Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών «τελευταίας ευκαιρίας»

Εκδόθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών η εγκύκλιος (ΠΟΛ 1140/14.6.2013) για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών «τελευταίας ευκαιρίας» της υποπαραγράφου Α1 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/2013 (ΦΕΚ 107  Α /09.05.2013).

Σύμφωνα με το Υπουργείο σκοπός των νέων διατάξεων είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών είσπραξης ληξιπρόθεσμων οφειλών από τη φορολογική διοίκηση αλλά και η παροχή κινήτρων για την άμεση και συστηματική εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Η υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση δεν επιδρά στην υπερημερία του οφειλέτη και στην επιβάρυνση της οφειλής με προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ούτε στην καταβολή ολόκληρης της οφειλής όταν αυτή προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη διενέργεια ορισμένων πράξεων.

Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε απαραίτητη λόγω της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας πολλών οφειλετών (φυσικών και μη φυσικών προσώπων) να ανταποκριθούν άμεσα στην εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους προς το Δημόσιο δίνοντας μία «τελευταία ευκαιρία» εξόφλησης των βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων έως την 31.12.2012 οφειλών σε πολλές μηνιαίες δόσεις.

Οι όροι και οι προϋποθέσεις της ρύθμισης επιτρέπουν στους συνεπείς οφειλέτες να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική δυνατότητά τους αλλά και τη δυνατότητα τήρησης του προγράμματος των δόσεων και ταυτόχρονα  τους αποτρέπουν να δημιουργήσουν στο μέλλον νέα ληξιπρόθεσμα χρέη ή να μην υποβάλλουν  φορολογικές δηλώσεις που από τον νόμο έχουν υποχρέωση. Το ελάχιστο ποσό δόσης (15 ευρώ) αλλά και το ισόποσο αυτής συμβάλλουν στον προγραμματισμό των ταμειακών εκροών του οφειλέτη.

Επιπλέον, στα πλαίσια αντιμετώπισης των πολιτών και των επιχειρήσεων ανάλογα με τη φοροδοτική τους ικανότητα, οι μικροοφειλέτες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν μόνοι τους το ποσό της μηνιαίας δόσης που δύνανται να καταβάλουν, ενώ για τις μεγαλύτερες οφειλές, απαιτείται, ανάλογα με το ύψος αυτών, προσκόμιση επιχειρηματικού σχεδίου που να αποδεικνύει την οικονομική αδυναμία και τη βιωσιμότητα της ρύθμισης.  Επιπρόσθετα, για ακόμη μεγαλύτερες οφειλές απαιτείται και παροχή εγγυήσεων ή  εμπραγμάτων ασφαλειών για τη διασφάλιση αυτών, ως προϋπόθεση για την χορήγηση ρύθμισης.

Επίσης η ρύθμιση είναι αρκετά ευέλικτη ώστε ο οφειλέτης που αδυνατεί να ανταποκριθεί στο ύψος της μηνιαίας δόσης του νέου προγράμματος που επέλεξε, να μπορεί να επιλέξει την υπαγωγή του σε ρύθμιση με λιγότερες ή περισσότερες δόσεις με ανάλογη προσαρμογή των υπολειπόμενων προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής.

Μια άλλη ευελιξία της ρύθμισης είναι η δυνατότητα του οφειλέτη που για οποιοδήποτε λόγο δεν υπήχθη στη ρύθμιση μέχρι την 30.07.2013 να υπαχθεί μεταγενέστερα με τους όρους και προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές διατάξεις και η κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΠΟΛ 1111 / 2013.

Τέλος, υπό προϋποθέσεις ο οφειλέτης δύναται να επιλέξει πρόγραμμα μηνιαίων δόσεων με ανώτατο όριο τις εκατό (100) δόσεις και με καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής την 31.12.2013.

Αναλυτικότερα η εγκύκλιος έχει ως εξής:

ΕΝΟΤΗΤΑ  Α

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

 Ι. Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση

1. Στη ρύθμιση, υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων έως και την 31.12.2012 οφειλών που δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο (αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών).

2. Στη ρύθμιση, με τους ίδιους όρους δύνανται να υπαχθούν, εφόσον αιτηθεί ο οφειλέτης και :

α) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές  που  τελούν σε διοικητική ή δικαστική αναστολή,

β) βεβαιωμένες έως και την 31.12.2012 οφειλές με ημερομηνία καταβολής από 01.01.2013,

γ) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, των οποίων οι όροι τηρούνται, εφόσον υφίστανται και άλλες ληξιπρόθεσμες έως και την ανωτέρω ημερομηνία μη ρυθμισμένες οφειλές οι οποίες υπάγονται υποχρεωτικά. Στην περίπτωση υπαγωγής στην νέα ρύθμιση επέρχεται απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών,

δ) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων οφειλών, των οποίων οι όροι τηρούνται, εφόσον επιλεγεί πρόγραμμα ρύθμισης με αριθμό δόσεων μικρότερο ή ίσο με το μεγαλύτερο αριθμό των εναπομενουσών δόσεων των υπαγόμενων  ρυθμίσεων (π.χ. εάν τηρούνται δύο ρυθμίσεις και στην πρώτη υπολείπονται 10 δόσεις και στην δεύτερη 15 δόσεις η υπαγωγή τους στη νέα ρύθμιση θα γίνει για 15 δόσεις ή λιγότερες κατ΄επιλογή του οφειλέτη), με την προϋπόθεση ότι ο ανώτατος αριθμός δόσεων δεν υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ (48) και η αποπληρωμή δεν εκτείνεται πέραν της 30ης Ιουνίου 2017. Στην περίπτωση  υπαγωγής στη νέα ρύθμιση επέρχεται, με την καταβολή της πρώτης δόσης, απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής ληξιπροθέσμων χρεών.

ε) βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2012 οφειλές πτωχών οφειλετών.

ΙΙ. Δικαιούχοι υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση

Η ρύθμιση χορηγείται άπαξ ανά οφειλέτη και για τις οφειλές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής. Στη ρύθμιση δύνανται να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής με τους ίδιους όρους:

α) ο πρωτοφειλέτης (φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος στην περίπτωση του νομικού προσώπου).

β) τα πρόσωπα που ευθύνονται μαζί με τον πρωτοφειλέτη κατά το μέρος  ευθύνης τους.

γ) οι κληρονόμοι αποβιωσάντων οφειλετών, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί συνυπευθυνότητας με τον οφειλέτη αλλά επιμεριστικής ευθύνης καταβολής σύμφωνα με το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας.

δ) οι οφειλέτες σύζυγοι για φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων που προέκυψε από την κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεδομένου ότι η ευθύνη καταβολής ανήκει στον κάθε σύζυγο χωριστά για το φόρο που αναλογεί στα εισοδήματά του.

ΙΙΙ.  Εξαίρεση από την υπαγωγή στη ρύθμιση

Στη ρύθμιση δεν δύναται να υπαχθούν :

α) οφειλέτες των οποίων οι οφειλές έχουν υπαχθεί σε νομοθετική ρύθμιση ληξιπροθέσμων χρεών ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής η οποία απωλέσθη με υπαιτιότητα του φορολογούμενου μετά την 26η Απριλίου 2013.

β)  οφειλέτες που έχουν καταδικαστεί για τα αδικήματα των άρθρων 17,18 και 19 του ν. 2523/97 ή έχει ασκηθεί κατ’ αυτών ποινική δίωξη  για φοροδιαφυγή για τα ως άνω αδικήματα. Αυτό θα δηλώνεται υπεύθυνα από τον οφειλέτη φυσικό πρόσωπο ή τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου και θα ελέγχεται από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτει ή δειγματοληπτικά κατά την κρίση της.

 IV. Ειδικότερα  θέματα:

1. Στην περίπτωση οφειλών που έχουν βεβαιωθεί στα Τελωνεία

α) Ρυθμίζονται:

i. οφειλές που αφορούν συμπληρωματικές χρεώσεις εκ των υστέρων επί τελωνειακών παραστατικών.

ii. οφειλές που αφορούν πρόστιμα, πολ/λα τέλη και ποινές για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας

iii. το 30% του ποσού της καταλογιστικής πράξης, το οποίο είναι απαιτητό με την κατάθεση προσφυγής κατά αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 150 του Τελωνειακού Κώδικα.

β) Δεν Ρυθμίζονται:

i. οφειλές, η προηγούμενη καταβολή των οποίων είναι προϋπόθεση για την έκδοση άδειας παράδοσης του εμπορεύματος.

ii.το 50% οφειλής, το οποίο είναι απαιτητό κατά την άσκηση προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Τελωνειακού Κώδικα.

 Επισήμανση:

Διευκρινίζεται ότι, στις περιπτώσεις των καταλογιστικών πράξεων με υπόχρεα πρόσωπα πέραν του ενός, οι οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν από τους υπόχρεους –ο καθένας να ρυθμίσει, εφόσον το επιθυμεί, το σύνολο των οφειλών που αφορούν την προσωπική του υποχρέωση – υπό την αίρεση ότι η αλληλέγγυα υποχρέωση του δεν παύει μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής από τους λοιπούς οφειλέτες ή αυτούς τους ίδιους.

2. Οφειλές βεβαιωμένες υπέρ νομικών προσώπων και τρίτων υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα εγκύκλιο.

 ΕΝΟΤΗΤΑ Β

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ

Ι. Υποβολή αίτησης – Καταβολή δόσεων

1. Η αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.

Μεταβατικά και για όσο διάστημα υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ./ Τελωνείο / Υπηρεσία που είναι αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

Κατ΄εξαίρεση, όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον πρωτοφειλέτη, η υποβολή της διενεργείται μόνο στην αρμόδια Υπηρεσία.

Ειδικότερα :

α) η υποβολή της αίτησης για την εφάπαξ εξόφληση (με έκπτωση 50% των έως και τις 31.12.2012 προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής) και η καταβολή πραγματοποιούνται στην αρμόδια υπηρεσία από την 14η  Ιουνίου έως και την 1η Ιουλίου 2013 (κατ’ ΑΚ 242, αντί της 30ης Ιουνίου 2013, η οποία δεν είναι εργάσιμη).

β) η υποβολή των αιτήσεων για υπαγωγή σε πρόγραμμα δόσεων και η καταβολή αυτών  πραγματοποιείται στην αρμόδια υπηρεσία από 20.06.2013 έως και την 18.07.2013. Μετά την τελευταία ως άνω ημερομηνία η αίτηση υποβάλλεται μόνο ηλεκτρονικά και η καταβολή των δόσεων πραγματοποιείται υποχρεωτικά στους φορείς είσπραξης.

2. Καταβολή της πρώτης δόσης της ρύθμισης ή η εφάπαξ εξόφληση λαμβάνει χώρα  εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών της αίτησης.

Επισημάνσεις :

-Εφόσον ο αιτών δεν καταβάλει την πρώτη δόση εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, πρέπει να υποβάλει νέα αίτηση προκειμένου να ρυθμίσει τις οφειλές του.

– Με δεδομένη την καταληκτική ημερομηνία αποπληρωμής των 48 δόσεων (30.06.17), για την αξιοποίηση της δυνατότητας του μέγιστου αριθμού των 48 δόσεων, η υποβολή της αίτησης θα πρέπει να πραγματοποιηθεί  το αργότερο μέχρι την 31.07.2013.

ΙΙ. Πάγια εντολή πληρωμής.

1. Η καταβολή των δόσεων διενεργείται στους φορείς είσπραξης (συνεργαζόμενες Τράπεζες, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛ.ΤΑ.), με πάγια εντολή πληρωμής των επόμενων δόσεων, χωρίς να επιβάλλεται στον οφειλέτη οικονομική επιβάρυνση για την εντολή αυτή.

2. Η ανωτέρω πάγια εντολή αυτόματης χρέωσης είναι υποχρεωτική για όλους τους οφειλέτες δικαιούχους τραπεζικών λογαριασμών ή δικαιούχους λογαριασμών πληρωμών των Ελληνικών Ταχυδρομείων – ΕΛΤΑ Α.Ε.

Επισημάνσεις :

– Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία δύναται να προσδιορίζει το λογαριασμό με τον οποίο θα συνδέεται η πάγια εντολή αυτόματης χρέωσης, προκειμένου ο οφειλέτης να συστήνει εντολή στο συγκεκριμένο λογαριασμό.

– Η πάγια εντολή πιστοποιείται από το φορέα είσπραξης με ενημέρωση που θα αποστέλλει στην Γ.Γ.Π.Σ..

ΙΙΙ. Προϋποθέσεις υπαγωγής στη ρύθμιση

1. Σε κάθε περίπτωση για την υπαγωγή στη ρύθμιση θα πρέπει να αποδεικνύεται τη δεδομένη χρονική στιγμή, η αδυναμία εξόφλησης της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία της βεβαίωσης καθώς και η βιωσιμότητα του διακανονισμού.

2. Οι οφειλέτες πρέπει να έχουν υποβάλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τις εκκαθαριστικές δηλώσεις του φόρου προστιθέμενης αξίας της τελευταίας πενταετίας καθώς και τις περιοδικές δηλώσεις του φόρου προστιθέμενης αξίας που έπονται της τελευταίας εκκαθαριστικής.

Επισήμανση : Η ανωτέρω προϋπόθεση πληρούται εφόσον ο οφειλέτης έχει υποβάλει εμπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα αλλά υποχρεωτικά έως την ημερομηνία της αίτησης τις ανωτέρω δηλώσεις.

3. Οι αιτούντες πρέπει να είναι ενήμεροι για τις οφειλές τους με ημερομηνία καταβολής από την 01.01.2013 και μετά, ήτοι να έχουν καταβάλει ή τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο (αναστολή πληρωμής, ενήμεροι σε ρύθμιση/διευκόλυνση τμηματικής καταβολής) τις οφειλές αυτές.

Επισήμανση :

Οι ανωτέρω 2 και  3 προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται και στις περιπτώσεις της εφάπαξ εξόφλησης της οφειλής για να τύχουν οι οφειλέτες των ευεργετημάτων της ρύθμισης.

