εξής ειδικότερη γνώμη : Εν όψει του ότι, όπως έχει εκτεθεί στην έκτη σκέψη, το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό κράτος, η ύπαρξη δε γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς αυτό και προς την ελληνική κοινωνία αποτελεί τον ελάχιστο όρο και όριο των νομοθετικών ρυθμίσεων για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, οι προϋποθέσεις που τάσσουν σχετικώς οι επίμαχες ρυθμίσεις, μη συνδεόμενες με την ύπαρξη του ως άνω γνησίου δεσμού, όχι μόνο δεν τεκμηριώνουν – όπως προεξετέθη – την ουσιαστική ένταξη των αλλοδαπών στην ελληνικών κοινωνία, αλλά, επί πλέον, δύνανται να οδηγήσουν σε αναίρεση του κατοχυρωμένου από το Σύνταγμα εθνικού χαρακτήρα του Κράτους (δοθέντος, μάλιστα, ότι δεν προβλέπεται στο νόμο δυνατότητα του Κράτους να αποτρέψει, για λόγους γενικότερων εθνικών συμφερόντων, την απόκτηση της ελληνικής ιθαγενείας από αλλοδαπούς σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, πρβλ. Ολομ. Σ.Ε. 2279/1990). Εν όψει, λοιπόν, των τασσομένων εν προκειμένω προϋποθέσεων αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, η νομοθετική εξουσία, θεσπίζοντας τις επίμαχες ρυθμίσεις, δεν λειτουργεί ούτε υπέρ του Λαού (του οποίου την σύνθεση κατά τα εκτεθέντα στην έκτη σκέψη επιχειρεί να προσδιορίσει αυθαιρέτως με την προσθήκη απροσδιόριστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως) ούτε υπέρ του Έθνους, παραβιάζοντας, συνεπώς, το άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος. Οι Σύμβουλοι Δημ. Σκαλτσούνης. Σπ. Μαρκάτης, Ηρ. Τσακόπουλος και Μαρίνα Παπαδοπούλου με συγκλίνουσα γνώμη υπεστήριξαν τα εξής: Οι προεκτεθείσες ρυθμίσεις του Ν.3838/2010, με τις οποίες απονέμεται η ελληνική ιθαγένεια σε τέκνα που γεννώνται στην Ελλάδα από αλλοδαπούς που διαμένουν στη χώρα νομίμως και μονίμως επί πενταετία ή σε όσους ανηλίκους και μη , έχουν φοιτήσει επιτυχώς σε ελληνικό σχολείο επί εξαετία, δεν προσκρούουν μεν σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι δεν υιοθετούν κριτήρια κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας μη συμβατά προς αυτό, ούτε έρχονται σε αντίθεση προς διεθνείς συμβατικές δεσμεύσεις, δεν είναι, όμως, σύμφωνες με την ίδια τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.3 εδ. α´ του Συντάγματος, από της απόψεως των όρων και προϋποθέσεων κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας που ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να θέσει, διότι από μόνη τη νόμιμη και επί πενταετία μόνιμη διαμονή των γονέων στην Ελλάδα ή την εξαετή φοίτηση σε ελληνικό σχολείο δεν πιθανολογείται επαρκώς η μελλοντική ομαλή ένταξη στην ελληνική κοινωνία. Ομαλή δε νοείται η ένταξη αυτή όταν ο αποκτών την ιθαγένεια δεν αμφισβητεί τις συνταγματικές αξίες της δημοκρατίας, των ελευθεριών και της ανεκτικότητας, με βάση τις οποίες συγκροτείται η πολιτική και κοινωνική ζωή στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Και τούτο διότι, η επί πενταετία μόνιμη και νόμιμη απλώς διαμονή στη χώρα των αλλοδαπών γονέων (ποικίλων πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών καταβολών) δεν είναι ικανή, κατά κοινή πείρα, να διασφαλίσει ότι οι γονείς αυτοί έχουν επιλέξει τη χώρα ως μόνιμο τόπο εγκαταστάσεώς τους συμμετέχοντας στην οικονομική ζωή και σεβόμενοι τις ανωτέρω αξίες και ότι, συνεπώς, τα τέκνα τους θα ανατραφούν σε οικογενειακό περιβάλλον που θα ευνοήσει την ένταξή τους υπό την ανωτέρω έννοια. Ούτε, εξ άλλου, μόνη η εξαετής φοίτηση σε ελληνικό σχολείο, χρόνος που υπολείπεται της εννεαετούς υποχρεωτικής εκπαιδεύσεως (άρθρο16 παρ3 του Συντάγματος), είναι ικανή να διασφαλίσει επαρκώς την ανωτέρω σκοπούμενη ομαλή ένταξη. Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Δημοσθ. Πετρούλιας και Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Α.-Γ. Βώρος, Μ. Σταματελάτου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Μ. Πικραμένος, οι οποίοι υπεστήριξαν τη γνώμη, ότι οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010 είναί σύμφωνες προς το Σύνταγμα, με τις εξής σκέψεις: Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι με τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 3838/2010 θεσπίζονται ρυθμίσεις για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε ανήλικα τέκνα μεταναστών που διαβιούν νόμιμα στη Χώρα και όχι στους αλλοδαπούς γονείς τους. Ως προς αυτούς έχουν εφαρμογή οι γενικές για την πολιτογράφηση των ενηλίκων αλλοδαπών διατάξεις του Κώδικα της Ελληνικής Ιθαγένειας. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3838/2010, στην οποία αναλύονται εκτενώς οι λόγοι που υπαγόρευσαν τις επίμαχες ρυθμίσεις, ο νομοθέτης εκτιμά ότι με τη συνδρομή των θεσπιζομένων αντικειμενικών κριτηρίων, δηλαδή είτε με τη γέννηση των ανήλικων αλλοδαπών στην Ελλάδα, σε συνδυασμό και με την επί πενταετία νόμιμη διαμονή και των δύο γονέων τους στη Χώρα, είτε με την εξαετή επιτυχή φοίτησή τους σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα, δημιουργείται ουσιαστικός δεσμός των αλλοδαπών ανηλίκων, και των γονέων τους, με την ελληνική κοινωνία, ικανός, κατά την ανέλεγκτη, κατ’ αρχήν, ουσιαστική του κρίση, να δικαιολογήσει την απονομή σε αυτά, δηλαδή στα ανήλικα παιδιά των μεταναστών (όχι και στους αλλοδαπούς γονείς τους), της ελληνικής ιθαγένειας, ώστε να διασφαλισθεί η ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία και η κοινωνική συνοχή και ειρήνη. Συγκεκριμένα, στην ανωτέρω αιτιολογική έκθεση τονίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «Με τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου επιλέγεται η αναγνώριση της δυνατότητας απόκτησης της Ελληνικής Ιθαγένειας και πριν την ενηλικίωση των παιδιών της “δεύτερης γενιάς”… διότι κρίνεται ότι θα μπορούσαμε να διαπαιδαγωγήσουμε καλύτερα τα παιδιά των μεταναστών ως ελεύθερους και υπεύθυνους Έλληνες πολίτες του αύριο, όπως απαιτεί και το άρθρο 16 παραγρ. 2 του Συντάγματος… με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται αποτελεσματικότερα ο στόχος όχι μόνο της κοινωνικής αλλά και της εθνικής συνοχής στο πλαίσιο μιας σύγχρονης δημοκρατικής και ανοιχτής κοινωνίας, όπως η ελληνική». Δεν μπορεί, δε να θεωρηθεί, αντικειμενικά και λογικά, ότι η, κατ’ εξοχήν, πολιτική αυτή εκτίμηση του νομοθέτη είναι εσφαλμένη και μάλιστα καταδήλως εσφαλμένη και άρα παράλογη, ούτε ότι τα ανωτέρω κριτήρια είναι απρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με τις επίμαχες ρυθμίσεις σκοπού και μάλιστα προδήλως απρόσφορα, όπως απαιτείται προκειμένου να κριθούν από το Δικαστήριο οι σχετικές διατάξεις αντισυνταγματικές. Εξ άλλου, κατά τα εκτεθέντα, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, στη σκέψη 6, εν όψει της ευρύτατης εξουσίας, που παρέχει το Σύνταγμα με την ειδική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3, η Βουλή δεν υποχρεούται να καθορίσει σε κάθε περίπτωση διαδικασία εξατομικευμένης εκτίμησης και ουσιαστικών στοιχείων από διοικητικά όργανα, αλλά ευχέρεια έχει να προβλέψει τέτοια διαδικασία, όταν κρίνει ότι τούτο είναι σκόπιμο, όπως ισχύει για την πολιτογράφηση των ενηλίκων αλλοδαπών. Συνεπώς, ο νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μόνον αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι τα θεσπιζόμενα με τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010 για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας και μάλιστα σε ανήλικα παιδιά μεταναστών. Περαιτέρω δε, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, αντιθέτως προς την ως άνω εκτίμηση του νομοθέτη, τα κριτήρια αυτά είναι επισφαλή ή δεν τεκμηριώνουν ή δεν εγγυώνται ή δεν διασφαλίζουν την ουσιαστική ένταξη των ανηλίκων αλλοδαπών στην ελληνική κοινωνία, όπως γίνεται από τις ανωτέρω γνώμες δεκτό, για το λόγο ότι είτε η διάρκεια της διαμονής των αλλοδαπών στη Χώρα είτε η φοίτηση των ανηλίκων τέκνων τους σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα, θα έπρεπε να είναι μακρότερες, ή διότι θα έπρεπε να λαμβάνονται υπ’ όψη και ουσιαστικά και άρα υποκειμενικά για το σκοπό αυτό στοιχεία. Και τούτο διότι οι κρίσεις αυτές αποτελούν πράγματι ουσιαστικές εκτιμήσεις, ως προς την προσφορότητα των οριζόμενων κριτηρίων και την σκοπιμότητα των επιμάχων ρυθμίσεων απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, ενώ κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται μόνον στο εάν τα θεσπιζόμενα κριτήρια είναι καταφανώς απρόσφορα και, ως εκ τούτου, η σχετική εκτίμηση του νομοθέτη είναι προδήλως εσφαλμένη, διότι διαφορετικά το Δικαστήριο θα υποκαθιστούσε τη Βουλή στο νομοθετικό της έργο. Τούτο δε, ότι δηλαδή δεν είναι αντικειμενικά υποστηρίξιμο, κατά τον ασκούμενο δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου, ότι η ως άνω ουσιαστική εκτίμηση του έλληνα νομοθέτη του ν. 3838/2010 είναι προδήλως εσφαλμένη, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, και από το γεγονός ότι και σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία είναι ενταγμένα σε κοινότητα κρατών, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Ένωση, με παρόμοιες, όπως και η πλειοψηφία ανωτέρω αναγνωρίζει, συνταγματικές παραδόσεις, ισχύουν ανάλογες ρυθμίσεις. Συγκεκριμένα και ενδεικτικά, στη Γερμανία αποκτά αυτοδικαίως τη γερμανική ιθαγένεια πρόσωπο που γεννάται στη Γερμανία από αλλοδαπούς γονείς, εφ’ όσον ο ένας από τους γονείς (όχι δε και οι δύο, όπως απαιτεί η σχετική διάταξη του Ν. 3838/2010) έχει νόμιμη συνήθη διαμονή στη Γερμανία για οκτώ (8) έτη και έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στη Χώρα (άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου για την ιθαγένεια). Στο Ηνωμένο Βασίλειο (Η.Β.) αποκτά τη βρετανική ιθαγένεια πρόσωπο που γεννάται στην επικράτεια του Η.Β. από αλλοδαπούς γονείς, εφ’ όσον ο ένας από τους δύο γονείς είναι εγκατεστημένος στη Χώρα (άρθρο 1.1.b του νόμου για την ιθαγένεια). Στη Σουηδία, αποκτά με δήλωση των κηδεμόνων του τη σουηδική ιθαγένεια ανήλικος αλλοδαπής ιθαγένειας, εφ’ όσον διαθέτει μόνιμη άδεια διαμονής στη Σουηδία και κατοικεί σ’ αυτήν για πέντε (5) έτη, υποβληθεί δε η ανωτέρω δήλωση πριν ο ανήλικος συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (άρθρο 7 του νόμου για την ιθαγένεια). Στη Γαλλία, αποκτά αυτοδικαίως τη γαλλική ιθαγένεια πρόσωπο που γεννάται στη Γαλλία από αλλοδαπούς γονείς, εκ των οποίων ο ένας έχει επίσης γεννηθεί στη Γαλλία, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση (άρθρο 19-3 του Αστικού Κώδικα). Περαιτέρω, το γεγονός ότι με σειρά νομοθετημάτων, που παρατίθενται στη σκέψη 7, (Ν. 1975/1991, Π.Δ. 358 και 359/1997, Ν. 2910/2001, Ν. 3013/2002, Ν. 3103/2003, Ν. 3242/2004, Ν. 3386/2005 και 3536/2007) η Βουλή, επιδιώκοντας να αντιμετωπίσει το σοβαρότατο πρόβλημα της εισροής και διαμονής παράνομων μεταναστών στην Ελλάδα, χορήγησε σ’ αυτούς τη δυνατότητα να νομιμοποιήσουν τη διαμονή τους στη Χώρα, δεν μπορεί να κλονίσει τη συνταγματικότητα του θεσπιζομένου με τις επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010 κριτηρίου της νόμιμης πενταετούς τουλάχιστον διαμονής και των δύο αλλοδαπών γονέων του ανηλίκου στην Ελλάδα, ως εκ του λόγου ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν, χωρίς διάκριση, όχι μόνον αλλοδαπούς που εισήλθαν και διαμένουν νομίμως στη Χώρα, αλλά και όσους εισήλθαν και διέμεναν παρανόμως σ’ αυτήν, νομιμοποίησαν δε την διαμονή τους βάσει των ανωτέρω νομοθετημάτων. Αφ’ ενός μεν διότι για τη συμπλήρωση του απαιτουμένου χρόνου λαμβάνεται υπ’ όψη μόνον ο χρόνος της νόμιμης διαμονής των γονέων του αλλοδαπού ανηλίκου στην Ελλάδα, αφ’ ετέρου δε διότι οι διατάξεις των νομοθετημάτων αυτών, με τις οποίες παρασχέθηκε η δυνατότητα νομιμοποιήσεων των αλλοδαπών, εφαρμόζονται παγίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας, χωρίς ουδέποτε να αμφισβητηθεί, ούτε τώρα αμφισβητείται η συνταγματικότητά τους, δεδομένου άλλωστε ότι από καμία συνταγματική διάταξη δεν προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη να ρυθμίζει με συγκεκριμένο τρόπο τα ζητήματα της εισόδου, διαμονής και εργασίας των αλλοδαπών στη Χώρα. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3838/2010, ο νομοθέτης έχει συνεκτιμήσει το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή μεγάλος αριθμός μεταναστών είχαν εισέλθει και παρέμεναν παρανόμως στη Χώρα, νομιμοποίησαν δε την διαμονή τους σε αυτήν, με τη δυνατότητα που παρασχέθηκε με τα προαναφερόμενα αλλεπάλληλα νομοθετήματα, επισημαίνοντας όμως ότι «παρά τον εν τέλει απρόσφορο χαρακτήρα της πολιτικής αυτής [των νομιμοποιήσεων] όσον αφορά την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, παραμένει γεγονός ότι σε τέτοια μέτρα νομιμοποίησης οφείλεται το γεγονός ότι στη Χώρα μας σήμερα ζουν και εργάζονται νόμιμα οι περισσότεροι από μισό εκατομμύριο μετανάστες». Εκτιμά δε περαιτέρω ο νομοθέτης, ότι «πολλές χιλιάδες από αυτούς ζουν ανάμεσα στον εγχώριο πληθυσμό» και εργάζονται κανονικά επί μακρό χρόνο, «έχουν αποκτήσει οικογένεια, στέγη και περιουσία, ανταποκρίνονται ως επί το πλείστον με τυπικότητα στις φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις και στέλνουν τα παιδιά τους στο ελληνικό σχολείο μαρτυρώντας έτσι το ολοένα και βαθύτερο ρίζωμά τους στην Ελλάδα». Εν όψει αυτών, η διατυπούμενη από την πλειοψηφία γνώμη ότι το κριτήριο της επί πενταετία διαμονής στην Ελλάδα των αλλοδαπών γονέων των ανηλίκων είναι επισφαλές, λόγω του ότι αφορά χωρίς διάκριση και τους παρανόμως εισελθόντες στη Χώρα αλλοδαπούς, οι οποίοι νομιμοποίησαν στη συνέχεια τη διαμονή τους σ’ αυτήν, βάσει των προαναφερόμενων νομοθετημάτων, συνιστά ανεπίτρεπτη αμφισβήτηση της ανωτέρω ουσιαστικής εκτίμησης του νομοθέτη, τόσο για την ύπαρξη ουσιαστικού δεσμού των αλλοδαπών αυτών με την ελληνική κοινωνία, όσο και για την ορθότητα της εν λόγω νομοθετικής επιλογής. Τέλος και η θέσπιση της επιτυχούς παρακολούθησης έξι τουλάχιστον τάξεων ελληνικού σχολείου στην Ελλάδα, ως προϋπόθεσης για την απόκτηση από ανήλικα τέκνα αλλοδαπών της ελληνικής ιθαγένειας, με δήλωση και των δύο γονέων τους, οι οποίοι, όπως ρητώς προβλέπεται, πρέπει και οι δύο να διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα (άρθρο 1 Α παρ. 2 και 3 του Ν. 3838/2010), αποτελεί επίσης προϊόν ουσιαστικής εκτίμησης του νομοθέτη, της οποίας δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί βασίμως η συνταγματικότητα. Και τούτο διότι, δεν μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι η εξαετής αυτή επιτυχής εκπαίδευση (σε ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα) ανήλικων τέκνων αλλοδαπών, οι οποίοι διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα δυνάμει νόμιμου τίτλου σε ισχύ, είναι προδήλως ανεπαρκής, προκειμένου αυτά να αποκτήσουν ικανοποιητική γνώση της ελληνικής γλώσσας και γενικότερα ελληνική παιδεία, ώστε να διασφαλισθεί η ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία και, ως εκ τούτου, η αντίθετη ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη είναι καταδήλως εσφαλμένη, για το λόγο ότι, κατά την γνώμη της πλειοψηφίας, αφ’ ενός η απαιτούμενη επιτυχής εξαετής εκπαίδευση υπολείπεται της, κατά το Σύνταγμα, υποχρεωτικής εννεαετούς εκπαίδευσης, αφ’ ετέρου δε, η ικανότητα χειρισμού της ελληνικής γλώσσας πιστοποιείται μόνον με την απόκτηση τίτλου σπουδών της ελληνικής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, οι ανήλικοι, είτε είναι ημεδαποί είτε είναι αλλοδαποί, έχουν υποχρέωση ολοκλήρωσης της εννεαετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα (βλ. και άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 2910/2001). Εν’ όψει των ανωτέρω εκτεθέντων, οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010 είναι, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, σύμφωνες με το Σύνταγμα.

