Δημοσιεύσεις

Άμεση αποφυλάκιση βαρυποινιτών που σχετίζονται με Ναρκωτικά.

Σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 4 του Νόμου 4139/2013 (ΦΕΚ Α 74 20-03-2013) περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών και άλλων Διατάξεων,  «Όσοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης για εγκλήματα που προβλέπονται στον παρόντα Κώδικα απολύονται υφ’ όρον αν έχουν συμπληρώσει το 1/3 πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Την απόλυσή τους διατάσσει ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής».
Με τη διάταξη αυτή προτίθεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης να απαλλάξει από τα δεσμά της φυλακής πολλούς, οι οποίοι κατηγορήθηκαν και φυλακίστηκαν για θέματα ναρκωτικών. Όχι όμως για πλημμελήματα, άλλα για κακουργηματικές πράξεις. Η διάταξη αυτή έχει ήδη μπει σε εφαρμογή και πολλοί είναι εκείνοι που έχουν αποφυλακιστεί με περιοριστικούς όρους.
Αρχικώς, οι προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης με την εν λόγω διάταξη είναι  οι εξής:
1)     Να πρόκειται για αδίκημα που τιμωρείται με βάσει τις διατάξεις «του νόμου περί Εξαρτησιογόνων Ουσιών (ναρκωτικών)»
2)    Ο Κατάδικος να εκτίει ποινή πρόσκαιρης καθείρξεως.
Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα (Π.Κ.) α. 51, «ποινές στερητικές της ελευθερίας είναι η κάθειρξη, η φυλάκιση, ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα …». Κατά το άρθρο 52 του Π.Κ. «Η ποινή της καθείρξεως είναι ισόβια ή πρόσκαιρη και εκτελείται σε καταστήματα ή τμήματα καταστημάτων που προορίζονται αποκλειστικά γι’ αυτήν» (παρ. 1). «Όταν ο νόμος δεν ορίζει ρητά ότι η επιβαλλόμενη κάθειρξη είναι ισόβια, αυτή είναι πρόσκαιρη» (παρ. 2). «Η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη….» (παρ. 3). Συνεπώς, το ποινικό δικαστήριο με την απόφασή του  πρέπει να έχει επιβάλει ποινή καθείρξεως μεταξύ πέντε με είκοσι έτη.
3)    Η καταδίκη να έχει τελεσιδικήσει ή καταστεί αμετάκλητη.
Τελεσίδικη ποινική απόφαση έχουμε όταν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης τους ένδικου μέσου της έφεσης, άλλως, όταν εκδόθηκε απόφαση επί δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της έφεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 473 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) «όπου ειδική διάταξη δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων (έφεση, αναίρεση βλ. α. 462 ΚΠΔ) είναι δέκα μέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρόν κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτό διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διεύθυνση του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης..».
Αμετάκλητη απόφαση έχουμε, όταν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης τους ένδικου μέσου της αναίρεσης, άλλως, όταν εκδόθηκε απόφαση του Άρειου Πάγου, που είναι αρμόδιο για εκδίκαση αναιρετικών υποθέσεων. Για την προθεσμία της αναίρεσης ισχύει ότι και για την έφεση. Κατά την παρ. 3 α. 473 ΚΠΔ, «η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού Δικαστηρίου. Η καθαρογράφηση πρέπει να γίνει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες….».
4)    Ο κατάδικος να έχει συμπληρώσει το 1/3 της πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε.
Ο ορισμός της πραγματικής έκτισης της ποινής έγκειται στο γεγονός, της προσαύξησης του χρόνου έκτισης ποινής με πλασματικό χρόνο, που απορρέει, από διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η εργασία του έγκλειστου εντός των φυλακών. Συνεπώς, το 1/3 του χρόνου έκτισης πρέπει να είναι πραγματικός χρόνος μην υπολογίζοντας τον χρόνο που έχει συνυπολογισθεί σε αυτόν ως πλασματικός.
5)    Τέλος, η μεταβατική αυτή διάταξη έχει αρχή και λήξη ισχύος. Στην ουσία αφορά μόνο εκείνους τους καταδίκους που πληρούν τα  ανωτέρω κριτήρια, έως και τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι την 20-03-2013. Συνεπώς, για αυτούς που έχουν μεν καταδικαστεί με πρόσκαιρη κάθειρξη για ναρκωτικά, άλλα δεν έχει τελεσιδικήσει η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή έχει μεν τελεσιδικήσει, άλλα δεν πρόλαβαν να εκτίσουν το 1/3 της ποινής τους, τότε δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή.   
Την απόλυση από τις φυλακές και τους όρους αυτής, τους καθορίζει ο εισαγγελέας του τόπου που βρίσκονται οι φυλακές.

Όσων δε αφορά τους όρους απόλυσης, αυτοί ποικίλουν ανάλογα με την περίπτωση του καταδικασθέντα. Έτσι, στους αλλοδαπούς κυρίως που αποφυλακίζονται, ως όρος είναι συνήθως η άμεση απέλαση τους στη χώρα προέλευσης έως το χρόνο λήξεως των όρων και σε πολλές περιπτώσεις ισοβίως. Σπανίως σε αυτούς, ορίζονται ως όροι αποφυλάκισης, όπως στους αποφυλακισθέντες Έλληνες, η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, η παρουσίαση σε αστυνομικό τμήμα της περιοχής του στις αρχές κάθε μήνα κλπ.
Αποτελεί σε όλους κοινό μυστικό, ότι οι μισοί και πλέον έγκλειστοι  των ελληνικών φυλακών καταδικάστηκαν για υποθέσεις που αφορούν τα ναρκωτικά. Συνεπώς, με την ανωτέρω μεταβατική διάταξη, πολλοί είναι εκείνοι οι «βαρυποινίτες» που θα δουν την ελευθερία τους. 

4
  Σχετικά άρθρα