4. Με την υποβολή της αίτησης, ο οφειλέτης πρέπει:

α) να δηλώσει με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων (κινητή και ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής), όπως το μηνιαίο εισόδημά του, επενδύσεις/συμμετοχές κάθε μορφής, τους αριθμούς των τραπεζικών του λογαριασμών (IBAN), μεταφορικά μέσα, τα ακίνητα επί των οποίων έχει εμπράγματο δικαίωμα, απαιτήσεις από τρίτους, καθώς και πληροφορίες που θα περιλαμβάνουν οφειλές του σε ασφαλιστικά ταμεία ή άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα και άλλες πάγιες υποχρεώσεις προς τρίτους, εφόσον υφίστανται, το τρέχον και το αναμενόμενο (επιπλέον) εισόδημά του (πχ εκτίμηση για τυχόν έσοδα από μελλοντική εκμίσθωση ακινήτου, εμπορική συμφωνία κλπ).

Επισήμανση :

-Κατά την ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να συμπληρώνει τα σχετικά πεδία που εμφανίζονται στην οθόνη της αίτησης.

– Στις περιπτώσεις υποβολής της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία η δήλωση των ανωτέρω στοιχείων συνοδεύει την αίτηση.

β) για ποσό βασικής οφειλής άνω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (75.000€), να προσκομίσει υποχρεωτικά και βεβαίωση, από τρίτο ανεξάρτητο εκτιμητή περί της ορθότητας των οικονομικών στοιχείων καθώς και των λοιπών δικαιολογητικών που αποδεικνύουν την αδυναμία εξόφλησης της οφειλής καθώς και τη βιωσιμότητα του διακανονισμού. H προαναφερθείσα βεβαίωση – μελέτη βιωσιμότητας πρέπει να περιλαμβάνει την καθαρή θέση, ανάλυση ρευστότητας και προσδοκώμενα έσοδα – αναμενόμενες δαπάνες του αιτούντα.   Από το αποτέλεσμα της ανωτέρω μελέτης πρέπει να προκύπτει τόσο η βιωσιμότητα του αιτούμενου προγράμματος ρύθμισης όσο και η οικονομική αδυναμία εξόφλησης ή ανταπόκρισης σε πρόγραμμα ρύθμισης με λιγότερες δόσεις.

γ) για ποσό βασικής οφειλής άνω των τριακοσίων χιλιάδων ευρώ (300.000€), πέραν των ανωτέρω υπό (α) και (β) στοιχείων, απαιτείται να παρέχει εγγυήσεις ή εμπράγματες ασφάλειες για τη διασφάλιση της οφειλής οι οποίες μπορούν να συνίστανται (διαζευκτικά ή σωρευτικά) σε προσκόμιση εγγυητικής επιστολής τράπεζας για όλο το διάστημα της ρύθμισης για το σύνολο της ρυθμιζόμενης οφειλής πλέον των επιβαρύνσεων, πλήρη διασφάλιση της οφειλής με εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου ελευθέρου βαρών αντικειμενικής αξίας τουλάχιστον ίσης με το ύψος της συνολικής οφειλής ή επί βεβαρημένου ακινήτου αντικειμενικής αξίας, αφαιρουμένων των ποσών για τα οποία έχουν εγγραφεί βάρη,  τουλάχιστον ίσης με τη συνολική οφειλή, εγγύηση τρίτου αξιόχρεου προσώπου και οποιοδήποτε άλλο τρόπο εγγύησης αποδεκτό από τις φορολογικές και τελωνειακές αρχές .

Επισήμανση :

–  Η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση της περίπτωσης (α) κατατίθεται ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης ενώ τα  στοιχεία (β) & (γ) αποστέλλονται με συστημένη επιστολή ή προσκομίζονται στην αρμόδια υπηρεσία εντός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

–  Η αρμόδια υπηρεσία δύναται οποτεδήποτε να ζητά επιπλέον στοιχεία ή πληροφορίες οι οποίες πρέπει να αποστέλλονται – προσκομίζονται, άλλως θα επέρχεται απώλεια της ρύθμισης.

–  Για ποσά βασικής οφειλής συνολικού ύψους κάτω των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, η αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία οφείλει να πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους, ζητώντας από τους οφειλέτες να αποστείλουν τα ανωτέρω δηλωθέντα στοιχεία και δικαιολογητικά, εντός μηνός από την έγγραφη ειδοποίησή τους.

–  Η αρμόδια υπηρεσία διατηρεί το δικαίωμα να περιορίσει τις δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης εάν μετά τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου προκύψει δυνατότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες.

–  Η εγγυητική επιστολή η οποία κατατίθεται κατά περίπτωση ως προϋπόθεση για τη χορήγηση ρύθμισης, πρέπει να εκδίδεται από αναγνωρισμένο στην Ελλάδα πιστωτικό ίδρυμα και να διασφαλίζει την καταβολή του συνόλου της οφειλής για την οποία χορηγήθηκε μαζί με τις προσαυξήσεις της, στην περίπτωση που αυτή δεν καταβληθεί από τον υπόχρεο μέσα στην ορισθείσα προθεσμία. Η ανωτέρω εγγυητική επιστολή πρέπει να είναι διάρκειας τριών μηνών πλέον της καταληκτικής ημερομηνίας καταβολής της τελευταίας δόσης της χορηγηθείσας ρύθμισης και καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου για την εξόφληση του συνόλου του οφειλόμενου ποσού της ρύθμισης, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο αυτή απολεσθεί. Η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται στον καταθέτη με την πληρωμή της τελευταίας δόσης της ρύθμισης. Για την κατάθεση ή και την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής και αυτή φυλάσσεται στο χρηματοκιβώτιο της υπηρεσίας ή σε άλλο ασφαλές μέρος.

-Επισυνάπτονται υποδείγματα υπεύθυνων δηλώσεων οι οποίες θα πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση.

V. Ανεξάρτητοι Εκτιμητές

  1. Ως ανεξάρτητοι εκτιμητές ορίζονται οι ορκωτοί ελεγκτές – λογιστές, οι λογιστές φοροτεχνικοί και οι κατέχοντες άδεια ασκήσεως δικηγορικού λειτουργήματος. Η σχετική βεβαίωση  από τους ως άνω εκτιμητές επαληθεύει την βιωσιμότητα του διακανονισμού, πιστοποιεί όλες τις υποχρεώσεις του οφειλέτη προς το κράτος και προς τρίτους, την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για την χορήγηση ρύθμισης τμηματικής καταβολής, καθώς και τα αποτελέσματα επί της αναμενόμενης ρευστότητας από την ενδεχόμενη υπαγωγή του οφειλέτη σε άλλους διακανονισμούς με το Δημόσιο ή με τρίτους φορείς.

Επισήμανση:

Στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, πιστοποιείται και η περιουσιακή κατάσταση των προσώπων που ευθύνονται για χρέη του νομικού προσώπου μαζί με αυτό.

2.Η ίδια βεβαίωση πιστοποιεί την παροχή επαρκών εγγυήσεων και το είδος αυτών για τη διασφάλιση της οφειλής. Σε περίπτωση προσφερόμενου για υποθήκη ακινήτου δύναται να υπάρχει εκτίμηση της τρέχουσας αξίας του από κατέχοντα άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του μηχανικού.

3.Σε περίπτωση προσκόμισης της ανωτέρω βεβαίωσης – μελέτης βιωσιμότητας από ορκωτούς ελεγκτές – λογιστές δεν απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων εκτός εάν κριθεί απαραίτητο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ./Τελωνείο/Υπηρεσία. Κατά τα λοιπά αξιολογούνται ελευθέρως τα προσκομισθέντα στοιχεία. Η δαπάνη για την αμοιβή των ανωτέρω εκτιμητών βαρύνει αποκλειστικά τον οφειλέτη.

VI. Αρμόδια Δ.Ο.Υ.

1. Ως αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία για τη  χορήγηση  της ρύθμισης, την εξέταση των δικαιολογητικών, την παρακολούθηση, την τήρηση των όρων της, την απώλεια αυτής και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία, ορίζεται η Δ.Ο.Υ / Τελωνείο / Υπηρεσία που είναι αρμόδια για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής.

2. Στην περίπτωση συναρμοδιότητας της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, αρμόδια ορίζεται η  Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης για συνολικές βασικές οφειλές ανά οφειλέτη άνω του 1.500.000,00 ευρώ (Δ6 Α 10533 ΕΞ 2013 απόφαση ΦΕΚ 705 Β),  ανεξάρτητα του ύψους της ρυθμιζόμενης οφειλής.

ΕΝΟΤΗΤΑ Γ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ 

Ι. Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη

1. Διακανονισμός πληρωμής

α) Δυνατότητα καταβολής των οφειλών που ρυθμίζονται εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις,  έως σαράντα οκτώ (48) με καταληκτική ημερομηνία πληρωμής την 30.06.2017, αλλά και πέραν των 48 και έως 100 δόσεις υπό προϋποθέσεις.

β) Απαλλαγή από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά ποσοστό ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης. Συγκεκριμένα, οι ρυθμιζόμενες οφειλές καταβάλλονται :

i) εφάπαξ, με απαλλαγή ποσοστού 50% των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική ημερομηνία καταβολής την 1η Ιουλίου 2013,

ii) με απαλλαγή ποσοστού  σαράντα τοις εκατό (40%)  των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2014,

iii) με απαλλαγή ποσοστού τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2015,

iv) με απαλλαγή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2016,

v) με απαλλαγή ποσοστού  είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30ή Ιουνίου 2017.

 

γ) Το συνολικό ποσό κάθε δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των δέκα πέντε (15) ευρώ.

δ) Η υπαγωγή στη ρύθμιση μπορεί να γίνει οποτεδήποτε με ανάλογη ως ανωτέρω απαλλαγή των προσαυξήσεων και καταληκτική ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30.06.2017.

Παράδειγμα :

Ληξιπρόθεσμες την 31.12.2012 οφειλές μπορούν να υπαχθούν σε πρόγραμμα ρύθμισης δόσεων με καταληκτική προθεσμία καταβολής της τελευταίας δόσης π.χ. την 30.06.2015, με έκπτωση 35% στις έως και την 31.12.2012 προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. Εφόσον ο οφειλέτης αιτείται υπαγωγή στη ρύθμιση την 08.07.2013, η καταληκτική ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης θα είναι η 11.07.2013, η δεύτερη δόση είναι καταβλητέα έως και τις 30.08.2013 και οι υπόλοιπες είκοσι δύο (22)  την τελευταία εργάσιμη ημέρα των αντίστοιχων μηνών έως και τις 30.06.2015. Στο ίδιο πρόγραμμα ρύθμισης με τις ίδιες απαλλαγές (αλλά με τον υπολειπόμενο αριθμό δόσεων) μπορεί να υπαχθεί ο οφειλέτης και μέχρι τις 30.06.2015 με αίτηση και καταβολή την ίδια ημερομηνία (30.06.15).

ε) Ως προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, για την εφαρμογή των απαλλαγών των περιπτώσεων (i) έως (v), λογίζονται σε κάθε περίπτωση, οι αναλογούσες προσαυξήσεις της υπό ρύθμιση βασικής οφειλής, όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την 01 Ιανουαρίου 2013.  Ως ποσοστό με το οποίο υπολογίζονται οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής με τις οποίες επιβαρύνεται η βασική ληξιπρόθεσμη υπαχθείσα στη ρύθμιση οφειλή από 01.01.2013 αντί των κατά ΚΕΔΕ προσαυξήσεων, ορίζεται το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής πλέον οκτώ τοις εκατό (8%), ετησίως υπολογισμένο. Το ανωτέρω ποσοστό προσαυξήσεων παραμένει σταθερό καθ΄ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιθυμεί να συμπεριλάβει μη ληξιπρόθεσμες οφειλές, αυτές επιβαρύνονται με το ανωτέρω ποσοστό προσαυξήσεων υπολογιζόμενο από την ημερομηνία της αίτησης και μετά (π.χ. το σχετικό ποσοστό ανέρχεται σήμερα σε 8,5% (0,5% ΕΚΤ + 8%).

2. Χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας

Στον οφειλέτη που είναι συνεπής στη ρύθμιση δύναται να χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των οφειλών του προς το Δημόσιο  μηνιαίας διάρκειας, εφόσον είναι ενήμερος και σε τυχόν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές και συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 26 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει σήμερα. Τα ποσά που εισπράττονται από παρακράτηση λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης.

Επισήμανση:

Στην περίπτωση που χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας με παρακράτηση του συνόλου της οφειλής, το οποίο και θα εξοφλήσει το σύνολο της υπαχθείσας σε ρύθμιση οφειλής, ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των δόσεων που τελικά διαμορφώνεται.

  1. 1.      Αναβολή εκτέλεσης ποινής 

Αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει σήμερα ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται.

  1. 2.      Αναστολή μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης

α) Αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης  κινητών  ή ακινήτων (έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού), εφόσον η εκτέλεση αφορά  μόνο  ρυθμισμένα χρέη.

β) Δεν αναστέλλονται οι κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ούτε  στις περιπτώσεις που έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες κατάσχεσης, τα  ποσά όμως που θα αποδίδονται από αυτές, θα πιστώνονται σε δόση ή δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες ληξιπρόθεσμες μη ρυθμισμένες  οφειλές.

Σημειώνεται ότι, αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα  μέτρα  που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

γ) Αναστέλλεται η εκτέλεση του μέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν.2120/1993, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν.2523/97.

II. Δικαιώματα του Δημοσίου

  1.  1.  Και μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα :

α) να επιβάλλει κατασχέσεις και να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

β) να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εφόσον δεν διασφαλίζονται τα συμφέροντά του, ή να ορίζει ποσοστό παρακράτησης, κατά την κρίση του  Προϊσταμένου της αρμόδιας Υπηρεσίας, μέρους ή του συνόλου του εισπραττόμενου ποσού, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 26 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει.