11. Επειδή, το Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 4 παρ. 4 ότι «Μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους». Στο άρθρο 51 παρ. 3 ότι «Οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει. Ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα…». Στο άρθρο 52 ότι «Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση». Περαιτέρω το άρθρο 102 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για την διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθενται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους. 2.Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει 3… 4.Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους»

12. Επειδή, από τις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις του Συντάγματος καθώς και από τις ήδη μνημονευθείσες (σκ. 5) των παρ. 2 και 3 του άρθρου 1 αυτού, συνάγονται τα ακόλουθα: α) ο συνταγματικός νομοθέτης χρησιμοποιεί παγίως κατά τρόπο ενιαίο τον όρο «λαός» ως συστατικό στοιχείο του Κράτους και ως ανώτατο όργανο αυτού. Δεν υφίστανται κατά το Σύνταγμα διάφοροι «λαοί» με διαφορετική σύνθεση έκαστος. Υπάρχει ένας Λαός, ο οποίος συντίθεται από όλους τους έλληνες πολίτες και μόνον, δηλαδή όλους τους κεκτημένους την ελληνική ιθαγένεια και ο λαός αυτός είναι φορέας της κυριαρχίας, τουτέστιν ο νομιμοποιητικός παράγων ασκήσεως της δημοσίας εξουσίας είτε αυτή αναφέρεται ευθέως στο Κράτος είτε στους κατά τόπον οργανισμούς ασκήσεως δημοσίας εξουσίας, δημιουργήματα του Κράτους, δηλαδή στους Οργανισμούς Τοπικ ής Αυτοδιοικήσεως οιασδήποτε βαθμίδας (πρβλ. απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της 31-10-1990, BVerfGE τόμος 83, σελ 37 επ. και απόφαση του Αυστριακού Συνταγματικού Δικαστηρίου G 218/03-16 της 30-6-2004) β) τη θέση αυτή δεν ανατρέπει το γεγονός ότι ο Λαός, παρίσταται με μειωμένη σύνθεση κατά την εκπλήρωση του ρόλου του ως οργάνου του δημοκρατικού πολιτεύματος, ήτοι κατά την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, είτε προς ανάδειξη των εκπροσώπων του στην Βουλή είτε προς ανάδειξη των τοπικών αρχών των Ο.Τ.Α., για λόγους αντικειμενικούς αναφερόμενους στην σχετική με την ηλικία ωριμότητα ή στην ύπαρξη κωλυμάτων, λόγοι, οι οποίοι προβλέπονται στο ίδιο το Σύνταγμα γ) ο συνταγματικός νομοθέτης ενέταξε τις περί της αποκεντρώσεως της Διοικήσεως του Κράτους και περί της τοπικής αυτοδιοικήσεως διατάξεις στο κεφάλαιο Πρώτο με τίτλο « Οργάνωση της Διοίκησης » του Τμήματος ΣΤ΄ με τίτλο «Διοίκηση» του συνταγματικού κειμένου, πράγμα που μαρτυρεί την συνειδητή θεώρηση της τοπικής αυτοδιοικήσεως ως μέρους της δημοσίας διοικήσεως, πολλώ μάλλον που ο ίδιος συνταγματικός νομοθέτης κατά την αναθεώρηση του 2001 προέβλεψε ότι στους Ο.Τ.Α. μπορούν να ανατίθενται με νόμο και αρμοδιότητες που συνιστούν αποστολή του Κράτους- πρόβλεψη που υλοποιήθηκε σε μεγάλη, μάλιστα, έκταση, με το άρθρο 94 του Ν.3852/2010 ( Α΄87 ). Συνέπεια των παραδοχών αυτών είναι αφ’ ενός μεν ότι και το εκλογικό σώμα των Ο.Τ.Α. συντίθεται, κατ’ αρχήν, αποκλειστικώς από έλληνες πολίτες και ότι ο απλός νομοθέτης κωλύεται να διευρύνει αυτό προσθέτοντας και πρόσωπα που δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια, αφ’ ετέρου δε ότι στο καθεστώς αυτό ουδεμία μεταβολή επήλθε με την προσθήκη στο κείμενο της διατάξεως του άρθρου 102 παρ.2 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε το έτος 2001 των λέξεων «όπως νόμος ορίζει». Με την προσθήκη αυτή διευκρινίζεται απλώς η δυνατότητα του απλού νομοθέτη, την οποία είχε ούτως ή άλλως και προ της αναθεωρήσεως, να προβαίνει σε ειδικότερες ρυθμίσεις αφορώσες περαιτέρω προσόντα του εκλογικού σώματος ή τη διαδικασία της εκλογής. Ουδόλως, όμως, δύναται να συναχθεί από την προσθήκη αυτή ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέφυγε να προβεί ο ίδιος σε ριζική μεταβολή του συστήματος με ρητή συνταγματική μεταρρύθμιση και δη είτε θεσπίζοντας ευθέως στο κείμενο του συντάγματος την νέα ρύθμιση είτε αναθέτοντας, κατά τρόπο σαφή, στον κοινό νομοθέτη την ευχέρεια να θεσπίσει αυτός την αναγνώριση του σχετικού πολιτικού δικαιώματος σε αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών. Τελείως διάφορο είναι βεβαίως το ζήτημα της αναγνωρίσεως υπέρ των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως του δικαιώματος εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοικήσεως, καθ’ όσον πρόκειται περί εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 22 παρ.1 της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που καθιερώθηκε το 1992 με την Συνθήκη του Maastricht και εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 του Συντάγματος, εφ’ όσον πρόκειται για περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας χάριν της συμμετοχής της ελληνικής δημοκρατίας ως μέλους της Ενώσεως (βλ Σ.τ.Ε 122/2008 επταμ.). Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Δημοσθ. Πετρούλιας και Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Σ. Μαρκάτης, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Μ. Πικραμένος, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη : Από την αντιπαραβολή των διατάξεων των άρθρων 51 παρ. 3 και 102 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος, που παρατίθενται στη σκέψη 11, προκύπτει ότι, ενώ στο άρθρο 51 παρ. 3, που αφορά την ανάδειξη της Βουλής, ο συντακτικός νομοθέτης καθορίζει ευθέως τη σύνθεση του εκλογικού σώματος, προβλέποντας ρητώς ότι τούτο αποτελείται από έλληνες πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα κατά τους ορισμούς του νόμου, αντιθέτως στην, αφορώσα την εκλογή των αρχών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), διάταξη του άρθρου 102 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο, η οποία στην αρχική της διατύπωση όριζε ότι «Αι αρχαί [των ΟΤΑ] εκλέγονται διά καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας» και στην οποία με την αναθεώρηση του έτους 2001 προστέθηκε η φράση «όπως νόμος ορίζει», το Σύνταγμα δεν περιέχει καμία σχετική πρόβλεψη. Συνεπώς, ο καθορισμός του εκλογικού σώματος για την ανάδειξη των αρχών των ΟΤΑ επαφίεται, ρητώς πλέον μετά την αναθεώρηση του 2001, στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος, ως εκ τούτου, δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, να διευρύνει τη σύνθεσή του και με τη συμμετοχή αλλοδαπών (είτε ομογενών είτε αλλογενών). Η ανωτέρω δε προσθήκη, με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, της επιφύλαξης υπέρ του νόμου, στην αρχική διατύπωση της επίμαχης διάταξης του άρθρου 102 παρ. 2 δεύτερο εδάφιο του Συντάγματος, απέβλεψε ακριβώς στο να παρασχεθεί στον κοινό νομοθέτη η δυνατότητα να επεκτείνει το ενεργητικό και παθητικό εκλογικό δικαίωμα για την ανάδειξη των αρχών των ΟΤΑ, όχι μόνο, όπως δέχεται η πλειοψηφήσασα γνώμη, στους πολίτες των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στους λοιπούς αλλοδαπούς. Πλήρη επιβεβαίωση της βούλησης αυτής του αναθεωρητικού νομοθέτη του 2001 παρέχουν και οι συζητήσεις ενώπιον της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος και της Ολομέλειας της Η´ Αναθεωρητικής Βουλής. Συγκεκριμένα, σε παρέμβασή του ενώπιον της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος της Η´ Αναθεωρητικής Βουλής, ο γενικός εισηγητής της πλειοψηφίας κατά την αναθεώρηση του 2001 στην Ζ´ Αναθεωρητική Βουλή, αφού επεσήμανε ότι «το άρθρο 102 για την Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι μία κορυφαίας σημασίας διάταξη στο Σύνταγμά μας» και ότι «το 2001 προβήκαμε σε ριζική, συστηματική αναθεώρηση του άρθρου 102 με ευρύτατη πλειοψηφία», στη συνέχεια ανέφερε, μεταξύ άλλων, χαρακτηριστικά, ότι «Στην παράγραφο 2 [του άρθρου 102] προβλέψαμε τη δυνατότητα συμμετοχής των αλλοδαπών στις δημοτικές εκλογές. Το τονίσαμε αυτό, γιατί είναι μία πολύ μεγάλη καινοτομία» (βλ. Πρακτικά Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, της 29.11.2006, σελ. 246). Ακολούθως, ενώπιον της Ολομέλειας της Η´ Αναθεωρητικής Βουλής, με αφορμή την πρόταση σαράντα (49) βουλευτών του τότε κυβερνώντος κόμματος και ενός ανεξάρτητου βουλευτή για την αναθεώρηση της κρίσιμης διάταξης του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 102 του Συντάγματος, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η δυνατότητα στον κοινό νομοθέτη «να διαμορφώνει το εκλογικό σώμα, το οποίο αναδεικνύει τα όργανα των Ο.Τ.Α.», επεκτείνοντας «το εκλογικό δικαίωμα και στους νόμιμα εργαζομένους αλλοδαπούς στη χώρα μας» (βλ. την πρόταση αυτή στα Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής, επί των αναθεωρητέων διατάξεων του Συντάγματος, Τόμος Α´, σελ. 317), ο τότε Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, αιτιολογώντας την μη αποδοχή της εν λόγω πρότασης, τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι «ο λόγος για τον οποίο… δεν χρειάζεται να μπει στο Σύνταγμα, δεν είναι γιατί δεν είναι σωστές οι προτάσεις. Αλλά τα θέματα των μεταναστών και σε ό,τι αφορά τη μεταναστευτική πολιτική και σε ό,τι αφορά το δικαίωμα ψήφου… δεν εμποδίζονται από καμιά διάταξη του Συντάγματος. Αν τα προσθέταμε, θα βάζαμε κάτι παραπάνω στο Σύνταγμα που δεν το χρειάζεται… Για το θέμα της ψήφου, μας εμπόδισε και εμποδίζει τίποτα να δώσουμε ψήφο στους μετανάστες; Και θα το κάνουμε μέσω του καθεστώτος των επί μακρόν διαμενόντων, εκεί που συνταγματικώς είναι επιτρεπτό και είναι για τις δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές…» (βλ. Πρακτικά της Ολομέλειας Βουλής, της 21.2.2007, σελ. 4944 και 4945-46). Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς, ότι δεν ευσταθεί η άποψη της πλειοψηφίας ότι ουδεμία μεταβολή επήλθε με την προσθήκη στο, αναθεωρηθέν το έτος 2001, άρθρο 102 παρ. 2 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος, της φράσης «όπως νόμος ορίζει», καθώς και ότι με την προσθήκη αυτή διευκρινίζεται απλώς η δυνατότητα του κοινού νομοθέτη να προβαίνει σε ειδικότερες ρυθμίσεις αφορώσες περαιτέρω προσόντα του συγκροτούμενου αποκλειστικά από έλληνες πολίτες εκλογικού σώματος ή τη διαδικασία της εκλογής και, ως εκ τούτου, δεν παρέχεται στον νομοθέτη η ευχέρεια να χορηγεί σε αλλοδαπούς το εκλογικό δικαίωμα, με την εξαίρεση της αναγνώρισης του εν λόγω δικαιώματος μόνον υπέρ των πολιτών των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωση ς που κατοικούν στην Ελλάδα, δυνάμει του ως άνω άρθρου 22 της ΣΛΕΕ και του άρθρου 28 του Συντάγματος. Εξ άλλου, η δυνατότητα αυτή του νομοθέτη να επεκτείνει το εκλογικό δικαίωμα για την ανάδειξη των οργάνων των Ο.Τ.Α. και στους αλλοδαπούς, (ομογενείς και αλλογενείς), εναρμονίζεται και με τη θεμελιώδη και μη αναθεωρήσιμη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Μάλιστα δε, συνιστά εξειδίκευση της διάταξης αυτής, με την οποία παρέχεται, κατ’ αρχήν, στον «καθένα» και όχι μόνον στους έλληνες πολίτες, η δυνατότητα συμμετοχής στην πολιτική ζωή της χώρας, στο μέτρο βεβαίως που το επιτρέπει ο νόμος, όσον αφορά τους αλλοδαπούς. Επίσης, μία τέτοια νομοθετική ρύθμιση συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία επιτρέπει τη θέσπιση, με ειδικούς νόμους, εξαιρέσεων στον κανόνα, ότι μόνον έλληνες πολίτες είναι δεκτοί στις «δημόσιες λειτουργίες». Τέλος, η διαφοροποίηση αυτή, μεταξύ του εκλογικού σώματος για την ανάδειξη της Βουλής και του εκλογικού σώματος για την ανάδειξη των αρχών των Ο.Τ.Α., δικαιολογείται πλήρως και από την διαφορετική συνταγματική φύση και αποστολή των οργάνων αυτών. Η Βουλή, άμεσο, και το κατ’ εξοχήν πολιτικό, όργανο του Κράτους, αποτελεί την έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, ασκεί τη νομοθετική λειτουργία και παρέχει εμπιστοσύνη στην Κυβέρνηση, η οποία καθορίζει τη γενική πολιτική της Χώρας. Αντιθέτως, κύρια αποστολή των Ο.Τ.Α. είναι, σύμφωνα με το άρθρο 102 παρ. 1 εδάφια πρώτο και δεύτερο του Συντάγματος, η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων και μάλιστα υπό την εποπτεία του Κράτους, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Και προβλέπεται μεν στο άρθρο 102, παρ. 1 εδάφιο τρίτο, η δυνατότητα άσκησης από τους Ο.Τ.Α. και αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους, πάντως η ανάθεση των αρμοδιοτήτων αυτών επιτρέπεται μόνον εφ’ όσον το προβλέψει τυπικός νόμος και, όσον αφορά δε την άσκηση κανονιστικής εξουσίας, εφ’ όσον παράσχει η Βουλή σχετική, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, νομοθετική εξουσιοδότηση. Συνεπώς, εν όψει των προεκτεθέντων, μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001, δεν κωλύεται, κατ’ αρχήν, ο κοινός νομοθέτης, να διευρύνει το εκλογικό σώμα για την ανάδειξη των οργάνων των Ο.Τ.Α., επιτρέποντας τη συμμετοχή σε αυτό και αλλοδαπών τρίτων χωρών, οι οποίοι μετέχουν στην τοπική κοινωνία και έχουν, ως εκ τούτου, δικαιολογημένο, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ενδιαφέρον για την διαχείριση των τοπικών υποθέσεων, όπως είναι όσοι διαμένουν μόνιμα σε συγκεκριμένο Ο.Τ.Α. Είναι βεβαίως αυτονόητο, ότι θα πρόκειται για μία περιορισμένη συμμετοχή των αλλοδαπών, όσον αφορά τόσο τις δικαιούμενες κατηγορίες αλλοδαπών, όσο και τον βαθμό συμμετοχής τους στη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, προκειμένου να μην αναιρείται ο καθοριστικός ρόλος των ελλήνων πολιτών.