2. Η ρύθμιση οφειλών στην οποία υπάγεται οφειλέτης λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν επηρεάζει το συμψηφισμό απαίτησης του οφειλέτη κατά του Δημοσίου (άρθρο 83 του ν.δ. 356/74, όπως ισχύει), το δε ποσό της απαίτησης αυτής συμψηφίζεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Υπηρεσίας στο σύνολό του και μέχρι το μέρος που καλύπτει την οφειλή.

Επισήμανση:

Εάν προκύψει συμψηφισμός κατά το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύει, στην περίπτωση που η ημερομηνία συνάντησης των ανταπαιτήσεων είναι προγενέστερη της ημερομηνίας υπαγωγής στη ρύθμιση, η οφειλή συμψηφίζεται και εκ των υστέρων υπάγεται σε ρύθμιση το εναπομένον ποσό αυτής. Στην περίπτωση που η ημερομηνία συνάντησης των ανταπαιτήσεων είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας υπαγωγής στη ρύθμιση, διενεργείται πίστωση στις μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης.

ΙΙΙ. Ισχύς ρύθμισης

1. Η ρύθμιση καθίσταται καταρχήν ενεργή και ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων αυτής από την εμπρόθεσμη καταβολή της πρώτης δόσης και μέχρι τον έλεγχο των δηλούμενων ή και προσκομιζόμενων στοιχείων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. / Τελωνείο / Υπηρεσία. Εάν, εντός έξι (6) μηνών από την καταβολή της πρώτης δόσης δεν προκύψει απώλεια αυτής, η χορηγηθείσα ρύθμιση θεωρείται οριστική.

2. Ωστόσο η ρύθμιση απόλλυται σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και μετά την πάροδο του εξαμήνου, εφόσον δεν προσκομισθούν εγκαίρως τα απαραίτητα δικαιολογητικά ή τα αιτηθέντα συμπληρωματικά στοιχεία, καθώς και όταν διαπιστωθεί η προσκόμιση ή δήλωση ελλιπών ή ανακριβών στοιχείων.

3. Η αρμόδια υπηρεσία διατηρεί το δικαίωμα, εάν μετά τον έλεγχο των στοιχείων του φακέλου προκύψει δυνατότητα του οφειλέτη να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες, να περιορίσει τις δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης.

4. Εφόσον ο οφειλέτης απολέσει τη ρύθμιση της τελευταίας ευκαιρίας, μπορεί να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή στην πάγια ρύθμιση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις.

  1. IV.             Απώλεια της ρύθμισης

1. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία  βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, τηρουμένων και των διατάξεων περί δημοσιοποίησης ληξιπροθέσμων οφειλών του άρθρου 9 του ν. 3943/2011 (Α’ 66) εάν ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης πέραν της μίας φοράς,

β) δεν καταβάλει την τυχόν μία εκπρόθεσμη δόση της ρύθμισης με την αναλογούσα προσαύξηση αυτής (15%) μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης,

γ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος,  του φόρου προστιθέμενης αξίας και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών, καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης καταβολής των οφειλών  του και μέχρι την εξόφλησή τους,

δ) δεν είναι ενήμερος στις οφειλές του (ατομικές και οφειλές από συνυποχρέωση, συνυπευθυνότητα) από την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και μετά,  (ανεξάρτητα από τη Δ.Ο.Υ. στην οποία έχουν βεβαιωθεί),

ε) έχει υποβάλει ανακριβή ή ανεπαρκή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση,

στ) δεν έχει υποβάλει τα απαραίτητα στοιχεία – πληροφορίες.

2. Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων της υποπαραγράφου Α1 της παραγράφου Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/2013  και της απόφασης ΠΟΛ 1111/2013, η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης και καταπίπτουν οι προσφερθείσες εγγυήσεις.

  1. Αναστολή παραγραφής

Η παραγραφή χρεών που ρυθμίζονται με τις διατάξεις αυτές και για τα οποία  υποβάλλεται σχετική αίτηση υπαγωγής τους στη ρύθμιση, αναστέλλεται από την  ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που  αφορά η ρύθμιση, ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν  συμπληρώνεται πριν παρέλθει (1) ένα έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης  αυτής.

ΕΝΟΤΗΤΑ Δ

ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ

I . Εκπρόθεσμη καταβολή δόσης

Στην περίπτωση καθυστέρησης μιας δόσης, αυτή πρέπει να καταβληθεί  με επιβάρυνση 15% εντός της προθεσμίας καταβολής της επόμενης δόσης. Στην περίπτωση που η δόση της οποίας η καταβολή καθυστερεί για πρώτη φορά είναι η τελευταία, αυτή πρέπει να καταβληθεί προσαυξημένη κατά 15% μέχρι την τελευταία εργάσιμη του επόμενου από την ημερομηνία καταβολής αυτής μήνα .

ΙΙ.  Δυνατότητα αλλαγής προγράμματος ρύθμισης.

1. Εφόσον ο οφειλέτης επιθυμεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών, ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής κατόπιν χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας με παρακράτηση ή μέσω συμψηφισμού (Κ.Ε.Δ.Ε.), ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται, σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης.

2. Ο οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/2013 δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης της ίδιας περίπτωσης με διαφορετικό αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ακόλουθες κατά περίπτωση προϋποθέσεις:

α) Εάν επιλέξει πρόγραμμα περισσότερων δόσεων δικαιούται απαλλαγή από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής για το υπόλοιπο ποσό το οποίο εντάσσεται στη ρύθμιση της νέας επιλογής του και με καταληκτική ημερομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης την 30.06.2017.

β). Εάν επιλέξει πρόγραμμα λιγότερων δόσεων θα τύχει μεγαλύτερου ποσοστού απαλλαγής προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής για το ποσό που εντάσσεται στη νέα ρύθμιση.

γ). Εάν επιλέξει την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής του, απαλλάσσεται κατά ποσοστό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στις περιπτώσεις ι-v της υποπαραγράφου Α1 της παρ.Α του άρθρου πρώτου ν.4152/13.

ΙΙΙ. Υπαγωγή σε πρόγραμμα αριθμού δόσεων άνω των σαράντα οκτώ (48).

1. Προϋποθέσεις

α) Κατ΄εξαίρεση, οι οφειλέτες φυσικά πρόσωπα μη επιτηδευματίες μπορούν να ζητήσουν την εξόφληση της οφειλής τους σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις και πέρα από τα οριζόμενα σε πρόγραμμα ρύθμισης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Α1 της παρ. Α του πρώτου άρθρου του ν.4152/13, όταν αποδεικνύουν αδυναμία συμμόρφωσης στα ανωτέρω προγράμματα, αλλά δυνατότητα τήρησης ρύθμισης σε παραπάνω δόσεις και βιωσιμότητας αυτής.

β) Στην περίπτωση αυτή υπάγονται μόνο οφειλές που δεν προέρχονται από επαγγελματική δραστηριότητα ή προέρχονται από επαγγελματική δραστηριότητα η οποία  έχει διακοπεί.

γ) Η καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση της παρούσας ενότητας είναι η 31.12.2013.

2. Προσδιορισμός αριθμού δόσεων

α) Ο μέγιστος αριθμός δόσεων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των εκατό (100),

β) το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης ορίζεται ως ποσοστό επί του συνολικού μηνιαίου καθαρού εισοδήματος ως ακολούθως :

i. 5% για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα μέχρι πεντακόσια (500) ευρώ και πάντως όχι κάτω των δέκα πέντε (15) ευρώ,

ii. 6%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ και μέχρι χίλια (1.000) ευρώ,

iii. 7%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των χιλίων (1.000) ευρώ και μέχρι χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ,

iv. 10%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και μέχρι δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ,

v. 20%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ και μέχρι τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ

vi. και 30%, επί του συνολικού δηλουμένου εισοδήματος, για δηλούμενο μηνιαίο εισόδημα άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.

3. Διαδικασία

Για ποσά βασικής οφειλής της εν λόγω περίπτωσης άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ απαιτείται η έγκριση της αρμόδιας Δ.Ο.Υ./Τελωνείου/Υπηρεσίας, με την προσκόμιση  στοιχείων που αποδεικνύουν ότι οι οφειλέτες δεν δύνανται να αποπληρώσουν την οφειλή τους σε πρόγραμμα μηνιαίων δόσεων έως σαράντα οκτώ (48) αλλά μπορούν να ανταποκριθούν σε συγκεκριμένο πρόγραμμα με μεγαλύτερο αριθμό δόσεων.

  1. 4.                   Λοιποί όροι

α) Στην περίπτωση ρύθμισης χρέους σε περισσότερες από 48 δόσεις ο οφειλέτης δεν έχει καμία έκπτωση στις προσαυξήσεις.

β)  Στην περίπτωση ρύθμισης χρέους άνω των 5.000€ σε περισσότερες από 48 δόσεις, η αίτηση υποβάλλεται αποκλειστικά στην αρμόδια υπηρεσία, με συνημμένα τα απαραίτητα κατά περίπτωση δικαιολογητικά.

IV.  Έναρξη εφαρμογής της ρύθμισης

Η παρούσα απόφαση ισχύει για την περίπτωση της εφάπαξ εξόφλησης από 14.06.2013 και για τις λοιπές περιπτώσεις από 20.06.2013. Έως την 18.07.2013 η αίτηση υποβάλλεται και οι καταβολές διενεργούνται στην αρμόδια υπηρεσία.

ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΣΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ ΓΙΑ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΩΣ 31.12.2012
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ (1)
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1 ΟΛΕΣ ΟΙ ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΩΣ 31.12.2012 ΝΑΙ
2 ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΩΣ 31.12.2012 ΣΕ ΔΙΟΙΚ. Ή ΔΙΚΑΣΤ. ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΝΑΙ
3 ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΕΩΣ 31.12.2012, ΜΕ ΛΗΞ/ΣΜΕΣ Ή ΜΗ ΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟ 01.01.2013 ΝΑΙ
4 ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΕΩΣ 31.12.2012 ΣΕ ΕΝΕΡΓΗ ΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΝΑΙ Σχόλιο (3) & (4)
5 ΛΗΞ/ΣΜΕΣ ΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟ 01.01.2013 ΣΕ ΕΝΕΡΓΗ ΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΝΑΙ Σχόλιο (3) & (4)

 

ΣΧΟΛΙΑ – ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ.

 

(1)     ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ: (i) ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΧΟΥΝ ΥΠΑΧΘΕΙ ΣΕ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΧΡΕΩΝ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΩΛΕΣΘΗ ΜΕ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 26η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013.

(ii) ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΕΙ Ή ΕΧΕΙ ΑΣΚΗΘΕΙ ΚΑΤ’ΑΥΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΓΙΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ.

(2)     ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΤΑ ΝΟΜΙΜΟ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Ή ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ Ή ΑΛΛΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ. ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΕΒΑΙΩΜΕΝΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΑΠΟ 01.01.2013 ΜΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΙΑ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΗ ΔΟΣΗ ΕΩΣ 31.12.2012.

(3)      (i) ΕΦΟΣΟΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΩΣ ΤΗΝ 31.12.2012 ΜΗ ΡΥΘΜΙΣΜΕΝΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ. ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ Ή ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΧΡΕΩΝ.

(ii) ΕΑΝ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΕΩΣ ΤΗΝ 31.12.2012 ΑΛΛΑ ΕΠΙΛΕΓΕΤΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΜΕ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ Ή ΙΣΟ ΑΡΙΘΜΟ ΔΟΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΕΝΑΠΟΜΕΝΟΥΣΩΝ ΔΟΣΕΩΝ ΤΩΝ ΥΠΑΓΟΜΕΝΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΙΣ 48 ΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΕΩΣ ΤΗΝ 30η ΙΟΥΝΙΟΥ 2017. ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΠΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ Ή ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΧΡΕΩΝ.

(4)     ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΣΤΗΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ Ή ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ, ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΟΙ ΟΡΟΙ ΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΥΠΑΧΘΟΥΝ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ, ΑΥΤΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΤΗΣ ΗΔΗ ΧΟΡΗΓΗΘΕΙΣΑΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ Ή ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ.

 

ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ.

 

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ ΩΣ ΑΝΩ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α1 ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΥ Ν. 4152/2013 ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ ΠΟΛ.1111/21.05.2013.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΕΩΣ 48 ΔΟΣΕΙΣ*
Ποσό ρυθμιζόμενης βασικής οφειλής** Απαιτούμενα Στοιχεία –πληροφορίες που πρέπει να προσκομίζονται Βεβαίωση εκτιμητή Διασφάλιση οφειλής Αποστολή δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία Αίτηση Προσωρινή Χορήγηση Οριστική χορήγηση
Έως 75.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Όχι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Όχι (εκτός εάν ζητηθεί) Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή της πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με την πάροδο εξαμήνου***
Άνω των 75.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Ναι Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με τον έλεγχο των δικαιολογητικών, άλλως με  την πάροδο εξαμήνου***
Άνω των 300.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Ναι Ναι Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με τον έλεγχο των δικαιολογητικών, άλλως με  την πάροδο εξαμήνου***

* -Για όλες τις βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές μέχρι 31.12.2012 -καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής και καταβολής τελευταίας δόσης η 30.06.2017

** Για συνολικές βεβαιωμένες οφειλές ανά οφειλέτη άνω των 1.500.000€, αρμόδια είναι η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης, ανεξαρτήτως ρυθμιζόμενης οφειλής.
***Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε απώλεια της ρύθμισης και μετά την πάροδο εξαμήνου, αν διαπιστωθεί μη έγκαιρη προσκόμιση ή δήλωση στοιχείων ή προσκόμιση ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 48 ΚΑΙ ΕΩΣ 100 ΔΟΣΕΙΣ*
Ποσό ρυθμιζόμενης βασικής οφειλής** Απαιτούμενα Στοιχεία -πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται Βεβαίωση εκτιμητή Διασφάλιση οφειλής Αποστολή δικαιολογητικών στην αρμόδια υπηρεσία Αίτηση Προσωρινή Χορήγηση Οριστική χορήγηση
Έως 5.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. 2.    Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. 3.     Περιουσιακά στοιχεία
Όχι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Όχι (εκτός εάν ζητηθεί ) Ηλεκτρονικά(κατ ΄ εξαίρεση στην αρμόδια υπηρεσία) Με την καταβολή της πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την αίτηση Με την πάροδο εξαμήνου***
Άνω των 5.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Όχι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Ναι Στην αρμόδια υπηρεσία Όχι Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την έγκριση χορήγησης από την αρμόδια υπηρεσία
Άνω των 75.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Όχι (μπορεί να ζητηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο) Ναι Στην αρμόδια υπηρεσία Όχι Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την έγκριση χορήγησης από την αρμόδια υπηρεσία
Άνω των 300.000€
  1. Στοιχειοθέτηση οικονομικής αδυναμίας
  2. Στοιχειοθέτηση βιωσιμότητας ρύθμισης
  3. Περιουσιακά στοιχεία
Ναι Ναι Ναι Στην αρμόδια υπηρεσία Όχι Με την καταβολή πρώτης δόσης εντός τριών ημερών από την έγκριση χορήγησης από την αρμόδια υπηρεσία

 

* Για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα – μη επιτηδευματίες με βεβαιωμένες οφειλές μέχρι 31-12-2012 που δεν προέρχονται από επιχειρηματική δραστηριότητα ή προέρχονται από επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία έχει διακοπεί

– υπαγωγή έως την 31.12.2013

** Για συνολικές βεβαιωμένες οφειλές ανά οφειλέτη άνω του 1.500.000€, αρμόδια είναι η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης,  ανεξαρτήτως ύψους ρυθμιζόμενης οφειλής.