13. Επειδή, ο ν. 3838/2010 στο άρθρο 14 με τίτλο «Δικαίωμα του εκλέγειν» προβλέπει ότι: «Ομογενείς και λοιποί αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να συμμετέχουν στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης με δικαίωμα ψήφου εφόσον: 1.Εχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους 2.Δεν έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα για έγκλημα ή καταδίκη για το οποίο συνεπάγεται, αν είναι Έλληνες πολίτες, την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60 του Ποινικού Κώδικα.3. Εντάσσονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες νομίμως διαμενόντων στην χώρα αλλοδαπών α. είναι κάτοχοι Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς ή τίτλου διαμονής ως μέλη οικογένειας κατόχου τέτοιου Δελτίου και έχουν συμπληρώσει από την υποβολή της αίτησης για την απόκτηση του Δελτίου ή τίτλου αντίστοιχα, πενταετή συνεχή και νόμιμη διαμονή στη Χώρα, β. είναι κάτοχοι άδειας διαμονής αόριστης διάρκειας ή δεκαετούς διάρκειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2910/2001 ( ΦΕΚ 91 Α΄) και της παραγράφου 2 του άρθρου 91 του ν.3386/2005, όπως ισχύει, γ. έχουν υπαχθεί, στο καθεστώς των επί μακρόν διαμενόντων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 150/2006 (ΦΕΚ 160 Α΄) ή στο προβλεπόμενο με την ειδική ρύθμιση της παραγράφου 7 του άρθρου 40 του ν. 3731/2008 (ΦΕΚ 263 Α΄) δ. είναι κάτοχοι « δελτίων μόνιμης διαμονής », ως μέλη οικογένειας Έλληνα πολίτη ή πολίτη κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 63 του ν.3386/2005 και του άρθρου 17 του π.δ. 106/2007 (ΦΕΚ 135 Α΄) καθώς και δελτίων ή αδειών παραμονής ως μέλη οικογένειας Έλληνα πολίτη ή πολίτη κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας διανύσει πέντε συνεχή έτη νόμιμης διαμονής στη Χώρα, ε. είναι γονείς ανηλίκων Ελλήνων πολιτών, σύμφωνα με το άρθρο 94 του ν.3386/2005, όπως ισχύει, και έχουν συμπληρώσει πενταετή συνεχή και νόμιμη διαμονή στη Χώρα, στ. έχουν αναγνωριστεί ως πολιτικοί πρόσφυγες ή έχουν υπαχθεί στο καθεστώς επικουρικής προστασίας ή προστασίας για ανθρωπιστικούς λόγους, των μελών της οικογένειάς τους συμπεριλαμβανομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του προισχύσαντος προεδρικού διατάγματος 61/1999 (ΦΕΚ 63 Α΄), καθώς και των προεδρικών διαταγμάτων 90/2008 (ΦΕΚ 138 Α΄), 96/2008 (ΦΕΚ 152 Α΄), 167/2008 (ΦΕΚ 223 Α΄) και 81/2009 (ΦΕΚ 99 Α΄), όπως έχουν τροποποιηθεί, εφόσον έχουν συμπληρώσει συνεχή πενταετή και νόμιμη διαμονή στη Χώρα από την υποβολή του σχετικού αιτήματος ζ. είναι κάτοχοι ταξιδιωτικών εγγράφων ή ειδικού δελτίου που έχουν χορηγηθεί από ημεδαπή αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Νέας Υόρκης περί του καθεστώτος των ανιθαγενών, η οποία έχει κυρωθεί με το ν.139/1975 ( ΦΕΚ 176 Α΄) και έχουν συμπληρώσει πενταετή συνεχή και νόμιμη διαμονή στη Χώρα από την αίτηση χορήγησης των παραπάνω τίτλων η. έχουν τίτλο παραμονής ως ομογενείς και έχουν συμπληρώσει από τη χορήγησή του πενταετή συνεχή και νόμιμη παραμονή στη Χώρα, η οποία πιστοποιείται κατόπιν σχετικής βεβαίωσης της αρχής που τον εξέδωσε…». Στο άρθρο 15 παρ.1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «1. Τα πρόσωπα που ανήκουν σε μια από τις αναφερόμενες στο προηγούμενο άρθρο κατηγορίες και επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα του εκλέγειν οφείλουν να υποβάλλουν σχετική αίτηση εγγραφής τους σε ειδικό εκλογικό κατάλογο του δήμου στον οποίο υπέβαλαν την αίτηση για την χορήγηση του εν ισχύϊ τίτλου διαμονής τους, εφόσον κατοικούν μόνιμα εκεί. Τα πρόσωπα που ανήκουν στις περιπτώσεις 3 στοιχεία α΄, στ΄, ζ΄ και η΄ του προηγούμενου άρθρου οφείλουν να υποβάλλουν την αίτηση εγγραφής στο δήμο στον οποίο διαμένουν κατά τα δύο τουλάχιστον τελευταία έτη». Στο δε άρθρο 17 του ιδίου νόμου, με τίτλο «Δικαίωμα του εκλέγεσθαι» ορίζεται ότι: «1. Εκλογείς, εγγεγραμμένοι στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους του άρθρου 15 του παρόντος, που κατά την ημέρα διενέργειας των εκλογών έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας τους, μπορούν να εκλεγούν δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικοί σύμβουλοι,…».Ακολούθως, με το άρθρο 20 γίνεται παραπομπή στην εκλογική νομοθεσία περί δήμων και κοινοτήτων, καθώς και στη νομοθεσία περί εκλογής βουλευτών για τα όρια ηλικίας, τη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγειν, τα κωλύματα, τα ασυμβίβαστα και στους λοιπούς περιορισμούς του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και για κάθε άλλο ζήτημα που αφορά στην εκλογική διαδικασία και δεν ρυθμίζεται από τα άρθρα 14 έως και 19 του νόμου. Τέλος, με το άρθρο 21 παρέχονται εξουσιοδοτήσεις στον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης για τη ρύθμιση λεπτομερειακών θεμάτων και για την παράταση της προθεσμίας εγγραφής στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους. Οι νέες ρυθμίσεις αιτιολογούνται στην εισηγητική έκθεση του νόμου, μεταξύ των άλλων, και με τις εξής σκέψεις: «Η ενταξιακή πορεία θα πρέπει σύμφωνα και με το κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο, να βρίσκει τρία στηρίγματα: i) τη δημιουργία καθεστώτος ασφάλειας της παραμονής των νομίμων αλλοδαπών, ii) τη διασφάλιση, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, των ατομικών και κοινωνικών τους δικαιωμάτων και iii) τη σταδιακή ενθάρρυνση δικαιωμάτων συλλογικής δράσης που οδηγούν σε διαρκή εμβάθυνση της συμμετοχής τους στη δημόσια ζωή. Στο πλαίσιο αυτό η συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές αναδεικνύεται ως καίριος ενδιάμεσος σταθμός στη δυναμική ενταξιακή πορεία του αλλοδαπού από το καθεστώς του απλού μετανάστη προς αυτό του πολίτη, ή, αλλιώς ένα δοκιμαστικό προστάδιο της ιθαγένειας. Ωστ όσο, σύμφωνα και με το γράμμα του Συντάγματος κορύφωση και επισφράγιση της πλήρους συμμετοχής στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας είναι μια εξ ίσου πλήρης συμμετοχή στην πολιτική ζωή, δηλαδή το εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εθνικές εκλογές, δικαιώματα που μόνη η Ελληνική Ιθαγένεια προσφέρει στον κάτοχό της. Γι’ αυτό και η δυνατότητα των μεταναστών και των τέκνων τους, που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στην Ελλάδα, να αποκτήσουν την Ελληνική Ιθαγένεια σηματοδοτεί την απώτερη κατάληξη της ενταξιακής διαδικασίας».