** *Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα να προβεί σε απώλεια της ρύθμισης και μετά την πάροδο εξαμήνου, αν διαπιστωθεί μη έγκαιρη προσκόμιση ή δήλωση στοιχείων ή προσκόμιση ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων.

0

Νόμος 4161/2013 – Ενήμεροι Δανειολήπτες / Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά

Ληψη του νομου σε PDFεπιστροφη στο αρθρο

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4161 / 13-06-2013

(ΦΕΚ 143 Α  14-06-2013)

 

Πρόγραμμα διευκόλυνσης για ενήμερους δανειολήπτες, τροποποιήσεις στο ν. 3869/2010 και άλλες διατάξεις.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ ΓΙΑ ΕΝΗΜΕΡΟΥΣ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΕΣ

 

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1. Με τον παρόντα νόμο θεσπίζεται η δυνατότητα φυσικών προσώπων τα οποία συγκεντρώνουν τις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν, προϋποθέσεις (εφεξής οφειλέτες), να υπαχθούν σε πρόγραμμα ευνοϊκής μεταχείρισης των ενήμερων οφειλών τους (εφεξής πρόγραμμα διευκόλυνσης).

2. Το πρόγραμμα διευκόλυνσης παρέχεται υποχρεωτικά, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος, και αποκλειστικά από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που παρέχουν κατ’ επάγγελμα δάνεια καταλαμβανόμενα από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος, ήτοι πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (εφεξής δανειστές).

3. Η παροχή του προγράμματος διευκόλυνσης επιτρέπεται μόνο σε απαιτήσεις δανειστών απορρέουσες από συμβάσεις δανειακών προϊόντων με αρχική ημερομηνία σύναψης έως την 30.6.2010, έστω και αν υφίστανται μεταγενέστερες τροποποιήσεις, ανανεώσεις ή ρυθμίσεις των αρχικών συμβάσεων και αφορά σε απαιτήσεις οφειλετών οι οποίοι υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, οι συμβάσεις των οποίων δεν έχουν καταγγελθεί.

 

Άρθρο 2

Προϋποθέσεις παροχής του προγράμματος διευκόλυνσης

Α. Προϋποθέσεις παροχής του προγράμματος διευκόλυνσης αποτελούν σωρευτικά:

1. Η εμπράγματη εξασφάλιση του δανειστή για τις υπαγόμενες απαιτήσεις του άρθρου 1 παράγραφος 3 επί της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, δηλωθείσας ως τέτοιας στην τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματός του.

2. Η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της προηγούμενης παραγράφου να μην ξεπερνά τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ και, στις περιπτώσεις οικογενειών που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994 (Α΄151), να μην ξεπερνά τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.

3. Η αντικειμενική αξία της συνολικής ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη να μην ξεπερνά τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ και, στις περιπτώσεις οικογενειών που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994, να μην ξεπερνά τις τριακόσιες χιλιάδες(300.000) ευρώ.

4. Το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών του οφειλέτη να μην υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ και τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994.

5. Το συνολικό ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου που έχει λάβει ο οφειλέτης από τους δανειστές του άρθρου 1 παράγραφος 2 να μην υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.

Β. Υπάγονται στην παρούσα ρύθμιση πρόσωπα που πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1. α) άνεργοι, β) έχοντες σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, γ) συνταξιούχοι, δ) όσοι θεωρείται ότι έχουν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 4110/2013 (Α΄ 17).

2. Όσοι έχουν συνολικό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης, μικρότερο ή ίσο των:

α. 15.000 ευρώ, εφόσον υποβάλλουν ατομική φορολογική δήλωση,

β. 25.000 ευρώ, εφόσον υποβάλλουν κοινή φορολογική δήλωση.

γ. Tα ανωτέρω ποσά προσαυξάνονται κατά 5.000 ευρώ:

i) για οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994,

ii) για άτομα με αναπηρία 67% και άνω προσδιοριζομένου του ποσοστού αυτού σύμφωνα με τον ενιαίο πίνακα προσδιορισμού ποσοστού αναπηρίας, όπως εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. Φ11321/οικ.10219/688/4.5.2012 (Β΄ 1506) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης,

iii) για όσους βαρύνονται φορολογικά από άτομα με αναπηρία 67% και άνω όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2238/1994.

3. Όσοι κατά την υποβολή της αίτησης έχουν υποστεί μείωση στα εισοδήματά τους, όπως αυτά περιγράφονται στην παραπάνω παράγραφο, τουλάχιστον σε ποσοστό 20% σε σύγκριση με τα αποκτηθέντα εισοδήματα κατά το έτος 2009.

Γ. Σε περίπτωση συνοφειλετών, απαιτείται όλοι οι συνοφειλέτες κατά τη χρονική στιγμή της υποβολής της αίτησης να πληρούν τις προϋποθέσεις των ανωτέρω παραγράφων.

 

Άρθρο 3

Διαδικασία – περιεχόμενο αίτησης

1. Για την υπαγωγή στο πρόγραμμα διευκόλυνσης ο οφειλέτης υποβάλλει αίτηση προς τον δανειστή. Η αίτηση πρέπει να περιέχει τα πλήρη στοιχεία του οφειλέτη, σαφές αίτημα για τη χρονική διάρκεια της περιόδου χάριτος, καθώς και λεπτομερή και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας. Η αίτηση υπογράφεται από τον οφειλέτη και προσκομίζεται στο πιστωτικό ίδρυμα από τον ίδιο ή από νομίμως εξουσιοδοτημένο από εκείνον πρόσωπο.

2. Μαζί με την αίτηση υποβάλλεται από τον οφειλέτη πλήρης φάκελος με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως αυτά καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να συνυποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (Α΄ 75) όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67) με τα πλήρη περιουσιακά και εισοδηματικά του στοιχεία, καθώς και πλήρη περιγραφή των οφειλών του προς όλους τους δανειστές, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από αρμόδια αρχή.

 

Άρθρο 4

Επεξεργασία της αίτησης

1. Ο δανειστής επεξεργάζεται την αίτηση εντός είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών από την υποβολή της και εντός της ιδίας προθεσμίας προβαίνει στα ακόλουθα:

α) Στην περίπτωση που από τα επισυναπτόμενα στην αίτηση έγγραφα προκύπτει ότι πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος, ο δανειστής καλεί με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, τον οφειλέτη, προκειμένου να συνάψουν σύμβαση εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την ως άνω κλήση του και χορηγεί αντίγραφο της σύμβασης στον οφειλέτη.

β) Στην περίπτωση που από τα επισυναπτόμενα στην αίτηση έγγραφα δεν προκύπτει ότι πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος λόγω τυπικών παραλείψεων, ο δανειστής καλεί με κάθε πρόσφορο μέσο τον οφειλέτη να επανέλθει

εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών με συμπληρωματική αίτηση διόρθωσης και προσκόμισης στοιχείων. Σε αυτήν την περίπτωση, ο δανειστής υποχρεούται να απαντήσει επί της συμπληρωματικής αιτήσεως εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών και ακολουθείται η διαδικασία της περίπτωσης α΄.

2. Στην περίπτωση που από τα επισυναπτόμενα στην αίτηση έγγραφα προκύπτει ότι δεν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος, ο δανειστής απορρίπτει την αίτηση και ενημερώνει τον οφειλέτη εντός ενός (1) μηνός από την ολοκλήρωση της επεξεργασίας της αίτησης, με κάθε πρόσφορο μέσο.

 

Άρθρο 5

Περιεχόμενο της σύμβασης παροχής του προγράμματος διευκόλυνσης

1. Το πρόγραμμα διευκόλυνσης παρέχεται εφάπαξ και για μέγιστη διάρκεια σαράντα οκτώ (48) μηνών (περίοδος χάριτος). Στον οφειλέτη του οποίου η αίτηση γίνεται αποδεκτή παρέχεται η αιτηθείσα περίοδος χάριτος κατόπιν της υπογραφής της σύμβασης.

2. Κατά τη διάρκεια της περιόδου χάριτος, ως μηνιαία δόση ορίζεται το 30% του μηνιαίου οικογενειακού εισοδήματος, αφαιρουμένων των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του παρακρατούμενου φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης. Η διαφορά μεταξύ της ως άνω οριζόμενης μηνιαίας δόσης και της καταβαλλόμενης πριν τη χορήγηση του προγράμματος διευκόλυνσης κεφαλαιοποιείται και αποπληρώνεται μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος διευκόλυνσης.

Οι καταβολές κατά την περίοδο χάριτος καταλογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 423 του Αστικού Κώδικα.

3. Ειδικά στις περιπτώσεις όπου οφειλέτες έχουν εισοδήματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος Β2 του παρόντος:

i) κάτω των 15.000 ευρώ, εφόσον υποβάλλεται κοινή φορολογική δήλωση,

ii) κάτω των 9.000 ευρώ, εφόσον υποβάλλεται ατομική φορολογική δήλωση,

iii) κάτω των 20.000 ευρώ, εφόσον υποβάλλεται κοινή φορολογική δήλωση από τα πρόσωπα που προσδιορίζονται στις περιπτώσεις της παραγράφου Β περίπτωση 2 στοιχείο γ΄ του άρθρου 2 και

iv) κάτω των 13.000 ευρώ, εφόσον υποβάλλεται ατομική φορολογική δήλωση από τα πρόσωπα που προσδιορίζονται στις περιπτώσεις της παραγράφου Β περίπτωση 2 στοιχείο γ΄ του άρθρου 2, η μηνιαία δόση της προηγούμενης παραγράφου υπολογίζεται με μέγιστο επιτόκιο ίσο με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης, πλέον περιθωρίου 0,75%, εκτός εάν ορίζεται χαμηλότερο συνολικό επιτόκιο στην τελευταία πριν την υπαγωγή σύμβαση, το οποίο σε αυτή την περίπτωση διατηρείται. Η υπερβάλλουσα διαφορά επιτοκίου, αν υφίσταται, μεταξύ του ως άνω οριζόμενου επιτοκίου και του εφαρμοζόμενου επιτοκίου πριν τη χορήγηση του προγράμματος διευκόλυνσης, δεν επιβαρύνει το δανειολήπτη για αυτήν την περίοδο ούτε και μετά το πέρας αυτής. Κατά τα λοιπά, η διαφορά μεταξύ της ως άνω οριζόμενης μηνιαίας δόσης και της καταβαλλόμενης πριν τη χορήγηση του προγράμματος διευκόλυνσης, κεφαλαιοποιείται και αποπληρώνεται μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος διευκόλυνσης.

4. Ειδικά για άνεργους με μηδενικό εισόδημα ή μοναδικό εισόδημα το επίδομα ανεργίας, παρέχεται επιπλέον η δυνατότητα μηδενικών καταβολών με πλήρη απαλλαγή τόκων για συνολικό διάστημα μέχρι έξι (6) μήνες εντός της περιόδου χάριτος, το οποίο διάστημα δύναται να παρέχεται συνεχόμενο ή τμηματικά. Η κατά το ως άνω διάστημα των έξι (6) μηνών πλήρης απαλλαγή τόκων, δεν επιβαρύνει τον οφειλέτη ούτε για το διάστημα αυτό ούτε και μετά το πέρας αυτού. Το ποσό του κεφαλαίου που δεν καταβάλλει ο οφειλέτης, κατά τη διάρκεια του ως άνω διαστήματος των έξι (6) μηνών, κεφαλαιοποιείται και αποπληρώνεται μετά τηνολοκλήρωση του προγράμματος διευκόλυνσης. Για τουπόλοιπο χρονικό διάστημα της περιόδου χάριτος πλην των έξι (6) μηνών εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στην προηγούμενη παράγραφο.

5. Αν επέλθει ουσιώδης μεταβολή της εισοδηματικής κατάστασης του οφειλέτη, επαναπροσδιορίζεται αναλόγως το πρόγραμμα διευκόλυνσης, χωρίς να παρατείνεται η μέγιστη διάρκειά του.

6. Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων του ενός δανειστών, ο επιμερισμός των καταβαλλόμενων ποσών μεταξύ των πιστωτών θα γίνεται συμμέτρως επί του συνολικού υπολοίπου της υπαγόμενης οφειλής.

 

Άρθρο 6

Αναστολή καταγγελιών και ατομικών διώξεων

Ο δανειστής υποχρεούται να απόσχει από κάθε καταγγελία της υπαχθείσας στο πρόγραμμα δανειακή σύμβασης και από κάθε ατομική δίωξη κατά του οφειλέτη, ο οποίος έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα διευκόλυνσης, με την επιφύλαξη των άρθρων 3 παράγραφος 2 εδάφιο β΄, 7 και 9 του παρόντος.

Ο δανειστής υποχρεούται να απόσχει από κάθε ατομική δίωξη κατά του εγγυητή.

 

Άρθρο 7

Καθήκον ειλικρινούς ενημέρωσης

1. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να ενημερώνει το δανειστή εγγράφως για κάθε μεταβολή της εισοδηματικής και περιουσιακής του κατάστασης εντός ενός (1) μηνός από την επέλευσή της.

2. Ο οφειλέτης κατά τη διάρκεια της περιόδου χάριτος επανυποβάλλει τα δικαιολογητικά της παραγράφου 2 του άρθρου 3, εφόσον αυτό κρίνεται σκόπιμο από το δανειστή, ανά έτος παροχής του προγράμματος διευκόλυνσης. Η επανυποβολή των ως άνω δικαιολογητικών στις περιπτώσεις των ανέργων μπορεί να γίνεται σε όποια συχνότητα κρίνει σκόπιμη ο δανειστής και πάντως όχι συχνότερα από μία φορά ανά δύο (2) μήνες.

 

Άρθρο 8

Υποχρέωση παροχής στοιχείων

Οι δανειστές υποχρεούνται να υποβάλλουν μηνιαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος αναλυτικά στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος προγράμματος.

 

Άρθρο 9

Καταγγελία και ολοκλήρωση του προγράμματος διευκόλυνσης

1. Ο δανειστής δικαιούται να καταγγείλει το πρόγραμμα διευκόλυνσης:

α. Σε περίπτωση μη τήρησης από τον οφειλέτη των όρων της σύμβασης του άρθρου 5.

β. Σε περίπτωση ψευδούς ή ελλιπούς δηλώσεως του άρθρου 3 παράφραφος 2 εδάφιο β΄.

γ. Σε περίπτωση μη γνωστοποίησης από τον οφειλέτη εντός μηνός οποιασδήποτε μεταβολής της εισοδηματικής και περιουσιακής του κατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 του παρόντος.

Καταγγελία ενός πιστωτή συνιστά καταγγελία του προγράμματος συνολικά καταλαμβάνοντας τον οφειλέτη για τις απαιτήσεις όλων των πιστωτών.

2. Κατάθεση αίτησης κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 (Α΄130) καταργεί αυτοδίκαια το παρεχόμενο πρόγραμμα διευκόλυνσης.

3. Με την παρέλευση της χρονικής διάρκειας της περιόδου χάριτος λύεται αυτοδίκαια το πρόγραμμα διευκόλυνσης και ο οφειλέτης, αν δε συμφωνηθεί διαφορετικά, αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που ορίζονταν στην προ του προγράμματος διευκόλυνσης δανειακή σύμβαση, η διάρκεια της οποίας επιμηκύνεται τουλάχιστον ισόχρονα με την περίοδο χάριτος.

 

Άρθρο 10

Δυνατότητα υπαγωγής στο πρόγραμμα διευκόλυνσης

1. Υπαγωγή του οφειλέτη στο πρόγραμμα διευκόλυνσης του παρόντος νόμου μπορεί να γίνει μόνον μία φορά.

2. Η δυνατότητα υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος παρέχεται για έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση της  απόφασης του άρθρου 3 παράγραφος 2 του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων μπορεί να παρατείνεται η δυνατότητα υπαγωγής στο πρόγραμμα, καθώς και να αναπροσαρμόζονται και να επανακαθορίζονται τα ποσά που ορίζονται στα άρθρα 2 και 5 του παρόντος.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 3869/2010 (Α΄ 130)

Άρθρο 11

1. Ο τίτλος του άρθρου 2 του ν. 3869/2010 (Α΄ 130) τροποποιείται σε «Διαδικασία προδικαστικού συμβιβασμού».

2. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τα μέρη δύνανται πριν την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 παράγραφος 1 του παρόντος να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση που επιλεγεί αυτή η διαδικασία και αποτύχει, ο οφειλέτης δύναται να καταθέσει την αίτηση του άρθρου 4 του παρόντος ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου με το αναφερόμενο στο άρθρο 4 του παρόντος περιεχόμενο, καθώς και αντίγραφο του πρακτικού αποτυχίας της διαμεσολάβησης. Μετά την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, ο οφειλέτης υποχρεούται να ακολουθήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 διαδικασία. Στο πλαίσιο του προδικαστικού συμβιβασμού, ο οφειλέτης δύναται να ζητά τη συμβουλευτική συνδρομή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, της Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ν. 2251/1994 (Α΄ 191) της Ένωσης Καταναλωτών που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994 ή του Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών ή δικηγόρου.»

3. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3869/2010 καταργούνται.

4. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να του παραδώσουν χωρίς επιβάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και το επιτόκιο με το οποίο εκτοκίζεται η οφειλή, καθώς και να τον ενημερώσουν εγγράφως για το ποσό που αντιστοιχεί στο 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης.»

5. Στο άρθρο 2 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Αν εκχωρηθεί απαίτηση πιστωτή προς τρίτους, ο εκδοχέας που δεν έχει κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια οφείλει να ορίσει αντίκλητο στην Ελληνική Επικράτεια κατά το άρθρο 142 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και να τον γνωστοποιήσει στον οφειλέτη. Μέχρι τη γνωστοποίηση τεκμαίρεται ως αντίκλητος ο τελευταίος εκχωρητής της απαίτησης με κύρια κατοικία ή έδρα στην Ελληνική Επικράτεια.»

 

Άρθρο 12

1. Η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, προς διευκόλυνση του προδικαστικού συμβιβασμού και όχι ως στοιχείο παραδεκτού, συνοδεύεται από: α. έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματά του, τους πιστωτές

και τις απαιτήσεις τους και β. υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/ 1997 (Α΄ 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου.  Τα υπό α΄ και β΄ έγγραφα μπορούν να υποβάλλονται εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης.»

2. Η παρ. 3 του άρθρου 4 του ν.3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία κατάθεσής της. Με την κατάθεση της αίτησης προσδιορίζεται και η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε θα επικυρωθεί ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη είτε θα συζητηθεί ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής. Για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων εφαρμόζεται το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς δύο (2) μήνες μετά την κατάθεση της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, καθώς και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του. Από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει στις μηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 εδάφιο γ΄ του παρόντος.»

3. Η παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 καταργείται.

 

Άρθρο 13

Το άρθρο 5 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 5

Προδικασία

1. Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την κατάθεση να επιδώσει την αίτηση στους πιστωτές και τους εγγυητές. Εντός μηνός από την επίδοση οι πιστωτές οφείλουν να καταθέσουν στο φάκελο τις απόψεις τους για το σχέδιο ρύθμισης των οφειλών του αιτούντος. Οι πιστωτές μπορούν να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις συναίνεσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφοι 2−4 του παρόντος, επέρχεται ο προδικαστικός συμβιβασμός των μερών. Ο συμβιβασμός των μερών επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη στην ταχθείσα ημέρα, κατά τα άρθρα 210 επ. και 293 Κ.Πολ.Δ., και επιφέρει την ανάκληση της αίτησης.

2. Αν δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση, ο Ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα επικύρωσης κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή πιστωτή ή και αυτεπαγγέλτως την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του, καθώς και την καταβολή μηνιαίων δόσεων μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης, οι οποίες κατανέμονται συμμέτρως, εφόσον πρόκειται για καταβολές του άρθρου 8 παράγραφος 2, ή σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 παράγραφος 2, εφόσον υφίσταται αίτημα εξαίρεσης εκποίησης των δικαιωμάτων στην κύρια κατοικία.

Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 ή αντίστοιχα του άρθρου 9 παράγραφος 2. Το ποσό των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών θα πρέπει να είναι εύλογο με βάση την οικονομική κατάσταση του αιτούντος, ωστόσο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι τη στιγμή της υποβολής της αίτησης, το δε ελάχιστο ποσό καταβολής συνολικά στους δανειστές ανέρχεται σε 40 ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση στο παραπάνω όριο υφίσταται, αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 5 του παρόντος, περίπτωση κατά την οποία ορίζεται από τον Ειρηνοδίκη χαμηλότερη ή μηδενική δόση. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον Ειρηνοδίκη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 11 παρ.2 του ν.3869/2010. Η επικύρωση ή η όποια απόφαση ανακαλούνται ή μεταρρυθμίζονται κατά το άρθρο 758 με δυνατότητα προσωρινής ρύθμισης κατά το άρθρο 781 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.»

 

Άρθρο 14

1. α. Το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίστανται ως εξής:

«Μετά τη συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη.»

β. Η παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 καταργείται.

2. Στο άρθρο 6 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να ζητηθεί και μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, εφόσον έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση από τον οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.»

 

Άρθρο 15

Το άρθρο 7 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 7

Δυνατότητα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς

1. Οι οφειλέτες και οι πιστωτές δύνανται να συμβιβάζονται και μετά την ημέρα επικύρωσης έως την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, οπότε εμφανίζονται ενώπιον

του Ειρηνοδίκη, υποβάλλουν το σχέδιο και ζητούν την επικύρωσή του. Το σχέδιο επικυρώνεται από τον Ειρηνοδίκη και αποκτά πλέον ισχύ δικαστικού συμβιβασμού.

Η αίτηση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές ανακαλείται αυτοδικαίως.

2. Αν συγκατατίθενται στο σχέδιο πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με εμπραγμάτως εξασφαλισμένες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των τυχόν εργατικών απαιτήσεων, ο Ειρηνοδίκης υποκαθιστά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την έλλειψη συγκατάθεσης των πιστωτών που αντιτίθενται καταχρηστικά στο συμβιβασμό. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι επήλθε ο συμβιβασμός και η αίτηση για την απαλλαγή από τα χρέη ανακαλείται αυτοδικαίως. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιδώσει στους πιστωτές, οι οποίοι δεν συγκατατίθενται αντίγραφο, του επικυρωμένου σχεδίου.

3. Δεν επιτρέπεται υποκατάσταση της συγκατάθεσης πιστωτή όταν: α) η απαίτηση του πιστωτή που αντιτίθεται δεν ικανοποιείται σε ανάλογο, σε σχέση με τους άλλους πιστωτές, βαθμό ή β) σε περίπτωση εφαρμογής του σχεδίου, ο πιστωτής που αντιτίθεται αποδεικνύει ότι θα περιέλθει σε δυσμενέστερη οικονομικά θέση από αυτήν στην οποία θα περιερχόταν, αν συνεχιζόταν η διαδικασία απαλλαγής του οφειλέτη από τις οφειλές, ή γ) αμφισβητείται απαίτηση από οφειλέτη ή οποιονδήποτε πιστωτή.

4. Οι πιστωτές δεν αποκτούν απαίτηση κατά του οφειλέτη για τα έξοδα και τις δαπάνες που δημιουργούνται από τη διαδικασία και το σχέδιο διευθέτησης οφειλών.»

 

Άρθρο 16

1. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση, το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διατάζει την κλήτευσή του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσιμο.»

2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο.»

 

Άρθρο 17

1. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας.»

2. Το έβδομο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη.»

3. Στο άρθρο 9 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Σε περίπτωση που οι, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, πραγματοποιηθείσες καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 8 παράγραφος 2 ή 9 παράγραφος 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται.

Το ποσό που προκύπτει αποπληρώνεται εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 2 με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.»

 

Άρθρο 18

1. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Το ίδιο αποτέλεσμα και με τους ίδιους όρους επέρχεται και στην περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει δολίως ή με βαριά αμέλεια να συμπεριλάβει πιστωτές στην κατάσταση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4.»

2. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Από το αρχείο διαγράφονται ένα έτος μετά την υποβολή των αιτήσεων όλα τα στοιχεία που τηρούνται για αυτές, εφόσον οι αιτήσεις απορριφθούν αμετάκλητα, ανακληθούν ή καταλήξουν σε συμβιβασμό σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 7 του παρόντος.»

 

Άρθρο 19

Μεταβατικές διατάξεις

1. Η υποχρέωση καταβολής των μηνιαίων καταβολών που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 εφαρμόζεται και για εκκρεμούσες αιτήσεις κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Στην περίπτωση αυτή, ο οφειλέτης επιλέγει ελευθέρως το ποσό καταβολής στο πλαίσιο που ορίζει το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3869/ 2010. Οι πραγματοποιούμενες καταβολές από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου συνυπολογίζονται στις καταβολές του άρθρου 8 παράγραφος 2 ή αντίστοιχα του άρθρου 9 παράγραφος 2.

2. Η υποχρέωση ορισμού αντικλήτου σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 3869/2010 καταλαμβάνει και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων πιστωτών που έχουν πραγματοποιηθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3. Για τις εκκρεμούσες αιτήσεις εφαρμόζεται η προδικασία που ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του παρόντος.

 

Άρθρο 20

Απαιτήσεις από καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ σε περίπτωση κοινού λογαριασμού. Από το προηγούμενο εδάφιο εξαιρείται ως δανειστής το Δημόσιο, για το οποίο ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, Α΄ 90). Με δήλωση του καταθέτη προς ένα εκ των πιστωτικών ιδρυμάτων προσδιορίζεται ο λογαριασμός για τον οποίο θα ισχύει το ακατάσχετο. Καταθέσεις που αφορούν σε μισθούς ή συντάξεις ή ασφαλιστικές παροχές προσδιορίζονται υποχρεωτικά ως τέτοιες και κατά το υπερβάλλον του ποσού του ανωτέρω εδαφίου α΄ καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄ 182).

 

Άρθρο 21

Ειδικά για τη χρήση που έληξε στις 31.12.2012, οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 25 του κ.ν. 2190/1920 (Α΄37), στην παράγραφο 3 του άρθρου 10 του ν. 3190/1955 (Α’ 91) και στην παράγραφο 2 του άρθρου 69 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86) για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης παρατείνονται μέχρι τις 31.7.2013.