14. Επειδή, κατά τα κριθέντα στην δωδέκατη σκέψη, οι ως άνω διατάξεις του Ν. 3838/2010 δεν είναι σύμφωνες προς το Σύνταγμα, καθ’ όσον αναγνωρίζουν σε αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών, μη έχοντες καν την ιδιότητα του ομογενούς, δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι κατά τις εκλογές των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως α΄ βαθμού, παραβιάζοντας έτσι την αρχή ότι τα πολιτικά αυτά δικαιώματα ανήκουν αποκλειστικά σε έλληνες πολίτες, χωρίς να έχει επιρροή στην κρίση περί αντισυνταγματικότητος το γεγονός ότι ο εξεταζόμενος νόμος προέβλεψε με τις ίδιες διατάξεις και ορισμένες θετικές και αρνητικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών από τους αλλοδαπούς (πρβλ. και τις αναφερόμενες στη σκ. 12 αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας και του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Αυστρίας). Μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Δημοσθ. Πετρούλιας και Αγγ. Θεοφιλοπούλου και οι Σύμβουλοι Ν. Ρόζος, Χ. Ράμμος, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Σ. Μαρκάτης, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Ο. Ζύγουρα, Κ. Φιλοπούλου και Μ. Πικραμένος, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη : Από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του Ν. 3838/2010, που παρατίθενται στη σκέψη 13, προκύπτει ότι με αυτές παρέχεται δικαίωμα περιορισμένης συμμετοχής συγκεκριμένων κατηγοριών αλλοδαπών τρίτων χωρών (ομογενών και αλλογενών) στις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών των ΟΤΑ. («Ομογενείς και λοιποί αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να συμμετέχουν στις εκλογές…» κατά το άρθρο 14). Συγκεκριμένα : α) στους εν λόγω αλλοδαπούς αναγνωρίζεται η δυνατότητα συμμετοχής μόνον στις εκλογές της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης και συνεπώς αποκλείονται από τις περιφερειακές εκλογές, β) πρέπει αυτοί να εντάσσονται σε μία από τις οκτώ προβλεπόμενες κατηγορίες νομίμως διαμενόντων αλλοδαπών στη Χώρα και γ) οι αλλοδαποί μπορούν να εκλεγούν μόνον δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι δημοτικών διαμερισμάτων και τοπικοί σύμβουλοι. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3838/2010, ο νομοθέτης με τις ρυθμίσεις αυτές αποσκοπεί στην όσμωση των μεταναστών και των τοπικών κοινωνιών, όπου αυτοί διαβιούν μόνιμα, ώστε να διευκολυνθεί η ομαλή ένταξή τους στην ελληνική κοινωνία και να διασφαλισθεί η κοινωνική συνοχή και ειρήνη. Κατά την αιτιολογική έκθεση, «και το κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο… υποδεικνύει ως θεμελιώδη προτεραιότητα και, μάλιστα, δεσμευτικά για τα κράτη μέλη την εντατική προώθηση της κοινωνικής ένταξης των νομίμων μεταναστών. Γι’ αυτό και τη χρηματοδοτεί γενναία. Το δε Πρόγραμμα της Στοκχόλμης που υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Δεκέμβριο του 2009 υπογραμμίζει την ανάγκη υιοθέτησης ενεργητικών πολιτικών ένταξης επισημαίνοντας ότι «Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διασφαλίσει δίκαιη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στην επικράτεια των κρατών μελών της. Μια πιο ενεργητική πολιτική ενσωμάτωσης πρέπει να έχει ως στόχο να τους αναγνωρίσει δικαιώματα και υποχρεώσεις αντίστοιχα με εκείνα των πολιτών της Ένωσης. Αυτό θα πρέπει να παραμείνει ως στόχος της κοινής μεταναστευτικής πολιτικής και να εφαρμοσθεί το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο έως το 2014». Ο ως άνω σκοπός των εξεταζομένων ρυθμίσεων συνιστά προφανώς έναν γενικού συμφέροντος θεμιτό σκοπό, τα δε θεσπιζόμενα κριτήρια δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι απρόσφορα και μάλιστα προδήλως απρόσφορα για την επίτευξή του. Ως εκ τούτου, οι επίμαχες διατάξεις του Ν. 3838/2010, με τις οποίες επιτρέπεται η περιορισμένη συμμετοχή αλλοδαπών τρίτων χωρών (ομογενών και μη) στις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών των ΟΤΑ, είναι, κατά τα γενόμενα, από τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, δεκτά στη σκέψη 12, σύμφωνες με το Σύνταγμα.