 

Άρθρο 22

1. Η περίπτωση α΄ της παρ. 12 του άρθρου 1 του ν. 4065/2012 (Α΄ 77), αντικαθίστανται ως εξής:

«α. Ο έλεγχος της Επιτροπής ολοκληρώνεται μέχρι την 30ή Ιουνίου 2014.»

2. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 (Α΄ 309) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ειδικά για το έτος πρώτης εφαρμογής του ν. 4065/2012, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου παρεκτείνεται μέχρι και την 30ή Σεπτεμβρίου 2013.»

 

Άρθρο 23

Στο άρθρο 4 του ν. 4148/2013 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Οι αποσπώμενοι για τις ανάγκες της Ελληνικής Προεδρίας, στο Γραφείο της Ελληνικής Προεδρίας και στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στις Βρυξέλλες, επιστρέφουν, με τη λήξη της απόσπασης, κατ’ απώτατο όριο μέχρι και τις 31.10.2014, στη θέση και την ιδιότητα την οποία είχαν κατά το χρόνο της απόσπασής τους.

Οι αποσπάσεις γίνονται ανεξαιρέτως βαθμού και θέσης και περιλαμβάνουν και τους προϊσταμένους οργανικών μονάδων. Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα της αναπλήρωσής τους, καθ’ ο χρόνο διαρκεί η απόσπασή τους. Η παρούσα διάταξη είναι ειδική και κατισχύει κάθε αντίθετης.»

 

Άρθρο 24

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος άρχεται από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Αθήνα, 13 Ιουνίου 2013

Ληψη του νομου σε PDFεπιστροφη στο αρθρο
0

Οι τροποποιήσεις του Ν 4161/2013 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και οι διευκολύνσεις στους ενήμερους δανειολήπτες – ΜΕΡΟΣ Α’

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νέος νόμος για τις διευκολύνσεις στους ενήμερους δανειολήπτες και οι τροποποιήσεις στο νόμο «Κατσέλη» για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Ο νόμος 4161/2013 χωρίζεται σε δύο κεφάλαια, όπου στο πρώτο ρυθμίζεται η διαδικασία του προγράμματος διευκόλυνσης για τους ενήμερους δανειολήπτες και στο δεύτερο τροποποιείται ο νόμος 3869/2010 (νόμος Κατσέλη) για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Σημαντικές είναι οι διαφοροποιήσεις που παρουσιάζονται ως προς την τροποποίηση του νόμου Κατσέλη, καθώς «χάνονται» δικαιώματα των δανειοληπτών και δημιουργούνται ασφυκτικές υποχρεώσεις για τους οφειλέτες και τους εγγυητές τους.

Σύντομα με νεότερα άρθρα, όλη η επεξήγηση του Νόμου 4161/2013.

Δειτε το νομο Ληψη του νομου σε PDFΛηψη του νομου σε WORD
0

Συνταγματική η έκτακτη εισφορά του Ν. 3758/2009

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε με την την υπ΄ αριθ. 1685/2013 απόφαση της ως Συνταγματική την έκτακτη εισφορά που είχε επιβληθεί, το 2009 και υπολογίσθηκε στα εισοδήματα που είχαν αποκτηθεί πριν την 1η Ιανουαρίου του 2008. Με ισχυρή πλειοψηφία κρίθηκε ότι η έκτακτη εισφορά που είχε επιβληθεί με τον νόμο 3758/2009, δεν προσκρούει στο Σύνταγμα (άρθρα 78 και 4), ούτε όμως τίθεται θέμα αναδρομικής φορολόγησης. Επισημαίνεται ότι η επίμαχη έκτακτη εισφορά του 2009 δεν έχει τον χαρακτήρα αναδρομικής φορολόγησης, έτσι ώστε να προσκρούει στις συνταγματικές απαγορεύσεις του άρθρου 78 του Συντάγματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η δικαστική απόφαση, όταν ανέκυψε η έκτακτη δημοσιονομική ανάγκη λόγω της οικονομικής κρίσης και επιβλήθηκε η επίμαχη έκτακτη εισφορά, «δεν είχε καν ολοκληρωθεί η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων – του οικονομικού έτους 2009 – και εύλογα, θεωρήθηκαν από το νομοθέτη ως τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεων της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών, προκειμένου να επιβληθεί η έκτακτη εισφορά, οι αμέσως προηγούμενες φορολογικές δηλώσεις».

Ακόμη, υπογραμμίζει η Ολομέλεια του ΣτΕ, η επιβολή της επίμαχης έκτακτης εισφοράς δεν είναι αντισυνταγματική εκ μόνου του λόγου ότι δεν υπήρχε κατά την ψήφιση του νόμου στη Βουλή σχετική εγγραφή στον οικείο τακτικό προϋπολογισμό, ούτε όμως προσκρούει και στο άρθρο 4 του Συντάγματος περί ισότητας η μη υπαγωγή στην επίμαχη εισφορά των νομικών προσώπων.

Επίσης, οι δικαστές χαρακτηρίζουν συνταγματικά ανεκτό το προβλεπόμενο από τον νόμο που επέβαλε την έκτακτη εισφορά σύστημα καθορισμού του ύψους της επίμαχης έκτακτης εισφοράς ανά κλιμάκιο εισοδήματος, «με το ποσό της εισφοράς να αυξάνει κατά τη μετάβαση από χαμηλότερο σε υψηλότερο κλιμάκιο».

Εξάλλου, νόμιμο έκριναν οι σύμβουλοι Επικρατείας το γεγονός ότι επιβλήθηκε έκτακτη εισφορά και στα αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα, ενώ δεν δέχθηκαν τον ισχυρισμό του φορολογούμενου ότι παραβιάστηκε το άρθρο 20 του Συντάγματος που προβλέπει ότι, πριν την επιβολή διοικητικού μέτρου (όπως είναι η έκτακτη εισφορά), έπρεπε να κληθεί σε ακρόαση και στην προκειμένη περίπτωση από τον υπεύθυνο της ΔΟΥ.

Με  την απόφαση αυτή  καθορίζεται η τύχη και των άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν προς επίλυση ενώπιον των τακτικών  διοικητικών δικαστηρίων για το ζήτημα της έκτακτης εισφοράς .

Δειτε ολοκληρη την αποφαση

Ληψη της αποφασης σε PDF

0

Απόφαση 1685/2013 Ολομέλειας ΣτΕ

Ληψη της αποφασης σε PDFεπιστροφη στο αρθρο

Αριθμός 1685/2013

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Φ. Αρναούτογλου, Αθ. Ράντος, Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Μ.–Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ιω. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου-Σαρρή, Σύμβουλοι, Β. Κίντζιου, Ιω. Σύμπλης, Χρ. Μπολόφη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Α. Καλογεροπούλου, καθώς και ο Πάρεδρος Ι. Σύμπλης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 30 Ιουλίου 2010 αίτηση: του …, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γ. Μέντη (Α.Μ. 16463), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Χρ. Αυγερινού, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, και κατά των παρεμβαινόντων … .

Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 693/2011 παραπεμπτικής αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1123/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Ο Εισηγητής, Σύμβουλος Ι. Γράβαρης, άρχισε τη συζήτηση της υποθέσεως με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί και την εισήγηση του Τμήματος. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πρώτο παρεμβαίνοντα ως δικηγόρο και τον πληρεξούσιο του δεύτερου παρεμβαίνοντος, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις απόψεις τους υπέρ της αποδοχής της αίτησης, και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε  τ α σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με την 693/2011 απόφαση του Β΄ Τμήματος.

2. Επειδή, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Π. Πικραμμένος, ο οποίος είχε προεδρεύσει της συνθέσεως του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση επ’ ακροατηρίου, αλλ’ απεχώρησε στις 30.6.2011 αναπληρώθηκε κατά τη διάσκεψη της υποθέσεως από τον αρχαιότερο της συνθέσεως Αντιπρόεδρο Φ. Αρναούτογλου, ο δε Σύμβουλος Β. Αραβαντινός, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως, έλαβε μέρος στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος. (Άρθρο 26 ν. 3719/2012, Α΄241, βλ. 2/2009 απόφ. Ολομ. εν συμβ. και 208Α/2012 πρακτικό διασκέψεως της Ολομέλειας του Δικαστηρίου.).

3. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο .. .

4. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1123/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση, αφού, κατ’ αποδοχήν εφέσεως του Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η 18440/2009 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά του …/2009 εκκαθαριστικού σημειώματος του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Ψυχικού, με το οποίο επιβλήθηκε εις βάρος του έκτακτη εισφορά 10.000 ευρώ κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η προσφυγή του αναιρεσείοντος, είχε ακυρωθεί το εκκαθαριστικό σημείωμα, και είχε διαταχθεί η επιστροφή της καταβληθείσης ως άνω εισφοράς.

5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), όπως ίσχυε κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης (6.8. 2010) μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α΄112) και την τροποποίησή της με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), και προτού αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213, ισχύς για καταθέσεις από 1.1.2011), «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. […]. Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο [από το ανωτέρω ποσό], όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) […] β) με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. […]».

6. Επειδή, εν προκειμένω, το αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης, ανερχόμενο, κατά τα προεκτεθέντα, στο ποσό των 10.000 ευρώ, υπολείπεται του κατωτάτου ορίου των 40.000 ευρώ που τάσσεται με την ανωτέρω διάταξη για το κατ’ αρχήν παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Ενόψει αυτού, ο αιτών προβάλλει με συγκεκριμένους, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη, ισχυρισμούς που περιέχονται στο αναιρετήριο, ότι, μεταξύ άλλων, συντρέχει, κατά τη διάταξη αυτή, περίπτωση «σπουδαίου νομικού ζητήματος», ως εκ του οποίου δικαιολογείται, κατ’ εξαίρεση, η άσκηση της αιτήσεως. Από την εκτίμηση των ισχυρισμών αυτών και των στοιχείων στα οποία αναφέρονται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την προσφυγή του κατά του οικείου εκκαθαριστικού σημειώματος (ανωτ. σκέψη 4), αμφισβήτησε τη συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, με βάση τις οποίες επιβλήθηκε η επίδικη έκτακτη εισφορά, από άποψη ιδίως αντικειμένου και αναδρομικότητας της φορολογίας (άρθρο 78 παρ. 1 και 2 Συντ.), φοροδοτικής ικανότητας, καθολικότητας του φόρου και φορολογικής ισότητας (άρθρο 4 παρ. 5 Συντ.), προέβαλε δε επίσης παράβαση του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Ενόσω εκκρεμούσε η εν λόγω προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, η Αντεπίτροπος των Διοικητικών Δικαστηρίων, ενεργώντας κατ’ εντολή του Γενικού Επιτρόπου, ζήτησε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου αυτού, εν όψει του ότι είχαν ήδη κατατεθεί πολλές ανάλογες προσφυγές, τον κατά προτίμηση προσδιορισμό δικασίμου μιας εξ αυτών, ως «πρότυπης δίκης» κατά το εδάφιο θ του άρθρου 29 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 παρ. 2 του ν. 3659/2008 (Α΄77), «ώστε μετά την αμετάκλητο επίλυση του ανακύπτοντος νομικού ζητήματος, να ακολουθήσει ο προσδιορισμός […] για τις λοιπές της αυτής κατηγορίας υποθέσεις […], στις οποίες τίθεται το αυτό νομικό ζήτημα […]». Κατόπιν αυτού, ορίσθηκε για την προσφυγή του αιτούντος σύντομη δικάσιμος και εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Με την απόφαση αυτή η προσφυγή έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι οι περί επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς ως άνω διατάξεις του ν. 3758/2009, έχοντας ως αντικείμενο το εισόδημα του έτους 2007, επιβάλλουν αναδρομικά φόρο κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Η πρωτόδικη αυτή απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, εξαφανίσθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι οι πιο πάνω διατάξεις του ν. 3758 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 ούτε το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Και, ακόμα, ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων επαναφέρει, ως λόγους αναιρέσεως, τους περί αντισυνταγματικότητας ως άνω ισχυρισμούς του. Εξ άλλου, για την επίδικη εισφορά δεν υπάρχει ακόμα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Υπό τα δεδομένα αυτά, τίθεται πράγματι με την κρινόμενη αίτηση «σπουδαίο νομικό ζήτημα», κατά την έννοια του άρθρου 53 παρ. 3 εδ. β του π. δ. 18/1989, όπως βασίμως, κατά τ’ ανωτέρω, προβάλλει ο αιτών, χωρίς, άλλωστε, να το αμφισβητεί το Δημόσιο, και, επομένως, παραδεκτώς, από την άποψη αυτή, ασκείται η εν λόγω αίτηση παρά το υπολειπόμενο του νομίμου ορίου αντικείμενό της.

7. Επειδή, η αίτηση ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς.

8. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67) ορίζονται τα ακόλουθα:

«α. Σε δίκη ενώπιον […] της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας […], στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται θέμα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα […] τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι […]. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. […].».

Βάσει των διατάξεων αυτών παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, παρεμβαίνουν εν προκειμένω ενώπιον της Ολομελείας οι Σ.Μ. και Α.Π., επικαλούμενοι εκκρεμείς προσφυγές τους στα Διοικητικά Πρωτοδικεία Πειραιώς και Αθηνών, αντιστοίχως, κατά εκκαθαριστικών σημειωμάτων με τα οποία τους επιβλήθηκε, όπως και στον αιτούντα, έκτακτη εισφορά κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Από τους ισχυρισμούς τους όμως – περί ανισχύρου της εν λόγω εισφοράς- είναι ακουστοί μόνον όσοι αναφέρονται στα ζητήματα εκείνα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί, κατά τ’ ανωτέρω, από τον αναιρεσείοντα – και εν συνεχεία από την παραπεμπτική απόφαση· όχι δε και εκείνοι που επεκτείνονται σε άλλα (πρβλ. και ΣτΕ, Ολομ., 1213/2010 κ.ά.).

9. Επειδή, στο άρθρο 78 του Συντάγματος ορίζεται, στην παρ. 1 ότι «κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος»· και στην παρ. 2 ότι «φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε».

10. Επειδή, στο ανωτέρω άρθρο 18 του ν. 3758/2009 («Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις», Α΄68/5.5.2009), υπό τον τίτλο «Έκτακτη Οικονομική Εισφορά», ορίζονται τα εξής:

1.α. Επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα των φυσικών προσώπων που φορολογούνται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), καθώς και στο εισόδημα σχολάζουσας κληρονομιάς. Επίσης στο εισόδημα των φυσικών προσώπων τα οποία φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 (ΦΕΚ 23 Α΄). β. Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008 εφόσον αυτό είναι εξήντα χιλιάδες ευρώ (60.000 €) και άνω. γ. Για την εξεύρεση του συνολικού εισοδήματος δεν προσμετρούνται τα εισοδήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε.

2. Η έκτακτη εφάπαξ εισφορά καθορίζεται στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 €) για ετήσιο συνολικό ατομικό εισόδημα από εξήντα χιλιάδες ένα ευρώ (60.001 €) έως ογδόντα χιλιάδες ευρώ (80.000 €), στο ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €) για εισόδημα από ογδόντα χιλιάδες ένα ευρώ (80.001 €) έως εκατό χιλιάδες ευρώ (100.000 €), στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για εισόδημα από εκατό χιλιάδες ένα ευρώ (100.001 €) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ (150.000 €), στο ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €) για εισόδημα από εκατόν πενήντα χιλιάδες ένα ευρώ (150.001 €) έως τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (300.000 €), στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €) για εισόδημα από τριακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ (300.001 €) έως πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000 €), στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €) για εισόδημα από πεντακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ (500.001 €) έως εφτακόσιες χιλιάδες ευρώ (700.000 €), στο ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000 €) για εισόδημα από εφτακόσιες χιλιάδες ένα (700.001 €) έως εννιακόσιες χιλιάδες ευρώ (900.000 €) και στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ (25.000 €) για εισόδημα άνω των εννιακοσίων χιλιάδων ένα ευρώ (900.001 €).

3.α. Η εισφορά του παρόντος βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε. β. Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο. γ. Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που βεβαιώνεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1. δ. Οι διατάξεις των άρθρων 66, 67, 68, 69, 70, 71, 74, 75, 84 και 85 του Κ.Φ.Ε., καθώς και του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α΄), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και για την επιβολή αυτής της εισφοράς, επιφυλασσομένων όσων ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους. Η εισφορά που προκύπτει μετά από έλεγχο που διενεργείται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μπορεί να επιβάλλεται και με το οικείο φύλλο ελέγχου της φορολογίας εισοδήματος.

4.α. Η εισφορά που επιβάλλεται με αυτόν το νόμο καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες διμηνιαίες δόσεις […] β. Υπόχρεος σε καταβολή της εισφοράς είναι το φυσικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου βεβαιώνεται αυτή. […]».

11. Επειδή, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3758/2009 έκτακτη οικονομική εισφορά, επιβλήθηκε, όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση, ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών τής οικονομικής κρίσης, έτσι ώστε «να συνεισφέρουν περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα», το δε ύψος της καθορίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, στον ίδιο το νόμο, σε συγκεκριμένα ποσά που βαίνουν αυξανόμενα σε αντιστοιχία με κλιμάκια -υψηλών πράγματι (άνω των 60.000 ευρώ)- καθαρών εισοδημάτων, όπως αυτά έχουν προκύψει για το οικονομικό έτος 2008 από τους οικείους τίτλους και ανεξάρτητα εάν είναι ή όχι φορολογητέα κατά τη νομοθεσία περί φορολογίας τού εισοδήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, όπως παγίως έχει κριθεί σε ανάλογες περιπτώσεις επιβολής εκτάκτων εισφορών (ΣτΕ 1317, 1318/1979, Ολομ., 3098, 3653/1981, 3202/1982, 116, 2209, 3515/1983, 357/1984, επταμ., 3639/1984, 797, 2729/1986), η εν λόγω εισφορά δεν έχει ως αντικείμενο τα πιο πάνω εισοδήματα του οικονομικού έτους 2008, ώστε να τίθεται ζήτημα αναδρομικής φορολόγησής τους κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος. Απλώς, τα εισοδήματα αυτά, εν όψει και του ότι, όταν ανέκυψε η έκτακτη, λόγω της κρίσεως, δημοσιονομική ανάγκη, και επιβλήθηκε η επίμαχη εισφορά με τον δημοσιευθέντα στο ΦΕΚ Α΄ 68/5.5.2009 ως άνω νόμο, δεν είχε καν ολοκληρωθεί η υποβολή των σχετικών δηλώσεων, για το οικονομικό έτος 2009, θεωρήθηκαν -ευλόγως- από το νομοθέτη ως τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας στην οποία απέβλεψε, απετέλεσαν, δηλαδή, το κριτήριο και, συνακόλουθα, τη βάση επιβολής της έκτακτης εισφοράς, έτσι ώστε και το ποσό που θα συγκεντρωνόταν να μπορεί να προϋπολογισθεί, και να επιβαρυνθούν με την εισφορά οι κατά τεκμήριο πλουσιότεροι πολίτες. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, το εν λόγω κριτήριο δεν παρίσταται απρόσφορο ούτε αντίθετο με την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας και δεν αντίκειται, συνεπώς, στο Σύνταγμα.

Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Κ. Ευστρατίου, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Β. Αραβαντινός, Θ Αραβάνης, Δ, Μακρής, Μ. Πικραμένος και Β. Αναγνωστοπούλου–Σαρρή, καθώς και η Πάρεδρος Β. Κίντζιου, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Με τις παρατεθείσες ανωτέρω (σκέψη 10) διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος, αφ’ ενός μεν ορίζονται περιοριστικά τα στοιχεία που μπορούν ν’ αποτελέσουν τη βάση φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), αφ’ ετέρου δε απαγορεύεται απολύτως η αναδρομική φορολόγηση πέραν του «οικονομικού έτους» του προηγουμένου της επιβολής του φόρου. Χωρίς, σημειωτέον, από την απαγόρευση αυτή να χωρούν παρεκκλίσεις κατ’ επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων. (Βλ. γνώμη πλειοψηφίας στη σκέψη 7 της ανωτέρω 693/2011 παραπεμπτικής απόφασης του Β΄ Τμήματος). Εξ άλλου, κατά την έννοια της αυτής συνταγματικής διατάξεως, ως «οικονομικό έτος» πέραν του οποίου δεν μπορεί να ανατρέξει η φορολογική ρύθμιση, θεωρείται το ημερολογιακό έτος που προηγείται εκείνου κατά το οποίο δημοσιεύεται ο σχετικός νόμος. (Βλ. ΣτΕ, Ολομ., 1865/1985 και έκτοτε παγίως: Μεταξύ άλλων, 209, 2983/1986, 1022, 5387/1987, 299/1988, 3192/1989, 1758/1992, 2818/1994, 650/1995, επταμ., 3205/1996, επταμ, 2860/2003, 1912/2009, Ολομ. Βλ. επίσης την ανωτ. 693/2011). Κατόπιν αυτών, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, ορίζοντας ευθέως ότι η προβλεπόμενη με αυτήν έκτακτη εισφορά «επιβάλλεται στο εισόδημα των φυσικών προσώπων» (και των σχολαζουσών κληρονομιών) και ότι για τον υπολογισμό της «λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα […] των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008», δηλαδή, όπως σαφώς προκύπτει από την εν λόγω διατύπωση αλλά και το σκοπό του νόμου, το εισόδημα του ημερολογιακού έτους 2007, επιβάλλει αναδρομικώς φόρο επί εισοδημάτων που έχουν προκύψει σε χρόνο προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεώς της έτους και είναι γι αυτό ανίσχυρη ως παραβιάζουσα το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Τούτο ουδόλως μεταβάλλεται αν το εν λόγω εισόδημα του 2007, αντί να χαρακτηρισθεί αντικείμενο (όπως πράγματι είναι) της επίδικης εισφοράς, θεωρηθεί, κατά τ’ ανωτέρω, ως «κριτήριο» για την επιβάρυνση με αυτήν των οικονομικώς ευρωστοτέρων. Γιατί, το Σύνταγμα, καθορίζοντας, κατά τα προεκτεθέντα, περιοριστικά, στην παράγραφο 1 του άρθρου 78, τα στοιχεία που μπορεί να στηρίξουν την επιβολή φόρου, μεταξύ των οποίων και το εισόδημα, αποβλέπει στα στοιχεία αυτά ακριβώς ως κριτήρια διαγνώσεως φοροδοτικής ικανότητας (κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 Συντ.)· απαγορεύοντας όμως, απολύτως, κατά την παράγραφο 2, την αναδρομική, πέραν του έτους, χρησιμοποίησή τους.

12. Επειδή, στο άρθρο 79 (παρ. 1-4) του Συντάγματος ρυθμίζονται τα της ψηφίσεως του ετήσιου, «για το επόμενο έτος», κρατικού προϋπολογισμού, και ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να αναγράφονται σ’ αυτόν όλα τα έσοδα και τα έξοδα του κράτους και ότι αν για οποιονδήποτε λόγο είναι ανέφικτη η διοίκηση των εσόδων και εξόδων βάσει του προϋπολογισμού, αυτή ενεργείται με βάση ειδικό κάθε φορά νόμο. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην καλή δημοσιονομική διαχείριση (ΣτΕ, Ολ. 3668/2006 κ.ά.), δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης, όταν παρίσταται ανάγκη, να επιβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους και νέα (μη προϋπολογισθέντα) δημόσια βάρη, στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται από την προμνημονευθείσα συνταγματική διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 78. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις περί επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς δεν είναι αντισυνταγματικές εκ μόνου του ότι δεν υπήρχε, κατά την ψήφιση του νόμου, σχετική εγγραφή στον οικείο τακτικό προϋπολογισμό, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος, εν όψει της γνώμης την οποία υποστήριξε στο προηγούμενο ζήτημα (ότι, δηλαδή, αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος η επιβολή της επίμαχης έκτακτης εισφοράς επί εισοδημάτων του ημερολογιακού έτους 2007), διετύπωσε την άποψη ότι, ακριβώς συνεπεία της αντιθέσεως αυτής προς το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, η επιβολή της εν λόγω μη προϋπολογισθείσης έκτακτης εισφοράς, σύμφωνα με την ως άνω δοθείσα ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 79 του Συντάγματος, αντίκειται και στις διατάξεις του άρθρου αυτού.

13. Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Παρέχεται δε ευρεία σχετική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. (ΣτΕ 4354/1985, 1135/1991, επταμ., 3423/1991, 444/1995, επταμ., 2974/2001, επταμ. 3485/2007 κ.ά.).

14. Επειδή, η επίδικη έκτακτη εισφορά επεβλήθη, κατά τ’ ανωτέρω (σκέψη 10), με το ν. 3758/2009 (Α΄68/5.5.2009), σε υψηλά ετήσια εισοδήματα (60.000 ευρώ και άνω) φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών, όχι δε και σε εισοδήματα νομικών προσώπων. Και τα τελευταία όμως αυτά, στο πλαίσιο της ίδιας οικονομικής συγκυρίας, υπήχθησαν σε αντίστοιχες έκτακτες εισφορές, αφ’ ενός μεν με το άρθρο 2 του ν. 3808/2009 («Έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης, έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και άλλες διατάξεις», Α΄227/10.12.2009), αφ’ ετέρου δε με το άρθρο πέμπτο («έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων») του ν. 3845/2010 («Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», Α΄ 65/6.5.2010). Υπό τα δεδομένα αυτά, η μη υπαγωγή στην επίδικη εισφορά των εισοδημάτων των νομικών προσώπων δεν υπερβαίνει, πάντως, τα όρια της κατά την προηγούμενη σκέψη ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων, και δεν παραβιάζει, ως εκ τούτου, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, ανεξάρτητα από τη λυσιτέλειά τους για τον αιτούντα, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα ως αβάσιμα.

[μειοψηφία] Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Ι. Γράβαρη και Β. Αραβαντινού, και της Παρέδρου Β. Κίντζιου, ο λόγος που υπαγόρευσε την εξαίρεση των νομικών προσώπων από την επιβολή της επίδικης «έκτακτης εφάπαξ» εισφοράς του ν. 3758/2009 ούτε από τη φύση του πράγματος προκύπτει ούτε αναδεικνύεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως της σχετικής διατάξεως, η οποία, σημειωτέον, εισήχθη ως τροπολογία-προσθήκη σε σχέδιο νόμου με άλλο αντικείμενο. Κατά τις σχετικές μάλιστα συζητήσεις στο Κοινοβούλιο προβλήθηκαν συγκεκριμένες αντιρρήσεις για την εξαίρεση των νομικών προσώπων, οι οποίες έμειναν αναπάντητες (βλ. Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση Ολομέλειας ΡΙΒ΄/ 30.3.2009, σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση της κρίσιμης διάταξης, η οποία περιορίζεται να αναφέρει ότι «η επιβολή της έκτακτης οικονομικής εισφοράς κρίνεται αναγκαία για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης», και ότι «με τον τρόπο αυτό, όσοι έχουν υψηλότερα εισοδήματα συνεισφέρουν περισσότερο στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης»). Αλλ’ ούτε και από τους μεταγενέστερους ως άνω νόμους μπορεί να δικαιολογηθεί η κρίσιμη εξαίρεση. Γιατί, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις και τις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω νόμων, οι επίσης «έκτακτες εφάπαξ» εισφορές που επεβλήθησαν με αυτούς, σε εισοδήματα οικονομικών ετών μεταγενέστερων του ενδίκου (2009 και 2010), άσχετα αν υπαγορεύθηκαν από συνέπειες της ίδιας, συνεχιζόμενης, οικονομικής κρίσης, είχαν σκοπό να καλύψουν ανάγκες που ανέκυψαν ή που, εν πάση περιπτώσει, διαγνώσθηκαν και εκτιμήθηκαν το πρώτον μετά το ν. 3758. Ως εκ τούτου δε, οι νεότεροι αυτοί νόμοι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν σύστημα ρυθμίσεων με το ν. 3758, ώστε η φορολόγηση με αυτούς των νομικών προσώπων να «εξηγεί» την αρχική τους εξαίρεση. (Εξ άλλου, «έκτακτη εφάπαξ εισφορά» επεβλήθη εκ νέου και στα φυσικά πρόσωπα με το άρθρο 5 του ν. 3833/2010, Α΄40/15.3.2010). Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, η επιβολή της επίδικης εισφοράς σε μόνα τα φυσικά πρόσωπα (και τις σχολάζουσες κληρονομιές), κατά παράλειψη των νομικών προσώπων, αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου και καθιστά και εκ του λόγου τούτου ανίσχυρη τη σχετική ρύθμιση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Χωρίς, άλλωστε, η προβολή του σχετικού λόγου να είναι αλυσιτελής για τον αιτούντα, αφού συνέπεια της ανωτέρω αντισυνταγματικότητας θα ήταν η επανεξέταση από το νομοθέτη του ζητήματος των υποκειμένων της επίδικης εισφοράς με ενδεχόμενη επιβολή της (και) σε νομικά πρόσωπα και συνακόλουθη ελάφρυνση των φυσικών προσώπων.