15. Επειδή, κατά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή.

Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση

Ακυρώνει α) την υπ’ αριθμ. Φ. 130181/23198/30.4.2010 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄562) β) την υπ’ αριθμ. 29982/1.6.2010 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β΄754), όπως εξειδικεύονται στις σκ. 3 και 4 της παρούσης.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου και επιβάλλει συμμέτρως στο Δημόσιο και στους παρεμβαίνοντες την δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1380) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου, 22 Οκτωβρίου και 9 Νοεμβρίου 2012
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 2013.
Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….  Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας

0

Διαμεσολάβηση: Ο υποβιβασμός του λειτουργήματος του Δικηγόρου.

Δημοσιεύθηκε στο CURIA.GR

Διαμεσολάβηση. «Έλα να τα βρούμε» ή «αποφασίζω και διατάζω;». Περίμενα υπομονετικά δηλώσεις από το Υπουργείο  Δικαιοσύνης για το «θεσμό» της Διαμεσολάβησης. Δεν περίμενα όμως  ότι θα ακολουθήσουν και δηλώσεις του κυρίου Ράιχενμπαχ (;). Και όμως, είχα ετοιμάσει καιρό τώρα ένα άρθρο για τη διαμεσολάβηση και θα το είχα αναρτήσει με την δημοσίευση του νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Καταρχάς διαψεύστηκα, διότι ενώ περίμενα να θεσπίσουν υποχρεωτική  διαμεσολάβηση, ο νομοθέτης έκανε την προσφυγή στη διαμεσολάβηση δυνητική, δηλαδή έδωσε τη δυνατότητα στον αιτούντα οφειλέτη να προβεί αν θέλει σε διαμεσολάβηση με την ή τις δανείστριες τράπεζες. Θα επανέλθω όμως πιο κάτω επ’ αυτού.

Ειλικρινά όταν είδα την δήλωση του κυρίου Ράιχενμπαχ να μιλάει με κολακευτικά λόγια για τη διαμεσολάβηση στην Ελλάδα έπεσα από τα σύννεφα. Όχι ότι δεν θα το περίμενα, όχι όμως με τέτοιο περισσό θράσος. «Γνωρίζω ότι οι τράπεζες, συχνά δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη διαμεσολάβηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο διαμεσολαβητής μπορεί να αρνηθεί να αναλάβει την υπόθεση» είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση ο κ. Ραιχενμπάχ για να υπερτονίσει την σημασία της πολιτικής βούλησης που, όπως είπε, χρειάζεται ώστε να καταστεί σαφές στα τραπεζικά ιδρύματα πως υποθέσεις υπερχρεωμένων νοικοκυριών πρέπει να επιλύονται πλέον μέσω της διαμεσολάβησης. Από τη μία μας κοροϊδεύει λέγοντας πως δεν το θέλουν οι τράπεζες (οι οποίες αναμένουν την υποχρεωτικότητα του μέτρου για να πέσουν σαν τα όρνεα) από την άλλη με πολιτική βούληση θα γίνει χάρη στους οφειλέτες. Ουσιαστικά επιβάλλει στην ελληνική Κυβέρνηση να θεσπίσει υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, μισό μήνα από την ψήφιση και υπογραφή του Νόμου 4161/2013 που τροποποίησε το νόμο Κατσέλη και θέσπισε δυνητική διαμεσολάβηση στο προστάδιο των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Έρχεται δε και ο νυν Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τονίζει ότι «ως υπουργείο Δικαιοσύνης δεν θα επιτρέψουμε δικάσιμους του 2020… Πρέπει να ξεπεράσουμε την αγαπημένη φράση του Έλληνα θα σου κάνω μήνυση και να φτάσουμε στο έλα να τα βρούμε» σημειώνοντας πως «στόχος είναι η κοινωνία να πληροφορηθεί για το νέο θεσμό μέσα από ειδικές εκδηλώσεις που έχουν προγραμματιστεί για εφέτος και για τις επόμενες δυο χρονιές». Καταρχάς μία επισήμανση προς τον κύριο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου δικαιοσύνης. Η μήνυση έχει να κάνει με ποινικά κολάσιμες πράξεις  και όχι με αστικές διαφορές. Ούτε οι τράπεζες λένε στους οφειλέτες τους «θα σου κάνω μήνυση», άλλα το γνωστό και μη εξαιρετέο «θα σου πάρω το σπίτι». Δηλαδή, έπρεπε να έρθει η άνωθεν εντολή από τον κύριο Ράιχενμπαχ για να γίνει το «μέτρο» της διαμεσολάβησης υποχρεωτικό στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά; Μάλιστα, έχουν ήδη βρει και την αμοιβή του διαμεσολαβητή για να κάνει τη γλάστρα ανάμεσα στην τράπεζα και τον κακόμοιρο τον οφειλέτη. Διακόσια ευρώ λέει όπου τα πενήντα θα είναι του οφειλέτη. Και τον δικηγόρο που είναι υποχρεωτική η παρουσία του με τι θα τον πληρώσει ο υπερχρεωμένος οφειλέτης; θα του προσφερθεί νομική βοήθεια ή θα γίνει δυνητική η παρουσία του δικηγόρου, και τα αρπακτικά οι τράπεζες με τους μεγαλοδικηγόρους τους θα κάνουνε πάρτι; Αφού θα μου πείτε θα είναι και ο διαμεσολαβητής στη μέση (!). Να μιλήσουμε τότε λίγο για το θεσμό της «γλάστρας» που θέλουν να μας περάσουν υποχρεωτικά στις καθημερινές μας αστικές συναλλαγές.

Τι εστί διαμεσολάβηση;  αναζητώντας στο διαδίκτυο άλλα και στο νόμο βρίσκουμε τον ορισμό του διαμεσολαβητή. Ειδικότερα:

– «Η Διαμεσολάβηση (αγγλικ.: Mediation) είναι μια από τις εναλλακτικές μεθόδους επίλυσης διαφορών (αγγλικ.:alternative dispute resolution) με την οποία τα αντιμαχόμενα μέρη μέσω μιας κοινά αποδεκτής διαδικασίας και σε ουδέτερο τόπο, παρουσία και με την απαραίτητη βοήθεια ενός τρίτου προσώπου επιλογής τους, του διαμεσολαβητή, καταλήγουν σε μια κοινά αποδεκτή επίλυση της διαφοράς τους» [diamesolavisi.com]. (http://www.diamesolavisi.com/index.php)» .

– «Ο μεσολαβητής γενικά δεν υποβάλλει συστάσεις αλλά μάλλον, επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να πάρουν τις αποφάσεις τους, βασιζόμενα σε μια ρεαλιστική προσέγγιση της υπόθεσής τους» [diamesolavisi.com] (http://www.diamesolavisi.com/index.php?option=com_content&view=article&id=99:2010-07-26-11-21-45&catid=25:what-is-adr&Itemid=84).

– «Ο τρίτος, ο διαμεσολαβητής, απαγορεύεται να επηρεάσει τα μέρη, δεν υποδεικνύει σε αυτά δικής του έμπνευσης λύσεις, ούτε βεβαίως εκδίδει απόφαση για τη διαφορά (!). Αντιθέτως, υποβοηθεί τα μέρη με τις κατάλληλες διαπραγματευτικές τεχνικές (;) να συνειδητοποιήσουν τα συμφέροντά τους, να αναδείξουν κοινά αποδεκτές λύσεις και να επιλέξουν εκείνες που θεωρούν ότι πρέπει να διέπουν τις σχέσεις τους» [Υπουργείο Δικαιοσύνης] (http://www.ministryofjustice.gr/site/el/ %CE%91%CE%A1%CE%A7%CE%99%CE%9A%CE%97/ %CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF% CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%B7%CF%83%CE%B7.aspx.). «Ο διαμεσολαβητής διευκολύνει τα μέρη να επιλύσουν τη διαφορά τους. Είναι ένα πρόσωπο με ειδικές σπουδές, γνώσεις και δεξιότητες. Δεν έχει εξουσία να  αποφασίσει ο ίδιος ή να υποδείξει στα μέρη πιθανές λύσεις για την επίλυση της διαφοράς. Δύναται, όμως, να διατυπώσει προτάσεις προς επίλυση της διαφοράς» [Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά] (http://www.dspeir.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=14&Itemid=191).

Με λίγα λόγια, βάσει των ανωτέρω έγκριτων ιστοσελίδων, πρόκειται για ένα τρίτο πρόσωπο ο οποίος η μόνη ιδιότητα του είναι να παραβρίσκεται στις διαπραγματεύσεις των  δύο μερών, δίχως να υποδεικνύει, να υπαγορεύει ή να επηρεάζει. Πουθενά δεν γίνεται λόγος, για το πώς μέσω του διαμεσολαβητή θα επέλθει «ειρηνική συμφωνία» μεταξύ των αντιμαχόμενων μερών, ποιες δηλαδή είναι οι αυτές οι διαπραγματευτικές τακτικές με τις οποίες θα βοηθηθούν τα δύο αντιμαχόμενα μέρη να έλθουν σε συμφωνία. Μήπως θα είναι αυτός (ο διαμεσολαβητής) που θα ανάψει την «πίπα της ειρήνης»; Ο υπερχρεωμένος δανειολήπτης, ο οφειλέτης  τι πιθανότητες θα είχε μπροστά στα μεγαθήρια των τραπεζών να επωμιστεί το παραμικρό, προς όφελός του, όταν αφενός δεν θα έχει ουδεμία υποστήριξη από τον διαμεσολαβητή, αφετέρου θα έχει να τα βάλει με τους μεγαλοκαρχαρίες δικηγόρους των τραπεζών, τη στιγμή δε που δεν θα έχει τη δυνατότητα να λάβει για τον εαυτό του ανάλογη δικηγορική, νομική υποστήριξη.