15. Επειδή, στο πλαίσιο της ως άνω, κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ευρείας ευχέρειας του νομοθέτη να θεσπίζει φορολογικές ρυθμίσεις σε συνάρτηση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων, είναι, κατ’ αρχήν, συνταγματικώς ανεκτό το προβλεπόμενο στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του ν. 3758/2009 σύστημα καθορισμού του ύψους της επίδικης έκτακτης εισφοράς ανά κλιμάκιο εισοδήματος, με το ποσό της εισφοράς να αυξάνει κατά τη μετάβαση από χαμηλότερο σε υψηλότερο κλιμάκιο. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης στα όρια των προβλεπόμενων κλιμακίων έχει ως αποτέλεσμα να καταλείπεται μετά τη φορολογία μεγαλύτερου εισοδήματος, διαθέσιμο ποσόν μικρότερο του καταλειπομένου μετά τη φορολόγηση μικρότερου εισοδήματος και ότι, ως εκ τούτου, επέρχεται «ανισότητα της δημοσιονομικής θυσίας». Ο λόγος όμως αυτός είναι, πάντως, απορριπτέος, καθώς δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η φορολόγηση εν προκειμένω του ένδικου εισοδήματός του συνιστά τέτοια περίπτωση (Πρβλ. ΣτΕ 437/1995, επταμ.). Εξ άλλου, ο ειδικότερος ισχυρισμός περί άνισης φορολόγησης του εισοδήματός του εντός του οικείου κλιμακίου, λόγω φθίνουσας προοδευτικότητας του φόρου, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, συνιστάμενος στο μερικότερο τούτο ζήτημα της επίδικης περιπτώσεως, προβάλλεται το πρώτον με το υπόμνημα που αυτός κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Τμήματος.

16. Επειδή, όπως προελέχθη, (σκέψη 10), σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 περ. β και γ του ν. 3758/2009, αντικείμενο της επίδικης εισφοράς αποτελεί το «συνολικό καθαρό εισόδημα» των δηλώσεων οικονομικού έτους 2008, «φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο», εξαιρέσει των εισοδημάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ της παραγράφου 4 του 10 άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. (Πρόκειται, αντιστοίχως, για την αυτοτελή φορολόγηση αποζημιώσεων στο πλαίσιο μισθωτών υπηρεσιών και την απαλλαγή ορισμένων εφάπαξ ασφαλιστικών παροχών). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, στην επίδικη εισφορά, πλην των συγκεκριμένων ως άνω εξαιρέσεων, υπόκειται κάθε έσοδο που εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, άρα και οι «αυτοτελώς φορολογούμενες ειδικές περιπτώσεις» των άρθρων 11 κ.επ. αυτού. Συνεπώς, ισχυρισμός που είχε προβάλει ο αιτών με την προσφυγή του ότι δεν έπρεπε να υπαχθεί στην εισφορά «ποσό 55.720,13 ευρώ που αφορά αυτοτελώς φορολ. ποσά», χωρίς να διευκρινίζει ειδικότερα τη φύση των εν λόγω ποσών, δεν ήταν ουσιώδης και ορθώς κατ’ αποτέλεσμα δεν ελήφθη υπ’ όψη από το διοικητικό εφετείο, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Ομοίως, παράπονα της κρινόμενης αίτησης σχετικά με τον ενιαίο τρόπο εμφανίσεως στις οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, αφ’ ενός μεν των αυτοτελώς φορολογουμένων εσόδων των υπαγομένων στην εισφορά, αφ’ ετέρου δε των κατά τ’ ανωτέρω εξαιρουμένων από αυτήν, έτσι ώστε τα τελευταία να μη διακρίνονται και να υπόκεινται, ως μη έδει, σε εισφορά, προβάλλονται άνευ εννόμου συμφέροντος, καθώς ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ούτε προκύπτει ότι στα ένδικα εισοδήματά του περιλαμβάνονται και τέτοια εξαιρούμενα της εισφοράς έσοδα. Εξ άλλου, το ότι τα υποκείμενα στην εισφορά ως άνω αυτοτελώς φορολογούμενα έσοδα δηλώνονταν, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, προαιρετικώς στις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, δεν άγει, από πλευράς επιβολής της επίδικης εισφοράς, σε άνιση ευνοϊκή μεταχείριση όσων δεν προέβησαν σε σχετική δήλωση, αφού και στους τελευταίους, πάντως, «βεβαιώνεται οίκοθεν» η εισφορά κατόπιν ελέγχου (παρ. 3 περ. α, β και δ ανωτ. άρθρου 18 ν. 3758). Συνεπώς, και ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

17. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), δεν επιβάλλεται η κατά τις διατάξεις αυτές προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου, όταν το σε βάρος του διοικητικό μέτρο δεν συνδέεται κατά νόμον με υποκειμενική του συμπεριφορά αλλά λαμβάνεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων. (Παγία η νομολογία, βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 1505/2010, 4254/2009, 2968/2007). Τέτοια είναι, κατ’ αρχήν, και η περίπτωση της επίδικης εισφοράς, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επιβάλλεται βάσει των δεδομένων των οικείων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος. Ορθώς, επομένως, απερρίφθη εν προκειμένω από το διοικητικό εφετείο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο πριν από την έκδοση του επίδικου εκκαθαριστικού σημειώματος έπρεπε σε κάθε περίπτωση να κληθεί σε ακρόαση κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αντιστοίχως δε απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος ήδη περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως. Κατά το μέρος, άλλωστε, που με το λόγο αυτό προβάλλεται ότι η υποχρέωση προηγουμένης ακροάσεως επιβαλλόταν ειδικότερα από την, κατά τον αιτούντα, ανάγκη να διευκρινισθεί ποιά από τα δηλωθέντα ως αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα ήσαν από εκείνα που απαλλάσσονται από την επίδικη εισφορά (βλ. προηγούμενη σκέψη), ο λόγος είναι, πάντως, απορριπτέος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε δηλώσει εν προκειμένω τέτοια απαλλασσόμενα της εισφοράς εισοδήματα. 18. Επειδή, κατόπιν αυτών, και δεδομένου ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση, όπως και οι πιο πάνω παρεμβάσεις, πρέπει ν’ απορριφθούν στο σύνολό τους.

 Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Απορρίπτει τις παρεμβάσεις των Σ.Μ. και Α.Π.

Επιβάλλει συμμέτρως στον αιτούντα και τους παρεμβαίνοντες τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2013.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας

Φ. Αρναούτογλου Μ. Παπασαράντη

Λήψη της απόφασης σε PDFεπιστροφη στο αρθρο

0

Γάμος διάρκειας έξι μηνών. “Ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω;”

Με νέο νόμο που ψηφίστηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο καθιερώθηκε καινούρια διαδικασία έκδοσης συναινετικού διαζυγίου. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 3 παρ. 2 του Νόμου 4055/2012 (ΦΕΚ Α 51 12-03-2012) περί Δίκαιης Δίκης και εύλογης διάρκειας αυτής,  «το άρθρο 1441 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: Οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν το γάμο τους, εφόσον έχει διαρκέσει τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την κατάρτισή της. Η συμφωνία αυτή υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή μόνον από τους τελευταίους, Περισσότερα →

0

Άμεση αποφυλάκιση βαρυποινιτών που σχετίζονται με Ναρκωτικά.

Σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 4 του Νόμου 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74 20-03-2013) περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών και άλλων Διατάξεων,  «Όσοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα απολύονται υφ’ όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Την απόλυσή τους διατάσσει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής».
Με τη διάταξη αυτή προτίθεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης να απαλλάξει από τα δεσμά της φυλακής πολλούς, οι οποίοι κατηγορήθηκαν και φυλακίστηκαν για θέματα ναρκωτικών. Όχι όμως για πλημμελήματα, άλλα για κακουργηματικές πράξεις. Η διάταξη αυτή έχει ήδη μπει σε εφαρμογή και πολλοί είναι εκείνοι που έχουν αποφυλακιστεί με περιοριστικούς όρους.
Αρχικώς, οι προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης με την εν λόγω διάταξη είναι  οι εξής:
1)     Να πρόκειται για αδίκημα που τιμωρείται με βάσει τις διατάξεις «του νόμου περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών (ναρκωτικών)»
2)    Ο Κατάδικος να εκτίει ποινή πρόσκαιρης καθείρξεως.
Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα (Π.Κ.) α. 51, «ποινές στερητικές της ελευθερίας είναι η κάθειρξη, η φυλάκιση, ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα …». Κατά το άρθρο 52 του Π.Κ. «Η ποινή της καθείρξεως είναι ισόβια ή πρόσκαιρη και εκτελείται σε καταστήματα ή τμήματα καταστημάτων που προορίζονται αποκλειστικά γι’ αυτήν» (παρ. 1). «Όταν ο νόμος δεν ορίζει ρητά ότι η επιβαλλόμενη κάθειρξη είναι ισόβια, αυτή είναι πρόσκαιρη» (παρ. 2). «Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη….» (παρ. 3). Συνεπώς, το ποινικό δικαστήριο με την απόφασή του  πρέπει να έχει επιβάλει ποινή καθείρξεως μεταξύ πέντε με είκοσι έτη.
3)    Η καταδίκη να έχει τελεσιδικήσει ή καταστεί αμετάκλητη.
Τελεσίδικη ποινική απόφαση έχουμε όταν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης τους ένδικου μέσου της έφεσης, άλλως, όταν εκδόθηκε απόφαση επί δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της έφεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 473 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) «όπου ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων (έφεση, αναίρεση βλ. α. 462 ΚΠΔ) είναι δέκα μέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρόν κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτό διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διεύθυνση του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης..».
Αμετάκλητη απόφαση έχουμε, όταν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης τους ένδικου μέσου της αναίρεσης, άλλως, όταν εκδόθηκε απόφαση του Άρειου Πάγου, που είναι αρμόδιο για εκδίκαση αναιρετικών υποθέσεων. Για την προθεσμία της αναίρεσης ισχύει ότι και για την έφεση. Κατά την παρ. 3 α. 473 ΚΠΔ, «η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου. Η καθαρογράφηση πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες….».
4)    Ο κατάδικος να έχει συμπληρώσει το 1/3 της πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε.
Ο ορισμός της πραγματικής έκτισης της ποινής έγκειται στο γεγονός, της προσαύξησης του χρόνου έκτισης ποινής με πλασματικό χρόνο, που απορρέει, από διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η εργασία του έγκλειστου εντός των φυλακών. Συνεπώς, το 1/3 του χρόνου έκτισης πρέπει να είναι πραγματικός χρόνος μην υπολογίζοντας τον χρόνο που έχει συνυπολογισθεί σε αυτόν ως πλασματικός.
5)    Τέλος, η μεταβατική αυτή διάταξη έχει αρχή και λήξη ισχύος. Στην ουσία αφορά μόνο εκείνους τους καταδίκους που πληρούν τα  ανωτέρω κριτήρια, έως και τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι την 20-03-2013. Συνεπώς, για αυτούς που έχουν μεν καταδικαστεί με πρόσκαιρη κάθειρξη για ναρκωτικά, άλλα δεν έχει τελεσιδικήσει η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή έχει μεν τελεσιδικήσει, άλλα δεν πρόλαβαν να εκτίσουν το 1/3 της ποινής τους, τότε δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή.   
Την απόλυση από τις φυλακές και τους όρους αυτής, τους καθορίζει ο εισαγγελέας του τόπου που βρίσκονται οι φυλακές.

Όσων δε αφορά τους όρους απόλυσης, αυτοί ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση του καταδικασθέντα. Έτσι, στους αλλοδαπούς κυρίως που αποφυλακίζονται, ως όρος είναι συνήθως η άμεση απέλαση τους στη χώρα προέλευσης έως το χρόνο λήξεως των όρων και σε πολλές περιπτώσεις ισοβίως. Σπανίως σε αυτούς, ορίζονται ως όροι αποφυλάκισης, όπως στους αποφυλακισθέντες Έλληνες, η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, η παρουσίαση σε αστυνομικό τμήμα της περιοχής του στις αρχές κάθε μήνα κλπ.
Αποτελεί σε όλους κοινό μυστικό, ότι οι μισοί και πλέον έγκλειστοι  των ελληνικών φυλακών καταδικάστηκαν για υποθέσεις που αφορούν τα ναρκωτικά. Συνεπώς, με την ανωτέρω μεταβατική διάταξη, πολλοί είναι εκείνοι οι «βαρυποινίτες» που θα δουν την ελευθερία τους. 

4
Page 10 of 10 «...678910