Επίσης μεγάλη αλήθεια είναι ότι για να γίνεις διαμεσολαβητής, πρέπει να βάλεις βαθιά το χέρι στην τσέπη. 1.500 με 3.000 Ευρώ ζητούν τα εκατέρωθεν κέντρα διαμεσολάβησης για να σου προσδώσουν τον τίτλο του διαμεσολαβητή. Θα μου πείτε τι είναι 1.500 ή 3.000 Ευρώ. Σήμερα που καθημερινά διαγράφονται ένας έως τρεις δικηγόροι από τους μεγάλους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας, επειδή δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα, πως είναι δυνατόν να βρουν έστω χίλια ευρώ για σεμινάρια μίας εβδομάδας; (!). Καλά διαβάσατε, μία εβδομάδα διαρκούν τα μαθήματα του διαμεσολαβητή. Άλλωστε, δεν χρειάζεται περισσότερο για να μάθεις πως συμπεριφέρεται μία «γλάστρα». Μάλιστα συμπεριλαμβάνονται οι σημειώσεις (δεν έγινε πουθενά μνεία για βιβλία, άλλως ζητώ ταπεινά συγγνώμη) και το φαγητό. Δυστυχώς, πρόκειται όπως φαίνεται για «επάγγελμα» των λίγων και πλουσίων. Στους οποίους πλέον η κυβέρνηση, κατόπιν «άνωθεν» πίεσης τους δίνει το πιάτο στο χέρι κάνοντας σε πολλές περιπτώσεις υποχρεωτική τη διαμεσολάβηση.

Επίσης, με τη διαμεσολάβηση μειώνεται και υποβιβάζεται το δικηγορικό λειτούργημα. Ο δικηγόρος μέχρι σήμερα και με τη βούλα «λειτουργός της δικαιοσύνης» κατά τον Κώδικα των Δικηγόρων, ήταν μέχρι πρότινος αυτός που έβαζε μπροστά το ανάστημα του εις όφελος της Δικαιοσύνης και του εντολέα του. Καθημερινά, είχε να κάνει στην πράξη με εξωδικαστικές διαμάχες, συμβιβασμούς και σκληρό αγώνα. Αυτόν που απέκτησε πολύχρονη εμπειρία και γνώση στη λύση διαφωνιών τον κάνεις σήμερα πέρα με ένα νόμο και τον θεωρείς ανάξιο μπροστά στο διαμεσολαβητή, που έχει εξειδίκευση μίας εβδομάδας και σε ορισμένες περιπτώσεις χωρίς τις απαραίτητες νομικές γνώσεις.

Θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες για τα μειονεκτήματα της διαμεσολάβησης. Δε θα μπορούσα όμως να μη συμφωνήσω σε κάποια πλεονεκτήματα της, όπως για παράδειγμα η γρήγορη και ευέλικτη εξωδικαστική συμφωνία, ίσως πιο οικονομική από τα δικαστήρια. Παρ’ όλα αυτά όμως αν τα δύο μέρη είχαν εξ’ αρχής τις προϋποθέσεις, τις δυνατότητες και την προθυμία «να τα βρουν» εξωδικαστικά, τον διαμεσολαβητή τι τον χρειάζονται; Άλλωστε, αν δεν επέλθει συμβιβαστική λύση πάλι στις αίθουσες των Δικαστηρίων δε θα τρέξουν τα επίμαχα μέρη; Δεν θα έχουν χάσει πολύτιμο μέχρι εκείνη τη στιγμή χρόνο; Δεν θα έχουν δαπανήσει έξοδα για τις εργασίες της διαμεσολάβησης;

Περαιτέρω άφησα στο τέλος την πιο πικρή άποψη μου. Μήπως η διαμεσολάβηση, όπως μας την πασάρουν έτσι γρήγορα, υποχρεωτικά και δίχως σχεδιασμό, αποτελεί τον τρόπο των τραπεζών, των ανά την υφήλιο κολοσσών – εταιριών, να «εκβιάζουν» τον υπερχρεωμένο δανειολήπτη, την μικρή ελληνική επιχείρηση, αυτόν που του έμεινε μοναδική περιουσία το σπίτι του, ώστε να πλεύσουν με τα θέλω τους, υποσκελίζοντας το  Δικαστικό σύστημα, ίσως το μοναδικό σήμερα που μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη στα θύματα των μεγαλοκαρχαριών; Σε άρθρο φίλου μου συναδέλφου, ο οποίος και ο ίδιος είναι διαμεσολαβητής, σχολίασα πως «φυσικά και πρέπει να συμβιβαζόμαστε και να αποβλέπουμε και να προσαρμοζόμαστε στις σύγχρονες εξελίξεις. δεν γίνεται όμως στην αριθμητική να μετράς και να φτάνεις στο 20 πηδώντας προηγούμενους αριθμούς. Όλα έχουν μία σειρά και ένα μέτρο. Και αυτό δεν είναι ούτε ψευτοδίλημμα, ούτε ουτοπία. Είναι το ορθό, καθότι είναι ο κανόνας που θα βγάλει σωστά την εξίσωση. Αν τον παραβιάσεις στο τέλος το αποτέλεσμα θα είναι λάθος», απαντώντας σε προγενέστερο σχόλιο του για την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης και εννοώντας, πως όπως μας φέρνουν διάφορα νομοθετήματα, όσο και να επιθυμούμε να συμβαδίσουμε με τον καιρό μας, δίχως σχεδιασμό και αλυσιδωτές ενέργειες δεν μπορεί να αποβεί κάτι σε καλό, παρά μόνο αν είναι τυχαίο.

Είμαι υπέρμαχος του εξωδικαστικού συμβιβασμού, γιατί θεωρώ, ότι ωφελεί και τα δύο αντίδικα μέρη. Θα έλεγα ναι στη διαμεσολάβηση, άλλα μόνο με σωστό και σοβαρό σχεδιασμό, με νομοθετήματα που συνάδουν να τη θέσουν σε σωστή λειτουργία, και όχι επειδή μας το επιβάλλουν, ίσως για τους λόγους που ανωτέρω ανέφερα. Ζώντας για χρόνια και σπουδάζοντας στη Γερμανία, μεταξύ των άλλων έγινα γνώστης και του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει το γερμανικό δίκαιο τη διαμεσολάβηση. Κύριε Ράιχενμπαχ, αν οι ελληνικοί νόμοι ήταν όπως της Γερμανίας, θα Σας συνέχαιρα και θα επευφημούσα τη διαμεσολάβηση. Πρέπει προγενέστερα να θεσμοθετηθούν άλλα πράγματα για να μπορέσει να τρέξει σωστά ο «θεσμός» της διαμεσολάβησης. Δυστυχώς, όμως τα γρανάζια του ελληνικού δικανικού συστήματος είναι έτσι κατασκευασμένα, που με την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης είναι σαν να ρίχνεις ένα γερμανικό κλειδί μέσα τους.

Υ.Γ. 1. Ζητώ ταπεινά συγγνώμη από τους συναδέλφους μου διαμεσολαβητές Δικηγόρους, αν θίχτηκαν με τον όρο «γλάστρα». Αποτελεί απλά τη γνώμη μου.

Υ.Γ. 2. Δυστυχώς, μέχρι και σήμερα δεν μπόρεσε κανείς να απαντήσει στα ανωτέρω ερωτήματα που έθεσα. Αντιθέτως βρήκα σιγή.

0

Απόφαση Ανακοπής 1012/2013 Ειρηνοδικείο Αθηνών

Επιστροφη στο Αρθρο

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός Απόφασης 1012/2013

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Κ.Δ., τον οποίον όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Α.Ε.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 15.01.2013 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Του ανακόπτοντος Ν.Ν. του Κ., κατοίκου Εύοσμου Ν. Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας Δικηγόρου Φ.Γ.

Της καθής η ανακοπή: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G.EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και διακριτικό τίτλο «EUROBANK ERGASIAS» εδρεύουσης στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου Σ.Τ.

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 18.04.2012 ανακοπή του διαδικασίας των μικροδιαφορών, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης 3106/18.04.2012 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 08.06.2012 οπότε αναβλήθηκε για την 15.01.2013.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις τους.

Μελέτησε τη δικογραφία.

Σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο.

A’ Με την υπό κρίση ανακοπή του ο ανακόπτων ζητεί ν’ακυρωθεί η υπ’αρ. 13975/2012 Διαταγή Πληρωμής της Ειρηνοδίκου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε για ποσό 2.253,03 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας ποσοστού 21,55% από την 8.10.2003 μέχρις εξοφλήσεως, με βάση την από 11.6.2002 σύμβαση πίστωσης και χορήγησης πιστωτικής κάρτας Eurobank Visa, για τους αναφερόμενους σ’αυτήν διεξοδικώς αναπτυσσόμενους λόγους, ο καθένας από τους οποίους πλήττει τη Διαταγή Πληρωμής ως προς το ύψος της επιδικασθείσης απαιτήσεως και το εκκαθαρισμένον αυτής, γιατί η καθής Τράπεζα διαμόρφωσε το αιτούμενο κατάλοιπο του λογαριασμού με ποσά τόκων που είχαν υπολογιστεί παρανόμως με επιτόκια ανώτερα των δικαιοπρακτικών ή με αθέμιτη επιβάρυνση του με παράνομους ανατοκισμούς του Ν.128/75 κλπ.

Η ανακοπή αυτή έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, παραδεκτώς και αρμοδίως καθ’ύλην και κατά τόπο φέρεται προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο κατά τη διαδικασία που ορίζουν οι ειδικές διατάξεις περί μικροδιαφορών των άρθρων 467-472 ΚπολΔ επειδή το ποσό της Διαταγής Πληρωμής (2.253,03 €) δεν υπερβαίνει τις 5.000 ευρώ και συνεπώς πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, αντιμωλία των διαδίκων ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Β’ Σύμφωνα με το ΠΔ/ ΤΕ με αριθμό 2286/ 28.1.1994 που εκδόθηκε κατ’εξουσιοδότηση του αρθ.1 Ν. 1266/1982 τα επιτόκια καθορίζονται ελεύεθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα με την επιφύλαξη όμως των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που τυχόν ισχύουν. Τα Τραπεζικά επιτόκια είναι σήμερα κατά κανόνα ελεύθερα διαπραγματεύσιμα και το ισχύον γι’αυτά καθεστώς δεν συνοδεύεται από τη θέσπιση ανωτάτων ορίων. Έτσι η επέμβαση του νομοθέτη περιορίζεται στη ρύθμιση των εξωτραπεζικών μόνο επιτοκίων. Τα εξωτραπεζικά όμως επιτόκια, παρά τον περιορισμό στις εξωτραπεζικές μόνο συναλλαγές, έχουν εντούτοις γενικώτερη κοινωνικοοικονομική σημασία και αφορούν και τις Τραπεζικές συμβατικές σχέσεις. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στην ελεύθερη διαμόρφωση των τραπεζικών επιτοκίων εξυπηρετείται από την ανάγκη ώστε αυτά να συμπιεσθούν κάτω από τα όρια των εξωτραπεζικών. Κατ’ακολουθίαν συμφωνία ή όρος συμβάσεως με τον οποίο ορίζεται επιτόκιο μεγαλύτερο του εξωτραπεζικού είναι καταχρηστικός, γιατί ένας τέτοιος καθορισμός επιτοκίου στην Τραπεζική σύμβαση ( εν προκειμένω στη σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας) υπερβαίνει προφανώς τις αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού λη οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της πιστώτριας Τράπεζας ( ΑΚ 281), η οποία υποχρεούται να εφαρμόσει καλά τους υπολογισμούς των τόκων, κατ’ανώτατο όριο, τα εκάστοτε ισχύσαντα εξωτραπεζικά επιτόκια ( βλ. εκτενώς ΑΠ 1213/2001 εισηγητής Αθ. Κρητικός.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούναι οι διάδικοι αποδεικνύονται τα εξής κρίσιμα και ουσιώδη: Την 11.6.2002 ο ανακόπτων αιτήθηκε την έκδοση πιστωτικής κάρτας Eurobank Visa και η καθής έκανε δεκτό το αίτημα του και του χορήγησε την υπ’αρ. 4792 7605 4727 7015 κάρτα. Το συμβατικό επιτόκιο με τον όρο 8.1 της επίδικης σύμβασης ορίστηκε κυμαινόμενο σε ποσοστό κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης (11.6.2002)17,40% συμπεριλαμβανομένης και της εισφοράς Ν.128/75 0,6%, το δε επιτόκιο υπερημερίας ορίστηκε προσαυξημένο σε ποσοστό 2,5% πλέον του συμβατικού.

Λόγω καθυστερήσεως εξοφλήσης εκ μέρους του ανακόπτοντος της ελάχιστης μηνιαίας καταβολής του λογαριασμού του ( 4792 7605 4727 7015) η καθής σε εκτέλεση όρου της επίδικης σύμβασης ( όρος 10) την 19.9.2003 κατήγγειλε τη σύμβαση με χρεωστικό κατάλοιπο 2.253,03€ με εξώδικη καταγγελία της που επεδόθη στον ανακόπτοντα με την υπ’αρ.7731Β/7.10.2003 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σπ. Σούσκα και έκλεισε το λογαριασμό. Εν συνεχεία, από την 19.9.2003 μέχρι την 2.3.2012, δηλαδή επί 8,5 έτη ουδεμία ενέργεια που να παράγει έννομες συνέπειες δεν επιχειρήθηκε από τους διαδίκους.

Την 2.3.2012 η καθής αιτήθηκε την εις βάρος του ανακόπτοντος έκδοση Διαταγής Πληρωμής για το ποσό των 2.253,03€ πλέον τόκων από την 8.10.2003 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας που ανέρχεται σε ποσοστό 21,55% και πέτυχε την έκδοση της προσβαλομένης υπ’αρ.13975/2012 Διαταγής Πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Την 28.3.2012 η καθής κοινοποίησε στον ανακόπτοντα με την υπ’αρ.2943Α’/28.3.2012 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σπύρου Σούσκα την από 22.3.2012 επιταγή προς πληρωμή του Πληρεξουσίου Δικηγόρου της καθής για το ποσό των 18.675 ευρώ εκ των οποίων το ποσό του κεφαλαίου των απαιτήσεων της καθής ανέρχεται σε 2.253,03 € το δε ποσό των τόκων που υπολογίσθηκαν με επιτόκιο υπερημερίας 21,55% από 8.10.2003 μέχρι 22.3.2012, ανέρχεται σε 16.236,82€.

Κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης (11.6.2002) το κυμαινόμενο συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να συνυπολογίζεται η εισφορά του αρθ.1 Ν.128/75 ποσοστού 0,6% ανήρχετο σε 16,80% και κατά τον χρόνο της καταγγελίας (19.9.2003) σε ποσοστό 16,30%, το δε επιτόκιο υπερημερίας ήταν κατά ποσοστό 2,5% υψηλότερο του εκάστοτε συμβατικού.

Το ποσοστό αυτό όμως κατά το μέρος που υπερβαίνει το εξωτραπεζικό επιτόκιο, το οποίο ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο ( 11.6.2002- 19.9.2003) και ανήρχετο τότε σε ποσοστό από 9,50% μέχρι 8%, όπως προκύπτει από τον πίνακα διαμορφώσεων εξωτραπεζικών επιτοκίων για τις μηνιαίες περιόδους από 11.6.2002 έως 19.9.2003, τον οποίο ο ανακόπτων έχει ενσωματώσει στην ανακοπή του, ήταν έω; και 9% ανώτερο από του ισχύοντα τότε τραπεζικού επιτοκίου, ισχυρισμό τον οποίο δεν αντικρούει ρητώς η καθής αλλα αντιθέτως σιωπηρώς ομολογεί, είναι καταχρηστικό και συνεπώς άκυρο. Δηλαδή προκύπτει ότι το επιτόκιο εκ της οφειλής του ανακόπτοντος επιβαρύνθηκε μέχρι και 9% σχ σχέση με τα ισχύσαντα εξωτραπεζικά επιτόκια δηλαδή διογκώθηκε η απαίτηση με παράνομα, καταχρηστικά και συνεπώς άκυρα επιτόκια, κατά το μέρος που αυτά υπερέβησαν τα όρια του εκάστοτε ισχύσαντος εξωτραπεζικού επιτοκίου.

Κατ’ακολουθίαν ο σχετικός λόγος ανακοπής με τον οποίο πλήττεται η Διαταγή Πληρωμής ως προς το ύψος και το εκκαθαρισμένο της απαιτήσεως, επειδή σ’αυτήν ενσωματώθηκαν ποσά τόκων παρανόμως υπολογισθέντων είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Πρέπει να σημειωθεί ότι εν μέρει μόνον ακύρωση της Διαταγής Πληρωμής κατά το μέρος του παρανόμως και ακύρως ενσωματωθέντος στην νόμιμη απαίτηση ποσού ώστε να διαφυλαχθεί κατά το μή βλαπτόμενο μέρος ( Κπολδ 629) δεν είναι δυνατή, αφού ο καθορισμός αυτός απαιτεί πολύπλοκους μαθηματικούς υπολογισμούς με μέσα εξειδικευμένα, δυνατότητα την οποία δεν διαθέτει ο ανακόπτων, αλλά ούτε και το Δικαστήριο μπορεί οίκοθεν να ορίσει στα πλαίσια του άρθ. 469 παρ.2 ΚπολΔ, στην καθής πλέον εναπόκειται να διαμορφώσει την απαίτηση σύμφωνα με τους προαναφερθέντες περιορισμούς ως προς τη διαμόρφωση των επιτοκίων. Η εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής δεν κρίνεται αναγκαία μετά την παραδοχή του ως άνω λόγου αυτής και την εντεύθεν απαγγελομένην ακυρότητα της όλης Διαταγής Πληρωμής σύμφωνα με το αρθ,633 παρ 1 ΚπολΔ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία κατά την διαδικασία των μικροδιαφορών

Δέχεται την ανακοπή

Ακυρώνει την υπ’αρ. 13975/2012 Διαταγή Πληρωμλης της Ειρηνοδίκου Αθηνών

Καταδικάζει την καθής στην δικαστική δαπάνη του ανακόπτοντα την οποία ορίζει στο ποσό των 150 ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του.

Αθήνα 22.5.2013

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Επιστροφη στο Αρθρο
0
Page 3 of 5 12345